Supreme Court dismisses bank appeals on abuse of right grounds, rejecting claims of bad faith in debt acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed three appeals filed by banks against a final judgment on a debt acquisition case. The appellants argued that the respondent bank acted in bad faith, but the court found their claims to be mere commercial choices rather than legal violations. Consequently, the appeals were rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The exercise of a right is not abusive merely because the opposing party suffers damage, unless such damage is combined with other circumstances proving bad faith or improper intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1751 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1751/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Αλλοδαπής Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "UNICREDIT BANK A.G." (πρώην "BAYERISCHE HYPO UND VEREINSBANK AG"), που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "HSBC BANK PLC", που εδρεύει στην Μεγάλη Βρετανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χαιρόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Αλλοδαπής Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "UNICREDIT BANK A.G." (πρώην "BAYERISCHE HYPO UND VEREINSBANK AG"), που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου και κατέθεσε προτάσεις.
Γ. Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "TINOLA HOLDINGS S.A.", που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "VALEBAND LIMITED", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σιαφάκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Αλλοδαπής Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "UNICREDIT BANK A.G." (πρώην "BAYERISCHE HYPO UND VEREINSBANK AG"), που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/2014 αγωγή της υπό στοιχεία Α, Β και Γ ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3559/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1994/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 23/7/2021 αίτησή της, η υπό στοιχείο Β η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2021 αίτησή της και οι υπό στοιχείο Γ αναιρεσείουσες με την από 30/6/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος τη υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 839/2024, ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 517/2023, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 1582/2022, ΑΠ 855/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, συζητήθηκαν οι εξής αιτήσεις αναίρεσης: α) η από 23-7-2021 (αρ. καταθ. ...-2021) αίτηση της δεύτερης εναγομένης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία, "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", β) η από 21-7-2021 (αρ. καταθ. ...-2021) αίτηση της πρώτης εναγομένης, τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "HSBC Bank plc" και γ) η από 30-6-2021 (αρ.
καταθ. ...-2021) αίτηση των, πέμπτης και έκτης των εναγομένων, εταιριών με τις επωνυμίες, "TINOLA HOLDINGS S.A." και "VALEBAND LIMITED", αντίστοιχα, κατά της αναιρεσίβλητης, αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία, "UNICREDIT BANK A.G.", για αναίρεση της με αριθμό 1994/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.
Οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης, στρεφόμενες κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι, η διεξαγωγή της δίκης. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Η ενάγουσα, αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία, "UNICREDIT BANK A.G.", ήδη αναιρεσίβλητη και στις τρεις ως άνω αναιρέσεις, άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ένδικη, από 5-8-2014 αγωγή της, κατά των εναγοµένων, ήδη αναιρεσειουσών, "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "HSBC Bank plc", "TINOLA HOLDINGS S.A." και "VALEBAND LIMITED", και κατά των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. (ως οιονεί καθολικής διαδόχου της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") και "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Α.Ε", µε την οποία ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Ότι με την από 24-10-2006 έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας µε την επωνυµία, "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΑΡΤΟΠΟ
ΙΙΑΣ - ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ - ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Β.Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο, "NUTRIART A.E.B.E.", (πρώην "ΥΙΟΙ ... Α.Β.Ε.Ε.") (στο εξής η εκδότρια ή η εκδότρια εταιρία), αποφασίστηκε η έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου, ύψους 35.000.0000 ευρώ, σύµφωνα δε µε τους όρους του δανείου, όπως αυτοί καθορίστηκαν από την παραπάνω απόφαση της γενικής συνέλευσης, σε συνδυασμό µε την από 8-12-2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ίδιας εταιρίας, το ανώτατο ποσό του κεφαλαίου του δανείου θα εκδιδόταν σε δύο σειρές, διαιρούµενο σε 2.500.000 ονομαστικές ομολογίες σειράς Α' και δυνάµενο επίσης να διαιρεθεί σε 1.000.000 κατ' ανώτατο όριο ονομαστικές οµολογίες σειράς Β', ονομαστικής αξίας 10 ευρώ της καθεµίας οµολογίας.
Ότι οι ομολογίες σειράς Α', συνολικής ονομαστικής αξίας 25.000.000 ευρώ, εκδόθηκαν στις 15-12-2006 και καλύφθηκαν, κατά τα εκτιθέµενα στην αγωγή ποσοστά και ποσά, από τις επτά Τράπεζες που αναφέρονται στην αγωγή, (μεταξύ των οποίων οι αναιρεσείουσες και η αναιρεσίβλητη). Ότι η Εκδότρια, στις 29-12-2008 και καθώς δεν είχε καταβάλει την τρίτη δόση του δανείου, παραχώρησε υποθήκη σε ακίνητά της, για την ασφάλεια των απαιτήσεων των ομολογιούχων.
Ότι έκτοτε η Εκδότρια εμφάνισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, που καθιστούσαν δυσχερή την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από το οµολογιακό δάνειο έναντι των ομολογιούχων, αλλά και την εκπλήρωση των λοιπών υποχρεώσεών της, έναντι άλλων πιστωτών. Ότι οι ομολογιούχοι - πλην της ενάγουσας και της επίσης ομολογιούχου Τράπεζας, "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", καθώς και άλλοι πιστωτές της εκδότριας, συμφώνησαν µε την εκδότρια να συμμετάσχουν στη συνολική χρηµατοοικονοµική αναδιάρθρωσή της και στο πλαίσιο αυτό υπογράφηκε σχετική συμφωνία στις 2-8-2011, η οποία τροποποιήθηκε στη συνέχεια µε τις από, 7-11-2011 και 21-1-2013, πρώτη και δεύτερη πρόσθετη πράξη, αντίστοιχα.
Ότι στην αρχική συμφωνία αναδιάρθρωσης, καθώς και στις μεταγενέστερες πρόσθετες αυτής πράξεις, περιλήφθηκε συμφωνία εξαγοράς, από τις αναφερόμενες εταιρίες (μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσείουσες), του μεριδίου της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) στο οµολογιακό δάνειο, καθώς και του μεριδίου της επίσης ομολογιούχου Τράπεζας, "ΓΕΝΙΚΗ", οι οποίες (αναιρεσίβλητη και "ΓΕΝΙΚΗ"), όπως προεκτέθηκε, δεν επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στην αναδιάρθρωση και υπέγραψαν τα συμφωνητικά της αναδιάρθρωσης µόνο για το σκοπό της πώλησης των ομολογιών τους.
Ότι, το ποσό που συμφωνήθηκε να λάβει η ενάγουσα για την πώληση των ομολογιών της στις αγοράστριες εταιρείες ανερχόταν συνολικά σε 754.856,320 ευρ? και αντιστοιχούσε στο 70% της ονομαστικής αξίας του ανεξόφλητου υπολοίπου της συµµετοχής της ενάγουσας στο οµολογιακό δάνειο. Ότι η μεταβίβαση των οµολογιών της (ενάγουσας) προς τις αγοράστριες των ομολογιών αυτών και η καταβολή του τμήματος από τις αγοράστριες στην ενάγουσα (κατά την αναγραφόµενη στην αγωγή αναλογία για κάθε αγοράστρια), συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι θα ήταν ανεξάρτητα από την ολοκλήρωση ή µη της αναχρηµατοδότησης της εκδότριας και ότι θα γινόταν (µετά από παρατάσεις) µέχρι τις 31-1-2013.
Ότι, ωστόσο, οι αγοράστριες διαρκώς µετέθεταν µε προσχηµατικές δικαιολογίες, την ηµεροµηνία παραλαβής των ομολογιών της ενάγουσας και καταβολής του τιµήµατος σε αυτήν, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, που προσέφερε τις ομολογίες της στις αγοράστριες. Ότι, στις 21-6-2013, η Εκδότρια υπέβαλε αίτηση πτώχευσής της, η οποία έγινε δεκτή µε την 1142/31.10.2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που όρισε ως ηµεροµηνία παύσης των πληρωμών, τις 21-6-2013.
Ότι η εκπρόσωπος των ομολογιούχων ("ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Α.Ε"), µε το από 24-1-2014 εξώδικό της προς την Εκδότρια, κατάγγειλε το οµολογιακό δάνειο. Ότι η άνω συμφωνία μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και των αγοραστριών των ομολογιών της, αποτελούσε οριστική σύμβαση πώλησης των ομολογιών και επομένως ότι οι τελευταίες είχαν, ήδη από τις 31-1-2013, συμβατική υποχρέωση, παραλαμβάνοντας τις ομολογίες τις οποίες τους προσέφερε η ενάγουσα, να της καταβάλουν το τίµηµα της πώλησης αυτών (καθεµία κατά τη συμφωνηθείσα αναλογία).
Επικουρικά δε η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι, ακόµα και αν γινόταν δεκτό ότι η συμφωνία μεταξύ εκείνης και των εναγομένων δεν αποτελούσε οριστική σύμβαση πώλησης των ομολογιών, αυτή αποτελούσε προσύμφωνο πώλησης των ομολογιών, µε βάση το οποίο οι τελευταίες είχαν την υποχρέωση, ήδη από τις 31-1-2013, να προβούν στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης και στο πλαίσιο αυτής να της καταβάλουν το συμφωνημένο τίµηµα.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόµενες, (μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσείουσες), υποχρεούνται να της καταβάλουν, µε το νόµιµο τόκο, τα αναφερόμενα ποσά, ως τίµηµα της καταρτισµένης μεταξύ τους, οριστικής σύμβασης πώλησης των ομολογιών. Επικουρικά δε ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόµενες είναι υποχρεωµένες να προβούν σε δήλωση βούλησης για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης των ομολογιών, µεταξύ αυτής (πωλήτριας) και εκείνων (αγοραστριών).
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 3559/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η συμφωνία µεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων δεν ήταν οριστική σύμβαση πώλησης των ομολογιών, αλλά προσύμφωνο πώλησης των ίδιων ομολογιών, απέρριψε την αγωγή ως προς το κύριο αίτημά της, για την καταβολή του τιµήµατος πώλησης των ομολογιών, ενώ δέχθηκε την αγωγή, ως προς το επικουρικό της αίτημα, που αφορούσε την καταδίκη των εναγομένων σε δήλωση βούλησης για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης των ομολογιών, αναγνωρίζοντας, ειδικότερα, ότι οι δεύτερη, πρώτη, πέμπτη και έκτη των εναγομένων (ήδη αναιρεσείουσες), υποχρεούνται να προβούν σε δήλωση βούλησης αναφορικά µε την πώληση και µεταβίβαση σε αυτές, από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), του μεριδίου συµµετοχής της στο κοινό οµολογιακό δάνειο της εκδότριας.
Κατά της απόφασης αυτής και κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή, οι αναιρεσείουσες (δεύτερη, πρώτη, πέμπτη και έκτη των εναγομένων), άσκησαν εφέσεις, επί των οποίων μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις. Την αναίρεση της απόφασης αυτής, επιδιώκουν οι ως άνω εναγόμενες, με τις πιο πάνω (τρεις) αιτήσεις αναίρεσης. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά άρθρο 202 του ΑΚ, αν με την δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό, παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση. Η πλήρωση δηλαδή της διαλυτικής αίρεσης έχει ως συνέπεια την ανατροπή των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας και την υποχρέωση των μερών να επιστρέψουν τις εκατέρωθεν δοθείσες παροχές, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 1658/2024, ΑΠ 1315/2022, ΑΠ 1099/2022, ΑΠ 1616/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 166 του ΑΚ, προσύμφωνο είναι η προκαταρκτική ή προπαρασκευαστική σύμβαση, με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη (ή και μόνο το ένα από αυτά) δεσμεύονται να συνάψουν συγκεκριμένη οριστική σύμβαση μεταξύ τους ή με τρίτο πρόσωπο και η οποία, σε περίπτωση αθέτησής της, παρέχει στο αντισυμβαλλόμενο μέρος αγώγιμη αξίωση για καταδίκη σε δήλωση βούλησης για την κατάρτιση της προσυμφωνημένης δικαιοπραξίας, οπότε με την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης θεωρείται, αυτοδικαίως και κατά νομικό πλάσμα, ως γενομένη η δήλωση βούλησης και τελεσμένη η προσυμφωνημένη δικαιοπραξία.
