Supreme Court dismisses appeal on property transfer and forged document grounds, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to prove a document was forged and incorrectly assessed its content, but the court found these claims baseless. The court ruled that the lower court's evaluation of private documents falls within its exclusive authority and does not constitute a ground for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1033, 1045, 1051, 974, 559, 561, 339, 432, 176, 183 of the Civil Code and the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the distortion of a document's content is inadmissible if it merely reflects the appellate court's disagreement with the lower court's evaluation of evidence rather than a diagnostic error in interpreting the document's actual meaning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1752 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1752/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χαραλαμπόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Νικολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1904/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4635/2007, 8220/2007 (διορθωτικής της υπ' αριθμ. 4635/2007 του Εφετείου Αθηνών). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2008 αίτησή της και με τους από 12-2-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26-2-2009 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε με αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ. ΑΠ 11/1996). Δεν είναι πράγματα με την ανωτέρω έννοια οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν αμφισβήτηση της βαρύτητας ορισμένου αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 25/2002).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2002). Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενη τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της που πρόβαλε προς απόδειξη της ένστασης της περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, και δη ότι το επίδικο διαμέρισμα το αγόρασε μεν ο ενάγων αδελφός της και ήδη αναιρεσίβλητος στο όνομά του με δάνειο που έλαβε ως στρατιωτικός ποσού 300.000 δραχμών και με καταβολή του υπολοίπου τιμήματος των 600.000 δραχμών εκ μέρους του πατέρα τους και των τριών άλλων αδελφών της Λ1, Λ2 και Λ3, αλλ'ότι ο ενάγων αδελφός της ανέλαβε την υποχρέωση να της το μεταβιβάσει για την προίκισή της και ότι πράγματι από την αγορά του διαμερίσματος το έτος 1970 ο ενάγων μεταβίβασε σ' αυτήν τη νομή του και έτσι κατέστη κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Σχετικά η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του .... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Λάμπρου Βλάχου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων, στρατιωτικός ως προς το επάγγελμα (τότε Υπολοχαγός), αγόρασε, αντί τιμήματος 310.000 δρχ, ένα διαμέρισμα στο Δήμο Αθηναίων (ήδη στο ...), στη θέση ..., στη συνοικία ..., επί της οδού..., στην εκεί ευρισκόμενη πολυκατοικία.
Το διαμέρισμα αυτό βρίσκεται στον τέταρτο όροφο, με τα στοιχεία Δ1, περιγράφεται επακριβώς στο ως άνω συμβόλαιο ως προς τα όρια του, αποτελείται δε από τρία (3) κύρια δωμάτια πλέον των βοηθητικών χώρων. Το τίμημα καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από το ποσό του δανείου των 350.000 δρχ, που έλαβε ο ενάγων από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, συνταχθέντος του ...δανειστικού συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου.
Η τοκοχρεωλυτική δόση του δανείου ορίστηκε σε 2.221 δρχ, που παρακρατείτο από το μισθό του ενάγοντα. Οι δόσεις άρχισαν τον Ιούλιο του 1971 και η αποπληρωμή έγινε σε εικοσιπέντε χρόνια. Από το χρόνο αγοράς του το ως άνω διαμέρισμα παραχωρήθηκε, δυνάμει προφορικής συμβάσεως χρησιδανείου, άνευ ανταλλάγματος, για αόριστο χρόνο, για χρήση αυτού στην εναγομένη, ανύπανδρη αδελφή του ενάγοντα.
Παράλληλα, ο ενάγων, που λόγω του επαγγέλματος του διέμενε εκτός Αθηνών (στην Κύπρο, τη Θράκη, τα νησιά) διέμενε σ' αυτό όταν περνούσε από την Αθήνα, έχοντας μόνιμα αφήσει πράγματά του στο σπίτι αυτό, κρατώντας και κλειδιά αυτού. Μετά την αγορά του ακινήτου παντρεύτηκε, οπότε, όταν μετέβαινε στην Αθήνα με την οικογένεια του και τα τρία παιδιά του, έμεναν στο σπίτι αυτό.
