1752/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1752/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 36/1988, ΑΠ 741/2011, ΑΠ 377 και 366/2011). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 741, 377, 373 και 366/2011).
Full text
Απόφαση 1752 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1752/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ανδρεοπούλη.
Του αναιρεσίβλητου: Μ.-Α. Μ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-3-2007 και 3-4-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 198/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 30 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.
ΑΠ 36/1988, ΑΠ 741/2011, ΑΠ 377 και 366/2011). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 741, 377, 373 και 366/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ.1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι: 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο.
Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, η οποία συνιστά το απόκτημα με την ευρεία έννοια του όρου (θετική ή αρνητική, με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο και δη όχι μόνον με την παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και με την παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν υπερβαίνουν την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.
Όταν ο υπόχρεος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου, το σύνολο της περιουσίας που υπάρχει κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) αποτελεί απόκτημα, ώστε ο ενάγων αξιώνει απευθείας από αυτό το ποσοστό κατά το οποίο συνέβαλε με τις παροχές του, στην απόκτηση από τον υπόχρεο.
Εάν δε το αξιούμενο ποσοστό είναι μείζον του 1/3, το τελευταίο εμπεριέχεται σε αυτό και αν δεν ζητείται ρητώς, αφού η συμβολή κατά το ποσοστό αυτό τεκμαίρεται από το νόμο. Περαιτέρω, ο χρόνος της λύσεως ή της ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.
Για την περαιτέρω όμως αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, προς εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής (ΑΠ 460/2009, ΑΠ 1912/2009). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 22.4.1989, ο οποίος λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο, που απαγγέλθηκε με την υπ' αριθμό 309/2005 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, στις 15 Νοεμβρίου 2005.
Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου η περιουσιακή κατάσταση των συζύγων ήταν μηδενική. Με το 30776/2-12-1993 παραχωρητήριο της Νομαρχίας Λάρισας, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας (τόμος ... αριθμός 365) η ενάγουσα έγινε κυρία ενός οικοπέδου 379,25 τμ. που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ...
και ... στη συνοικία ..., στην πόλη της ... . Μετά την έκδοση, από την Πολεοδομία Λάρισας, της .../26-6-1998 οικοδομικής άδειας, άρχισε, τον Ιούνιο-1998, να ανεγείρεται στο άνω οικόπεδο διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο 251,78 τμ., ισόγειο 70,38 τμ, με πυλωτή 181,40 τμ, και δύο διαμερίσματα τύπου μεζονέτας που καταλαμβάνουν τον πρώτο και δεύτερο όροφο, επιφανείας 211,10 τμ το καθένα.
Οι εργασίες σταμάτησαν τον Μάρτιο 2001 στο στάδιο των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση των εργασιών εκσκαφής, θεμελίωσης, κατασκευής του σκελετού από μπετόν αρμέ, της τοιχοποιίας καθώς επίσης και των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων (αξίας των τελευταίων 2000 ευρώ). Η συνολική αξία της ημιτελούς αυτής οικοδομής κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (ΑΠ 546/2009) δηλαδή την 15-11-2005, ανέρχεται στο ποσό των 169.000 ευρώ περίπου (βλ.
και τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους τεχνικές εκθέσεις των μηχανικών Κ. Κ. και Δ. Σ.). Στην ανέγερση της οικοδομής αυτής συνέβαλαν με τα έσοδά τους και οι δύο διάδικοι. Ειδικότερα, μέρος της δαπάνης ύψους 85.000 ευρώ περίπου καλύφθηκε από δύο δάνεια ποσού 23.478 ευρώ (8.000.000 δρχ) και 62.215 ευρώ (21.200.000 δρχ) που πήρε στο όνομά της η ενάγουσα στις 29-10-1999 και στις 6-3-2000 αντίστοιχα από την Εθνική Τράπεζα (βλ.
αντίγραφα των σχετικών συμβάσεων που προσκομίσθηκαν). Μέρος των δανείων αυτών, συνολικού ποσού 23.033 ευρώ, αποπλήρωσε ο ενάγων μέχρι την 21-3-2003 (βλ.τα προσκομισθέντα από τον ενάγοντα γραμμάτια είσπραξης της ΕΤΕ σε συνδυασμό και με την κατάθεση του μάρτυρα Θ. Κ. που είπε: "Μέχρι και τον Μάρτιο 2003 πλήρωνε και το δάνειο ο κ.