Υπό την έννοια αυτή, το προσύμφωνο εμφανίζει αυτοτέλεια σε σχέση με την οριστική σύμβαση, στην οποία και αποβλέπει, παράγουσα δεσμευτικότητα για τα μέρη, ως προς τα συμφωνηθέντα και όχι τμήμα της οριστικής σύμβασης ή προστάδιο κατάρτισής της, ιδρύοντας ως συμβατική υποχρέωση αυτήν της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης (ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 93/2022, ΑΠ 1306/2019, ΑΠ 825/2019, ΑΠ 710/2018, ΑΠ 945/2017).
Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής σύμβασης επιφέρει απόσβεση της από το προσύμφωνο ενοχής. Η εκπλήρωση αυτής, σε ορισμένο χρονικό σημείο ή εντός ορισμένης προθεσμίας, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής. Ο χρόνος, κατά τον οποίο ή εντός του οποίου, πρέπει να καταρτιστεί η κύρια σύμβαση είναι δυνατόν να καθορίζεται από το νόμο η από τη δικαιοπραξία, ειδικά δε όσον αφορά το προσύμφωνο, η πρακτική σημασία του ζητήματος καθορισμού του χρόνου κατά τον οποίο θα συναφθεί η κύρια σύμβαση συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή.
Όσον αφορά τη συνέπεια σχετικά με την άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής σύμβασης εκ μέρους, είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των συμβαλλομένων μερών. Έτσι, η εν λόγω προθεσμία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, έχει απλά το χαρακτήρα προθεσμίας εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου.
Και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής και μέχρι τη συμπλήρωση της παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής σύμβασης (ΑΠ 16/2022, ΑΠ 257/2021, ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 297/2016).
Περαιτέρω, εφόσον το ως άνω άρθρο (166 ΑΚ), δεν διαλαμβάνει ειδικές διατάξεις, που να διέπουν το προσύμφωνο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζονται αναλογικά επί των σχέσεων που πηγάζουν από αυτό, οι κανόνες των άρθρων 380-382 ΑΚ, που αφορούν όλες τις συμβάσεις (ΑΠ 590/2017) ή οι διατάξεις της ειδικής κατηγορίας στην οποία υπάγεται ορισμένη σύμβαση (ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 568/2014, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 2356/2009).
Έτσι σε περίπτωση προσυμφώνου πώλησης έχουν εφαρμογή τόσον οι γενικές διατάξεις για την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, όσο και οι ειδικές διατάξεις της συγκεκριμένης σύμβασης, όπως εκείνες που αφορούν στην ευθύνη του πωλητή για νομικά ή πραγματικά ελαττώματα και για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων (ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 708/2016).
Ακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 521/2023, ΑΠ 1096/2022).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον άνω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων, 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, μολονότι διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1041/2018).
Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 836/2022, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015). Η κρίση δε του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 836/2022, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017).
Επίσης, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 334/2023, ΑΠ 1595/2022, ΑΠ 301/2022, ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1123/2019, ΑΠ 1563/2018, ΑΠ 432/2016).
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας (ΑΠ 257/2021). Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, καθώς και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος (ΑΠ 1075/2023, ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016, ΑΠ 934/2014).
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Το ίδιο δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 1075/2023, ΑΠ 257/2021, ΑΠ 1595/2022). Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 679/2018, ΑΠ 374/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023).
Επίσης, εκ πλαγίου παραβιάζονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βούλησης ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται, και ούτε προκύπτει, αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, καθώς και όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση που προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να εκθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων (ΑΠ 301/2022, ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 10/2015), έστω και αν παρέπεμψε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 61/2021, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1360/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1551/2024, ΑΠ 1544/2022, ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1329/2021, ΑΠ 265/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο και των τριών ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, κατά τα σχετικά μέρη του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, με τις αιτιάσεις ότι, α) προέβη στην ερμηνεία του όρου με στοιχεία 3.2 του από 2-8-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης της εκδότριας εταιρίας των ένδικων ομολογιών, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς τους, προβλέπει την αυτοδίκαιη παύση του συνόλου των περιεχομένων στην ένδικη σύμβαση δεσμεύσεων, σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας του ομολογιακού δανείου, παρά το γεγονός ότι οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων όπως αποτυπώθηκαν στον όρο αυτό, ήταν σαφείς, β) η ερμηνεία στην οποία κατέληξε ότι δηλαδή ο πιο πάνω όρος αφορά μόνο τη συμφωνία χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης της εκδότριας των ομολογιών και όχι και τη συμφωνία εξαγοράς των ένδικων ομολογιών της αναιρεσίβλητης, δεν είναι σύμφωνη με την καλή πίστη, ούτε με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, και επιπλέον, γ) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά την ερμηνεία στην οποία προέβη, καθόσον δεν διευκρινίζεται, και ούτε προκύπτει από την απόφαση, η ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε, ενώ παραλείπει να εκθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων.
Επιπλέον, με το δεύτερο λόγο και των τριών ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, κατά τα σχετικά μέρη του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 185, 189, 192, 195, 361 ΑΚ και αυτές των άρθρων 330, 340, 341 ΑΚ, με τις αιτιάσεις ότι, α) αν και δέχθηκε ότι για την πραγματοποίηση της εξαγοράς, ο χρόνος της οποίας με τη δεύτερη πρόσθετη πράξη είχε οριστεί για τις 31-1-2013, ορίζονταν νέες ημερομηνίες, οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς τους συνιστούν παρατάσεις της προθεσμίας κατάρτισης της οριστικής σύμβασης της εξαγοράς και τροποιήσεις του περιεχομένου της δεύτερης πρόσθετης πράξη, ακολούθως έκρινε εσφαλμένα ότι με τις παρατάσεις αυτές, δεν υπήρξε άρση της υπερημερίας τους, ούτε τροποποίηση της δεύτερης πρόσθετης πράξης, αναφορικά με το χρόνο πραγματοποίησης της εξαγοράς και β) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τις οχλήσεις της αναιρεσίβλητης, παραλείποντας την αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει το σαφές και ορισμένο των οχλήσεων αυτών.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος, τα ακόλουθα: "......
ΙΙΙ.1. Η από 24-10-2006 έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΑΡΤΟΠΟΙΙΑΣ - ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ - ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Β.Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΥΙΟΙ ... Α.Β.Ε.Ε.", αποφάσισε την έκδοση κοινού οµολογιακού δανείου ποσού 35.000.0000 ευρώ, σύμφωνα δε µε τους όρους του δανείου, όπως αυτοί καθορίσθηκαν από την παραπάνω απόφαση της γενικής συνέλευσης, σε συνδυασμό µε την από 8.12.2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ίδιας εταιρείας ("Εκδότριας"), το ανώτατο ποσό του κεφαλαίου του δανείου θα εκδιδόταν σε δύο σειρές, διαιρούµενο σε 2.500.000 ονομαστικές οµολογίες σειράς Α' και δυνάµενο επίσης να διαιρεθεί σε 1.000.000 κατ' ανώτατο όριο ονομαστικές ομολογίες σειράς Β', ονομαστικής αξίας 10 ευρώ της καθεµίας οµολογίας.
Δυνάμει της από 11.12.2006 σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός της Εκδότριας και αφετέρου των Τραπεζών: α) "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ΕUROBANK ERGASIAS AE." (ήδη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROBANK Α.Ε.", β) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", γ) "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", δ) "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ήδη απορροφηθείσας λόγω συγχώνευσης από την "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε."), ε) "ΒΑΥERΙSCHE ΗΥΡΟ - UND VEREINSBANK AG" (ήδη "UNICREDIT ΒΑΝΚ Α.G."), στ) "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ζ) "ΤΡΑΠΕΖΑ MILENIUM ΒΑΝΚ Α.Ε." (ήδη απορροφηθείσας λόγω συγχώνευσης από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε."), το κεφάλαιο του δανείου συμφωνήθηκε να καλυφθεί από τις προαναφερόμενες Τράπεζες, ορίσθηκε δε η α' από αυτές και ως πληρεξούσια καταβολών και εκπρόσωπος των ομολογιούχων.
Στις 15-12-2006 η Εκδότρια εξέδωσε τις 2.500.000 ομολογίες της σειράς Α', σε 7 πολλαπλούς τίτλους (αντίστοιχους δηλαδή σε αριθµό προς τις ομολογιούχους Τράπεζες), το ποσό των οποίων (25.000.000 ευρώ) καλύφθηκε, µε βάση την προηγηθείσα από 11.12.2006 σύµβαση κάλυψης του οµολογιακού δανείου, ως εξής: α) η "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ΕUROBANK ERGASIAS AE." συμμετείχε κατά ποσοστό 34,280% και ποσό 8.570.000 ευρώ (857.000 ομολογίες), β) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." συμμετείχε κατά ποσοστό 24,00% και ποσό 6.000.000 ευρώ (600.000 ομολογίες), γ) η "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." συμμετείχε κατά ποσοστό 15,720% και ποσό 3.930.000 ευρώ (393.000 ομολογίες), δ) η "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.
συμμετείχε κατά ποσοστό 15,720% και ποσό 2.640.000 ευρώ (264.000 οµολογίες), ε) η "ΒΑΥERΙSCHE ΗΥΡΟ - UND VEREINSBANK AG" συμμετείχε κατά ποσοστό 5,440% και ποσό 1.360.000 ευρώ (136.000 ομολογίες), στ) η "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." συμμετείχε κατά ποσοστό 6,560% και ποσό 1.640.000 ευρώ (164.000 ομολογίες) και ζ) η "ΤΡΑΠΕΖΑ MILENIUM ΒΑΝΚ Α.Ε." συμμετείχε κατά ποσοστό 3,440% και ποσό 860.000 ευρώ (86.000 ομολογίες).
Το κεφάλαιο των ομολογιών σειράς Α', ποσού 25.000.000 ευρώ, συμφωνήθηκε ότι θα εξοφληθεί από την Εκδότρια σε 9 δόσεις, ποσού 1.875.000 ευρώ η καθεµία από τις 1η έως 8η και ποσού 10.000.000 ευρώ η 9η, της 1ης καταβλητέας στις 15.12.2006 και των 2ης έως 9ης ανά εξάµηνο, μέχρι τις 15.12.2011. III. 2. Η Εκδότρια κατέβαλε κανονικά την 1η και τη 2η δόση του δανείου (στις 17.12.2007 και 17.6.2008 αντιστοίχως), ενώ τις 16.9.2008 ειδοποίησε εγγράφως την πληρεξούσια καταβολών και εκπρόσωπο των ομολογιούχων, ("ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ΕUROBANK ERGASIAS AE."), ότι προτίθεται να εξοφλήσει προώρως, στις 15.12.2008, το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου.
Πλην, όµως, τέτοια εξόφληση δεν έλαβε χώρα στις 15.12.2008, αλλά ούτε έστω η καταβολή, την ίδια ηµεροµηνία, της αντίστοιχης 3ης δόσης του δανείου. Δυνάμει της υπ' αριθμ. ....2008 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Μ., στην οποία συµβλήθηκε αφενός η Εκδότρια και αφετέρου η εκπρόσωπος των ομολογιούχων (για λογαριασμό των τελευταίων) - και καθώς το ανεξόφλητο κεφάλαιο του ομολογιακού δανείου ανερχόταν τότε σε 21.500.000 ευρώ και επί αυτού οφείλονταν και τόκοι υπερηµερίας από 17.12.2008 μέχρι 29.12.2008, ποσού 47.665,74 ευρώ - η Εκδότρια παραχώρησε υποθήκη ποσού 25.500.000 ευρώ σε ακίνητά της, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων των ομολογιούχων.
Έκτοτε η Εκδότρια συνέχισε να αντιμετωπίζει οικονομική δυσχέρεια ως προς την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από το οµολογιακό δάνειο έναντι των ομολογιούχων Τραπεζών, αλλά και ως προς την εκπλήρωση άλλων δανειακών υποχρεώσεών της έναντι Τραπεζών, για το λόγο δε αυτό η πλειοψηφία των ομολογιούχων Τραπεζών, αλλά και άλλες δανείστριες Τράπεζες κατόπιν διαπραγματεύσεων με την Εκδότρια συμφώνησαν να προβούν στην αναδιάρθωση του συνόλου των οφειλών της Εκδότριας, στο πλαίσιο δε της αναδιάρθρωσης να µην προβούν στην καταγγελία των δανείων της Εκδότριας και να µην επιδιώξουν διαδικασίες αναγκαστικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος αυτής.