Ποτέ με καμιά ενέργειά του δεν εξωτερίκευσε βούληση ότι δεν είναι αυτός κύριος του ακινήτου αυτού και ότι κυρία αυτού είναι η εναγομένη, ούτε είχε δημιουργήσει αυτός με κάποιο τρόπο τέτοια πεποίθηση στην εναγομένη. Όταν αγοράστηκε το διαμέρισμα, (τότε ο ενάγων ήταν ανύπαντρος) είχαν συζητήσει με τον πατέρα του και τους τρείς αδελφούς του ότι εάν η εναγομένη αδελφή τους συνάψει γάμο, τότε ο ενάγων θα της το μεταβιβάσει ως προίκα και αυτός σε αντάλλαγμα θα λάβει κτήμα από την πατρική περιουσία στο χωριό τους, το .....
Όλοι, όμως , γνώριζαν ότι αυτό ανήκει στον ενάγοντα και ότι αυτός πληρώνει τις δόσεις του δανείου από τον μισθό του, καθώς και ότι ο αδελφός τους αυτός συντηρεί πλέον δική του οικογένεια με έναν μισθό, από τον οποίο καταβάλει δόσεις δανείου. Ο ενάγων έμεινε ένα μεγάλο διάστημα οκτώ μηνών στην Αθήνα για να παρακολουθήσει σχολή , επίσης οι κόρες του έμειναν σ' αυτό, η μία για ένα χρόνο, για προετοιμασία πανελληνίων εξετάσεων, και η άλλη τρία χρόνια για σπουδές στο Γαλλικό Ινστιτούτο.
Το ίδιο χρονικό διάστημα έμενε εκεί και η εναγομένη, που ποτέ με κανένα τρόπο δεν εξωτερίκευσε βούληση ότι νέμεται σαν κυρία το διαμέρισμα. Η εναγομένη κατέβαλε δαπάνες κοινοχρήστων το διάστημα που έμενε εκεί, ο δε ενάγων τις δαπάνες συντηρήσεως. Επίσης ο ενάγων το δήλωνε στα έντυπα της Εφορίας ως ιδιοκτησία του, στην δε αναλυτική κατάσταση μισθωμάτων, προς την Εφορία (δήλωνε) ότι αυτό έχει παραχωρηθεί δωρεάν.
Επίσης το δήλωσε ως κύριος στο κτηματολόγιο του Δήμου .... Αφού αποπληρώθηκαν οι δόσεις του δανείου, συντάχθηκε η... πράξη εξόφλησης κεφαλαίου και τόκων της συμβολαιγράφου Αθηνών Αικ. Βάκκα - Αντωνίου και εξαλείφθηκε η υποθήκη, που είχε γραφεί σ' αυτό υπέρ του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Στις 9-10-1999 ο ενάγων ζήτησε από την εναγομένη να του αποδώσει τη χρήση του ως άνω διαμερίσματος, αυτή αρνήθηκε, δημιουργήθηκε δε επεισόδιο ανάμεσα τους, που καταγράφηκε στο δελτίο συμβάντων της Άμεσης Δράσης Αττικής.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι έχει γίνει κυρία του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, γιατί το νέμεται και το κατέχει με διάνοια κυρίας περισσότερο από είκοσι έτη, καθόσον ο αδελφός της-ενάγων, αγόρασε αυτό τυπικά στο όνομα του, επειδή μόνον αυτός μπορούσε να λάβει δάνειο, ουσιαστικά όμως αγοράστηκε γι' αυτήν, για προίκα της και ως κυρία εγκαταστάθηκε σ' αυτό και διέμενε όλα αυτά τα χρόνια.
