Legislator Case Law & Legislation
1752/2017 AI generated

1752/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1752/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1752/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 30-3-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
deportation despite health issues unfit notwithstanding health condition claim for insurance benefits health insurance exemption medical care requirements failure to prove deterioration
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1752 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1752/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Θ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρόνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 348/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-2-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 30-3-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28-2-2015 (αρ. .../2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 348/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης, που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ειδικότερα, το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης) εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαίτιου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημιά που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (ΑΠ 790/2015, πρβλ.

επίσης ΑΠ 1010/2015, ΑΠ 1286/2011, ΑΠ 613/2007).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το κύριο Α’ σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου, που είχαν προβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφεραν παραδεκτά κατ’ άρθρ. 240 ΚΠολΔ στο Εφετείο, με τις προτάσεις τους προς αντίκρουση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου με συνέπεια να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από την υπ’ αρ. 122/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία έκρινε (κατά τους αναιρεσείοντες) το σύνολο της απαίτησης του ενάγοντα-αναιρεσιβλήτου για αμοιβή οικιακής βοηθού εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα, που αποκλείει πλέον την αξίωση αποζημίωσης για την ίδια αιτία και για το μέλλον.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, σε σχέση με την ένδικη διαφορά, ότι ο ενάγων παθών και ήδη αναιρεσίβλητος, που τραυματίστηκε σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συνέβη στις 1-8-2003 στα Ιωάννινα, άσκησε μεταξύ άλλων αγωγών την προγενέστερη από 23-11-2004 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η ασφαλιστική αυτού εταιρεία), ήδη αναιρεσείοντες, να του καταβάλουν αποζημίωση για πλασματική αμοιβή οικιακής βοηθού (τα καθήκοντα της οποίας ασκούσαν οι γονείς του), λόγω αδυναμίας αυτοσυντήρησης αυτού κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων, ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 122/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη για το χρονικό διάστημα από 3-6-2004 έως 2-2-2005, ότι μετά την έξοδό του από το Ίδρυμα (τέλη Μαίου 2006) ο παθών εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων του στην πόλη των Ιωαννίνων και άσκησε την από 22-10-2012 (αρ.

κατ. .../2012), μεταγενέστερη ένδικη αγωγή, με την οποία ζητούσε αποζημίωση για πλασματική αμοιβή οικιακής βοηθού-γονείς του, για μεταγενέστερο διάστημα και ειδικότερα από 1-6-2006 έως 21-10-2006, συνολικού ποσού 92.233,50 ευρώ, ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 57/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης δεδικασμένου, που είχαν προτείνει οι εναγόμενοι υπόχρεοι προς αντίκρουση της ένδικης ως άνω αγωγής, ότι στη συνέχεια, ο ενάγων - παθών άσκησε την από 7-4-2014 (αρ. .../2014) έφεσή του, με τον μοναδικό λόγο της οποίας ισχυρίστηκε, ότι εσφαλμένα έγινε δεκτή η ένσταση δεδικασμένου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, προκειμένου να ερευνηθεί η αγωγή του.

Περαιτέρω, επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση που, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση της (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), δέχεται τα εξής, για το ενδιαφέρον τον ανωτέρω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο ζήτημα: "Από την επισκόπηση της από 23-11-2004 αγωγής, που ασκήθηκε ενώπιον του Μον/λούς Πρωτ/κείου Ιωαννίνων (αρ.

καταθ. .../2004), της υπ’ αρ. 122/2010 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε επί της ανωτέρω αγωγής, της από 22-10-2012 αγωγής ενώπιον του ανωτέρω πρωτοβάθμιου Δ/ρίου (αρ. κατάθ. .../2012) καθώς και της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε επί της τελευταίας ως άνω αγωγής, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την υπ’ αρ. 289/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που έχει καταστεί αμετάκλητη, κρίθηκε ότι για τον τραυματισμό του ενάγοντος από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα ευθύνονται κατά ποσοστό 20% ο ίδιος ο ενάγων και κατά ποσοστό 90% ο εναγόμενος οδηγός, που είχε ασφαλίσει την αστική του ευθύνη για ζημίες που προξενούνται σε τρίτους από την κυκλοφορία του οχήματός του (ζημιογόνο) στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία.