Με την παραπάνω απόφαση διαφώνησε η εφεσίβλητη ως ομολογιούχος, αλλά και η επίσης ομολογιούχος, "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", έχοντας αμφότερες την άποψη ότι έπρεπε οι ομολογιούχοι να προβούν σε καταγγελία του ομολογιακού δανείου. Οι τελευταίες, όµως, δεν μπορούσαν από µόνες τους να προχωρήσουν στην καταγγελία του ομολογιακού δανείου, για την οποία, σύμφωνα µε τους όρους υπ' αριθ. ....2006 σύμβασης κάλυψης του ομολογιακού δανείου, απαιτείτο απόφαση της συνέλευσης των ομολογιούχων λαµβανομένη σε απαρτία και πλειοψηφία ομολογιούχων ποσοστού 66,6% του ανεξόφλητου υπόλοιπου του δανείου.
Έτσι, η εφεσίβλητη και η "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. δήλωσαν την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν από το οµολογιακό δάνειο, µέσω της εξαγοράς του ανεξόφλητου υπολοίπου της συµµετοχής τους στο δάνειο, από άλλους συμμετέχοντες στην αναδιάρθρωση. Η εφεσίβλητη είχε τότε στην κατοχή της 105.400 ανεξόφλητες ομολογίες (ενώ είχαν εξοφληθεί οι 30.600 ομολογίες από τις αρχικές 136.000 ομολογίες που της ανήκαν).
Κατόπιν των παραπάνω υπογράφηκε το από 2.8.2011 συμφωνητικό µε τον τίτλο, "Βασικοί Όροι Συµφωνίας Χρηµατοοικονοµικής Αναδιάρθρωσης", στο οποίο περιλήφθηκε τόσο η συμφωνία της αναδιάρθρωσης των συνολικών οφειλών της Εκδότριας, όσο και η συμφωνία εξαγοράς της συµµετοχής στο οµολογιακό δάνειο της εφεσίβλητης και της "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.".
ΙΙΙ.3.α. Το προαναφερόµενο µε ηµεροµηνία 2.8.2011 συμφωνητικό υπογράφουν οι παρακάτω εταιρείες: 1) η "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ΕUROBANK ERGASIAS AE.", 2) η "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", 3) η "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", 4) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", 5) η "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", 6) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", 7) η "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 8) Η "FΒΒ - ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", 9) η "ΡRΟΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", 10) η "HSBC ΒΑΝΚ ΡLC", 11) η "ΜΑRFIN POPULAR ΒΑΝΚ", 12) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜILENIUM ΒΑΝΚ Α.Ε.), (οι οποίες, 1η έως 12η, στο συμφωνητικό αναφέρεται ότι θα καλούνται για συντομία συλλήβδην ως οι "Τράπεζες"), 13) η "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", 14) η αλλοδαπή "UNICREDIT ΒΑΝΚ A.G.", 15) η "ΕΘΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ Α.Ε.", 16) η "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΑΡΤΟΠΟ
ΙΙΑΣ - ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ - ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Β.Ε.Ε.", µε το διακριτικό τίτλο "ΝUΤRIART Α.Β.Ε.Ε." (πρώην "ΥIΟΙ ... Α.Β.Ε.Ε.", η οποία στο συμφωνητικό αναφέρεται ως η "Εταιρεία"), 17) η "ΑΛΛΑΤΙΝΗ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ, ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ, ΔΙΑΝΟΜΩΝ, ΤΕΧΝΙΚΩΝ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", 18) η αλλοδαπή "VALENBAND S.Α.", 19) η αλλοδαπή "ΤΙΝΟLΑ ΗΟLDINGS S.Α." (η οποία στο συμφωνητικό αναφέρεται ως ο κύριος μέτοχος της Εταιρείας και 20) η εκπρόσωπος των ομολογιούχων του ομολογιακού δανείου, "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ΕUROBANK ERGASIAS AE." Αμέσως µετά την αναφορά των παραπάνω εταιρειών, γίνεται στο συμφωνητικό η ακόλουθη επισήμανση: "Διευκρινίζεται εδώ ότι στο εξής η αναφορά στα Μέρη αφορά τις Τράπεζες, την Εταιρεία, την ΤΙΝΟLΑ και τον εκπρόσωπο του ομολογιακού δανείου ... από κοινού. Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι κάθε αναφορά στο παρόν στον όρο, Τράπεζες ή τα Μέρη δεν περιλαμβάνει τις Τράπεζες, UNICREDIT, ΓΕΝΙΚΗ και ΕΤΕ Leasing, εκτός αν ρητά αναφέρεται το αντίθετο στο κείµενο".
Περαιτέρω, στο κείµενο του ίδιου συμφωνητικού, περιέχονται, µεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "ΠΡΟΟΙΜΙΟ.... (1) Τα Μέρη αποφάσισαν όπως προβούν στην Αναδιάρθρωση της Υφιστάµενης Χρηματοδότησης της Εταιρείας και της ΑΛΛΑΤΙΝΗ (η ''Αναδιάρθρωση'') ουσιωδώς κατά τους όρους που ορίζονται κατωτέρω. Ως ''Υφιστάμενη Χρηματοδότηση'' ορίζεται το σύνολο των υφιστάμενων οφειλών της Εταιρείας και της ΑΛΛΑΤΙΝΗ προς τις Τράπεζες, την UNICREDIT και την ΓΕΝΙΚΗ και την ΤΙΝΟLΑ κατά την 31.12.2010. (2) Τα Μέρη συμφώνησαν και αποφάσισαν όπως χορηγηθούν στην Εταιρεία, στα πλαίσια της Αναδιάρθρωσης τα κεφάλαια της Νέας Χρηµατοδότησης (όπως ορίζεται κατωτέρω) ουσιωδώς κατά τους όρους που ορίζονται κατωτέρω. (3) Τα Μέρη συμφώνησαν όπως η Αναδιάρθρωση της Υφιστάμενης Χρηµατοδότησης καθώς και η Νέα Χρηματοδότηση εξοφληθούν πλήρως και ολοσχερώς εντός δέκα ετών.... (4) Προς το σκοπό υλοποίησης της Αναδιάρθρωσης οι Τράπεζες, η UNICREDIT, η ΓΕΝΙΚΗ, η ΕΤΕ Leasing και οι εκπρόσωποι των οµολογιακών δανείων ...
και.... συμφωνούν, υπό τους όρους του παρόντος, να µην προβούν (i) σε καταγγελία των δανείων που αποτελούν την Υφιστάμενη Χρηματοδότηση και (ii) να επιδείξουν Ανοχή κατά τα ειδικώς οριζόµενα υπό 3 κατωτέρω. Τα Μέρη συμφωνούν ότι το παρόν καλύπτει πλήρως της επιχειρηματικές παραμέτρους της μεταξύ τους συμφωνίας Αναδιάρθρωσης και περαιτέρω δηλώνουν, συνομολογούν, συμφωνούν και αποδέχονται τους ακόλουθους όρους, ως βασικούς όρους: 1.
ΝΕΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΥΨΟΥΣ Ευρώ 13.923 χιλ. ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΜΕΣΩ ΣΥΝΑΨΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΥΨΟΥΣ ΕΥΡΩ 1.036 χιλ... 2. ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΨΟΥΣ ΕΥΡΩ 94.708 χιλ. 2.1 Αναδιάρθρωση Υφιστάμενης Χρηματοδότησης... (viii) Η εξαγορά της συµµετοχής της UNICREDIT και ΓΕΝΙΚΗ στο υφιστάμενο οµολογιακό ... θα γίνει σύμφωνα µε τα ειδικότερα στην παράγραφο 2.8.
κατωτέρω....... 2.8. Εξαγορά ποσοστών UNICREDIT και ΓΕΝΙΚΗΣ: Το µερίδιο συµµετοχής της ΓΕΝΙΚΗΣ και της UNICREDIT στο Οµολογιακό ..., µε υπόλοιπα εκάστης αυτών ποσών Ευρώ 1.300.249,99 και Ευρώ 1.078.250,29 αντίστοιχα, θα εξαγοραστεί µε έκπτωση 30% επί της ονομαστικής αξίας του υφισταμένου υπολοίτου της συµµετοχής εκάστης εξ αυτών στο Ομολογιακό ...
από το σύνολο των λοιπών συμμετεχόντων στη Νέα Χρηματοδότηση. Η εξαγορά θα γίνει την 31.10.11 ή ταυτόχρονα µε την υπογραφή όλων των συµβάσεων της αναδιάρθρωσης (οποιοδήποτε γεγονός επέλθει νωρίτερα) και η ΓΕΝΙΚΗ και η UNICREDIT θα λάβουν το 70% του παραπάνω ποσού (κατά το αντίστοιχο υπόλοιπο εκάστης εξ' αυτών στο υφιστάμενο Ομολογιακό ...).
Κατά την ηµεροµηνία εξαγοράς και σύµφωνα µε την Αναδιάρθρωση, συμφωνείται ότι η ΤΙΝΟLΑ θα καταβάλει στις προαναφερθείσες Τράπεζες κατά το αντιστοιχούν σε έκαστη εξ' αυτών ποσοστό το 1/3 του ποσού εξαγοράς και θα αναλαμβάνει το ποσό της Κεφαλαιοποίησης και του ΜΟΔ, ενώ οι παρακάτω Τράπεζες και η VALENΒAND θα καταβάλουν στις προαναφερθείσες Τράπεζες κατά το αντιστοιχούν σε έκαστη εξ αυτών ποσοστό τα 2/3 του ανωτέρου ποσού εξαγοράς και θα αναλάβουν το υπολειπόµενο του Ομολογιακού ....
Πιο συγκεκριµένα θα καταβληθεί ποσό 910.269,10 στη ΓΕΝΙΚΗ και ποσό 754.857,30 στη UNICREDIT από τα σχετικά Μέρη ως εξής.....". Στη συνέχεια παρατίθεται στο συμφωνητικό πίνακας, από τον οποίο προκύπτει ότι η καταβολή του ποσού των 754.857,30 ευρώ θα γινόταν µε την καταβολή των παρακάτω επιµέρους ποσών στη UNICREDIT, από τις πιο κάτω εταιρείες που θα αποκτούσαν τα ακόλουθα ποσοστά επί της συµµετοχής της UNICREDIT στο οµολογιακό δάνειο (και τις αντίστοιχες προς τα ποσοστά αυτά ανεξόφλητες ομολογίες της εφεσίβλητης που στο σύνολό της ανέρχονταν, όπως έχει ήδη εκτεθεί, σε 105.400):
Η Τράπεζα "HSBC BANK PLC" θα κατέβαλε 48.241,09 ευρώ και θα αποκτούσε το 6,4% που αντιστοιχούσε σε 7.049 ομολογίες, η "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." θα κατέβαλε 108.412,56 ευρώ και θα αποκτούσε το 14,4%, που αντιστοιχούσε σε 15.842 ομολογίες, η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." θα κατέβαλε 98.922,63 ευρώ και θα αποκτούσε το 13,1% που αντιστοιχούσε σε 14.455 ομολογίες, η "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." θα κατέβαλε 74.953,53 ευρώ και θα αποκτούσε το 9,9% που αντιστοιχούσε σε 10.952 ομολογίες, η "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ΕUROBANK ERGASIAS AE.", θα κατέβαλε 75.471,01 ευρώ και θα αποκτούσε το 10% που αντιστοιχούσε σε 11.028 οµολογίες, η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΙLENIUΜ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" θα κατέβαλε 7.068,93 ευρώ και θα αποκτούσε το 0,9% που αντιστοιχούσε σε 1.032 ομολογίες, η "ΤΙΝΟLΑ ΗΟLDΙNGS S.A." θα κατέβαλε 251.527,88 ευρώ και θα αποκτούσε το 33,3% που αντιστοιχούσε σε 31.893 ομολογίες και η "VALENBAND LIMITED" θα κατέβαλε 90.258,68 ευρώ και θα αποκτούσε το 12% που αντιστοιχούσε σε 13.149 ομολογίες.
Στη συνέχεια, στο ίδιο συμφωνητικό, αναφέρονται, µεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "2.10. Διαδικασία: Τα Μέρη συμφωνούν σε πρώτη φάση ότι η χρονική εξέλιξη της διαδικασίας έχει ως εξής: Α. Έως την 05.08.2011 τα Μέρη θα προβούν στις εξής ενέργειες: ........ Β. Ακολούθως, έως την 09.09.2011 τα Μέρη θα προβούν στις εξής ενέργειες: .......
