1753/2017 · 1753/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 1753 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1753/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, ΓεÏ...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 1753/2017
Απόφαση 1753 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1753/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ., 2) Α. Γ. του Δ., το γένος Α. Θ., 3) Ε. θυγ. Χ. Τ., συζ. Μ. Γ., 4) Μ. θυγ. Χ. Τ., 5) Α. Γ. του Ε., 6) Γ. Λ. του Σ., 7) Τ. συζ. Χ. Κ., 8) Α. Κ. του Χ., 9) Σ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ι. Σ., 10) Δ. Μ. του Π., 11) Γ. Κ. του Δ., συζ. Σ. Μ., 12) Ζ. συζ. Δ. Δ., το γένος Σ. Λ., 13) Α. χας Χ. Μ., το γένος Γ. Κ., 14) Α. Μ. του Χ., 15) Ά. Μ. του Χ., 16) Α. συζ. Γ. Σ., το γένος Α. Φ., 17) Σ. Μ. του Γ., 18) Ν. Κ. του Α., 19) Ι. Α. του Ι., 20) Ε. Τ. του Γ., 21) Γ. Τ. του Ι., 22) Σ. συζ. Π. Κ., 23) Δ. Α. του Κ., 24) Γ. Β. του Α., συζ. Δ. Α., 25) Α. Β. του Δ., 26) Α. Μ. του Ι., 27) Α. Γ. του Ι., 28) Μ. συζ. Κ. Β., το γένος Γ. Π., 29) Ε. Δ. του Ε., 30) Τ. συζ. Ε. Δ., το γένος Χ. Σ., 31) Γ. Κ. του Α., 32) Μ. Κ. του Α., 33) Α. Κ. του Α., 34) Ε. Κ. του Α., 35) Ζ. συζ. Σ. Σ., το γένος Β. Κ., 36) Σ. Σ. του Π., 37) Δ. συζ. Α. Λ., το γένος Β. Κ., 38) Α. Λ. του Γ. και 39) Κ. Φ. του Α., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιστιαίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2009 μη οριστική και 44/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 11-5-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 229/2013 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 1-10-2014 (αρ. κατ. ...2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 229/2013 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 1-10-2014 (αρ. κατ. ...2014) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 229/2013 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από την υπ’ αρ. ... /20-12-2016 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδος, Ν. Τ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Μαριέττας Βλαχοπάνου, ως πληρεξούσιας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης ,αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 143 παρ. 1 και 2, σε συνδυασμό 124 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ και αυτά σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 4 του Ν.2882/2001), στον αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, Π. Λ., για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ο οποίος τους έχει εκπροσωπήσει στο πρωτοβάθμιο, αλλά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, (βλ. σελ. 2α της υπ’ αρ. 44/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας και σελ. 3 της υπ’ αρ. 229/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, αντίστοιχα). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α’ και γ’ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτών.
Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λπ., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες, που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (ΑΠ 1203/2012).
Εξάλλου, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους, (3-2-1830), εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά παραχωρηθέντων, εν συνεχεία, βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες. Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα, ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (ΑΠ 856/2007). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, προκειμένου για αμφισβητούμενα μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ακίνητα, που βρίσκονται στην περιφέρεια της νήσου Εύβοιας, το τελευταίο μπορεί να προτείνει δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει των ανωτέρω πρωτοκόλλων και διεθνούς συμβάσεως, όχι όμως, και δυνάμει καταλήψεως αυτών ως πολεμικής λείας, με άσκηση δικαιώματος πολέμου και, εν συνεχεία, δημεύσεως (ΑΠ 368/2015 πρβλ. επίσης ΑΠ 638/2016). Περαιτέρω, σε εκτέλεση των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων συστήθηκε η επί των Οθωμανικών κτημάτων εξεταστική επιτροπή, που είχε ως αντικείμενο την εξέταση της εγκυρότητας των τίτλων των γενομένων μεταβιβάσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και των ιδιωτικών δασών. Τις αποφάσεις της επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής που επιτελεί έργο της διοικήσεως, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κ.λπ., με τις οποίες αναγνωρίζεται η εγκυρότητα της μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων από Οθωμανούς προς Έλληνες, σε δάσος υφιστάμενο το 1836, μπορούν οι αγοραστές ιδιώτες, προβάλλοντας κατά του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας επί της δασικής εκτάσεως, που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, να επικαλεσθούν, ως στοιχεία που αποδεικνύουν την καλή πίστη, κατά την τριακονταετή, με διάνοια κυρίου, κατοχή του ειρημένου δάσους (ΑΠ 573/2015). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων, που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους, κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Κρίσιμη, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους), βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σε αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (Α.Ε.Δ. 27/1997). Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς εκτάσεις χορτολειβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες αυτών. Δεν ασκεί, εξάλλου, επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση.
Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝ.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ., ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ. διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ, (2. 9), ν. 2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου. Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), Βασ. 9. παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της...", με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (Ολ.ΑΠ 75/1987, ΑΠ 78/2015), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 1249/2013). Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/ 1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (ΑΠ 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11- 1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 226/2015, ΑΠ 1249/2013).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Παράλληλα από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976 -979 του Α.Κ. συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια κυρίου, απαιτουμένης, έτσι, για τη θεμελίωση αυτής, της συνδρομής δύο στοιχείων, ήτοι της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου, το οποίο τελευταίο στοιχείο συντρέχει, όταν κάποιος κατέχει το πράγμα ως κύριος. Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη και η επιμέλεια του καθαρισμού του (ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 289/2016, AΠ 1291/2011).
Από τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε η την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 91/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ (αντί του άρθρ. 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αναφέρει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση είναι Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως εφετείο, κατά απόφασης Ειρηνοδικείου) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που απέρριψε τον 1ο λόγο της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο αυτό ισχυρίστηκε, ότι είναι κύριο των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων ως διάδοχο του Τουρκικού Οθωμανικού Κράτους, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου 7 Ραμαζάν, του ΒΖΡ δικαίου, το από 3-2-1830 Πρωτόκολλο περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και τα μεταγενέστερα αυτού Πρωτόκολλα 4/16-6-1830 και 1/19-7-1830, την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, την από 28-3-1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, τον Ν. 3/1833 περί βοσκοτόπων, το ΒΔ 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", τα ΒΔ 26/1838 και 2/1836 και Ν. 21/1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τον Ν. ΔΞΗ/1912 περί δικαιοστασίου και το άρθρο 21 ΝΔ της 22.4/15-6-1926 "περί διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής άμυνας", τις οποίες (διατάξεις) εσφαλμένα ερμήνευσε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος και εφάρμοσε, κρίνοντας ότι οι ιδιοκτησίες της Εύβοιας, μεταξύ των οποίων και η επίδικη έκταση, ανήκε σε οθωμανό ιδιώτη, που την πούλησε σε έλληνες, αγνοώντας έτσι τη διοικητική διαδικασία των Μικτών Επιτροπών για την αναγνώριση των τίτλων-ταπί, η οποία δεν τηρήθηκε στην ένδικη υπόθεση, με συνέπεια οι επίδικες εκτάσεις να είναι δημόσιες (δάση), η κυριότητα των οποίων περιήλθε στο Ελληνικό δημόσιο. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης και της ένδικης από 28-7-2008 (αρ. κατ. 40/2008) αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας των ήδη αναιρεσιβλήτων, που επίσης επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του 1ου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι (και άλλοι ενάγοντες, που δεν είναι διάδικοι σήμερα) ισχυρίστηκαν, ότι είναι κύριοι της απαλλοτριωθείσας έκτασης, όπως λεπτομερώς περιέγραψαν τις ιδιοκτησίες τους, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους ασκώντας διακατοχικές πράξεις από τα τέλη του 19ου αιώνα και ότι το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε την κυριότητά τους. Ζητούσαν κατόπιν τούτου να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης, που αναλογεί στην ιδιοκτησία κάθε ενάγοντα, που είχε καθοριστεί με την υπ’ αρ. 3499/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδος) για τα ακίνητά τους και τα επικείμενα αυτών, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με την υπ’ αρ. 1068547/6850/0010/4-9-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ Δ-609/19-9-2000), διότι επί προηγούμενης σχετικής αίτησης αυτών προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας με την ειδική διαδικασία του άρθρου 26 παρ. 11 του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ) το Δικαστήριο εκείνο, με την υπ’ αρ. 41/2006 απόφασή του, απείχε να εκδώσει την απόφαση περί αναγνώρισής τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης, διότι υπήρχε δυσχέρεια διακρίβωσης των δικαιούχων λόγω της διεκδίκησης της κυριότητας από περισσότερους. Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 35/2009 μη οριστική απόφαση, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε να προσκομιστούν τα αναφερόμενα σ’ αυτήν έγγραφα και στη συνέχεια εκδόθηκε η οριστική υπ’ αρ. 44/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας, η οποία δέχθηκε την αγωγή (πλην των με στοιχείο 36 α, β, γ εναγόντων) και αναγνώρισε, ότι οι (λοιποί) ενάγοντες είναι δικαιούχοι της αποζημίωσης. Το Ελληνικό Δημόσιο ήδη αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας την από 23-12-2010 (αρ. κατ. 2/2011) έφεση, με τον 1ο λόγο της οποίας ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης διότι, όπως ισχυρίστηκε, τα επίδικα απαλλοτριούμενα ακίνητα αποτελούν δημόσιες εκτάσεις και του ανήκουν κατά κυριότητα. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αρ. 44/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως προς ορισμένους ενάγοντες-εφεσιβλήτους ως αόριστη ή ως ουσία αβάσιμη (μη διαδίκους σήμερα), ενώ, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του Δημοσίου, κρίνοντας ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, που βρίσκονται στις περιοχές ... της Κτηματικής Περιφέρειας του ..., σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκθέτει για καθένα ακίνητο, είναι, είτε αγροτικά με ελαιώνες, όπως ειδικότερα των 1ου, 2ου, 3ου με στοιχείο α και β, 7ου, 8ου, 9ου, 10ου με στοιχείο β και γ και 13ης των εναγόντων, είτε αγροτικά με ελιές, όπως του 20ου, 21ου, 22ου με στοιχείο α, 23ου, 25ου με στοιχείο α και β και 26ου ενάγοντα (του τελευταίου και με αμυγδαλιές), είτε αγροτικά με καρυδιές, όπως του 14ου και 15ου ενάγοντα, είτε αγροτικά με πλατάνους, όπως του 17ου με στοιχείο α, β, γ και δ ενάγοντα, σύμφωνα με την αρίθμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε, τέλος, οικόπεδα, όπως ειδικότερα των 27ου, 28ου, 29ου, 30ου με στοιχείο α και β, 31ου με στοιχείο α, β, γ, δ, 32ου με στοιχείο α και β και 34ου των εναγόντων. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι οι ανωτέρω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων τους και με πρωτότυπο τρόπο - έκτακτη χρησικτησία, διότι, τουλάχιστον από το έτος 1885 και εφεξής, τόσον οι απώτεροι, αλλά και οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους με συνεχή και ανενόχλητη άσκηση νομής και κατοχής, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί από κανένα πρόσωπο ή το Ελληνικό Δημόσιο, καλλιεργούσαν, συνέλεγαν τους καρπούς και καθάριζαν και περιποιούνταν τα ακίνητά τους, σύμφωνα με τον προορισμό τους, κατά τις διατάξεις του ΒΖΡ δικαίου μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ και ότι την ανωτέρω νομή των αμέσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων τους προσμέτρησαν στην δική τους νομή οι ενάγοντες και έτσι κατέστησαν κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση της τα ακόλουθα: "...Από την εκτίμηση της κατάθεσης της μάρτυρα απόδειξης που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την συνεκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας με αριθμό 35/2009 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα έγγραφα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με την υπ’ αριθμ. 1068547/6850/0010/4-9-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΥΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με αριθ. φύλλου 609/19.9.2000 (τεύχος Δ’ ) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση - διαπλάτυνση της επαρχιακής οδού ... από χ.θ. 0+00 = χ.θ.+082, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 69.307 τ.μ. όπως αυτή εμφαίνεται στο από 26-7-2000 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων … του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, τα οποία έχει συντάξει ο Π. Α., Αγρονόμος - Τοπογράφος, μηχανικός και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της εν λόγω Διευθύνσεως του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ.. Η εν λόγω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αυτού. Με την υπ’ αριθμ. 148/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των παραπάνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, ενώ με την υπ’ αριθμ. 3499/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας) προσδιορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ως άνω ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: Α] ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΕΔΑΦΟΥΣ Ι) ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ...: ακίνητα εντός οικισμού στο ποσό των δεκαοκτώ (18) ΕΥΡΩ ανά τ.μ. Ακίνητα εκτός οικισμού με πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στο ποσό των εννέα (9) ΕΥΡΩ ανά τ.μ. Ακίνητα εκτός οικισμού, χωρίς πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στο ποσό των τεσσάρων ΕΥΡΩ και σαράντα λεπτών (4,40) ανά τ.μ.