Με την από 23-11-2004 αγωγή του ο ενάγων ζητούσε -μεταξύ άλλων- να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας σε ολόκληρο, να του καταβάλουν ποσό 108.970 € για δαπάνη πρόσληψης οικιακής βοηθού λόγω αδυναμίας αυτοσυντήρησης του για το χρονικό διάστημα από 1-6-2004 μέχρι 28-2-2006. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την 122/2010 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει ως κατ’ ουσία βάσιμο το ανωτέρω αίτημα για το χρονικό διάστημα από 3-6-2004 έως 2-2-2005, δηλ.

έκρινε ότι ο ενάγων είχε ανάγκη της παροχής υπηρεσιών τρίτου ατόμου τις απογευματινές και πρωινές ώρες (επί δύο 8ωρα) και απέρριψε τούτο κατ’ ουσία για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, με την αιτιολογία ότι η υγεία του παρουσίασε βελτίωση σε τέτοιο βαθμό, που δεν ήταν απαραίτητη η πρόσληψη οικιακής βοηθού για παροχή υπηρεσιών πέραν εκείνων που παρείχε το νοσηλευτικό προσωπικό του Ιδρύματος τις πρωινές ώρες, στηριζόμενο στην ...-2-2005 βεβαίωση του Εθνικού Ιδρύματος.

Αποκατάστασης Αναπήρων, που λειτουργεί στο ... και στο οποίο ο ενάγων είχε εισαχθεί προς θεραπεία στις 23-3-2004, βάσει της οποίας ο ενάγων βαδίζει με μηροκνημοποδικό κηδεμόνα, στηρίζεται σε μεταλλικό περιπατητήρα τύπου "Π" κατά την μετακίνησή του, έχει σημειώσει σημαντική βελτίωση ως προς την σπαστικότητα και κινητικότητα και εμφανίζει πλήρη αποκατάσταση κινητική και αισθητική άνω άκρων και κορμού, ήτοι περιστατικά, στα οποία το ανωτέρω Δ/ριο στήριξε την κρίση του για την απόρριψη μέρους του σχετικού αιτήματος.

Ακολούθως με την από 22-10-2012 αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι από τον Μάιο 2006, που εξήλθε από το ανωτέρω Ίδρυμα και εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων του στα Ιωάννινα, τελεί σε κατάσταση πλήρους κατάκλισης λόγω ατελούς τετραπληγίας με πλήρη παραλυσία στα κάτω άκρα και με νευρογενείς διαταραχές ούρησης και αφόδευσης (κάνει χρήση πάμπερς) και είναι εντελώς ανίκανος να αυτοεξυπηρετηθεί, η δε κατάσταση αυτή της υγείας του επιτείνεται από τις συνεχείς κατακλίσεις και την δερματική σηψαιμία στα σημεία κατάκλισης, με αποτέλεσμα για το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 μέχρι 21-10-2006 να έχει επί δύο 6ωρα κάθε ημέρα την ανάγκη τρίτου προσώπου προς παροχή εκείνων των υπηρεσιών, πού του παρείχε το νοσηλευτικό προσωπικό του Ιδρύματος.

Το πρωτοβάθμιο Δ/ριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι με την ως άνω 122/2010 τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε η "όλη" απαίτηση του ενάγοντος και όχι μόνο το "μέρος" αυτής, ώστε στο μέλλον ο ενάγων να μη μπορεί να ασκήσει άλλη αγωγή για την ίδια απαίτηση, δεδομένου ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες δυσμενείς συνέπειες της υγείας του υπήρχαν και ήταν γνωστές στο ανωτέρω Δ/ριο, που αποφάνθηκε με την 122/2010 απόφασή του, δεχόμενο επίσης ότι "...περαιτέρω επιδείνωση της υγείας του δεν αποδείχθηκε...