Γ. Τέλος, έως την 31.10.2011 τα Μέρη θα προβούν στις εξής ενέργειες: ..... (γ) Εξαγορά των ποσοστών της UNICREDIT και της ΓΕΝΙΚΗΣ σύμφωνα µε τα οριζόμενα στον όρο 2.8 ανωτέρω ........ Οι παραπάνω προθεσμίες (εκτός των προθεσµιών που αφορούν στην εξαγορά των ποσοστών της UNICREDIT και ΓΕΝΙΚΗΣ σύμφωνα µε τα οριζόµενα στο υπό 2.8 ανωτέρω και τα οποία σε κάθε περίπτωση δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα µέρη, την UNICREDIT και την ΓΕΝΙΚΗ) τίθενται ενδεικτικά αν και τα συµβαλλόμενα µέρη αναγνωρίζουν την ανάγκη υλοποίησης της διαδικασίας το συντομότερο δυνατόν εντός των παραπάνω προθεσμιών και δεσμεύονται να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την τήρησή τους.
Σε κάθε περίπτωση, τα συµβαλλόμενα µέρη αναγνωρίζουν ότι οι ως άνω διαδικασίες θα έχουν ολοκληρωθεί έως την 31.12.2011, διαφορετικά η παρούσα συμφωνία καθίσταται αυτοδικαίως άκυρη και ανίσχυρη, οι δε Τράπεζες θα μπορούν να ασκήσουν άπαντα τα δικαιώματά τους καθώς και τα ατομικά καταδιωτικά τους µέτρα που απορρέουν από τα δάνεια που αποτελούν την Υφιστάμενη Τραπεζική Χρηματοδότηση µε την Εταιρεία και την ΑΛΛΑΤΙΝΗ... 3.
ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΑΝΟΧΗΣ (Standstill): 3.1. Προς το σκοπό υλοποίησης των ως άνω οι Τράπεζες καθώς και η UNICREDIT, η ΓΕΝΙΚΗ και η ΕΤΕ Leasing συμφωνούν ότι δεν θα προβούν σε καταγγελία των δανείων που αποτελούν την Υφιστάμενη Τραπεζική Χρηματοδότηση και δεν θα επιδιώξουν οιαδήποτε διαδικασία ατοµικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένων και µέτρων του πτωχευτικού κώδικα ......
κατά της Εταιρείας μέχρι τη ολοκλήρωση της Αναδιάρθρωσης της Εταιρείας ... 3.2. Η ισχύς του παρόντος και των εξ' αυτού δεσμεύσεων αρχίζει από την ηµεροµηνία υπογραφής του παρόντος και η υποχρέωση επίδειξης ανοχής λήγει την 31.10.2011, λαμβάνοντας υπόψη και τους ειδικότερους όρους των ανωτέρω από 1.2. και 2.2-2.5 δανείων µεταξύ της Εταιρείας, της ΤΙΝΟLΑ και των Τραπεζών στα ως άνω δάνεια.
Σε κάθε περίπτωση το παρόν και οι εξ αυτού δεσμεύσεις, παύουν να ισχύουν αυτοδικαίως ...... β) η Εταιρεία τεθεί σε καθεστώς πτώχευσης...".
ΙΙΙ.3.β. Στις 7.11.2011 υπογράφηκε, από τις ίδιες πιο πάνω (υπό ΙΙΙ.3.α.) εταιρείες, "πρόσθετη πράξη στην από 02.08.2011 συμφωνία χρηµατοοικονοµικής αναδιάρθρωσης", µε την οποία τροποποιήθηκε η συμφωνία της αναδιάρθρωσης. Στην πρόσθετη αυτή πράξη, µετά την αναφορά των παραπάνω εταιρειών, γίνεται (όπως και στην αρχική συμφωνία χρηµατοδότησης) η ακόλουθη επισήμανση: "Διευκρινίζεται εδώ ότι στο εξής η αναφορά στα Μέρη αφορά τις Τράπεζες, την Εταιρεία, την ΑΛΛΑΤΙΝΗ, τη VALEBAND, την ΤΙΝΟLΑ και τον Εκπρόσωπο του ομολογιακού δανείου ... από κοινού".
Περαιτέρω, στο κείµενο της ίδιας πρόσθετης πράξης περιέχονται, µεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "... (3) Η UNICREDIT και η ΓΕΝΙΚΗ έχουν υπογράψει τη Συμφωνία Αναδιάρθρωσης µόνον για τους σκοπούς της εξαγοράς του µεριδίου συµµετοχής τους στο οµολογιακό ... σύμφωνα µε τα οριζόµενα στις παραγράφους 2.8., 2.9., 2.10., 3 και 4.1. της Συµφωνίας Αναδιάρθρωσης.... (5) Οι συµβαλλόμενοι συμφωνούν δια της παρούσας, ότι (α) η ηµεροµηνία λήξης της υποχρέωσης επίδειξης ανοχής της παραγράφου 3 της Συµφωνίας Αναδιάρθρωσης μετατίθεται από την 31.10.2011 στην 20.12.2011 και (β) η εξαγορά των µεριδίων συµµετοχής της UNICREDIT και της ΓΕΝΙΚΗΣ στο Οµολογιακό ..., η οποία έπρεπε να γίνει µέχρι την 31.10.2011, σύµφωνα µε όσα ορίζονται στην παράγραφο 2.8 της Συµφωνίας Αναδιάρθρωσης, θα γίνει πλέον οριστικά μέχρι την 20.12.2011, ανεξαρτήτως αν µέχρι αυτή την ηµεροµηνία για οιοδήποτε λόγο ή αιτία τυχόν δεν έχουν υπογραφεί οι συμβάσεις της αναδιάρθρωσης ή τυχόν δεν έχουν πληρωθεί οποιοιδήποτε όροι ή προϋποθέσεις κριθούν αναγκαίες για την υπογραφή τους ή ταυτόχρονα µε την υπογραφή των συµβάσεων αναδιάρθρωσης (εάν τυχόν η υπογραφή του επέλθει νωρίτερα από την 20.12.2011), τροποποιώντας αναλόγως την παράγραφο 2.8 της Συµφωνίας Αναδιάρθωσης, η οποία κατά τους λοιπούς όρους της παραμένει σε πλήρη ισχύ ως έχει... (9) Δεδομένου ότι τόσο η UNICREDIT όσο και η ΓΕΝΙΚΗ έχουν υπογράψει τη Συμφωνία Αναδιάρθρωσης µόνο για τους σκοπούς της εξαγοράς του μεριδίου συμμετοχής τους στο ομολογιακό ...
και δεν συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στη Νέα Χρηματοδότηση, η UNICREDIT και η ΓΕΝΙΚΗ συµβάλλονται στην παρούσα µόνον για τους σκοπούς των παραγράφων, 2.9.5., 2.9.10, 2.9.2011, 2.9.15, 2.10, 3 (ως έχει τροποποιηθεί µε την παρούσα και ισχύει) και 4.1 της Συµφωνίας Αναδιάρθρωσης και συνεπώς κάθε αναφορά στην παρούσα στον όρο Τράπεζες ή τα Μέρη δεν περιλαµβάνει την UNICREDIT και τη ΓΕΝΙΚΗ...".
ΙΙΙ.3.γ. Στις 21.1.2013 υπογράφηκε, από τις ίδιες πιο πάνω (υπό ΙΙΙ.3.α. και ΙΙΙ.3.β.) εταιρείες, "δεύτερη πρόσθετη πράξη στην από 02.08.2011 συμφωνία χρηµατοοικονοµικής αναδιάρθρωσης", µε την οποία τροποποιήθηκε η συμφωνία της αναδιάρθρωσης. Στην πρόσθετη αυτή πράξη, µετά την αναφορά των παραπάνω εταιρειών, γίνεται (όπως και στην αρχική συμφωνία χρηµατοδότησης, καθώς και στην πρώτη πρόσθετη πράξη) η ακόλουθη επισήμανση: "Διευκρινίζεται εδώ ότι στο εξής η αναφορά στα Μέρη αφορά τις Τράπεζες, την Εταιρεία, την ΑΛΛΑΤΙΝΗ, τη VALEBAND, την ΤΙΝΟLΑ και τον Εκπρόσωπο του ομολογιακού δανείου ... από κοινού".
Περαιτέρω, στο κείµενο της ίδιας πρόσθετης πράξης περιέχονται, µεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "...(4) Η UNICREDIT και η ΓΕΝΙΚΗ έχουν υπογράψει τη Συμφωνία Αναδιάρθρωσης κατά την Πρώτη Πρόσθετη Πράξη αυτής µόνον για τους σκοπούς της εξαγοράς του μεριδίου συµµετοχής τους στο οµολογιακό ..., σύμφωνα µε τα οριζόµενα στις παραγράφους 2.8., 2.9., 2.10., 3 και 4.1.
της Συµφωνίας Αναδιάρθρωσης (ως έχει τροποποιηθεί και ισχύει) ..... 10. Εξαγορά ποσοστών UNICREDIT και ΓΕΝΙΚΗΣ: 10.1. Δεδομένου ότι τόσο η UNICREDIT όσο και η ΓΕΝΙΚΗ έχουν υπογράψει τη Συμφωνία Αναδιάρθρωσης και την από 7.11.2011 Πρώτη Πρόσθετη Πράξη αυτής µόνο για τους σκοπούς της εξαγοράς του μεριδίου συµµετοχής τους στο οµολογιακό ...
και δεν συμμετέχουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε οποιαδήποτε µορφή χρηµατοδότησης της Εταιρείας, η UNICREDIT και η ΓΕΝΙΚΗ συµβάλλονται στην παρούσα µόνον για τους σκοπούς των παραγράφων 2.8 (ως έχει τροποποιηθεί και µε την παρούσα και ισχύει), 2.9.5., 2.9.10, 2.9.11, 2.9.2015, 2.10 (ως έχει τροποποιηθεί µέχρι σήµερα αλλά και µε την παρούσα και ισχύει), και 4.1 της Συµφωνίας Αναδιάρθρωσης και συνεπώς κάθε αναφορά στην παρούσα στον όρο Τράπεζες ή τα Μέρη δεν περιλαµβάνει την UNICREDIT και τη ΓΕΝΙΚΗ. 10.2.
Εκ των συμβαλλομένων, οι UNICREDIT, ΓΕΝΙΚΗ, ΕURΟΒΑΝΚ, ΕΘΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΗSBC, ΜILLΕΝΙUΜ, ΤΙΝΟLΑ και VALEBAND δια της παρούσης συμφωνούν ρητά και ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα δηλώνουν ότι, δεδομένου ότι (i) οι διαδικασίες εξαγοράς των µεριδίων συµµετοχής της UNICREDIT και ΓΕΝΙΚΗΣ στο Οµολογιακό Δάνειο ... έχουν ήδη αρχίσει από το Φεβρουάριο του 2012, και (ii) οι UNICREDIT και ΓΕΝΙΚΗ έχουν προβεί σε όλες τις σχετικές ενέργειες ως τους είχαν ζητηθεί από την Εταιρεία, η εξαγορά των µεριδίων συµµετοχής της UNICREDIT και ΓΕΝΙΚΗΣ στο Ομολογιακό Δάνειο ...
σύμφωνα µε όσα ορίζονται στην παράγραφο 2.8 της Συµφωνίας Αναδιάρθρωσης και η σχετική καταβολή του αντίστοιχου συμφωνηθέντος τιµήµατος από έκαστο των ως άνω συμµµετοχόντων, κατά τη σχετικώς συμφωνηθείσα αναλογία αυτού, στις UNICREDIT και ΓΕΝΙΚΗ θα ολοκληρωθεί πλέον οριστικά την 31η Ιανουαρίου 2013, ανεξαρτήτως αν μέχρι αυτή την ηµεροµηνία για οιοδήποτε λόγο ή αιτία δεν έχουν εκπληρωθεί οιεσδήποτε προϋποθέσεις ή όροι, ή δεν έχουν γίνει οιεσδήποτε από τις ενέργειες ή δεν έχουν ληφθεί οιεσδήποτε αποφάσεις, που απαιτούνται σύµφωνα µε όσα αναφέρονται στην παρούσα για την ολοκλήρωση της Συµφωνίας Αναδιάρθρωσης της Εταιρείας (ως έχει τροποποιηθεί µέχρι σήµερα και ισχύει), τροποποιώντας αναλόγως την παράγραφο 2.8 της Συµφωνίας Αναδιάρθρωσης ως αυτή έχει τροποποιηθεί µε τον όρο 5 της Πρώτης Πρόσθετης Πράξης και ισχύει. 10.3.