ΙΙ) ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ ..., ακίνητα εντός οικισμού στο ποσό των δεκατριών ΕΥΡΩ και είκοσι δύο λεπτών (13,22) ανά τ.μ., ακίνητα εκτός οικισμού με πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στο ποσό των έξι (6) ΕΥΡΩ ανά τ.μ., ακίνητα εκτός οικισμού χωρίς πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στο ποσό των τριών ΕΥΡΩ και εξήντα λεπτών (3,60) ανά τ.μ.
ΙΙΙ) ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ..., ακίνητα εκτός οικισμού με πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στο ποσό των τεσσάρων ΕΥΡΩ και δώδεκα λεπτών (4,12) ανά τ.μ., ακίνητα εκτός οικισμού χωρίς πρόσοψη στην επαρχιακή οδό στο ποσό των τριών (3) ΕΥΡΩ ανά τ.μ. Β) ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΩΝ: 1) Ελαιόδενδρα μεγάλα στο ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ΕΥΡΩ το ένα, 2) Ελαιόδενδρα μεσαία στο ποσό των εκατόν τριάντα δύο (132) ΕΥΡΩ κάθε ένα, 3) Ελαιόδενδρα μικρά στο ποσό των ογδόντα δύο (82) ΕΥΡΩ το ένα, 4) Κυπαρίσσια, πλατάνια, έλατα, μουριές μεγάλα στο ποσό των ογδόντα εννέα (89) ΕΥΡΩ το καθένα, 5) Κυπαρίσσια, πλατάνια, έλατα, μουριές μεσαία στο ποσό των εβδομήντα τριών (73) ΕΥΡΩ το καθένα, 6) Κυπαρίσσια, πλατάνια, έλατα, μουριές μικρά στο ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ΕΥΡΩ το ένα, 7) Οπωροφόρα μεγάλα στο ποσό των εκατόν δέκα οκτώ (118) ΕΥΡΩ το ένα, 8) Οπωροφόρα μεσαία στο ποσό των ογδόντα οκτώ (88) ΕΥΡΩ το ένα 9) Οπωροφόρα μικρά στο ποσό των εβδομήντα τριών (73) ΕΥΡΩ το καθένα, 10) Φοίνικες μεγάλοι, μεσαίοι, μικροί στο ποσό των χιλίων εκατόν (1.100), πεντακοσίων ογδόντα επτά (587) και διακοσίων ενενήντα τριών (293) ΕΥΡΩ αντίστοιχα, ο ένας, 11) Περίφραξη με συρματόπλεγμα στο ποσό των επτά (7) ΕΥΡΩ το μέτρο, 12) Περίφραξη από τσιμεντόλιθους στο ποσό των εννέα (9) ΕΥΡΩ το τετραγωνικό μέτρο (τ.μ.), 13) Μανδρότοιχοι από τσιμεντόλιθους στο ποσό των δεκαπέντε (15) ΕΥΡΩ το τετραγωνικό μέτρο, 14) Μανδρότοιχοι από πέτρα στο ποσό των είκοσι επτά (27) ΕΥΡΩ το τετραγωνικό μέτρο, 15) Μανδρότοιχοι από μπετόν στο ποσό των σαράντα δύο (42) ΕΥΡΩ το τετραγωνικό μέτρο, 16) Πόρτες συρόμενες (μασίφ) στο ποσό των πενήντα (50) ΕΥΡΩ το τετραγωνικό μέτρο, 17) Πόρτες συρόμενες (στράτζα) στο ποσό των είκοσι εννέα (29) ΕΥΡΩ το τ.μ., 18) Κάγκελα μασίφ στο ποσό των είκοσι έξι (26) ΕΥΡΩ το μέτρο, 19) Κάγκελα (στράτζα) στο ποσό των δεκαπέντε (15) ΕΥΡΩ το μέτρο, 20) Υπόστεγα (από μπετόν-πέτρα) στο ποσό των δεκαπέντε (15) ΕΥΡΩ ανά τετραγωνικό μέτρο, 21) Σκάλες στο ποσό των έξι (6) ΕΥΡΩ ανά σκαλοπάτι, 22) Βόθροι στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τεσσάρων (294) ΕΥΡΩ κατ’ αποκοπή, 23) Γεωτρήσεις στο ποσό των είκοσι τεσσάρων (24) ΕΥΡΩ ανά κυβικό μέτρο, 24) Πηγάδια στο ποσό των τριάντα (30) ΕΥΡΩ ανά κυβικό μέτρο, 25) Ράμπα στην υπ’ ... ιδιοκτησία στο ποσό των πενήντα εννιά (59) ΕΥΡΩ ανά κυβικό μέτρο, 26) Πόρτες από σωλήνα γαλβανισμένη εκατόν σαράντα επτά (147) ΕΥΡΩ κάθε μία, 27) Αποθήκη από τσιμεντόλιθους χίλια εκατόν εβδομήντα τέσσερα (1.174) ΕΥΡΩ κατ’ αποκοπή, 28) Αμπέλια είκοσι τρία (23) ΕΥΡΩ το κλήμα, 29) Αμπέλια ειδικών ποικιλιών ... σαράντα πέντε (45) ΕΥΡΩ το κλήμα, 30) Αμπέλια (κρεβατίνες) πενήντα (50) ΕΥΡΩ το κλήμα. Δικαιούχοι των ανωτέρω αποζημιώσεων, στο σύνολό τους ή μέρους αυτών, κατά τις ακόλουθες διακρίσεις αποδείχθηκε ότι είναι οι κατ’ αριθμητική σειρά αναφερόμενοι κατωτέρω ενάγοντες-καλούντες... Σύμφωνα με την μάρτυρα απόδειξης, κάτοικο της περιοχής και δικηγόρο, η οποία ήταν παρούσα κατά την σύνταξη των αναγνωριστικών πινάκων, με σκοπό την αντιστοίχηση των δικαιωμάτων των ως άνω εναγόντων, οι ένδικες εκτάσεις είναι άλλες αγροτικές, καλλιεργημένες με ελαιόδενδρα, αμπέλια και άλλα δένδρα, άλλες, ως και εκ των