από τα προσαγόμενα ιατρικά πιστοποιητικά δεν προκύπτει άλλη περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης της υγείας... και μάλιστα απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα ή άλλες μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες..." και με την κρίση του αυτή απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω υπάρξεως δεδικασμένου, που απορρέει από την 122/2010 απόφαση, χωρίς να ερευνήσει το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής.

Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δ/ριο έσφαλλε διττώς: 1) Στήριξε την κρίση του για την ύπαρξη δεδικασμένου απαραδέκτως σε αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει ερευνήσει προηγουμένως τη νομιμότητα τής αγωγής, ώστε να υπεισέλθει στη διερεύνηση του ουσία βασίμου αυτής, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση αν αποδεικνυόταν όχι επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος, όπως ο ίδιος εκθέτει στην αγωγή του (από τον Μάιο 2006 τελεί σε κατάσταση πλήρους κατάκλισης), τότε έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη και όχι ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. 2) Τα πραγματικά γεγονότα, που το Δ/ριο στην 122/2010 απόφασή του στήριξε την κρίση του και απέρριψε εν μέρει το σχετικό αίτημα της αγωγής ως ουσία βάσιμο για ορισμένο χρονικό διάστημα, είναι διαφορετικά από τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη αγωγή, ειδικότερα, ως προς την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος δέχθηκε ότι "...κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του (μέχρι 23-3-2004) υπέστη πολλές επιπλοκές, όπως φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή, σηψαιμία και κατακλίσεις, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά...

λόγω της κατάστασής του και ειδικότερα της πλήρους παραλυσίας των κάτω άκρων, ο ενάγων ήταν εντελώς ανίκανος για την εξυπηρέτηση των ατομικών του αναγκών... εξαιτίας του κινδύνου να υποστεί κατακλίσεις λόγω της αδυναμίας του να κινηθεί με τις δικές του δυνάμεις... ήταν απαραίτητο να προσλάβει τρίτο πρόσωπο...

επί δύο οκτάωρα, ενόψει του ότι κατά τις πρωινές ώρες παρέχονταν οι υπηρεσίες αυτές από το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του Ιδρύματος... από τις 2-2-2005 ο ενάγων βαδίζει με... κηδεμόνα... στηρίζεται σε μεταλλικό περιπατητήρα τύπου "Π"... έχει σημειώσει σημαντική βελτίωση στην σπαστικότητα και κινητικότητα...

εμφανίζει πλήρη αποκατάσταση κινητική και αισθητική άνω άκρων και κορμού, θα κατέβαλε ποσό... οπωσδήποτε κατά το χρονικό διάστημα από 3-6-2004 έως 2-2-2005...", ενώ στην αγωγή, όπως επιτρεπτά κατ’ άρθρο 224. ΚΠολΔ διευκρινίζει τους σ’ αυτή περιεχόμενους ισχυρισμούς του με τις προτάσεις του χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, εκτίθεται ότι "...στις 23-3-2004...

διακομίστηκα στο Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων στο ... όπου παρέμεινα νοσηλευόμενος μέχρι τον Μάιο 2006 και στη συνέχεια επέστρεψα... στα … όπου κατοικώ μέχρι σήμερα και τελώ σε κατάσταση πλήρους κατάκλισης λόγω ατελούς τετραπληγίας με πλήρη παραλυσία στα κάτω άκρα... Εξαιτίας της κατάκλισης και της αδυναμίας μου για κίνηση νοσηλεύτηκα επανειλημμένα στο Παν/κό Νοσ/μείο Ιωαννίνων από 13-9-2007 μέχρι 27-9-2007 λόγω κατάκλισης...

στις 4-11-2007... από 17-12-2007 μέχρι 1-2-2008... στις 7-11-2008... από 9-11-2008 μέχρι 25-11-2008... Από τον μήνα Μάιο 2006 που επέστρεψα από το πιο πάνω Κέντρο Αναπήρων... είμαι εντελώς ανίκανος προς εξυπηρέτηση των ατομικών μου αναγκών... Η κατάσταση αυτή επιτείνεται από τις συνεχείς κατακλίσεις και τη δερματική σηψαιμία στα σημεία κατάκλισης...