Επιπλέον, ρητά συμφωνείται και επιβεβαιώνεται δια της παρούσας ότι: (α) το ποσό που σύμφωνα µε τα ανωτέρω θα καταβληθεί έως την 31η Ιανουαρίου 2013 στις UNICREDIT και ΓΕΝΙΚΗ (σύµφωνα µε τα όσα ορίζονται στην παράγραφο 2.8. της Συμφωνίας Αναδιάρθρωσης) ανέρχεται στο ποσό των ευρώ 754 .857,30 για τη UNICREDIT και στο ποσό των ευρώ 910.269,10 για τη ΓΕΝΙΚΗ...".
ΙΙΙ.4. Η 31.1.2013, που είχε ορισθεί (κατόπιν και της δεύτερης πρόσθετης πράξης) ως ηµεροµηνία ολοκλήρωσης της εξαγοράς του μεριδίου συµµετοχής της "UNICREDIT ΒΑΝΚ Α.G." στο επίδικο οµολογιακό δάνειο, παρήλθε χωρίς να προβούν στην εξαγορά οι οχτώ εταιρείες που είxαν συμφωνήσει προς τούτο και ήταν η "HSBC BANK PLC", η "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.), η "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AE", η "ΤΡΑΠΕΖΑ MILLENIUM ΒΑΝΚ Α.Ε.", η "TINOLA HOLDINGS SA" και η "VALEBAND LIMITED" [βλ. παραπάνω υπό ΙΙΙ.3.α.].
Η "UNICREDIT ΒΑΝΚ Α.G.", στη συνέχεια, επανειλημμένα µέχρι και τον Αύγουστο του 2018 όχλησε τις παραπάνω εταιρείες, προφορικώς καθώς και µε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), προκειµένου να συμμορφωθούν προς τη σχετική συμβατική υποχρέωσή τους. Οι τελευταίες, χωρίς να αρνούνται καθεαυτή την υποχρέωσή τους προς εξαγορά, δεν προσέρχονταν ωστόσο για την πραγματοποίηση της εξαγοράς στις νέες ημερομηνίες που ορίζονταν προς τούτο, είτε μονομερώς από την "UNICREDIT ΒΑΝΚ Α.G.", είτε από την ίδια σε συννενόηση µε τις προαναφερόμενες εταιρείες και οι οποίες (ημερομηνίες) ήταν οι 12.6.2013, 17.6.2013, 27.6.2013, 11.7.2013 και 26.8.2013.
Ο ορισμός των ημερομηνιών αυτών δεν συνιστούσε συμβατική τροποποίηση της δεύτερης πρόσθετης πράξης ως προς την ημερομηνία της εξαγοράς, αλλά γινόταν αποκλειστικώς επειδή η "UNICREDIT ΒΑΝΚ Α.G." προσδοκούσε ότι οι πιο πάνω εταιρείες θα συμμορφωθούν τελικώς προς την ήδη ληξιπρόθεσµη και απαιτητή, από 31.1.2013, υποχρέωσή τους προς εξαγορά.
Στο μεταξύ, στις 21.6.2013, η Εκδότρια του επίδικου ομολογιακού δανείου υπέβαλε αίτηση πτώχευσής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αριθ. κατάθεσης 964/2013). Η αίτηση αυτή συζητήθηκε στη δικάσιμο της 18-9-2013 και έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1142/16-10-2013 απόφαση του αµέσως παραπάνω Δικαστηρίου (διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας) που όρισε ως ηµερομηνία παύσης των πληρωμών την 21.6.2013.
Στη συνέχεια, στις 23.6.2014, η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ενεργώντας για τον εαυτό της καθώς και ως οιονεί καθολική διάδοχος (λόγω συγχώνευσης µε απορρόφηση) της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΙLLΕΝΙUΜ ΒΑΝΚ Α.Ε.", προέβη στην αγορά, από την εφεσίβλητη, των ομολογιών που αντιστοιχούσαν στις ίδιες Τράπεζες, ήτοι (14.455 + 1.032 =) 15.487 ομολογιών (βλ.
παραπάνω υπό ΙΙΙ.3.α.) και συντάχθηκε σχετικώς το µε ίδια ηµεροµηνία "ιδιωτικό συμφωνητικό εκχωρήσεως απαιτήσεων-μεταβιβάσεως ομολογιών". Έπειτα η "UNICREDIT ΒΑΝΚ Α.G." άσκησε κατά των λοιπών έξι εταιρειών την κρινόµενη αγωγή της (βλ. παραπάνω υπό Ι.1.). Πριν την ορισθείσα συζήτηση της αγωγής, στη δικάσιµο της 26.1.2017, η "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ως οιονεί καθολική διάδοχος της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", προέβη και εκείνη στην αγορά, από την εφεσίβλητη, των ομολογιών που αντιστοιχούσαν στην ίδια Τράπεζα, ήτοι 10.952 ομολογιών (βλ.
παραπάνω υπό ΙΙΙ.3.α.). και συντάχθηκε σχετικώς το µε ίδια ηµεροµηνία "ιδιωτικό συμφωνητικό εκχωρήσεως απαιτήσεων-μεταβιβάσεως ομολογιών", για το λόγο δε αυτό η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη "UNICREDIT ΒΑΝΚ Α.G." παραιτήθηκε από δικόγραφο της αγωγής ως προς εκείνη (βλ. παραπάνω υπό ΙΙ.1.).
Κατόπιν αυτού, απέμειναν οι πέντε εναγόµενες και ήδη εκκαλούσες εταιρείες που αρνήθηκαν να πραγματοποιήσουν την αγορά (δηλαδή, η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕURΟΒΑΝΚ Α.Ε.", η "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η "ΤΙΝΟLΑ ΗΟLDINGS S.Α.", η "VALEBAND LIMITED" και η "HSBC BANK PLC"). Στο πλαίσιο, εξάλλου, της διαδικασίας της πτώχευσης της Εκδότριας, αναγγέλθηκε η Τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕURΟΒΑΝΚ Α.Ε.", ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων του επίδικου ομολογιακού δανείου (δηλαδή της ίδιας ως ομολογιούχου και των λοιπών ομολογιούχων "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", "UNICREDIT ΒΑΝΚ Α.G." και "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."), για απαιτήσεις των ομολογιούχων ποσού 22.333.138,09 ευρώ, ασφαλισµένες µε υποθήκη επί ακινήτων της Εκδότριας (βλ. παραπάνω υπό IΙ.2.), οι οποίες (απαιτήσεις) και επαληθεύθηκαν, ολοκληρώθηκε δε η εξέλεγξη των πιστώσεων στις 23.6.2014 και στη συνέχεια η πτώχευση εισήλθε στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών και άρχισε η ρευστοποίηση και διανομής των περιουσιακών στοιχείων της Εκδότριας (βλ. την υπ' αριθ. ....2015 έκθεση διανομής της Εισηγήτριας της πτώχευσης, µε ενσωµατωµένη την υπ' αριθ. ....2015 αίτηση της συνδίκου της πτώχευσης και τον συνηµμµένο στην τελευταία από 21.3.2015 προσωρινό πίνακα διανομής του ποσού που προέκυψε από την εκποίηση κινητών πραγμάτων και από εισπράξεις απαιτήσεων της πτωχής).
ΙΙΙ.5. Από το περιεχόµενο της συμφωνίας εξαγοράς των µεριδίων συµµετοχής της εφεσίβλητης στο οµολογιακό δάνειο, η οποία περιλήφθηκε στο από 2.8.2011 συμφωνητικό χρηµατοοικονοµικής αναδιάρθρωσης, καθώς και στις από 7.11.2011 και 21.1.2013 πρόσθετες πράξεις και ιδίως από τη χρήση μελλοντικών εκφράσεων ("Το μερίδιο συµµετοχής... θα εξαγοραστεί", "Η εξαγορά θα γίνει..."), προκύπτει σαφώς ότι η συμφωνία αυτή δεν αποτελούσε οριστική σύμβαση πώλησης των µεριδίων συµµετοχής, αλλά αποτελούσε προσύμφωνο πώλησης των µεριδίων (άρθρ. 166 ΑΚ), µε δέσµευση των διαδίκων να συνάψουν την οριστική σύµβαση πώλησης (άρθρ. 513 ΑΚ) κατά την αναφερόμενη ηµεροµηνία (που ήταν η 31.1.2013, σύμφωνα µε τη δεύτερη πρόσθετη πράξη). Εξάλλου, το γεγονός ότι επρόκειτο για προσύμφωνο πώλησης και όχι για οριστική πώληση, αποτελεί ζήτημα που κρίθηκε ήδη µε την εκκαλούµενη απόφαση, η οποία, µε βάση τη συγκεκριμένη κρίση της, απέρριψε συνακολούθως το κύριο αίτημα της αγωγής, περί καταβολής στην ενάγουσα του ποσού του τιµήµατος της πώλησης των µεριδίων, και η οποία (εκκαλούµενη απόφαση) κατά τούτο δεν προσβλήθηκε από την ενάγουσα (που βλαπτόταν) µε λόγο έφεσης ή αντέφεσης (βλ. παραπάνω υπό ΙΙ.2. στο τέλος).
Περαιτέρω, µε βάση το παραπάνω προσύμφωνο, οι εκκαλούσες είχαν την υποχρέωση να συνάψουν µε την εφεσίβλητη την οριστική σύµβαση πώλησης µέχρι τις 31.1.2013. Κατά τη δήλη εκείνη ηµέρα (άρθρ. 341 ΑΚ), η εφεσίβλητη προσφέρθηκε να συνάψει ως πωλήτρια την οριστική σύμβαση πώλησης και να µεταβιβάσει τις πωλούμενες ομολογίες της στις εκκαλούσες, πλην, όµως, οι τελευταίες, από τη µεριά τους, δεν προχώρησαν, ως αγοράστριες, στη σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης και περιήλθαν έτσι από τότε (31-1-2013) σε υπερηµερία, αφενός ως προς τη δική τους παροχή (υπερηµερία οφειλέτη) και αφετέρου ως προς την αποδοχή της παροχής της εφεσίβλητης (υπερηµερία δανειστή), χωρίς οι εκκαλούσες να επικαλούνται και να αποδεικνύουν ότι η υπερηµερία τους οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο δεν είχαν ευθύνη (άρθρ. 342 ΑΚ). Η υπερηµερία των εκκαλουσών δεν ήρθη στη συνέχεια, αφού, όπως προεκτέθηκε (βλ.παραπάνω υπό ΙΙΙ.4.), δεν υπήρξε μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που να αφορά την τροποποίηση της συμφωνίας ως προς την ημερομηνία πραγµατοποίησης της εξαγοράς.
Περαιτέρω, εξαιτίας της υπερημερίας των εκκαλουσών ως προς την αποδοχή της παροχής της εφεσίβλητης, οι ίδιες (εκκαλούσες) έφεραν από την έναρξη της υπερημερίας (31.1.2013) και στη διάρκεια αυτής τον κίνδυνο της χειροτέρευσης της παροχής της εφεσίβλητης, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρ 381 παρ. 2 ΑΚ (..........).
ΙV. Οι εκκαλούσες όλων των εφέσεων προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν µε τις εφέσεις τους (µε τον 1ο λόγο αυτών) τον ισχυρισμό ότι η υποχρέωσή τους προς εξαγορά έπαυσε να υφίσταται µετά την κήρυξη σε πτώχευση της Εκδότριας του ομολογιακού δανείου, επικαλούνται δε προς τούτο τον όρο 3.2. του από 2.8.2011 συμφωνητικού χρημµατοοικονοµικής αναδιάρθρωσης, ο οποίος (βλ. παραπάνω υπό ΙΙΙ.2.α.) προέβλεπε ότι: "Η ισχύς του παρόντος και των εξ' αυτού δεσμεύσεων αρχίζει από την ηµεροµηνία υπογραφής του παρόντος και η υποχρέωση επίδειξης ανοχής λήγει την 31.10.2011, λαμβάνοντας υπόψη και τους ειδικότερους όρους των ανωτέρω από 1.2. και 2.2-2.5 δανείων μεταξύ της Εταιρείας, της ΤΙΝΟLΑ και των Τραπεζών στα ως άνω δάνεια.
Σε κάθε περίπτωση το παρόν και ο εξ αυτού δεσμεύσεις παύουν να ισχύουν αυτοδικαίως... (β) η Εταιρεία τεθεί σε καθεστώς πτώχευσης...". Κατά την άποψη των εκκαλουσών, ο όρος αυτός συνιστούσε διαλυτική αίρεση, µε την πλήρωση της οποίας, δηλαδή την πτώχευση της Εκδότριας του ομολογιακού δανείου, ανατράπηκε όχι µόνο η συμφωνία της αναδιάρθρωσης, αλλά και η συμφωνία της εξαγοράς.
