1753/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1753 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1753/2013
Legislator headnote
AI generated1753/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1753 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1753/2013
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1753 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1753/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Λουκά Στεφάνου και Στεργίου Σπυρόπουλου.
Της αναιρεσιβλήτου: υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης ασφαλιστικής εταιρείας που εδρεύει στη ... με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΕΡΓΙΝΑ ΑΕΓΑ" και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Δέσποινα Στειροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6087/2000 του ίδιου Δικαστηρίου 8221/2011 μη οριστική και 1104/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-6-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 11-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τα άρθρα 7 παρ. 1, 2 στοιχ. Α', περ. α', και 3, 8 παρ. 1 εδ. α' και γ' και 3 στοιχ. Α' περ. θ', 9 παρ. 1 και 2 εδ. β', 10 παρ. 1 και 2 και 12α παρ. 1 του ν.δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 7 οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα υποχρεούνται να σχηματίζουν και να διατηρούν σε συνεχή βάση επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν και των αντασφαλίσεων που αναλαμβάνουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη - μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ... (παρ. 1), τα τεχνικά αποθέματα είναι τα εξής: Α. Τεχνικά αποθέματα ασφαλίσεων κατά ζημιών: α) Απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων: περιλαμβάνει το ποσό των καταχωρηθέντων (εγγεγραμμένων) ακαθάριστων ασφαλίστρων "του στοιχ. κβ" του άρθρου 2α του παρόντος, που πρέπει να καταλογισθούν στο επόμενο ή στα επόμενα οικονομικά έτη για να καλύψουν τις προβλεπόμενες ζημίες και έξοδα για την περίοδο από το κλείσιμο του ισολογισμού μέχρι τη λήξη της περιόδου για την οποία έχουν καταχωρηθεί τα ασφάλιστρα...(παρ.2), τα τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλιστικών κινδύνων σχηματίζονται από τους πρωτασφαλιστές... (παρ. 3). Άρθρο 8, ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Ελλάδα, ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση ... . Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα, συμπεριλαμβανομένου του αποθέματος εξισορρόπησης του άρθρου 7 του παρόντος, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελαχίστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε' του εδαφίου Α της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του παρόντος ... (παρ.1), την ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν μόνο τα ακόλουθα περιουσιακά - στοιχεία: Α. Κατάθεση στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης σε τράπεζα της επιλογής της, μεταξύ αυτών που λειτουργούν στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., περιουσιακών στοιχείων ως εξής:....θ) Μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων ... (παρ.3). Άρθρο 9, αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος περί τεχνικών αποθεμάτων, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφαση του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως...να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος (παρ. 1). Άρθρο 10 οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδικοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο, εκτός από το προνόμιο της παραγράφου 9 του άρθρου 12 α του παρόντος. Το προνόμιο αυτό ασκείται αποκλειστικά από τους δικαιούχους ασφαλίσεων ζωής, από τους δικαιούχους ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και από τους δικαιούχους των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών, στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση αντίστοιχα για καθεμιά από τις ασφαλίσεις αυτές. Το ως άνω προνόμιο ισχύει και μετά τη λύση της ασφαλιστικής επιχείρησης... (παρ.1) κατάσχεση ασφαλιστικής τοποθέτησης στα χέρια της ασφαλιστικής επιχείρησης ή τρίτου επιτρέπεται μόνο υπέρ των δικαιούχων της προηγούμενης παραγράφου 1 με βάση τελεσίδικη δικαστική απόφαση... (παρ.2). Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε κάθε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών της στοιχείων, ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης άρθρο 12α παρ.1". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι ασφαλιστική τοποθέτηση είναι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, για την εξασφάλιση των δικαιούχων αποζημιώσεως αποκλειστικώς, από τη σύμβαση ασφαλίσεως. Ειδικότερα, η ασφαλιστική τοποθέτηση, στην οποία διατίθεται το σύνολο των τεχνικών αποθεμάτων και το δεσμευμένο στην Ελλάδα τέταρτο του ελαχίστου εγγυητικού κεφαλαίου και στην οποία, ρητώς, ο νόμος περιλαμβάνει και την κατάθεση σε τράπεζα μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, συνίσταται στον αποχωρισμό και την απαγόρευση της ελευθέρας διαθέσεως ορισμένων περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής εταιρείας, ώστε να διασφαλίζεται με αυτά η ικανοποίηση των αξιώσεων των ασφαλισμένων της. Για το λόγο δε αυτό ο νόμος, αφενός μεν θεσπίζει αδυναμία αναλήψεως των αντικειμένων της ασφαλιστικής τοποθετήσεως από την ασφαλιστική εταιρεία, αφετέρου δε ορίζει, ότι οι ασφαλισμένοι έχουν προνόμιο σε αυτά, προηγούμενο από κάθε άλλο προνόμιο και διατηρούμενο και μετά τη λύση της ασφαλιστικής επιχειρήσεως και ότι η κατάσχεσή τους επιτρέπεται, μόνο, υπέρ των δικαιούχων αποζημιώσεως ασφαλισμένων ή τρίτων και μόνο βάσει τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως (Α.Π. 44/1994).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005, Α.Π. 282/2010, 1756/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ιδίου Κώδικος, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 378/2011, 656/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία, μέρος τους, τα εξής: "Η ενάγουσα ... ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΒΕΡΓΙΝΑ ΑΕΓΑ τελεί σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, λόγω ανάκλησης της άδειας σύστασης και λειτουργίας της, με την υπ' αριθμ. Κ3-6865/16-7-1998 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, εκπροσωπείται δε, νόμιμα, από τον εκκαθαριστή της Α. Τ. ... Κατά το χρόνο που λειτουργούσε ως επιχείρηση ασφαλίσεων με έδρα, αρχικά, την ... και στη συνέχεια τη ... ... επέλεξε να διαθέσει σε ασφαλιστική τοποθέτηση, για την κάλυψη των τεχνικών αποθεμάτων (μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων), ύψους 257.456.586 δραχμών, του Β' εξαμήνου 1997, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, τη διαχείριση των οποίων ανέθεσε στο Υποκατάστημα Πάτρας της εναγόμενης Τράπεζας. Συγκεκριμένα, προέβη ... στην αγορά των κατωτέρω μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ΤΡΙΑΙΝΑ διαθεσίμων, που διαχειρίζεται η ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", τα οποία κατέθεσε σε ασφαλιστική τοποθέτηση, στο άνω Υποκατάστημα της εναγομένης, προκειμένου αυτό να τα διαχειρίζεται, προς διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση ... συνολικής αξίας 190.000.000 δραχμών ... Κατά την κατάθεση, όμως, των ανωτέρω μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, στο Υποκατάστημα της εναγομένης στην Πάτρα, ο τότε εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας σε συμπαιγνία με τους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας μολονότι γνώριζαν το σκοπό της πιο πάνω κατάθεσης, ως ασφαλιστικής τοποθέτησης, συνήψαν, κατά τις αντίστοιχες ημεροχρονολογίες (3-2-1998, 12-6-1998 και 15-6-1998), συμβάσεις ενεχύρου επί των μεριδίων αυτών, με σκοπό την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της ενάγουσας από την εναγομένη, για την οποία είχε συναφθεί η σχετική υπ' αριθμ. .../1997 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Συγχρόνως, η εναγομένη, μέσω του άνω Υποκαταστήματος της, ενημέρωσε με το προαναφερόμενο από 26-6-1998 έγγραφό της το εποπτεύον Υπουργείο Ανάπτυξης (Γενική Διεύθυνση Εσωτερικού Εμπορίου), για την κατάθεση από την ενάγουσα των πιο πάνω μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων σε ασφαλιστική τοποθέτηση, αποκρύπτοντας, όμως, την ενεχύραση αυτών. Στη συνέχεια, λόγω του ελλείμματος της ενάγουσας σε τεχνικά αποθέματα, αλλά και για άλλους λόγους, ανακλήθηκε, οριστικά, με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. Κ3-6865/16-7-1998 Υπουργική απόφαση, η άδεια σύστασης και λειτουργίας της