όλες τις υπηρεσίες για την εξυπηρέτησή μου τις προσφέρουν οι γονείς μου από έξι ώρες ο καθένας... καθημερινό καθαρισμό μου και την υγιεινή των σωματικών αναγκών μου (ούρηση - αφόδευση), την παρασκευή φαγητού και την σίτισή μου, την αλλαγή ρούχων... τη μεταφορά μου από και προς το νοσοκομείο με αναπηρικό καροτσάκι...".

Από την αντιπαράθεση των ανωτέρω περιστατικών προκύπτει α) ότι η ιστορική βάση της από 23-11-2004 αγωγής, που καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της 122/2010 απόφασης, είναι διαφορετική από την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, ήτοι στην πρώτη το αίτημα του ενάγοντος αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από 1-6-2004 μέχρι 28-2-2006 ενώ στη δεύτερη από 1-6-2006 μέχρι 21-10-2012, δηλ.

σε μεταγενέστερο χρόνο, δεν εκτείνεται το δεδικασμένο και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε, β) με την ανωτέρω 122/2010 απόφαση δεν κρίθηκε, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, "το όλον" της απαιτήσεως του ενάγοντος, με την έννοια ότι δεν δύναται ο τελευταίος να ασκήσει νέα αγωγή για μεταγενέστερο χρόνο, ότι δηλ.

η συγκεκριμένη αξίωσή του (πρόσληψη οικιακής βοηθού) εξαντλήθηκε μέχρι τις 2-2-2005 που άρχισε να βελτιώνεται η υγεία του, ακόμη και σε περίπτωση, όπως ισχυρίζεται, μεταγενέστερης επιδείνωσης της υγείας του μη προβλέψιμης κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής (23-11-2004), αλλά "το όλον" αυτό αφορά μόνο το χρονικό διάστημα από 1-6-2004 μέχρι 28-2-2006, που για μερικό έγινε δεκτό και για μερικό απορρίφθηκε, χωρίς από το απορριφθέν μέρος να παράγεται δεδικασμένο για μελλοντική αξίωση του αυτού είδους και γ) ο ενάγων πράγματι επικαλείται περιστατικά επιδείνωσης της υγείας του μεταγενέστερα του χρόνου άσκησης της πρώτης αγωγής και μη προβλέψιμα κατά τον χρόνο της άσκησής της, για την αντιμετώπιση των οποίων (κατά τους ισχυρισμούς του) απαιτείται η πρόσληψη τρίτου προσώπου προς παροχή εκείνων των υπηρεσιών που του παρείχε τις πρωινές ώρες (πρωινό ωράριο) το νοσηλευτικό προσωπικό του Ιδρύματος, με συνέπεια η ένδικη αξίωσή του, που στηρίζεται στα νέα αυτά περιστατικά, να μην καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της 122/2010 απόφασης.

Έσφαλλε, επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ότι η ένδικη αξίωση του εκκαλούντος καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ’ αρ. 122/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και πρέπει, κατά τον βάσιμο τούτο λόγο της έφεσης, να εξαφανιστεί...".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ και ορθά επίσης δέχτηκε ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από την υπ’ αρ. 122/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στις προηγούμενες νομικές σκέψεις η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο ανωτέρω ορθό συμπέρασμα αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, δηλαδή ότι η ιστορική βάση της ένδικης αγωγής (22-10-2012) είναι διαφορετική από την ιστορική βάση της προγενέστερης από 23-11-2004 αγωγής και ότι η υπ’ αρ. 122/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων δεν έκρινε το σύνολο της απαίτησης του ενάγοντα - παθόντα για αποζημίωση πλασματικής οικιακής βοηθού.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ένδικη μεταγενέστερη αγωγή στηρίζεται σε διαφορετικά και απρόβλεπτα πραγματικά περιστατικά, μετά την έξοδο του παθόντα από το Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων και ότι η δυσμενής εξέλιξη της υγείας του λόγω των συνεχών κατακλίσεων και της σηψαιμίας, που αποτελούσαν πραγματική επιδείνωση της υπάρχουσας κατάστασης της υγείας του, δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να τα υπολογίσει κατά το πέρας της προγενέστερης δίκης, γιατί δεν ήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και προβλεπτά.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες υποστηρίζουν ότι οι δύο αγωγές είναι ταυτόσημες, ότι ούτε ο παθών με την έφεσή του επικαλέστηκε επιδείνωση και ότι δεν επήλθε δυσμενής και απρόβλεπτη μεταβολή της υγείας του παθόντα, διότι η κατάστασή του ήταν ήδη γνωστή, εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου, διότι η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή όχι της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντα προκύπτει από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή ως εκτίμηση πραγμάτων γεγονότα και δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/2011).

Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, διότι ο ενάγων, τόσο στην αγωγή, όσο και στο εφετήριο, επικαλέστηκε τη μεταβολή των απρόβλεπτων συνθηκών και τη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του, μετά την έξοδό του από το Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων (βλ. σελ. 4 της αγωγής και την τελευταία σελίδα της έφεσης, καθώς και σελ. 1 των κατ’ έφεση προτάσεών του, που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, το επικουρικό Β’ σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων περί δεδικασμένου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ποιες επί πλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 847/2010), άλλως υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το Δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε (ΑΠ 858/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 2ο αναιρετικό λόγο αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9αα’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε στον παθόντα - ενάγοντα το ποσό των 99.814,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ενώ αυτός με την αγωγή του ζητούσε το ποσό των 92.133,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.

Ο λόγος αυτός προβάλλεται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρ. 562 παρ. 2 περ. α’ ΚΠολΔ), διότι οι αναιρεσείοντες δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τις παραδοχές της εφετειακής απόφασης κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Εφετείου. Περαιτέρω, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε για το ανωτέρω ζήτημα τα ακόλουθα: "Εάν ο ενάγων προσλάμβανε τρίτο άτομο για την παροχή των υπηρεσιών αυτών θα κατέβαλε ως αμοιβή του το ποσό των 80 € την ημέρα (2 6ωρα χ 40 €) και για το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 μέχρι 21-10-2012 θα κατέβαλε συνολικά 186.800 € (2.335 ημ.

χ 80€/ημ. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί α) το ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό υπαιτιότητάς του στην επέλευση της ζημίας του 20%, ήτοι 37.360 € (186.800 χ 20%) και β) ποσό 644,50 € που καταβάλει κάθε μήνα στον ενάγοντα το ΙΚΑ ως παραπληγικό επίδομα για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του για φροντίδα και περιποίηση από τρίτα πρόσωπα (άρθρο 42 παρ. 1 ν. 1140/1981), ήτοι 49.626,50 € (644,50 χ 77 μην.).

Κατά συνέπεια, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα ποσό 99.814,50 € (186.800 - 37.360 - 49.625,50 = 99.814,50), στο οποίο ανέρχεται η αποζημίωσή του για την αντίστοιχη ζημία του, ανεξάρτητα από το ότι τις σχετικές υπηρεσίες παρείχαν σ’ αυτόν οι γονείς του. Βέβαια ο ενάγων ζητεί να του καταβληθεί για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ποσό 92.133,50 €, πλην όμως από αριθμητικό λάθος έχει υπολογίσει ότι στο χρονικό αυτό διάστημα αντιστοιχούν 2.215 ημέρες αντί του ορθού 2.335 ημέρες.