Ο παραπάνω ισχυρισμός, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρ. 202 ΑΚ και συνιστά ένσταση των εκκαλουσών που ωφελούνται από την ύπαρξη και την πλήρωση της φερόμενης διαλυτικής αίρεσης (.....), είναι ουσιαστικώς αβάσιµος. Ειδικότερα, η διατύπωση του παραπάνω όρου, στη γενικότητά του, δημιουργεί ασάφεια αν αναφέρεται σε αυτοδίκαιη παύση, µε την κήρυξη της πτώχευσης της Εκδότριας, όλων των συμβατικών δεσμεύσεων που περιέχονται στο συμφωνητικό, δηλαδή τόσο εκείνων από τη συμφωνία της αναδιάρθρωσης, όσο και εκείνων από τη συμφωνία της εξαγοράς ή αν αφορά µόνο τις συμβατικές δεσμεύσεις από τη συμφωνία της αναδιάρθρωσης.
Για την άρση της ασάφειας αυτής υπάρχει ανάγκη ερµηνείας, µε προσφυγή στις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Από το περιεχόµενο του παραπάνω όρου, ερµηνευοµένου µε την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάγεται ότι αυτός αφορά µόνο τη συμφωνία της αναδιάρθρωσης και όχι και τη συμφωνία της εξαγοράς.
Και τούτο διότι, στο κείµενο του από 2.8.2011 συμφωνητικού γίνεται από την αρχή ρητός διαχωρισμός της εφεσίβλητης (όπως και της τράπεζας "ΓΕΝΙΚΗ") από τις άλλες εταιρείες που επίσης υπογράφουν το ίδιο συμφωνητικό και αποτελούν τα συµβαλλόμενα "Μέρη" στη συμφωνία της αναδιάρθρωσης (βλ. παραπάνω υπό ΙΙΙ.3.α). Επομένως οι συμβατικές "δεσμεύσεις" - όπως αντιστοίχως και οι περιπτώσεις της αυτοδίκαιης παύσης της ισχύος των ίδιων "δεσμεύσεων" (μεταξύ των οποίων η πτώχευση της Εκδότριας) - αφορούν τα "Μέρη" αυτά και όχι την εφεσίβλητη.
Ο διαχωρισμός της εφεσίβλητης από τα συµβαλλόμενα "Μέρη" γίνεται εξάλλου και στις από 7.11.2011 και 21.1.2013 πρόσθετες πράξεις του παραπάνω, συμφωνητικού (βλ. παραπάνω υπό ΙΙΙ.3.α. και ΙΙΙ.3.β.).
Επιπλέον, η συμφωνία της εξαγοράς ήταν ανεξάρτητη από τη συμφωνία της αναδιάρθρωσης - έστω και αν περιλήφθηκαν στο ίδιο έγγραφο - τούτο δε προκύπτει από το ότι, στο από 2.8.2011 συμφωνητικό, προβλέφθηκε ότι η εξαγορά "θα γίνει την 31.10.11 ή ταυτόχρονα µε την υπογραφή όλων των συµβάσεων της αναδιάρθρωσης (οποιοδήποτε γεγονός επέλθει νωρίτερα)" (όρος υπ' αριθ. 2.8 του συμφωνητικού), δηλαδή είχε ορισθεί ότι η εξαγορά θα πραγµατοποιείο µέχρι την παραπάνω ηµεροµηνία ακόµα και αν µέχρι τότε δεν είχαν υπογραφεί οι επιµέρους συμβάσεις της αναδιάρθρωσης.
Τούτο άλλωστε έγινε ξεκάθαρο µε τις από 7.11.2011 και 21.1.2013 πρόσθετες πράξεις του ίδιου συμφωνητικού, σε καθεµία των οποίων ρητώς πλέον αναφέρεται ότι η εφεσίβλητη έχει υπογράψει τη συμφωνία της αναδιάρθρωσης µόνο για το σκοπό της εξαγοράς των µεριδίων της στο οµολογιακό δάνειο (όροι υπ' αριθ. 3 και 9 της από 7.11.2011 πρόσθετης πράξης και όροι υπ' αριθ. 4 και 10.1.
της από 21.1.2013 πρόσθετης πράξης) και ότι η εξαγορά θα πραγµατοποιηθεί ακόµα και αν δεν υπογραφούν οι επιµέρους συμβάσεις της αναδιάρθρωσης (όρος υπ' αριθ. 5 της από 7.11-2011 πρόσθετης πράξης και όρος υπ' αριθ. 10.1.ii. της από 21.1.2013 πρόσθετης πράξης). Τέλος, όπως έχει ήδη εκτεθεί (βλ. παραπάνω υπό ΙΙ.2.), η εφεσίβλητη ήταν από την αρχή αντίθετη µε την αναδιάρθρωση των συνολικών οφειλών της Εκδότριας και είχε την άποψη ότι έπρεπε οι ομολογιούχοι να προβούν σε καταγγελία του οµολογιακού δανείου και επομένως θα ήταν παράδοξο, παρά ταύτα, να γίνει ταυτοχρόνως δεκτό ότι η εφεσίβλητη επιθυμούσε την εξάρτηση της εξαγοράς της συµµετοχής της στο οµολογιακό δάνειο από την πρόοδο ή την ευόδωση της συμφωνίας αναδιάρθρωσης και ότι συμφώνησε την εξάρτηση αυτή µε τις εκκαλούσες.
V. 1.α. Η εκκαλούσα της Α' της έφεσης, "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕURΟΒΑΝΚ Α.Ε.", (μη διάδικος), οι εκκαλούσες της Γ' έφεσης, "ΤΙΝΟLΑ ΗΟLDINGS S.A." και "VALEBAND LΙΜΙΤΕD", (αναιρεσείουσες στην άνω τρίτη αίτηση αναίρεσης) και η εκκαλούσα της Δ' έφεσης, "HSBC ΒΑΝΚ ΡLC", (αναιρεσείουσα στην άνω δεύτερη αίτηση αναίρεσης) προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν µε τις εφέσεις τους τον ισχυρισμό της υπαναχώρησής τους από την οριστική σύµβαση πώλησης των ομολογιών (2ος λόγος της Α' έφεσης, µέρος του 3ου λόγου των Γ' και Δ' εφέσεων), επικαλούνται δε οι εκκαλούσες, για τη στήριξη του ισχυρισμού αυτού, ότι, εξαιτίας της πτώχευσης της Εκδότριας του ομολογιακού δανείου, οι ομολογίες της εφεσίβλητης απώλεσαν ολοσχερώς, άλλως κατά ποσοστό 70%, την αξία τους και ότι τούτο συνιστούσε ουσιώδες πραγµατικό ελάττωμα των ομολογιών που δικαιολογούσε την υπαναχώρηση εκ µέρους των εκκαλουσών. Ο ισχυρισμός περί υπαναχώρησης προβλήθηκε πρωτοδίκως από τις παραπάνω εκκαλούσες για την περίπτωση που κρινόταν από το Δικαστήριο ότι η συμφωνία εξαγοράς των ομολογιών αποτελούσε οριστική πώληση και όχι προσύμφωνο πώλησης, όπως ρητώς ανέφεραν αυτές και στις αντίστοιχες προτάσεις τους.
Με την ίδια µορφή, εξάλλου, ο ίδιος ισχυρισμός επαναφέρεται και µε τις εφέσεις Γ' και Δ', ενώ µε την έφεση Α' η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός υπαναχώρησης κατελάµβανε και την περίπτωση του προσυμφώνου και σε κάθε περίπτωση προτείνει για πρώτη φορά µε την έφεση Α' τον ισχυρισμό αυτόν, επικαλούµενη ότι οι προϋποθέσεις της υπαναχώρησης αποδεικνύονται εγγράφως µε την απόφαση της πτώχευσης της Εκδότριας.
V.1.β. Η εκκαλούσα της Β' έφεσης, "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", (αναιρεσείουσα στην πρώτη αίτηση αναίρεσης), οι εκκαλούσες της Γ' έφεσης "ΤΙΝΟLΑ ΗΟLDINGS S.A." και "VALEBAND LΙΜΙΤΕD") και η εκκαλούσα της Δ' έφεσης ("HSBC ΒΑΝΚ ΡLC") προβάλλουν κατ' έφεση (3ος λόγος της Β' έφεσης, 2ος λόγος των Γ' και Δ' εφέσεων) τον ισχυρισμό για "απόσβεση ή άρση της αξίωσης προς δήλωση βουλήσεως", επικαλούνται δε οι εκκαλούσες, για τη στήριξη του ισχυρισμού αυτού, ότι "μετά την πτώχευση της εκδότριας του ομολογιακού δανείου εταιρείας ''ΝUΤRIART Α.Β.Ε.Ε.'', την αναγγελία εκ µέρους της αντιδίκου στον Γραμματέα των Πτωχεύσεων της απαιτήσεώς της και την κατάθεση προς απόδειξη αυτής των επίδικων ομολογιών της (δικαιογράφων) ματαιώθηκε οριστικά η δυνατότητα µεταβιβάσεως της συγκεκριμένης απαιτήσεως από τις πωλούμενες ομολογίες, αφού πλέον η αντίδικος, ως πτωχευτικός πιστωτής, µπορεί να εκχωρήσει µόνο την αναγγελθείσα απαίτησή της, η οποία υπόκειται στην πτωχευτική διαδικασία και η οποία αποτελεί παροχή νέα, τελείως διαφορετική (aliud), από την υποσχεθείσα" και ότι "λόγω της επιγενόµενης αυτής αδυναµίας παροχής εκ µέρους της αντιδίκου απώλεσε αυτή την αξίωσή της προς εκπλήρωση, ήτοι προς καταδίκη ημών των εναγοµένων σε δήλωση βουλήσεως".
Τον προαναφερόµενο ισχυρισμό οι εκκαλούσες της Γ' έφεσης (Τinola) και η εκκαλούσα της Δ' έφεσης (HSBC) τον είχαν προβάλει και πρωτοδίκως, ενώ η εκκαλούσα της Β' έφεσης τον προβάλλει για πρώτη φορά µε την έφεσή της.
V.2. Ο πρώτος από τους παραπάνω ισχυρισμούς (υπό V.1.α.) είναι αλυσιτελής, αφού, όπως προεκτέθηκε, προβλήθηκε από τις εκκαλούσες των Α', Γ' και Δ' εφέσεων, µόνο για την περίπτωση της οριστικής σύμβασης πώλησης και όχι και προσυμφώνου πώλησης. .........
Περαιτέρω και ο δεύτερος από τους παραπάνω ισχυρισμούς [υπό V.1.β.] απαραδέκτως προβάλλεται από την εκκαλούσα της Β' έφεσης το πρώτον µε την έφεσή της, αφού η συγκεκριμένη εκκαλούσα δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 527 ΚΠολΔ και θα δικαιολογούσαν την κατ' εξαίρεση προβολή του για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη [βλ. .....].
V.3. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει ως προς τους παραπάνω ισχυρισμούς, (υπό V.1.α. και V.1.β.) - ακόµα και αν θεωρηθεί ότι προτείνονται παραδεκτώς από όλες τις εκκαλούσες και ότι καταλαμβάνουν την από 2.8.2011 σύμβαση µε τη νοµική µορφή που αυτή πράγματι έχει, ήτοι του προσυμφώνου αγοραπωλησίας των ομολογιών - να εκτεθούν τα ακόλουθα:
Οι ισχυρισμοί αυτοί στηρίζονται (ανεξαρτήτως των νομικών διατάξεων και των νομικών χαρακτηρισµών που επικαλούνται οι διάδικοι) στις διατάξεις των άρθρων 470, 467 παρ. 1, 514, 516, 382, 380 ΑΚ [βλ. τη µείζονα σκέψη υπό Ι], πλην, όµως, είναι ουσιαστικώς αβάσιµοι. Και τούτο διότι οι ομολογίες της εφεσίβλητης - την πώληση και µεταβίβαση των οποίων αφορά το προσύμφωνο - δεν έπαυσαν, παρά την κήρυξη της πτώχευσης της Εκδότριας, να ενσωματώνουν τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτές, ούτε οι συγκεκριμένες απαιτήσεις αποσβέσθηκαν ή μετατράπηκαν σε κάτι άλλο (σε κάποια άλλη παροχή) µε µόνη την κήρυξη της πτώχευσης.