ενάγουσας, υπήχθη δε αυτή σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης και ορίστηκε επόπτρια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης ..., ενώ, με την υπ' αριθμ. Κ3-6895/16-7-1998 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, δεσμεύτηκε και χαρακτηρίστηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση όλη η υπάρχουσα στην Ελλάδα κινητή και ακίνητη περιουσία αυτής. Η ανάκληση της άδειας σύστασης και λειτουργίας και η δέσμευση της όλης περιουσίας (κινητής και ακίνητης) της ενάγουσας, στην οποία περιλαμβάνονταν και τα επίδικα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, συνολικής αξίας 190.000.000 δραχμών, που είχαν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση, περιήλθαν σε γνώση της εναγόμενης Τράπεζας στις 17-7-1998, με FAX που απεστάλη από το Υπουργείο Ανάπτυξης στο Υποκατάστημα της στην Πάτρα ... αλλά και από τη σχετική δημοσιότητα που έλαβε χώρα. Μόλις πληροφορήθηκε η εναγομένη τα ανωτέρω, προέβη, αμέσως, και δη στις 20-7-1998, στο οριστικό κλείσιμο της προαναφερθείσας σύμβασης πίστωσης, η οποία εμφάνισε οριστικό χρεωστικό, σε βάρος της ενάγουσας, κατάλοιπο, ποσού 244.992.758 δραχμών και την επομένη ημέρα (21-7-1998), προκειμένου να ικανοποιήσει μέρος της εν λόγω απαίτησης της, προέβη, παράνομα, στη ρευστοποίηση των πιο πάνω μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που ήταν χαρακτηρισμένα ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμευμένα με την άνω Υπουργική απόφαση, τα οποία έπρεπε να βρίσκονται στη διάθεση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, για την κάλυψη των αξιώσεων των δικαιούχων ασφαλισμένων από την ασφαλιστική σύμβαση. Στη συνέχεια η ίδια (εναγομένη) παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε, παράνομα, το προϊόν της εν λόγω ρευστοποίησης, ανερχόμενο στο ποσό των 191.329.773 δραχμών. Συνεπεία δε της πιο πάνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, ζημιώθηκε κατά το ανωτέρω ποσό η ενάγουσα, με τη σημερινή της μορφή, δηλαδή ως τελούσα υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, αφού, έτσι, στερήθηκε αυτή των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων της που επενδύθηκαν σε ασφαλιστική τοποθέτηση και, εντεύθεν, κατέστη αδύνατη η εξόφληση των απαιτήσεων των ασφαλισμένων της, που είχαν προνόμιο προηγούμενο από κάθε άλλο προνόμιο της εναγομένης και για τη διασφάλιση των οποίων (απαιτήσεων) προορίζονταν, κατά νόμο, τα άνω μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων. Χαρακτηριστικό είναι, ότι για την ύπαρξη ενεχύρου επί των επίδικων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, η εναγομένη ενημέρωσε, για πρώτη φορά, το Υπουργείο Ανάπτυξης, στις 17-8-1998, με την αποστολή της υπ' αριθμ. πρωτ. 14/12-8-1998 επιστολής του υποκαταστήματος της στην Πάτρα, από την οποία προκύπτει, ότι όλες οι καταθέσεις που έγιναν από την ενάγουσα και επενδύθηκαν σε αμοιβαία κεφάλαια, αυθημερόν, ενεχυράζονταν για εξασφάλιση αντίστοιχων χρηματοδοτήσεων προς αυτήν ... Η ανωτέρω επιστολή προς το Υπουργείο Ανάπτυξης κλείνει ως ακολούθως: "... Τέλος σας γνωρίζουμε ότι η παραπάνω υπ' αριθμ. .../97 σύμβαση πιστώσεως έκλεισε οριστικά την 20.07.1998 με οριστικό χρεωστικό κατάλοιπο εις βάρος της πιστούχου ΒΕΡΓΙΝΑ ΑΕΓΑ το ποσό των 244.992.758 δραχμών και την 21.07.1998 ρευστοποιήσαμε τα παραπάνω μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου όπως είχαμε συμφωνήσει, με τις συμβάσεις ενεχύρου και το προϊόν αυτό εκ δραχμών 191.329.773 φέραμε σε πίστωση του κλεισθέντος λογαριασμού προς μερική εξόφληση του καταλοίπου". Με βάση τα προαναφερθέντα, η ρευστοποίηση των επίδικων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που ήταν χαρακτηρισμένα ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμευμένα με την άνω Υπουργική απόφαση, μετά την οριστική ανάκληση της άδειας σύστασης και λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας "ΒΕΡΓΙΝΑ Α.Ε.Γ.Α." και τη θέση αυτής σε ασφαλιστική εκκαθάριση, είναι παράνομη, ως αντικείμενη στις παραπάνω απαγορευτικές διατάξεις του Ν.