Έτσι, με το να επιδικαστεί στον ενάγοντα το ανωτέρω ορθά υπολογιζόμενο ποσό, δεν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ (το δ/ριο αποφασίζει με βάση τις αιτήσεις που υποβάλλουν), ήτοι δεν επιδικάζεται ποσό πλέον του αιτηθέντος, αφού το αίτημα είναι η καταβολή αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 μέχρι 21-10-2012 με πόσο 80 € την ημέρα (για το επί πλέον ποσό ο ενάγων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 227 παρ. 1 ΚΠολΔ, μετά τη συζήτηση κλήθηκε και κατέβαλε συμπληρωματικό τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. .../15.12.2014 διπλ.)".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν επιδίκασε ποσό πλέον του αιτηθέντος παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ (Αρχή διάθεσης του αντικειμένου της δίκης), διότι το Δικαστήριο με βάση τα προκύψαντα από τις αποδείξεις, προέβη στη συγκεκριμενοποίηση των αναγκαίων περιστατικών, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 1467/2009) και στην προκειμένη περίπτωση ο διαφορετικός ορθός μαθηματικός υπολογισμός των ημερών σε 2.335, αντί του αιτούμενου 2.215, αλλά για το ίδιο χρονικό διάστημα από 1-6-2006 έως 21-10-2012, με ποσό 80 ευρώ (αντί 40 ευρώ που επιδικάστηκε) δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον το "αντίστοιχο" αγωγικό αίτημα για το οποίο έπρεπε να χωρήσει το Δικαστήριο σε επιδίκαση, αφορά το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 έως 21-10-2012, το οποίο, αν θα υπολογιστεί ορθά ημερολογιακά, δίνει αριθμό ημερών 2.335 και συνεπώς, το "αγωγικό αίτημα" αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή (ΑΠ 704/ 2011).

Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 και εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου, που συνέβη το ατύχημα (2003), ορίζεται ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.

Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος (και ήδη 5 ετών) επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η παραπάνω διετής (5ετής) παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 Α.Κ., όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επομένη ημέρα του ατυχήματος.

Μέσα στη διετία (5ετία) αυτή, πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (Κ.Πολ.Δ. 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας (5ετίας) επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς (5ετούς) παραγραφής.

Για την έναρξη της διετούς (5ετούς) αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ.

Η παραπάνω διετής (5ετής) παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις επελθούσες, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, γεγονός το οποίο όμως αποτελεί στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 Α.Κ. (ΑΠ 1368/2010).

Και στη διετή (ή δετή) αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (Α.Κ. 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (Α.Κ. 260 επ.). Ειδικώς, με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται διακοπή της παραγραφής (Α.Κ. 261). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΠ 8/2007).

Στην προαναφερθείσα ειδική διετή (ή 5ετή) παραγραφή ισχύει και η διάταξη του άρθρου 268 εδ. α’ Α.Κ. κατά την οποία κάθε αξίωση, που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται ύστερα από 20 χρόνια και αν ακόμα η αξίωση υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή, με την προϋπόθεση ότι η οποιαδήποτε αξίωση της οποίας επιμηκύνεται η παραγραφή δεν έχει υποπέσει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 59/2016, ΑΠ 33/2013).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 248, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα η δε παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι κατ’ αρχήν πενταετής και εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξίωσης είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει.

Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Εξάλλου, οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. α’ ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως γενικές εφαρμόζονται και επί αγωγής από αδικοπραξία κατ’ άρθρ. 914 ΑΚ, από τις οποίες συνεπώς προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία.

Περαιτέρω, επί αγωγής από αδικοπραξία εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, ως γενική διάταξη, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή" και συνεπώς, εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ’ αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.

Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1010/2015, πρβλ.

επίσης ΑΠ 732/2015).

Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 268 εδ. α’ ΑΚ) με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε την αξίωση του ενάγοντα - παθόντα, για αμοιβή οικιακής βοηθού, ως ουσιαστικά βάσιμη, διότι είχε υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρ. 10 παρ. 2 Ν. 489/1976, όπως ίσχυε τότε ως προς την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και στην πενταετή παραγραφή του άρθρ. 937 ΑΚ για αμφότερους τους αναιρεσείοντες και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση παραγραφής, που είχαν προβάλει στο πρωτόδικο Δικαστήριο και είχαν επαναφέρει παραδεκτά και ενώπιον του Εφετείου, κατ’ άρθρ. 240 ΚΠολΔ, σε αντίκρουση της έφεσης του ενάγοντα - αναιρεσιβλήτου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Στην ένδικη περίπτωση το ατύχημα έλαβε χώρα την 1-8-2003, οπότε από 2-8-2003 αρχίζει η παραγραφή για κάθε αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή.

