Supreme Court dismisses appeal regarding court's ex officio application of statute of limitations against public hospital.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss her claims against the Western Attica Public Hospital. The appellant argued the court erred by applying the statute of limitations ex officio, but the court held this is a mandatory duty for public entities to prevent unjust enrichment. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 52(3) of Law 496/1974; Article 106 of the Code of Civil Procedure: The court may ex officio apply the statute of limitations against public bodies and public foundations to prevent unjust enrichment, a measure that does not violate the right to a fair trial or property rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1752 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1752/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου Δυτικής Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ.), νόμιμα εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδριανόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1174/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 5748/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2001 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, διάβασε την από 26-3-2002 έκθεση του Αρεοπαγίτη Χαραλάμπους Γεωργακόπουλου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε ν' απορριφθούν όλοι οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη μη νόμιμο ισχυρισμό ο οποίος δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου από τα άρθρα 321, 322 και 324 του ΚπολΔ. προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση παράγεται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό εκείνου της δίκης που προηγήθηκε έχει όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Το δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος δικαστική απόφαση. Δεν παράγεται όμως δεδικασμένο και ως προς την αφετηρία των δικονομικών τόκων που αποτελούν αντικείμενο της νέας δίκης διότι το κεφάλαιο αυτό δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη αλλά εξαρτάται μόνο από τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων στη νέα δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα αγωγικό ισχυρισμό ότι παράγεται δεδικασμένο για την υπό κρίσιν διαφορά από την υπ' αριθμ. 4240/1995 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων με την οποία κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι οι επιδικασθείσες στην τότε ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα διαφορές αποδοχών οφείλονται εντόκως από την επίδοση της αγωγής παρά τον περιορισμό του αιτήματος της σε αναγνωριστικό.
Ο ισχυρισμός αυτός όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν ήταν νόμιμος. Άρα η παραθεώρηση του από το Εφετείο δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλομένη από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚπολΔ διότι δεν δέχτηκε ότι παράγεται δεδικασμένο προς το ανωτέρω ζήτημα από την άνω απόφαση είναι απορριπτέος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αφού το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας και η σχετική πλημμέλεια της προσβαλλομένης ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου κατά τα προεκτεθέντα.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.που ορίζει ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού πρόσωπου ανέρχεται σε 6% ετησίως και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346 ΑΚ και 221 παρ.1γ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την έναρξη της υποχρεώσεως των Ν.Π.Δ.Δ.να καταβάλουν τόκους επί των οφειλών τους, δεν αρκεί εξώδικη όχληση του δανειστή αλλ1 απαιτείται να γίνε.
επίδοση της σχετικής αγωγής, η οποία και μόνο ως διαδικαστική πράξη συνεπάγεται την τοκογονία των ληξιπρόθεσμων χρεών τους. Η αγωγή αυτή πρέπει να είναι καταψηφιστική και δεν αρκεί η απλώς αναγνωριστική, αφού η τελευταία δεν ενέχει όχληση προς εκπλήρωση της παροχής. Εξάλλου, αν ο ενάγων περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ο περιορισμός αυτός, που συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, έχει ως συνέπεια να θεωρείται η αγωγή, ότι, δεν ασκήθηκε ποτέ ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, σύμφωνα με τα άρθρα 294 και 295 ΚΠολΔ, και συνακόλουθα ότι δεν έγινε η απαιτούμενη από το άρθρο 7 παρ.2 του Ν Δ 496/1974 επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (Ολ.