Ο ισχυρισμός της αυτός, συνεχίζει το Εφετείο, αποδεικνύεται αβάσιμος από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Συγκεκριμένα αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρος Σ1 (συζύγου του ενάγοντα), η οποία κατέθεσε ότι ο ενάγων πλήρωσε όλο το τίμημα με τις δόσεις του δανείου και ότι θα το μεταβίβαζε στην αδελφή του - εναγομένη , εάν αυτή παντρευόταν και στην περίπτωση αυτή θα του μεταβίβαζαν κτήμα από την πατρική περιουσία.
Αυτά δεν αναιρούνται από την κατάθεση του αδελφού των διαδίκων Λ3 (ο ίδιος εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά και στο Ειρηνοδικείο, στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων ανάμεσα στους διαδίκους). Ο ανωτέρω κατέθεσε ότι ο ενάγων πλήρωσε τις δόσεις του δανείου, ότι αν ο ενάγων το μεταβίβαζε σαν προίκα στην εναγομένη, θα του μεταβίβαζαν σαν αντάλλαγμα κτήμα επτά στρεμμάτων από την πατρική περιουσία.
Επίσης, δεν αναιρείται η κατάθεση της Σ1 από την ένορκη βεβαίωση της μικρότερης αδελφής των διαδίκων ..., η οποία κατέθεσε ότι 300.000 από το τίμημα του διαμερίσματος κατέβαλε ο ενάγων με το δάνειο και 300.000 ο πατέρας και τα υπόλοιπα αδέλφια χωρίς ανάλυση του ποσού των 300.000 δρχ., ενώ ο αδελφός της Λ3 , που υποτίθεται ότι συνέβαλε οικονομικά στην αγορά του διαμερίσματος, αρχικά δεν θυμόταν το ακριβές ποσό του τιμήματος και ούτε αναφέρθηκε σε λεπτομέρειες σχετικά με τα ποσά, που έδωσε κάθε αδελφός και ο πατέρας.
Τέλος δεν αποδεικνύεται ο αναφερθείς ισχυρισμός της εναγομένης από το από 23.3.1975 ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει την επικεφαλίδα προικοσύμφωνον", το οποίο υπογράφουν ο πατέρας και τα τέσσερα αδέλφια της εναγομένης (μεταξύ των οποίων ο ενάγων και ο μάρτυρας Λ3). Το έγγραφο αυτό είναι γραμμένο με το χέρι και αναγράφει ότι ο υπογεγραμμένος Π1 διαθέτει ως προίκα στη θυγατέρα του Χ1 την κάτωθι περιουσία: 1)έναν ελαιώνα 2 1/2 στρεμμάτων, 2) ένα περιβόλι με πορτοκαλιές δύο στρεμμάτων, (αμφότερα στην επαρχία), γ)ένα διαμέρισμα τριών δωματίων κλπ επί της οδού ... (το επίδικο).
Στη συνεχεία, αναγράφει ότι υποχρεώθηκε ο γυιός του Ψ1 (ενάγων) να πάρει δάνειο για την αγορά του διαμερίσματος "και συμπληρώνοντας οι υπόλοιποι προέβημεν στην αγορά", ότι εγράφη αυτό στο όνομα του Ψ1, (δηλ, του ενάγοντος), γιατί το δάνειο ήταν στο όνομά του και για να αποφύγουν επιπλέον έξοδα, φόρους κλπ με σκοπό να γίνει προικοδότηση στηνΧ1 (εναγομένη), και ότι το έγγραφο αυτό συνετάγη για να μην υπάρξει καμία διαφωνία.
Είναι προφανές ότι το έγγραφο αυτό εκφράζει την επιθυμία του πατέρα να εξασφαλίσει την ανύπαντρη κόρη του, κατά τα λοιπά, όμως, αποδεικνύει ότι το τίμημα του διαμερίσματος πληρώθηκε αποκλειστικά από το δάνειο, που έλαβε ο ενάγων, επιπλέον χρήματα, εκτός των αναγραφομένων στο πωλητήριο συμβόλαιο, δεν εδόθησαν σαν τίμημα, γιατί τότε είναι προφανές ότι θα γινόταν σαφής αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά καθώς και στο άτομο, που τα κατέβαλε.