Μ. (ενάγων)". Το ποσό αυτό προερχόταν από τα εισοδήματα που είχε αποκομίσει ενάγων από την εργασία του κατά τη διάρκεια του γάμου (βλ. και τις .../24-11-1999 και .../31-12-2001 βεβαιώσεις δραχμοποίησης συναλλάγματος από λογαριασμό του ενάγοντος στην Τράπεζα Πειραιώς, συνολικού ύψους 23058 ευρώ). Ο ενάγων εργαζόταν ως φυσιοθεραπευτής διατηρώντας θεραπευτήριο στην οδό ...
στη ... . Τα καθαρά έσοδά του το μήνα, κατά μέσο όρο ανέρχονταν σε 2.500 ευρώ περίπου (βλ. και την 51/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας που εκδόθηκε σε δίκη διατροφής μεταξύ των διαδίκων, η οποία δέχθηκε το ίδιο ποσό ως κατά μέσο όρο μηνιαίο εισόδημα του ενάγοντος). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στις από 15-6-2005 προτάσεις που υπέβαλε σε αυτήν τη δίκη η ενάγουσα αναβιβάζει τις μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος στα 2.800 ευρώ, ενώ στην προσθήκη των προτάσεών της αναγράφει ότι αυτές ξεπερνούν τα 3.000 ευρώ.
Από το ποσό αυτό ο ενάγων κατέβαλλε 1.100 ευρώ το μήνα για τις ανάγκες της οικογένειάς του που αποτελείτο (εκτός από τον ίδιο και την ενάγουσα) και από τα δύο παιδιά των διαδίκων, την Ρ.-Ε. και τη Ν.-Κ. που γεννήθηκαν στις 23-1-1991 και στις 22-10-1992 αντίστοιχα, και το υπόλοιπο ποσό των 1.400 ευρώ το μήνα το διέθετε για τις ανάγκες της οικοδομής που επρόκειτο να στεγάσει την οικογένειά του.
Έτσι συνολικά κατά τους τριάντα τρεις (33) μήνες που διήρκεσε η ανέγερση της ένδικης οικοδομής (Ιούνιος 1998-Μάρτιος 2001) ο ενάγων εισέφερε για τις ανάγκες αυτής το ποσό των 46.200 ευρώ (1.400 ευρώ το μήνα Χ 33 μήνες). Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί και το ποσό των 23.033 ευρώ που κατά τα προεκτεθέντα εισέφερε επίσης ο ενάγων πληρώνοντας από αποταμιεύσεις του μέρος του στεγαστικού δανείου, οπότε η συνολική εισφορά του ενάγοντος στην ένδικη οικοδομή ανέρχεται στο ποσό των 69.233 ευρώ.
Κατά το υπόλοιπο ποσό της αξίας της οικοδομής συνέβαλε με τα εισοδήματα της η ενάγουσα και ειδικότερα: Η ενάγουσα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ανέγερσης της οικοδομής εργαζόταν μέχρι τον Σεπτέμβριο 1999 μεν ως γυμνάστρια σε προγράμματα μαζικού αθλητισμού και σε αθλητικούς συλλόγους, στη συνέχεια δε διορίσθηκε στο Δημόσιο ως καθηγήτρια φυσικής αγωγής σε σχολεία εκτός Λάρισας με μηνιαίο μισθό κατά μέσο όρο για το ως άνω διάστημα 1000 ευρώ (βλ.
και τις προσκομισθείσες φορολογικές δηλώσεις). Από το ποσό αυτό η ενάγουσα κατέβαλλε ως συνεισφορά για τις ανάγκες της διατροφής των ως άνω ανηλίκων τέκνων των διαδίκων ποσό 400 ευρώ ανά μήνα, και το υπόλοιπο ποσό των 600 ευρώ το διέθεσε για τις ανάγκες της ένδικης οικοδομής, εισφέροντας συνολικά από την ως άνω αιτία το ποσό των 19.800 ευρώ (600 ευρώ το μήνα Χ 33 μήνες).
Επίσης η ενάγουσα διέθεσε για τις ανάγκες της οικοδομής το μίσθωμα που ελάμβανε από την εκμίσθωση αγρού 20 στρεμμάτων στο Δήμο Κραννώνα που της είχε παραχωρήσει άτυπα ο πατέρας της. Το μίσθωμα αυτό ανερχόταν σε 1500 ευρώ το χρόνο ή 125 ευρώ το μήνα (βλ. και την κατάθεση της μάρτυρα Α. Κ.). Έτσι η ενάγουσα διέθεσε για την ανέγερση της οικοδομής από την αιτία αυτή το ποσό των 4125 ευρώ (125 ευρώ το μήνα Χ 33 μήνες).