Διαφορετικό είναι το ζήτηµα αν οι απαιτήσεις αυτές θα ικανοποιηθούν και σε ποιο βαθµό στο πλαίσιο της διαδικασίας της πτώχευσης της Εκδότριας, το οποίο και δέν αφορά την εφεσίβλητη, αφού η τελευταία, ως πωλήτρια των ομολογιών, δεν ευθύνεται από το νόµο για την όποια οικονομική κατάσταση ή την αφερεγγυότητα της Εκδότριας του ομολογιακού δανείου, ούτε ανέλαβε συµβατικώς τέτοια ευθύνη απέναντι στις εκκαλούσες αγοράστριες των ομολογιών (βλ.
επίσης τη μείζονα σκέψη υπό Ι).
Εξάλλου, οι απαιτήσεις της εφεσίβλητης και των λοιπών ομολογιούχων από το επίδικο οµολογιακό δάνειο είναι ασφαλισµένες µε υποθήκη σε ακίνητα της Εκδότριας και από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποια ήταν η τύχη των ακινήτων αυτών στα πλαίσια της πτώχευσης, ούτε γενικότερα σε ποιο στάδιο βρίσκεται η ρευστοποίηση και διανοµή του ενεργητικού της περιουσίας της Εκδότριας (Το µόνο στοιχείο που προσκομίζεται προς τούτο είναι η έκθεση της Εισηγήτριας της πτώχευσης και ο προσωρινός πίνακας διανοµής που αναφέρονται παραπάνω υπό ΙΙΙ.4. στο τέλος). Η πώληση και µεταβίβαση των ομολογιών της εφεσίβλητης δεν εµποδιζόταν επίσης από την αναγγελία των απαιτήσεων των ομολογιούχων στη διαδικασία της πτώχευσης, η οποία είχε γίνει από την εκπρόσωπο των ομολογιούχων, ούτε (εμποδιζόταν) από τη διαδικασία της επαλήθευσης των ίδιων απαιτήσεων. Άλλωστε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, τρεις από τις οχτώ Τράπεζες που είχαν συµβληθεί ως αγοράστριες στο προσύμφωνο - συγκεκριµένα η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ενεργώντας για τον εαυτό της καθώς και ως οιονεί καθολική διάδοχος της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΙLLΕΝΙUΜ ΒΑΝΚ Α.Ε." και η "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ενεργώντας ως οιονεί καθολική διάδοχος της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." - προέβησαν, παρά την πτώχευση της Εκδότριας, στην εξαγορά των αναλογουσών σε αυτές ομολογιών της εφεσίβλητης (βλ. .......).
Τέλος, σε κάθε περίπτωση, η πτώχευση της Εκδότριας επήλθε µετά τις 31.1.2013, δηλαδή µετά την υπερημερία των εκκαλουσών ως προς την αποδοχή της παροχής της εφεσίβλητης και επομένως οι εκκαλούσες έφεραν τον κίνδυνο της όποιας χειροτέρευσης της παροχής της εφεσίβλητης προς εκείνες, χωρίς έτσι να απαλλάσσονται από τη δική τους παροχή προς την εφεσίβλητη (βλ. παραπάνω υπό ΙΙΙ.5. στο τέλος). .......
V.III. Οι εκκαλούσες της Γ' έφεσης ("ΤΙΝΟLΑ ΗΟLDINGS S.A." και "VALEBAND LΙΜΙΤΕD"), προέβαλαν πρωδίκως και επαναφέρουν µε την έφεσή τους (µέρος του 3ου λόγου αυτής), τον ισχυρισμό περί κατάργησης της επίδικης συμφωνίας εξαγοράς, δυνάμει της διάταξης του άρθρ. 288 ΑΚ, επικαλούνται δε οι εκκαλούσες, για τη στήριξη του ισχυρισμού αυτού, τη µεταβολή των συνθηκών της εξαγοράς εξαιτίας της πτώχευσης της Εκδότριας του ομολογιακού δανείου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νοµικώς αβάσιµος, αφού το Δικαστήριο µπορεί μεν, µε βάση την προαναφερόµενη διάταξη, να οδηγηθεί ακόµα και σε απόσβεση της βασικής ενοχικής σχέσης (.....), πλην όµως, στην προκείµενη περίπτωση, τα περιστατικά που εκτίθενται προς τούτο από τις παραπάνω εκκαλούσες δεν δικαιολογούν την κατάργηση της συμφωνίας εξαγοράς, µε βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όταν µάλιστα η πτώχευση της Εκδότριας έλαβε χώρα µετά την υπερημερία των εκκαλουσών ως προς τη σύναψη της οριστικής σύμβασης [βλ. παραπάνω υπό ΙΙΙ.5. και V.3.] .....".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις των αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς το επικουρικό της αίτημα, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των αναιρεσειουσών να προβούν σε δήλωση βούλησης αναφορικά µε την πώληση και μεταβίβαση σε αυτές, απ’ την αναιρεσίβλητη, του μεριδίου συµµετοχής της τελευταίας στο κοινό οµολογιακό δάνειο της Εκδότριας.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων, 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες προσέφυγε για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων στον με στοιχ. 3.2 όρο του από 2-8-2011 συμφωνητικού χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης της εκδότριας εταιρίας των ένδικων ομολογιών, με τον οποίο ορίζεται ότι, ''Η ισχύς του παρόντος (από 2-8-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού) και των εξ αυτού δεσμεύσεων αρχίζει από την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος και η υποχρέωση επίδειξης ανοχής λήγει την 31-10-2011, λαμβάνοντας υπόψη και τους ειδικότερους όρους των ανωτέρω από 1.2.
και 2.2-2.5 δανείων μεταξύ της Εταιρείας, της ΤΙΝΟLΑ και των Τραπεζών στα ως άνω δάνεια. Σε κάθε περίπτωση το παρόν και ο εξ αυτού δεσμεύσεις παύουν να ισχύουν αυτοδικαίως...... (β) η Εταιρεία τεθεί σε καθεστώς πτώχευσης...", αφού διαπίστωσε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, αμφιβολία ως προς την αληθή έννοια των δηλώσεων βούλησης που διατυπώθηκαν στον όρο αυτό, λόγω της γενικότητάς του, δεχθέν ότι ο εν λόγω όρος αφορά µόνο τη συμφωνία της αναδιάρθρωσης και όχι και τη συμφωνία της εξαγοράς, με βάση την οποία ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, εκθέτοντας στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δικαιολογούν την ως άνω έννοια της δήλωσης βούλησης με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Ειδικότερα το Εφετείο, αφού συναξιολόγησε συνδυαστικά το περιεχόμενο του όρου 3.2 του άνω από 2.8.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, με τους αναφερόμενους λοιπούς όρους του ίδιου συμφωνητικού και τους ομοίως αναφερόμενους όρους των από 7.11.2011 και 21.1.2013 πρόσθετων πράξεων του συμφωνητικού αυτού, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δια της προσφυγής στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που επικρατούν στις αντίστοιχες συναλλαγές, δέχθηκε στα πλαίσια ερμηνείας του, ότι η δέσμευση που αποτυπώνεται στον όρο αυτό, αφορά µόνο τη συμφωνία της αναδιάρθρωσης και όχι και τη συμφωνία της εξαγοράς.
Την κρίση του αυτή συνήγαγε με βάση τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι: α) Στο από 2-8-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο φέρει τον τίτλο, ''Βασικοί Όροι Συμφωνίας Χρηματοοικονομικής Αναδιάρθρωσης'' (της εκδότριας του ομολογιακού δανείου), που καταρτίστηκε, μεταξύ των αναφερόμενων εταιριών, στις οποίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η Εκδότρια του ομολογιακού δανείου, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, αλλά και οι αναιρεσείουσες Τράπεζες, περιλήφθηκε τόσο η συμφωνία αναδιάρθρωσης των συνολικών οφειλών της τελευταίας (εκδότριας), όσο και η συμφωνία εξαγοράς της συμμετοχής στο ομολογιακό δάνειο της μη διαδίκου, ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), β) η συμφωνία της εξαγοράς ήταν ανεξάρτητη από τη συμφωνία της αναδιάρθρωσης - έστω και αν περιλήφθηκαν στο ίδιο έγγραφο - όπως τούτο προκύπτει από τον όρο 2.8 του άνω από 2.8.2011 συμφωνητικού, όπου ειδικότερα προβλέφθηκε ότι η εξαγορά "θα γίνει την 31-10-2011 ή ταυτόχρονα µε την υπογραφή όλων των συµβάσεων της αναδιάρθρωσης (οποιοδήποτε γεγονός επέλθει νωρίτερα)", δηλαδή είχε οριστεί ότι η εξαγορά θα πραγµατοποιείο µέχρι την παραπάνω ηµεροµηνία ακόµα και αν µέχρι τότε δεν είχαν υπογραφεί οι επιµέρους συμβάσεις της αναδιάρθρωσης, αλλά και από τις από 7-11-2011 και 21-1-2013 πρώτη και δεύτερη πρόσθετες πράξεις του ίδιου συμφωνητικού, σε καθεµία των οποίων ρητά αναφέρεται ότι η αναιρεσίβλητη έχει υπογράψει τη συμφωνία της αναδιάρθρωσης µόνο για το σκοπό της εξαγοράς των µεριδίων της στο οµολογιακό δάνειο (όροι υπ' αριθ. 3 και 9 της από 7.11.2011 πρόσθετης πράξης και όροι υπ' αριθ. 4 και 10.1.
της από 21.1.2013 πρόσθετης πράξης) και ότι η εξαγορά θα πραγµατοποιηθεί ακόµα και αν δεν υπογραφούν οι επιµέρους συμβάσεις της αναδιάρθρωσης (όρος υπ' αριθ. 5 της από 7.11-2011 πρόσθετης πράξης και όρος υπ' αριθ. 10.1.ii. της από 21.1.2013 πρόσθετης πράξης), γ) στο εν λόγω συμφωνητικό γίνεται από την αρχή διαχωρισμός της αναιρεσίβλητης (όπως και της τράπεζας "ΓΕΝΙΚΗ") από τις άλλες εταιρίες που επίσης υπογράφουν το ίδιο συμφωνητικό και αποτελούν τα συµβαλλόμενα "Μέρη" στη συμφωνία της αναδιάρθρωσης, με ρητή αναφορά, ότι, "Διευκρινίζεται εδώ ότι στο εξής η αναφορά στα Μέρη αφορά τις Τράπεζες, την Εταιρεία, την ΤΙΝΟLΑ και τον εκπρόσωπο του ομολογιακού δανείου ...
από κοινού. Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι κάθε αναφορά στο παρόν στον όρο, Τράπεζες ή τα Μέρη δεν περιλαμβάνει τις Τράπεζες, UNICREDIT (αναιρεσίβλητη), ΓΕΝΙΚΗ και ΕΤΕ Leasing, εκτός αν ρητά αναφέρεται το αντίθετο στο κείµενο", δ) αντίστοιχος διαχωρισμός της αναιρεσίβλητης από τις άλλες συμβαλλόμενες στο άνω συμφωνητικό εταιρίες, με τη μνεία ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) έχει υπογράψει τη συμφωνία αναδιάρθρωσης μόνο για τους σκοπούς της εξαγοράς του μεριδίου συμμετοχής της στο Ομολογιακό δάνειο ''...'' και ότι αυτή δεν συμμετέχει καθ'οιονδήποτε τρόπο στη χρηματοδότηση της εταιρίας, γίνεται και στις από 7-11-2011 και 21-3-2013 πρόσθετες πράξεις του από 2-8-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, ε) οι συμβατικές "δεσμεύσεις" - όπως αντιστοίχως και οι περιπτώσεις της αυτοδίκαιης παύσης της ισχύος των ίδιων "δεσμεύσεων" (μεταξύ των οποίων η πτώχευση της Εκδότριας) - αφορούν τα παραπάνω "Μέρη", στα οποία δεν περιλαμβάνεται η αναιρεσίβλητη, στ) η αναιρεσίβλητη ήταν από την αρχή αντίθετη µε την αναδιάρθρωση των συνολικών οφειλών της Εκδότριας και είχε την άποψη ότι έπρεπε οι ομολογιούχοι να προβούν σε καταγγελία του οµολογιακού δανείου και ζ) τρεις από τις οκτώ τράπεζες που είχαν συµβληθεί ως αγοράστριες στο προσύμφωνο, και συγκεκριµένα η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ενεργώντας για τον εαυτό της, καθώς και ως οιονεί καθολική διάδοχος της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΙLLΕΝΙUΜ ΒΑΝΚ Α.Ε." και η "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ενεργώντας ως οιονεί καθολική διάδοχος της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." - προέβησαν, παρά την πτώχευση της Εκδότριας, στην εξαγορά των αναλογουσών σε αυτές ομολογιών της εφεσίβλητης.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατάληξη στο ορθό ερμηνευτικό πόρισμα, ότι η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από 2-8-2011 συμφωνίας χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης της εκδότριας των ομολογιών, σε περίπτωση πτώχευσης της τελευταίας (όρος 3.2 του συμφωνητικού), ουδόλως αφορούσε τη συμφωνία εξαγοράς του μεριδίου της αναιρεσίβλητης στο ομολογιακό δάνειο της εκδότριας από τις αναιρεσείουσες για την οποία ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, αντίθετα αφορά τα ''μέρη'', όπως αυτά συμβλήθηκαν στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, στα οποία δεν περιλαμβάνεται η αναιρεσίβλητη.