Επίσης από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται ότι όλοι γνώριζαν ότι ο κύριος του διαμερίσματος ήταν ο ενάγων, ότι αυτός δεν είχε δημιουργήσει σε κανέναν την πεποίθηση ότι αποξενώθηκε από το δικαίωμα νομής και κυριότητάς του υπέρ της εναγομένης, γι' αυτό ο πατέρας τους επιθυμούσε αυτήν τη μεταβίβαση. Τα αναφερθέντα υπέρ του ενάγοντα αποδεικτικά στοιχεία ενισχύονται και από τις ...., ..../2006 ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη Αθηνών, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Δεν είναι λογικό ο ενάγων να λάβει δάνειο, για το οποίο παρακρατούνται δόσεις από το μισθό του επί είκοσι πέντε χρόνια, για να αγοράσει διαμέρισμα για προίκα της αδελφής του, ενόψει του ότι αυτός, χωρίς να έχει άλλα εισοδήματα πέραν του μισθού του, συντηρεί οικογένεια με τρία παιδιά, υπάρχουν δε εκτός αυτού, άλλα τρία αδέλφια υγιή και ήδη με καλή οικονομική κατάσταση και πατέρας εν ζωή, για να ενδιαφερθούν και αυτοί για την εναγομένη.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στην πατρική οικογένεια υπήρχε μία ακόμα μικρότερη αδελφή, η οποία παντρεύτηκε το 1980 και πήρε προίκα μόνο κτήματα στην επαρχία. Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι με βάση τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατείχε το επίδικο διαμέρισμα στο όνομα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, δηλαδή ασκούσε νομή σ' αυτό όχι για δικό της λογαριασμό αλλά για λογαριασμό εκείνου, που δεν έπαυσε να είναι νομέας και κατά συνέπεια δεν έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αλλά κύριος αυτού έγινε ο ενάγων παραγώγως και πρωτοτύπως.
Έτσι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τους έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμους και επομένως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις, που περιέχονται στον ίδιο αυτό λόγο, με τις οποίες πλήττεται η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων και προβάλλονται επιχειρήματα, τα οποία κατατείνουν στην άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, αυτοτελώς λαμβανόμενες ως λόγος αναίρεσης από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες, διότι δεν αποτελούν <πράγματα>, κατά την πιο πάνω έννοια.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος τους, και με το δεύτερο πρόσθετο λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα το από ...
προικοσύμφωνο, το οποίο υπέγραψε ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος μαζί με τον πατέρα τους Π1 και τα αδέλφια τους Λ1, Λ2 και Λ3 και το οποίο νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη της προβληθείσας ένστασής της περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου. Από την περιεχόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη <και τα έγγραφα, που με νόμιμη επίκληση προσκομίστηκαν, είτε αναγράφονται αναλυτικά παρακάτω είτε όχι>, και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο μάλιστα ρητά μνημονεύει στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1038/2008). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί πλαστότητας του από 23-3-1975 προικοσυμφώνου χωρίς να προσαχθεί καμία απόδειξη. Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν είχε περιλάβει στην απόφασή του παραδοχή περί πλαστότητας του πιο πάνω εγγράφου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, έγγραφο αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 484/1997).
Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αφού στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο.
Έτσι, δεν εφαρμόζεται η διάταξη, όταν το δικαστήριο εκτιμά ιδιωτικό έγγραφο διαφορετικά από τον διάδικο (ΑΠ 1353/1993). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της κύριας αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, και τον πρώτο πρόσθετο λόγο προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του από 23-3-1975 ιδιωτικού προικοσυμφώνου, που νόμιμα είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της ένστασής της περί ιδίας κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση από το Εφετείο του παραπάνω εγγράφου, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, κατά τον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπο, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2008 αίτηση και τους από 12-2-2009 πρόσθετους λόγους της Χ1 για αναίρεση της 463/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 8220/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