Δ. 400/1970, γεγονός που γνώριζε η εναγομένη, όπως, λεπτομερώς, εκτίθεται παραπάνω. Ο ισχυρισμός της τελευταίας, ότι εξαιρούνται από την παραπάνω δέσμευση τα επίδικα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, καθόσον αυτά ήταν βεβαρημένα με εμπράγματο βάρος (ενέχυρο), που συστήθηκε νόμιμα, πριν καταστούν στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, στη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης που ακολουθεί μετά την ανάκληση της άδειας ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών της στοιχείων, υπάγονται όλες οι υποθέσεις του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, μεταξύ των οποίων και αυτές που αναφέρονται στην ασφαλιστική τοποθέτηση, αποκλειόμενης της υπαγωγής τους στην κοινή εκκαθάριση, η οποία εφαρμόζεται για τις εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου υποθέσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 12α παρ.9 του ν.δ. 400/1970. Σκοπός του Νομοθέτη είναι να διατηρήσει τη διαδικασία εκκαθάρισης του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου αυτόνομη και ανεξάρτητη από τις διαδικασίες, είτε της σύμμετρης ικανοποίησης (πτώχευσης), είτε της ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης προσδίδοντας σε αυτήν ορισμένη χρονική διάρκεια, με εναρκτήριο χρόνο την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης και πέρας τη δημοσίευση της απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης για τη λήξη των εργασιών της ασφαλιστικής εκκαθάρισης (βλ. και ΑΠ 668/2005 ...). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12α παρ.10 του Ν.Δ. 400/1970, απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, έστω και βεβαρημένων με εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, πολύ, δε, περισσότερο αυτών, που έχουν ταχθεί, ως ασφαλιστική τοποθέτηση, κατά το χρονικό διάστημα από τη λύση του νομικού προσώπου της (ασφαλιστικής επιχείρησης), μέχρι την έκδοση της υπουργικής απόφασης για το πέρας της (ασφαλιστικής) εκκαθάρισης.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε το ίδιο ως προς την παράνομη και υπαίτια ρευστοποίηση των επίδικων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που ήταν δεσμευμένα σε ασφαλιστική τοποθέτηση, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον παραπάνω ισχυρισμό του εναγομένου, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία ... δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο πέμπτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη διατείνεται, ότι και αν ακόμη ήθελε κριθεί ότι τα ανωτέρα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων "ΤΡΙΑΙΝΑ" ήταν δεσμευμένα σε ασφαλιστική τοποθέτηση, αυτά δεν συμποσούνται σε 110.655,2 (μερίδια), αλλά μόνο σε 69.169,540, διότι ... τα 41.485,661 μερίδια ανήκαν στον Δ. Σ., ο οποίος κατέθεσε ατομικά, το ποσό των 70.000.000 δραχμών, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε τούτο. Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε ... το εν λόγω ποσό κατατέθηκε από την εναγομένη στην ενάγουσα εταιρεία "δια χειρός Δ. Σ.", ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό (βλ. και το υπ' αριθμ. 86/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών). Ενόψει όλων αυτών.. πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία ...".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και δεν παρεβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση προσδιορίζονται επαρκώς η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων και οργάνων της αναιρεσειούσης, η ζημία την οποία υπέστη συνεπεία ταύτης η αναιρεσίβλητη, υπό τη σημερινή της μορφή, και ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου ως άνω συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος. Στοιχεία, τα οποία καλύπτουν πλήρως και χωρίς αμφιβολίες το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 71 και 914 του Α.Κ. που εφηρμόσθησαν και θεμελιώνουν την ένδικη αγωγή, σε συνδυασμό προς εκείνες του ν.δ. 400/1970 που παρετέθησαν στην αρχή της παρούσης. Κατά συνέπειαν το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε με την προσβαλλομένη απόφαση του στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., που αποδίδονται σ' αυτή με τους αντιστοίχους πρώτο και τρίτο λόγους της υπό κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ. Δ., αναγόμενες στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων του ν.