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο αγρός αυτός ο οποίος στη συνέχεια μεταβιβάσθηκε από τον πατέρα της ενάγουσας σε αυτήν λόγω γονικής παροχής, κατά τα 472,322/1000 εξ αδιαιρέτου, με το .../2001 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Λάρισας Ν. Νανά, πωλήθηκε περαιτέρω από την ενάγουσα αντί 20.000 ευρώ με το .../8-3-2004 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, πλην όμως δεν προέκυψε ότι το εν λόγω τίμημα εισφέρθηκε από την ενάγουσα για τις ανάγκες της οικοδομής, αφού τότε (2004) και οι εργασίες στην οικοδομή είχαν κατά τα προεκτεθέντα σταματήσει και η συμβίωση των διαδίκων είχε ήδη διασπασθεί (βλ.
και την 51/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που εκδόθηκε σε δίκη διατροφής μεταξύ τους, αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα Θ. Σ. που είπε: "Η σχέση διαλύθηκε το 2002"). Περαιτέρω, στη συμβολή της ενάγουσας στις δαπάνες ανέγερσης της οικοδομής πρέπει να συνυπολογισθεί και το ποσό που εξοικονόμησε η οικογένεια των διαδίκων από την παροχή σε αυτήν στέγης που της παραχώρησε δωρεάν ο πατέρας της ενάγουσας.
Συγκεκριμένα, από 1-2-1999 μέχρι τον χρόνο τουλάχιστον που σταμάτησαν οι εργασίες στην οικοδομή (1-3-2001), δηλαδή επί 25 μήνες οι διάδικοι έμεναν στο πατρικό διαμέρισμα της ενάγουσας στη ... (...) εξοικονομώντας έτσι την καταβολή μισθώματος ύψους 300 ευρώ το μήνα και συνολικά το ποσό των 7500 ευρώ (25 μήνες Χ 300 ευρώ το μήνα, βλ.
και την κατάθεση του μάρτυρα Θ. Σ. που είπε: "Φιλοξενήθηκαν από τον πεθερό για ένα χρόνο ενάμιση αν θυμάμαι καλά. Μετά εγώ τον βοήθησα να κάνει τη μετακόμιση με όχημα δικό μου"). Επί πλέον η ενάγουσα συνέβαλε στη δαπάνη ανέγερσης της ένδικης οικοδομής και με την παροχή υπηρεσιών νοικοκυράς στη συζυγική κατοικία και με την επίβλεψη, εποπτεία και γενικά ανατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων των διαδίκων.
Οι υπηρεσίες αυτές υπολογίζονται και αποτιμώνται σε χρήμα στο βαθμό που υπερβαίνουν τη νόμιμη κατ' άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση της ενάγουσας για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας (ΑΠ 1848/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ως άνω υπηρεσίες της ενάγουσας που προσφέρθηκαν από αυτήν πέρα από τη νόμιμη σχετικά υποχρέωσή της, χάριν των οποίων ο ενάγων αφοσιώθηκε απερίσπαστος στην εργασία του ως φυσιοθεραπευτής, αποτιμώνται στο ποσό των 150 ευρώ το μήνα και συνολικά στο ποσό των 7500 ευρώ (150 ευρώ το μήνα Χ 33 μήνες).
Τέλος η ενάγουσα κατέβαλλε και συνεχίζει να καταβάλλει εξ ιδίων το υπόλοιπο οφειλόμενο μέρος των ως άνω στεγαστικών δανείων ποσού 62.660 ευρώ. Εξάλλου, όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι εισέφερε για τις ανάγκες της οικοδομής και το ποσό των 6309 ευρώ που (κατά τους ισχυρισμούς της) της παραχώρησε ο πατέρας της το 1990, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος (βλ.
και την κατάθεση του μάρτυρα Θ. Σ. που είπε: "Απ' ό,τι γνωρίζω δεν είχε κάποια βοήθεια από τους γονείς της κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, δεν ήταν καμιά οικογένεια πλούσια, ιδιωτικός υπάλληλος ήταν ο άνθρωπος (ο πατέρας της ενάγουσας). Τα έξοδα ανέγερσης προήλθαν από τον κύριο Μ. (ενάγοντα) που εργαζόταν".