ΑΠ 7/2000). Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι δεν οφείλονται στον αναιρεσείοντα τόκοι υπερημερίας από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα αυτής σε αναγνωριστικό, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν .Δ. 496/1974 και είναι γι' αυτό αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο αναιρεσείων περιόρισε μόνο το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό και δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα του να λάβει τόκους από της επιδόσεως της αγωγής, είναι απαράδεκτος, αφού η μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αποτελεί διαδικαστική πράξη η οποία, εφόσον γίνει εγκύρως, συνεπάγεται αμέσως τις οριζόμενες στο νόμο (αρθρ. 295 ΚΠολΔ) δικονομικές έννομες συνέπειες, τις οποίες δεν μπορούσε να περιορίσει με τη δήλωση του περί παραιτήσεως ο αναιρεσείων, ώστε ο ισχυρισμός του για περιορισμό των εν λόγω συνεπειών να αποτελεί "πράγμα" με την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Τέλος η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ΝΔ. 496/1974 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 28 παρ.1α του Συντάγματος και 6 παρ.1 της-Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950 διότι η θεσπισθείσα απ1 αυτήν κατά παρέκκλισιν των άρθρων 221 παρ.1 γ ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ υποχρέωση καταβολής τόκων από τα Ν.Π.Δ.Δ. μόνον από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε οι εκπρόσωποι και τα λοιπά αρμόδια όργανα αυτών να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον τους απαιτήσεων, και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπιση τους, περαιτέρω δε με την παρέκκλιση αυτή δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας που εξασφαλίζει το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.
σε κάθε πρόσωπο. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως (σκέλος ε) από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ.
Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ.3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ν.π. που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.
Η θεσπιζόμενη με τις παραπάνω διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή και μεγαλύτερος από τον χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων (αρθρ. 250 παρ.6 και 17 ΑΚ, 289 παρ.1 ΚΙΝΔ) και μικρότερος από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου ΝΔ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του ν. π. κατά τρίτων είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από τη φύση των πιο πάνω αξιώσεων και την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ. (πρβλ.
Ολ. ΣτΕ 2156/1998). Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, και εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα που αποτελούν αντικείμενο εκκρεμών δικών, με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής αυτών και όχι να θεσπίζει κανόνες που θα καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους.
Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αξιούμενες με την ένδικη αγωγή διαφορές αποδοχών της αναιρεσείουσας που γεννήθηκαν μέχρι της 31/12/1994 είχαν παραγραφεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της ανωτέρω αγωγής της, λόγω συμπληρώσεως διετίας από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της παραπάνω διατάξεως είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ένδικο μέσο).
Επομένως τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, στοιχειοθετεί και η παραδοχή ενστάσεως που δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε νομίμως εκτός αν πρόκειται για ένσταση που μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Τέτοια ένσταση είναι και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ 496/1974 ένσταση παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων των υπαλλήλων του, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ.
γ' του ίδιου ΝΔ ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η ως άνω ρύθμιση δεν είναι καταρχήν, αντίθετη προς το άρθρο 106 Κ. Πολ.Δ που ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια η διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτή αρχή της διαθέσεως και της συζητήσεως "αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".
Εξάλλου, η αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια που ισχύει για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ.και θεσπίσθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος, προκειμένου να αποτραπεί η τυχόν υπαίτια ή και ανυπαίτια παράλειψη των εκπροσώπων τους να προτείνουν ένσταση, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 110 παρ. 1 Κ.
Πολ.Δ, 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα να παρίσταται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως, να αναπτύσσουν τις απόψεις τους και να δικάζονται δίκαια και αμερόληπτα. Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν παραβλάπτει το δικαίωμα των αντιδίκων του Ν.Π.Δ.Δ.
να προβάλλουν όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής. Τέλος, η ως άνω διάταξη του άρθρου 52 παρ. 3 του Ν.Δ 496/1974 δεν είναι αντίθετη και με τις διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, που αποτελούν αντικείμενο εκκρεμών δικών, με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής αυτών και όχι να θεσπίζει γενικώς κανόνες για την παραγραφή των αξιώσεων και την αυτεπάγγελτη ή μη λήψη αυτής υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπόθεση, το Εφετείο δέχτηκε ότι οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας του διαστήματος μέχρι 31/12/1994 είχαν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 τ ου ΝΔ 496/1974, την οποία έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 52 εδ. γ' του άνω Ν.Δ. και απέρριψε την αγωγή της ως προς το κονδύλιο αυτό.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο και μάλιστα κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων ή και αυτής . του άρθρου 536 Κ. Πολ.Δ, την ως άνω παραγραφή και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ., όπως υποστηρίζει αβάσιμα η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται στον αριθμό 4 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/08/2001 αίτηση της Χ για αναίρεση της 5748/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700, 00 €) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