δ. 400/1970, σύμφωνα με τις οποίες νομίμως συνεστήθη το ενέχυρο επί των επιδίκων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων (πρώτο σκέλος του αναιρετικού λόγου) και νομίμως εν συνεχεία η ίδια, ως κυρία και νομέας αυτών προέβη στην ρευστοποίησή τους (δεύτερο σκέλος του αυτού αναιρετικού λόγου). Τούτο δε διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η ασφαλιστική τοποθέτηση των εν λόγω μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, δεν είχε ως συνέπεια, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, την απαγόρευση διαθέσεως αυτών, αλλά τη δημιουργία υποχρεώσεως στην ενάγουσα προς αναπλήρωσή των, η αθέτηση της οποίας βαρύνει αποκλειστικώς την ίδια. Με την νόμιμη δε υπέρ αυτής ενεχύραση των λόγω μεριδίων από την τελευταία, επήλθε εκ του νόμου και εκχώρησή τους στην ίδια, η οποία νομίμως εν συνεχεία προέβη στην ρευστοποίηση αυτών. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί της αναιρεσειούσης τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι, εφόσον τα επίμαχα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, είχαν αποκτηθεί από την ενάγουσα για την κάλυψη τεχνικών αποθεμάτων και είχαν για το σκοπό αυτό κατατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση, στο προαναφερόμενο Υποκατάστημα της εναγομένης, προκειμένου αυτό να τα διαχειρίζεται προς διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων, υπήρχε απαγόρευση της ελευθέρας διαθέσεως αυτών. Επομένως η, εν συμπαιγνία με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγούσης, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενεχύραση τούτων από τους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης, που τελούσαν εν γνώσει του σκοπού της καταθέσεώς των, και η εν συνεχεία παραπλάνηση από τους ιδίους υπαλλήλους του εποπτεύοντος Υπουργείου Αναπτύξεως, με την ενημέρωση ότι τα επίμαχα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων συνιστούσαν ασφαλιστική τοποθέτηση της εναγούσης και την απόκρυψη της γενομένης ενεχυράσεως τούτων υπέρ της εναγομένης, στοιχειοθετεί πλήρως την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των συγκεκριμένων υπαλλήλων επί της οποίας και θεμελιώνεται η ένδικη αγωγή. Η αυτή αδικοπρακτική συμπεριφορά εξεδηλώθη και στη συνέχεια από τους υπαλλήλους και νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης, οι οποίοι ενώ έλαβαν γνώση της ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της εναγούσης και της υπαγωγής της σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως και συνακολούθως της δεσμεύσεως της περιουσίας αυτής, μεταξύ των οποίων και τα επίμαχα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία έπρεπε να βρίσκονται στη διάθεση της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, έσπευσαν να προβούν στην ρευστοποίηση τούτων, το προϊόν της οποίας ιδιοποιήθηκε παρανόμως η εναγομένη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, και κατά τα δύο σκέλη του, τυγχάνει αβάσιμος. Επίσης με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ,Πολ.Δ. , με την έννοια ότι η εν λόγω απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναγόμενα ειδικότερα στον καθορισμό της ταυτότητος των δικαιούχων ασφαλίσματος, που είχαν προνόμιο επί της ασφαλιστικής τοποθετήσεως και η ικανοποίηση των απαιτήσεών των ματαιώθηκε, εξαιτίας της ρευστοποιήσεως των επιδίκων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και της ιδιοποιήσεως του προϊόντος αυτής από την αναιρεσείουσα, και στον ειδικότερο προσδιορισμό των απαιτήσεων ενός εκάστου τούτων, ως προς την γενεσιουργό αιτία και το ύψος αυτών, ώστε να προκύψει το συνολικώς οφειλόμενο αποζημιωτικό ποσό και η ταύτιση ή μη τούτου προς το προϊόν της ρευστοποιήσεως των επίμαχων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι η έλλειψη των ως άνω στοιχείων δεν καθιστά ελλιπή την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν συνεπάγεται την εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφού τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν μέρος του πραγματικού των διατάξεων τούτων και δεν αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή των. Αντικείμενο της ενδίκου διαφοράς αποτελεί, ως προελέχθη, η παράνομη και υπαίτια ρευστοποίηση των δεσμευμένων σε ασφαλιστική τοποθέτηση επιδίκων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και η συνεπεία ταύτης ζημία της αναιρεσιβλήτου και όχι οι απαιτήσεις των εμμέσως ζημιωθέντων ασφαλισμένων της.
Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, για την στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα επίδικα (Α.Π. 109/2012, 134/2012, 228/2012, 373/2012, 1573/2006). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ.Α.Π. 1/1999, 2/2008, Α.Π. 896/2011, 29/2011, 109/2008, 446/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι ήχθη στο συμπέρασμα περί γνώσεως των υπαλλήλων αυτής για την ανάκληση της αδείας της αναιρεσιβλήτου, πριν από την ρευστοποίηση των επιδίκων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, κατά παραμόρφωση του υπ' αριθμ. πρωτ. Κ3-9098/23-9-1998 εγγράφου του Υπουργείου Αναπτύξεως, καθόσον αυτό δεν προέρχεται από την ίδια (αναιρεσείουσα), όπως αναγράφεται στην απόφαση, και επί πλέον, ενώ μνημονεύει την από 16-7-1998 Υπουργική απόφαση δεσμεύσεως της περιουσίας της εναγούσης και αναφέρει επί πλέον ότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στο υποκατάστημα αυτής (αναιρεσιβλήτου) την 17-7-1998 με FAX, δεν βεβαιώνει περαιτέρω και τη λήψη του εγγράφου τούτου απ' αυτήν με τον ίδιο τρόπο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. , καθόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στα δικαστήρια της ουσίας, (πρωτοδικείο και εφετείο), όπου η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι νομίμως προέβη στη ρευστοποίηση των επίμαχων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, λόγω του νομίμως συνεστημένου επ' αυτών ενεχύρου υπέρ αυτής και ουδέποτε αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι υπάλληλοι αυτής κατά τον χρόνο της γενομένης ρευστοποιήσεως εγνώριζαν την προηγηθείσα απόφαση του Υπουργείου Αναπτύξεως περί ανακλήσεως της αδείας συστάσεως και λειτουργίας της αναιρεσιβλήτου. Ανεξαρτήτως όμως αυτού ο συγκεκριμένος λόγος και κατ' ουσίαν ερευνώμενος τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αφ' ενός μεν δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν, ως άνω, έγγραφο, για την συναγωγή του πορίσματός του περί του χρόνου γνώσεως της ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της αναιρεσιβλήτου από τους υπαλλήλους της αναιρεσειούσης, αλλά συνεκτίμησε τούτο μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αφ' ετέρου δε δεν παρεμόρφωσε το εν λόγω έγγραφο, αλλά απέδωσε σ' αυτό νόημα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα. Έκρινε δηλαδή ότι εκ του περιεχομένου του εγγράφου τούτου προκύπτει η γνώση των υπαλλήλων της αναιρεσειούσης, ενώ η τελευταία θεωρεί ότι αυτό δεν συμβαίνει, διότι δεν αναφέρεται επί πλέον στο έγγραφο και η περιέλευση τούτου με FAX στους υπαλλήλους της. Έτσι όμως πλήττεται απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το ανωτέρω έγγραφο. Ούτε βεβαίως συνιστά παραμόρφωση του ιδίου εγγράφου η, εκ προφανούς παραδρομής, αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι τούτο προέρχεται από την αναιρεσίβλητη, ενώ είναι έγγραφο του Υπουργείου Αναπτύξεως. Τέλος με τον ίδιο ως άνω δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με το αριθμό των επίμαχων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα έγγραφα και συγκεκριμένα την από 16-4-1998 σύμβαση παροχής ενεχύρου και το από 21-4-1998 έγγραφο της αναιρεσειούσης προς την Πειραιώς ΑΕΔΑΚ, από τα οποία προκύπτει ότι στα επίμαχα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων δεν περιλαμβάνονται 41.485,661 μερίδια που ανήκουν στον Δ. Σ., ο οποίος τα κατέθεσε ατομικώς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής (αποφάσεως) και ιδιαιτέρως με την ειδική ως προς το συγκεκριμένο ισχυρισμό της αναιρεσειούσης (αιτιολογία της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2012 αίτηση της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1104/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