ανωτέρω κατέστη σαφές, αστικές, άλλες οικοδομημένες με κατοικίες και δεν έχουν δασικό χαρακτήρα, ούτε έχουν καταγραφεί ως δημόσια κτήματα. Οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου περί κυριότητάς του επί των επίδικων απαλλοτριουμένων εκτάσεων δεν αποδείχθηκαν και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα το Ελληνικό Δημόσιο επικαλούμενο τη βεβαίωση της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Εύβοιας με αριθμό πρωτ. .../ 30.10.2008 προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα για το λόγο ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν στην υπηρεσία αυτή τίτλους, σχεδιαγράμματα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία της κυριότητάς τους. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου είναι αόριστος, περαιτέρω δεν ενισχύεται από άλλα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις) από τα οποία να αποδεικνύονται τυχόν δικαιώματά του επί των απαλλοτριούμενων ακινήτων. Επιπρόσθετα τα ακίνητα της Εύβοιας δεν ανήκαν στην κατηγορία των δημόσιων οθωμανικών γαιών και δεν εξουσιάζονταν πριν την επανάσταση από το Σουλτάνο, αλλά κατέχονταν από τούρκους ιδιώτες, Έτσι δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του τουρκικού κράτους δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης αλλά εξακολούθησαν και μετά το χρονικό αυτό σημείο να ανήκουν στους Τούρκους ιδιώτες, ενώ με το από 3.2.1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου ορίστηκε ότι οι Τούρκοι της Εύβοιας θα αποζημιώνονταν για τα κτήματα που είχαν στην άμεση κυριότητά τους. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι οι επίδικες εκτάσεις ήταν αδέσποτες ή εγκαταλελειμμένες και ότι ως τέτοιες καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε ότι αποτελούν δάση ή βοσκότοπους ή λιβάδια. Δεν αποδείχθηκε εξάλλου ότι το Ελληνικό Δημόσιο ασκούσε σε αυτές πράξεις κατοχής διανοία κυρίου ώστε να αποκτήσει την κυριότητα με τα προσόντα της χρησικτησίας. Ενόψει του ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εντάσσονται στην περιουσία του δημοσίου επιδέχονται χρησικτησίας και μετά το έτος 1915 απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού του εναγόμενου. Σε κάθε δε περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των προαναφερθέντων εναγόντων ασκούσαν επί των ως άνω ακινήτων πράξεις νομής τουλάχιστον από το έτος 1885 και εξής. Σε κάθε περίπτωση η κήρυξη της απαλλοτρίωσης, η παρακατάθεση της αποζημίωσης όπως αυτή προσδιορίστηκε προσωρινά με τη με αριθμό 148/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και η καταβολή των αναφερόμενων στον πίνακα παρακατάθεσης ποσών λόγω επίταξης στους φερόμενους ως δικαιούχους της απαλλοτρίωσης αποτελεί έμμεση αναγνώριση του εναγόμενου ότι οι επίδικες ως άνω εκτάσεις δεν είναι δημόσιες εκτάσεις αλλά ανήκουν σε ιδιώτες, τα δικαιώματα των οποίων πρέπει να αποζημιωθούν κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος. Επομένως συνεπεία των ανωτέρω προεκτεθέντων οι κατωτέρω ενάγοντες ορθώς αναγνωρίστηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικαιούχοι της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στην απαλλοτρίωση των ανωτέρω αναφερθέντων ιδιοκτησιών τους και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε". Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την ευθεία παραβίαση των οποίων αιτιάται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον 1ο αναιρετικό λόγο, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην νομική σκέψη που προεκτέθηκε. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες απέδειξαν ότι τα ακίνητά τους είναι είτε αγροτικά, είτε οικόπεδα και ότι ουδέποτε υπήρξαν δημόσια κτήματα, δάση, βοσκότοποι ή λιβάδια, άλλως ότι τουλάχιστον από το έτος 1885 οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ασκούσαν καλόπιστη νομή και ότι, σε κάθε περίπτωση, το έτος 1915 είχε συμπληρωθεί τριακονταετής καλόπιστη νομή με διάνοια κυρίου στο πρόσωπο των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους με την άσκηση των διακατοχικών πράξεων, που αρμόζουν στη φύση των ακινήτων, σύμφωνα με το ΒΖΡ δίκαιο, με συνέπεια να καταλυθεί το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ότι έκτοτε οι απώτεροι αλλά και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων άσκησαν τις διακατοχικές πράξεις, τις οποίες αναφέρει το Εφετείο αναλυτικά για κάθε ενάγοντα, (βλ. από τη σελίδα 10 έως και τη σελίδα 41 της προσβαλλόμενης), ως καλόπιστοι νομείς με διάνοια κυρίου μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, ότι έκτοτε αυτοί νεμήθηκαν επίσης τα ακίνητά τους με διάνοια κυρίου και ότι στη συνέχεια οι ενάγοντες νεμήθηκαν επίσης αυτά ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση των ακινήτων, όπως επίσης αναλυτικά το Εφετείο αναφέρει για τον καθένα ενάγοντα (σελ. 10 έως 41) και ότι έτσι, με την προσμέτρηση της χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων (απωτέρων και αμέσων) από το έτος 1885 οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ας σημειωθεί, ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Δημοσίου ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες τήρησαν τη διοικητική διαδικασία για την αναγνώριση των τίτλων τους - ταπί είναι αλυσιτελής, εφόσον, στις περιπτώσεις που είχε συμπληρωθεί χρησικτησία το έτος 1915, η ύπαρξη ταπίου ή η υποβολή στη διοικητική διαδικασία των τίτλων ιδιοκτησίας κατά το ΒΔ/1836 περί ιδιωτικών δασών, δεν αποτελούσε προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα, κατά το προϊσχύσαν ΒΖΡ δίκαιο, ενώ η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα ακίνητα της Ευβοίας δεν ανήκαν στις δημόσιες οθωμανικές γαίες, αλλά σε ιδιώτες οθωμανούς, για τα οποία έπρεπε να τηρηθεί η διοικητική διαδικασία αναγνώρισης τίτλων, δεν αναιρεί την παραδοχή του, ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε είχαν περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά ανήκαν στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Κατόπιν αυτών ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση, όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συντεταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Κατά δε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή (ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013). Είναι προφανές ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του ίδιου νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 αυτού) την 30-7-1999 (ΦΕΚ Α’ 154/99) καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο. Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα. Η τήρηση της διοικητικής αυτής προδικασίας, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και απαιτείται, όχι μόνον όταν το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο καθεστώς (ΑΠ 301/2013, ΑΠ 692/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" "Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης: α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ’ αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, β)..., γ)... Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριωμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ’ αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, για τους ανωτέρω λόγους και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα. Επομένως και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αιτήσεως, που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας) η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη, κατά τη ρητή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 1 εδ. τελ. του ν. 1539/1938 (ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000 ΑΠ 168/2015, πρβλ. επίσης ΑΠ 84/ 2015, ΑΠ 89/2013, ΑΠ 901/2013). Πλέον ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ’ αυτόν με επίκληση έγγραφα. Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό, που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΑΠ 180/2014, πρβλ. επίσης, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 839/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2ο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος, που δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως απαράδεκτη, κρίνοντας σιωπηρά ότι δεν εφαρμόζεται η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 1539/1938, η οποία, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και όχι του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, που εσφαλμένα αναφέρει το αναιρεσείον (ευθεία παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης), δοθέντος ότι, όπως το αναιρεσείον υποστηρίζει, μετά την αποχή του Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των εναγόντων ως δικαιούχων της αποζημίωσης, το κύριο αντικείμενο της μεταγενέστερης "ένδικης" αγωγής είναι η κυριότητα των εναγόντων και παρεπίμπτον ζήτημα η αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων της αποζημίωσης και όχι το αντίθετο.
Περαιτέρω και, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στην νομική σκέψη ο αναιρετικός λόγος, που αφορά τη μη τήρηση της διοικητικής προδικασίας του άρθρ. 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στην εξαίρεση του άρθρ. 262 αρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ, δηλαδή προτείνεται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον όμως, το πραγματικό υλικό, στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας και συγχρόνως γίνεται σαφής επίκληση τούτου στο αναιρετήριο. Όπως όμως προκύπτει στο αναιρετήριο δεν γίνεται καμιά αναφορά για το αν οι ανωτέρω ισχυρισμοί είχαν προταθεί νομίμως και με ποιο τρόπο στο δικαστήριο ουσίας. Πιο συγκεκριμένα, για τον ισχυρισμό περί μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας, που αφορά τη δημόσια τάξη, δεν γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο, αν στο Εφετείο υποβλήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, ούτε άλλωστε τούτο προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να κριθεί, ότι προτείνεται παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο. Επομένως, ο 2ος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο, αν οι ισχυρισμοί περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας του άρθρ. 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938 είχαν υποβληθεί νομίμως και με ποιο τρόπο στο Εφετείο. Πέραν τούτου όμως ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και για τον επί πλέον λόγο, ότι με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση στην πραγματικότητα, η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (δικονομικό απαράδεκτο), η οποία όμως δεν προβλέπεται κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων, ενόψει του ότι η απαρίθμηση των αναιρετικών αιτιάσεων του άρθρου 560 αρ. 1 είναι περιοριστική (ΑΠ 608/2015, ΑΠ 1/2015, ΑΠ 2064/2014). Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατόπιν όλων αυτών μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην απόφαση, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας αυτού, διότι οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.10.2014 (αρ. κατ. ...2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 229/2013 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