Ο ενάγων άσκησε την από 23-11-2004 αγωγή αποζημίωσης (αρ. καταθ. .../23-11-2004), που επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 26-11-2004, οπότε διακόπηκαν και οι δύο παραγραφές και άρχισαν εκ νέου ισόχρονες στις 27-11-2004. Στις 16-2-2005 έλαβε χώρα η συζήτηση της ανωτέρω αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δ/ρίου, οπότε υπάρχει νέα διακοπή των παραγραφών και έναρξης αυτών στις 17-2-2005.

Στις 17-6-2005 δημοσιεύεται η 302/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δ/ρίου επί της ανωτέρω αγωγής, η οποία διακόπτει τις παραγραφές, που αρχίζουν πάλι ισόχρονες στις 17-6-2005. Στις 10-7-2005 σι εναγόμενοι ασκούν έφεση εναντίον της ανωτέρω 302/2005 απόφασης, διακόπτονται πάλι οι παραγραφές και αρχίζουν εκ νέου ισόχρονες στις 18-6-2005.

Επί της εφέσεως εκδίδεται η 401/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία όμως δεν κατέστη τελεσίδικη, διότι αναιρέθηκε με την 522/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Όμως η 2ετής παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 ΠΔ 237/1986, που ήδη είναι εν εξελίξει στις 14-5-2007, που τίθεται σε ισχύ ο νέος νόμος 3557/2007, επιμηκύνεται σε 5ετή από 14-5-2007 και λήγει στις 14-5-2012, εάν δεν επέλθει λόγος διακοπής αυτής (Κ., οπ.

παρ. 29, ...). Μετά την ανωτέρω αναίρεση ο ενάγων με κλήση, που. κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δ/ρίου τούτου στις 12-5-2009 (αρ. κατ. ...-5-2009), φέρει προς συζήτηση την ανωτέρω έφεση, η οποία συζητείται στις 18-11-2009, διακόπτονται εκ νέου και οι δύο παραγραφές και αρχίζουν πάλι, ισόχρονες πλέον 5ετείς, στις 19-11-2009, διακόπτονται στις 20-4-2010 με τη δημοσίευση της 122/2010 τελεσίδικης πλέον απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και αρχίζουν ισόχρονες πάλι στις 21-4-2010 και λήγουν στις 21-4-2030.

Επομένως, όλες οι αξιώσεις του ενάγοντος από το ατύχημα την 1-8-2003, εάν δεν μεσολαβήσει κάποιος λόγος διακοπής ή αναστολής της παραγραφής, παραγράφονται στις 21-4-2030. Όταν το άρθρο 268 εδ. α’ ΑΚ αναφέρει ότι "Κάθε αξίωση που βεβαιώνεται με τελεσίδικη απόφαση... παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εννοεί δικαστική βεβαίωση της ύπαρξης της αξίωσης χωρίς την ανάγκη και της επιδίκασης για ορισμένο ποσό.

Η βεβαίωση αυτή ταυτίζεται με την αναγνώριση της έννομης σχέσης, από την οποία απορρέει η αξίωση. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν η τελεσίδικη απόφαση περιλαμβάνει διάταξη αναγνωριστική υποχρέωσης π.χ. αποζημίωσης και για το μέλλον, αλλά και όταν χωρίς τέτοια διάταξη επιδικάζει ορισμένο για το παρελθόν ποσό αποζημίωσης (π.χ.

θετική ζημία), γιατί η επιδίκαση αυτή προϋποθέτει αναγκαίως την αναγνώριση της καταρχήν προς αποζημίωση υποχρέωσης για όλες τις ζημίες που επήλθαν από τη ζημιογόνο συμπεριφορά του αδικοπραγήσαντος (π.χ. αποθετική ζημία). Αφού, συνεπώς, η αναγνώριση (αυθεντική) αφορά το σύνολο της έννομης σχέσης και άρα και τις επιμέρους αξιώσεις για τις οποίες δεν είχε προταθεί η δετής παραγραφή, ισχύει εφεξής η 20ετής παραγραφή του άρθρου 268 ΑΚ, καθόσον μόνη ή διαδρομή του χρόνου της δετούς παραγραφής δεν επιφέρει απόσβεση της αξίωσης, αλλά παρέχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα άσκησης του διαπλαστικής φύσης δικαιώματος να επιφέρει με δήλωσή του (ένσταση παραγραφής) την απόσβεση.

