1753/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1753 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1753/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1753 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1753/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CERTINA INTERNATIONAL S.A", και έδρα τη Μονρόβια Λιβερίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Φλώρου.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Δεκεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1451/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6567/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 30 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 741/2011, ΑΠ 377 και 366/2011). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 741, 377, 373 και 366/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7, 8 και 9 του ΝΔ 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που δεν διαφέρουν από τις ίδιες διατάξεις του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο υπόχρεος προς πληρωμή της αποζημιώσεως δύναται, αντί της καταβολής, να καταθέσει την προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, υπέρ του δικαιούχου, εάν δεν έχει ακόμη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση αναγνωρίσεως αυτού. Η κατάθεση της αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι υποχρεωτική, όταν το απαλλοτριωθέν ακίνητο βαρύνεται με υποθήκη, κατάσχεση ή διεκδίκηση ή όταν υπάρχει αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου. Με την καταβολή στο δικαιούχο της αποζημίωσης, που ορίσθηκε δικαστικά ή με την, κατά τα παραπάνω, κατάθεση της αποζημίωσης αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τη δημοσίευση της κατάθεσης αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως συντελείται η αναγκαστική απαλλοτρίωση, που κηρύχθηκε για δημόσια ωφέλεια. Με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, κατά τα παραπάνω, επέρχεται η πρωτότυπη κτήση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου από τον υπερού η απαλλοτρίωση και η μετατροπή του δικαιώματος του ιδιοκτήτη αυτού σε ενοχική απαίτηση επί της αποζημίωσης, την οποία, στην περίπτωση της δημόσιας καταθέσεώς της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για τους παραπάνω λόγους, ο δικαιούχος μπορεί, στρεφόμενος ευθέως κατ' αυτού, να εισπράξει μετά την αναγνώρισή του ως δικαιούχου αυτής και την προσκόμιση της σχετικής αποφάσεως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ΠΔ 95/1996 "Οργανισμός του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, και του άρθρου 3 του ΠΔ της 30.12.1926/3.1.1927 "περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών και καταθέσεων παρά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων", που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 2§Γ' εδ.γ του νδ της 21.3./ 3.4.1926 "περί οργανισμού του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων", προκύπτει ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που, κατά τον οργανισμό του, είναι νπδδ και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού των Οικονομικών, αποτελεί αυτόνομο χρηματοπιστωτικό, διαχειριστικό οργανισμό περιφερειακής ανάπτυξης, αποκλειστικής φύλαξης και διαχείρισης των κάθε μορφής παρακαταθηκών, στήριξης της στεγαστικής πολιτικής για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, επαγγελματικής στέγης και εξοπλισμού για νέους επιστήμονες, εξυπηρέτησης του δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος, εκτέλεσης τραπεζικών εργασιών και λειτουργίας ταμείων αστικής ανάπτυξης κατά την έννοια του άρθρου 44 του Κανονισμού (ΕΚ), και ότι αυτό έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται ατόκως τις δικαστικά προσδιορισμένες αποζημιώσεις των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το νδ 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, ότι "παν φυσικό ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου και ορίζεται ότι μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ενώ παρέχεται το δικαίωμα στο κράτος να θεσπίσει κανόνες, που επιβαρύνουν την περιουσία του προσώπου, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι ρυθμίσεις αυτές θα αποσκοπούν είτε προς το δημόσιο συμφέρον είτε προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. Στην έννοια δε της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα στα οποία υπάγονται και οι απαιτήσεις (πρβλ ΑΠ 222/2006 και ΑΠ 1284/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 §§ 1, 2 και 4 του Συντάγματος "Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί κατά τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε, αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση ... Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια ... πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη ... ". Και με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος προστατεύεται η ιδιοκτησία, στην έννοια της οποίας, κατά την αληθινή ερμηνεία της. σύμφωνη και προς το ανωτέρω άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να νοηθεί ότι περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα, στα οποία υπάγονται και οι απαιτήσεις και ορίζεται ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να στερηθεί την περιουσία του μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δηλαδή για ικανοποίηση γενικότερου δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος και μόνον, αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση. Επίσης με το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελεί την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, ενώ με το άρθρο 5 § 1 αυτού ορίζεται ότι καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις επιβάλλεται ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, ενώ με τη δεύτερη προστατεύεται το δικαίωμα των πολιτών να αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους και να συμμετέχουν στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή της χώρας υπό τους προαναφερόμενους περιορισμούς. Τέλος, κατά το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής: "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους ... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο, σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ αυτού (νομοθέτη), την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού. Η εν λόγω δε αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, και η οποία αναγνωριζόταν παγίως από τη νομολογία και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια, κατά τα παραπάνω, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική, "εν στενή έννοια", δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη, που προκαλείται (πρβλ. Ολομ.ΑΠ 27/2008). Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η καθιέρωση από το νομοθέτη, με βάση τη διάταξη του άρθρου 3 του ΠΔ της 30.12.1926/3-1-1927, του ατόκου της υποχρεωτικής δημόσιας παρακατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της καθορισμένης δικαστικά αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που αποτελεί ενοχικό δικαίωμα (απαίτηση) του δικαιούχου αυτής, προστατευόμενο από τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 17 του Συντάγματος, και την οποία (παρακατάθεση) δικαιούται να χρησιμοποιεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, επιβάλλεται για την εξυπηρέτηση των αναφερομένων στον Οργανισμό αυτού (ΤΠΚΔ) και περιγραφομένων παραπάνω σκοπών του, που αφορούν στη στήριξη της στεγαστικής πολιτικής με τη χορήγηση δανείων και στην ενίσχυση περιφερειακής ανάπτυξης με χρηματοπιστωτική υποστήριξη για έργα πολιτιστικά, αθλητικών εγκαταστάσεων, τουριστικά κλπ. Ενόψει αυτού, η άνω ρύθμιση αποτελεί επιτρεπτή εξαίρεση, η οποία δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις άνω διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 17 του Συντάγματος, που προστατεύουν όπως έχει προαναφερθεί, την ιδιοκτησία, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ενοχικά δικαιώματα (απαιτήσεις), καθόσον οι διατάξεις αυτές δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ρυθμίσεις, συνεπαγόμενες τη στέρηση της ιδιοκτησίας, όταν με αυτές εξυπηρετείται το γενικότερο κοινωνικό και δημόσιο συμφέρον, όπως στην προκείμενη περίπτωση με τη χορήγηση δανείων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για τη στήριξη της στεγαστικής πολιτικής και την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης. Περαιτέρω, η ρύθμιση αυτή δεν αντιβαίνει και στις διατάξεις των άρθρων 2§1 και 5§1 του Συντάγματος, αφού δικαιολογείται από τους προαναφερόμενους λόγους του γενικότερου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος. Αυτή δε δεν είναι αντίθετη και με την αρχή της αναλογικότητας, διότι είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού, καθόσον το αποτέλεσμα αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με την καθιέρωση του εντόκου της δημοσίας παρακαταθέσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της καθορισμένης δικαστικά αποζημιώσεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, ακόμη ούτε και με τον καθορισμό ενός μικρού επιτοκίου. Τέλος, η ρύθμιση αυτή είναι και "εν στενή εννοία, αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται ατομικά στο δικαιούχο της αποζημιώσεως από τη μη είσπραξη, κατά το χρόνο της δικαστικής παρακαταθέσεώς της, των τόκων της, δεν είναι βαρύτερη από το επιδιωκόμενο όφελος, δηλαδή την εξυπηρέτηση περισσοτέρων ατόμων με τη στήριξη της στεγαστικής πολιτικής και την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης με τη χορήγηση δανείων, αλλά τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και η αναμενόμενη ως άνω ωφέλεια είναι ποιοτικά και ποσοτικά ανώτερη από τη βλάβη που προκαλείται. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αντίθεση της άνω διατάξεως του άρθρου 3 του ΠΔ της 30.12.1926/3-1-1927 προς τις διατάξεις του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1,5 § 1, 17 και 25 § 1 του Συντάγματος και τη μη εφαρμογή της, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο• Τ.Π.και Δ. οφείλει να καταβάλει σε αυτή νομιμοτόκως το ποσό των 946.024,10 €, που αντιστοιχεί στους τόκους της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της, υπολογιζόμενους με το δικαιοπρακτικό επιτόκιο, του χρονικού διαστήματος από της καταθέσεώς της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέχρι και της αναλήψεώς της από αυτή δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα και ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 2§1, 5§1, 17 και 25§1 του Συντάγματος. Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, για τη θεμελίωσή του, προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του εκδόσαντος αυτή δικαστηρίου. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΑΠ 1712/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ' επικύρωση της εκκαλουμένης, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Συνεπώς, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ταμείου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189§1 και 191§2 ΚΠολΔ), του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 25§1 Ν. 4464/1965), μειωμένη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22§§1 και 3 του Ν. 2693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, 5§12 Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134.423/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Ολομ.ΑΠ 1114/1986).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.10.2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CERTINA INTERNATIONAL A.E.", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 6567/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