Σύμφωνα λοιπόν με όσα εκτέθηκαν παραπάνω η συμβολή του ενάγοντος στην ένδικη οικοδομή που αποτελεί την αύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά τη διάρκεια του γάμου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 69.233 ευρώ, που δικαιούται να απαιτήσει από αυτήν, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό των 99.035 ευρώ συνέβαλε στην οικοδομή η τελευταία.
Περαιτέρω, όσον αφορά τα κινητά πράγματα που αποτελούσαν τον εξοπλισμό της συζυγικής οικίας και τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης επαύξησαν την περιουσία του ενάγοντος κατά τη διάρκεια του γάμου, δίνοντάς της το δικαίωμα να αξιώσει τη συμμετοχή της σε αυτά, όπως προέκυψε, τα κινητά αυτά πράγματα είχαν παραληφθεί από την ίδια (εναγομένη) κατά την μετοίκησή της από τη ...
και την εγκατάστασή της στην ..., λόγω του εκεί διορισμού της ως καθηγήτριας (βλ. και την κατάθεση της μάρτυρα Α. Κ. που είπε: "Η αδελφή μου έφυγε για την ... και εκεί πήρε τα υπνοδωμάτια των παιδιών, τα κρεβάτια τους και τα γραφεία. Πήρε το ψυγείο που είχαν κοινό, την κουζίνα και ένα πλυντήριο πιάτων ... πήρε την τηλεόραση της κρεβατοκάμαρας ...
η αδελφή μου χρησιμοποιεί την ίδια οικοσκευή που πήρε όταν χρειάστηκε να μετακομίσει λόγω της δουλειάς της", αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα Θ. Σ. που είπε: "Η κυρία Κ. όταν πήγε στην ... πήρε όλη την οικοσκευή από τη ... ... . Απ' ό,τι γνωρίζω ο κύριος Μ. πήρε καινούργια οικοσκευή"). Σε κάθε περίπτωση δε, αν παρέμειναν στην κατοχή του ενάγοντος κάποια πράγματα του οικιακού εξοπλισμού, δεν προέκυψε με σαφήνεια η ταυτότητά τους αλλά ούτε η αξία τους.
Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι ο εξοπλισμός του φυσικοθεραπευτηρίου του ενάγοντος αποκτήθηκε αποκλειστικά με δικά της χρήματα, άλλως αυτή συνέβαλε στην αγορά του κατά το 1/3 της αξίας του, αυτός (ο ισχυρισμός) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κι αυτό διότι, όπως προεκτέθηκε, τα εισοδήματα της εναγομένης ήσαν πολύ μικρότερα από τα εισοδήματα που απεκόμιζε από την εργασία του ο ενάγων, αλλά ούτε και η πατρική οικογένειά της ήταν τόσο εύπορη ώστε να βοηθήσει οικονομικά τον ενάγοντα για την αγορά των μηχανημάτων του φυσιοθεραπευτηρίου του ενάγοντος, τα οποία άλλωστε αγοράσθηκαν μεταχειρισμένα χωρίς να καθίσταται επιπλέον δυνατός ο προσδιορισμός της ταυτότητας και της αξίας τους.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, ενώ, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε και έχει τις ως άνω σαφείς πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικώτερα, ως προς την αξία της οικοδομής δέχεται ότι αυτή ήταν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (3.4.2006) όση και κατά το χρόνο λύσεως του γάμου (15.11.2005), ενόψει του ότι μεταξύ των δυο αυτών ημερομηνιών μεσολάβησε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Ως προς την πληρωμή του ποσού των 23.033 ευρώ, εκ μέρους του ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχεται ότι αυτή έγινε από αποταμιεύσεις του.
Ως προς την απόκτηση του εξοπλισμού του φυσικοθεραπευτηρίου, δέχεται ότι η ήδη αναιρεσείουσα δεν συνεισέφερε κανένα ποσό, δηλαδή ότι δεν είχε καμία συμμετοχή (ούτε την τεκμαρτή) σε αυτή. Επομένως, ο πρώτος και τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, γιατί η κατανομή του βάρους αποδείξεως γίνεται με την προδικαστική απόφαση (ΑΠ 344/2007). Στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου η συζήτηση της υποθέσεως ήταν προφορική και οι διάδικοι προσκόμισαν, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά τους μέσα, με βάση τα οποία, αλλά και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 270 §§ 1 και 7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001 και ισχύει από 1.1.2002, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 2943/2001.
Συνεπώς, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ.13 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.6.2010 αίτηση της Α. Α. Κ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 198/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