Αν συνεπώς δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αυτό έως την τελεσιδικία της απόφασης η αξίωση είναι υπαρκτή και δικαστικά επιδιώξιμη, οπότε αν έως την άσκησή του χωρήσει αναγνώριση της αξίωσης από τα μέρη (άρθρο 272 ΑΚ) οποία συνιστά και η με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αυθεντική αναγνώριση του δικαιώματος, υπόκειται στην 20ετή παραγραφή (βλ.

Βαθρακοκοίλη ΕρμΑΚ άρθρο 268 αρ. 5 και παραπομπή στη νομολογία και βιβλιογραφία). Επομένως, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 μέχρι 21-10-2012, εφόσον δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος εκάστης παραγραφής πριν από την τελεσιδικία της 122/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, δεν έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και του άρθρου 10 παρ. 2 ΠΔ 237/1986, αφού αυτή, όπως και κάθε μελλοντική αξίωση από το επίδικο ατύχημα μη προβλέψιμη εξ αρχής και μη δικαστικά επιδιώξιμη, παραγράφεται στις 21.4.2030.

Κατά συνέπεια, οι ενστάσεις παραγραφής αμφοτέρων των εναγομένων πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες". Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, με το να κρίνει μη παραγεγραμμένη την απαίτηση του ενάγοντα - παθόντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 268 ΑΚ σε συνδ. 10 παρ. 2 Ν. 489/1976 και άρθρ. 937 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον η αξίωση του παθόντα ήταν απρόβλεπτη εξ αρχής και όταν βεβαιώθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ’ αρ. 122/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων δεν είχε συμπληρωθεί η βραχυχρόνια διετής ή πενταετής παραγραφή και επομένως έκτοτε, μετά την τελεσιδικία η αξίωση υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή.

Επομένως, ο 3ος αναιρετικός λόγος κατά το Α’ σκέλος του (ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ας σημειωθεί επίσης, ότι η περαιτέρω αιτίαση του 3ου λόγου κατά το Α’ σκέλος του, με την οποία οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η αξίωση του παθόντα ουδέποτε κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου και για το μέλλον είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, διότι αντιφάσκει με τον 1ο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο εντελώς αντίθετα υποστηρίζουν ότι το δεδικασμένο της 122/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων καλύπτει το σύνολο της απαίτησης (ΑΠ 349/2014, ΑΠ 41/2009).

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάσει την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ (ΑΠ 644/2014, πρβλ. επίσης ΑΠ 1341/2014, ΑΠ 41/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με το Β’ σκέλος του 3ου αναιρετικού λόγου αποδίδεται η πλημμέλεια εκ του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αν και δέχεται ότι η υπ’ αρ. 122/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων απέρριψε όμοια αξίωση του παθόντα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που αναφέρεται σ’ αυτήν, εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση της για την μη παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντα στην ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση για μεταγενέστερο διάστημα.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα ανωτέρω η αντίφαση, κατά τους αναιρεσείοντες, εντοπίζεται στο αιτιολογικό της απόφασης και όχι στο διατακτικό της, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 17 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση και αν ο λόγος αυτός εκτιμηθεί ως πλημμέλεια εκ του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και στην περίπτωση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο με χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχτηκε ότι η ένδικη μελλοντική αξίωση ήταν απρόβλεπτη και ότι με την τελεσίδικη υπ’ αρ. 122/2010 απόφαση αναγνωρίστηκε και βεβαιώθηκε με ισχύ δεδικασμένου, με παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η γενεσιουργός αιτία της αξίωσης, άλλως αναγνωρίστηκε το σύνολο της έννομης σχέσης, από την οποία απορρέει η ένδικη μεταγενέστερη αξίωση αποζημίωσης, που επήλθε από τη ζημιογόνο συμπεριφορά των αναιρεσειόντων.

Επομένως, ο 3ος λόγος αναίρεσης κατά το Β’ σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως εάν εκτιμηθεί ως πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε αλλά δεν έχει καταθέσει προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.2.2015 (αρ. .../2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 348/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