Το ερμηνευτικό δε αυτό πόρισμα στο οποίο το Εφετείο μετά από ερμηνεία του άνω όρου κατέληξε, είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Συγκεκριμένα, με βάση τα κριτήρια που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δοθείσα ερμηνεία εναρμονίζεται πλήρως με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τη βούληση των συμβαλλόμενων, ως προς το ότι ο πιο πάνω όρος ανατροπής των αποτελεσμάτων του προσυμφώνου, σε περίπτωση πτώχευσης της εκδότριας δεν αφορά τη συμφωνία της εξαγοράς.
Επομένως, οι άνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι των αιτήσεων αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και οι αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικουρικά προβαλλόμενοι, κατ' εκτίμηση του δικαστηρίου, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Οι διαλαμβανόμενες στους άνω λόγους αιτιάσεις, ότι το Εφετείο προσέφυγε στην εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ χωρίς να υφίσταται κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών είναι απαράδεκτες, διότι η διαπίστωση περί της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Οι λοιπές δε αιτιάσεις, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους των αιτήσεων αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
Επίσης, το Εφετείο με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, περί υπερημερίας των εναγομένων ως προς την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης των ομολογιών, και την παροχή προθεσμιών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προς εκπλήρωση της υποχρέωσης των αναιρεσειουσών, για την κατάρτιση της σύμβασης αυτής, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 195, 361 ΑΚ, ούτε αυτές των άρθρων 330, 340, 341 του ίδιου Κώδικα.
Ειδικότερα το Εφετείο, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχθηκε, α) ότι στις 31-1-2013, χρόνος που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, για την κατάρτιση της οριστικής σύµβασης πώλησης των ομολογιών, με την άνω δεύτερη πρόσθετη πράξη, η αναιρεσίβλητη προσφέρθηκε να συνάψει ως πωλήτρια τη σύμβαση αυτή και να µεταβιβάσει τις πωλούμενες ομολογίες της στις αναιρεσείουσες, πλην, όµως, οι τελευταίες, από τη µεριά τους, δεν προχώρησαν, ως αγοράστριες, στη σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης και περιήλθαν έτσι από τότε (31-1-2013) σε υπερηµερία, χωρίς να επικαλούνται και να αποδεικνύουν ότι η υπερημερία τους οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο δεν είχαν ευθύνη, β) ότι η υπερηµερία αυτή των αναιρεσειουσών δεν ήρθη στη συνέχεια, καθώς δεν υπήρξε μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που να αφορά την τροποποίηση της συμφωνίας ως προς την ημερομηνία πραγµατοποίησης της εξαγοράς και ότι, εξαιτίας της υπερημερίας των τελευταίων ως προς την αποδοχή της παροχής της αναιρεσίβλητης, οι ίδιες (αναιρεσείουσες) έφεραν από την έναρξη της υπερημερίας (31.1.2013) και στη διάρκεια αυτής τον κίνδυνο της χειροτέρευσης της παροχής της αναιρεσίβλητης, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρ 381 παρ. 2 ΑΚ, γ) ότι η αναιρεσίβλητη στη συνέχεια, επανειλημμένα µέχρι και τον Αύγουστο του 2018 (στις 12-6-2013, 17-6-2013, 27-6-2013, 11-7-2013 και 26-8-2013) όχλησε τις παραπάνω εταιρίες, προφορικά, καθώς και µε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), προκειµένου να συμμορφωθούν προς τη σχετική συμβατική υποχρέωσή τους και ότι οι τελευταίες, χωρίς να αρνούνται καθεαυτή την υποχρέωσή τους προς εξαγορά, δεν προσέρχονταν για την πραγματοποίηση της εξαγοράς στις νέες ημερομηνίες που ορίζονταν προς τούτο, είτε μονομερώς από την "UNICREDIT ΒΑΝΚ Α.G.", είτε από την ίδια σε συνεννόηση με τις εταιρίες και δ) ότι ο ορισμός των πιο πάνω ημερομηνιών δεν συνιστούσε συμβατική τροποποίηση της δεύτερης πρόσθετης πράξης ως προς την ημερομηνία της εξαγοράς, αλλά γινόταν αποκλειστικά επειδή η "UNICREDIT ΒΑΝΚ Α.G." προσδοκούσε ότι οι πιο πάνω εταιρείες θα συμμορφωθούν τελικά προς την ήδη ληξιπρόθεσµη και απαιτητή, από 31-1-2013, υποχρέωσή τους προς εξαγορά.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ορθά δέχθηκε ότι η προθεσμία που τέθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη - διαδίκους, με το προσύμφωνο για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, στις 31-1-2013, είναι προθεσμία εκπλήρωσης της παροχής, σε εκτέλεση της υποχρέωσης προς δήλωση βούλησης για την υπογραφή της οριστικής σύμβασης, υπό την έννοια της δήλης ημέρας, με την πάροδο της οποίας υφίστατο υπερημερία των αναιρεσειουσών, χωρίς όχληση και ότι ουδόλως υπήρξε άρση της υπερημερίας των αναιρεσειουσών, με τις πιο πάνω μεταγενέστερες ημερομηνίες για την υπογραφή της οριστικής σύμβασης.
Οι αντίθετες δε αιτιάσεις των αναιρεσειουσών ως προς την άρση της υπερημερίας, με τις οποίες ουσιαστικά αυτές υπονοούν ανατροπή των αποτελεσμάτων του προσυμφώνου, λόγω της παρόδου της προθεσμίας εκπλήρωσης της παροχής, είναι αβάσιμες. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών περί υπαναχώρησης από το προσύμφωνο, η περί άρσης ή απόσβεσης της καταδίκης σε δήλωση βούλησης ή περί κατάργησης της επίδικης συμφωνίας εξαγοράς, έχουν ήδη απορριφθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση, με τις προεκτεθείσες παραδοχές της, χωρίς αυτή να πλήττεται κατά τούτο με σχετικό λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν ήταν δε υποχρεωμένο το δικαστήριο να περιλάβει περισσότερες αιτιολογίες, όσον αφορά τις μεταγενέστερες οχλήσεις της αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι άνω από τους αριθμούς 1 και 19 λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Σε κάθε δε περίπτωση οι ίδιοι λόγοι είναι αβάσιμοι και ως αλυσιτελείς, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη έχει δικαίωμα να αξιώσει από τις αντισυμβαλλόμενές της, τη σύναψη της οριστικής σύμβασης εξαγοράς των ομολογιών της, ζητώντας την κατά το άρθρο 949 του ΚΠολΔ σχετική καταδίκη της σε δήλωση βούλησης, όπως εν προκειμένω, αφού και μετά την παρέλευση της άνω προθεσμίας (31-1-2013), που ορίστηκε ως χρόνος για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης εξαγοράς των ομολογιών, η υπό των διαδίκων καταρτισθείσα αμφοτεροβαρής σύμβαση (προσύμφωνο) εξακολουθούσε να αναπτύσσει πλήρη νομική ενέργεια, δεσμεύουσα τους συμβληθέντες διαδίκους.
Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (''σφάλμα ανάγνωσης''), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1914/2024, ΑΠ 755/2023, ΑΠ 631/2023, ΑΠ 124/2023).
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλαδή φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1914/2024, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 431/2022, ΑΠ 438/2021).
Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός, ο άνω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο επακριβώς το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκρισή τους να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν υπάρχει το διαγνωστικό σφάλμα που του αποδίδεται ή η ελλιπής ανάγνωσή τούτου (και όχι απλώς σφάλμα κατά την αξιολόγησή του).
Τέλος, η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 1877/2024, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 2032/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο των τριών ως άνω αναιρέσεών τους, κατά το οικείο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν ότι το Εφετείο απορρίπτοντας την ένσταση απόσβεσης της υποχρέωσής τους προς εξαγορά των μεριδίων της αναιρεσίβλητης, λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, που τέθηκε με τον όρο 3.2 της άνω, από 2-8-2011 σύμβασης χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης, μετά την πτώχευση της εκδότριας του ομολογιακού δανείου, δεχόμενο ότι ο άνω όρος αφορά μόνο τη συμφωνία της αναδιάρθρωσης και όχι αυτή της εξαγοράς, παρέθεσε τους όρους, 3 του προοιμίου και 9 της από 7-11-2011 (πρώτης) πρόσθετης πράξης και τους όμοιους όρους, υπό στοιχ. 4 και 10.1 της από 21-1-2013 δεύτερης πρόσθετης πράξης, στην από 2-8-2011 σύμβασης χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης, με τους οποίους ορίζεται ότι, η αναιρεσίβλητη ''έχει υπογράψει τη συμφωνία αναδιάρθρωσης μόνο για το σκοπό της εξαγοράς των μεριδίων της στο ομολογιακό δάνειο'', παρέλειψε, όμως, την περικοπή, που έχει τεθεί στους όρους αυτούς, με περιεχόμενο, "σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2.8, 2.9, 2.10, 3 και 4.1 της συμφωνίας αναδιάρθρωσης", περικοπή, που είναι κρίσιμη για την ουσία της υπόθεσης, από την οποία συνάγεται διαφορετικό αποτέλεσμα και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσίβλητη δεσμευόταν από τον όρο 3.2 της συμφωνίας αναδιάρθρωσης.
Ο αναιρετικός, όμως, αυτός λόγος, με το παραπάνω περιεχόμενο είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν περιλαμβάνει τα αναγκαία, κατά τα εκτεθέντα στην άνω νομική σκέψη στοιχεία της επικαλούμενης πλημμέλειας. Και τούτο διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο επακριβώς το περιεχόμενο της περικοπής των πιο πάνω αποδεικτικών εγγράφων με παράθεση των σ' αυτή αναφερόμενων όρων, που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν με την παράλειψη ανάγνωσής τους, ώστε να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου σύγκριση του περιεχομένου αυτών με εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη και η διαπίστωση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, αλλά αναφέρεται απλά τι προκύπτει από το περιεχόμενο των όρων της περικοπής αυτής, κατά την εκτίμηση των αναιρεσειουσών, ούτε αναφέρεται ότι στο πιο πάνω πόρισμα, περί την ένσταση απόσβεσης της υποχρέωσής τους προς εξαγορά των μεριδίων της αναιρεσίβλητης, λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στηριχθέν αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο άνω λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, τα οποία έλαβε μεν υπόψη, αλλά συνεκτιμώντας το περιεχόμενό τους, μαζί τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρούν ως ορθή οι αναιρεσείουσες.
Επομένως πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη, αναιρετικά. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 (α, β) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1297/2022).
Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα, η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 667/2023), καθώς και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων οι μαρτυρικές καταθέσεις και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 961/2023, ΑΠ 1297/2022, ΑΠ 85/2021, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018).
Επιπλέον, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, 25/2003, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΑΠ 1569/2024, ΑΠ 74/2024, ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 1453/2021).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 931/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες και των τριών αιτήσεων αναίρεσης, με τα οικεία σκέλη του δεύτερου λόγου των αναιρέσεών τους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, περί της υπερημερίας τους, ως προς τη σύναψη στις 31-1-2013 της οριστικής σύμβασης εξαγοράς, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, τους οποίους πρόβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με τις εφέσεις τους, σύμφωνα με τους οποίους, ι) ο χρόνος ο οποίος είχε οριστεί ως ημερομηνία της οριστικής ολοκλήρωσης της εξαγοράς των μεριδίων συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στο ομολογιακό δάνειο, ήτοι η 31-1-2013, παρήλθε άπρακτη με συμφωνία όλων των μερών και ιι) οι ίδιες ουδεμία ευθύνη έφεραν για την καθυστέρηση της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης εξαγοράς, λόγω της παράλειψης της αναιρεσίβλητης να προβεί στην αναγκαία σύμπραξη για την κατάρτιση και συνομολόγηση των όρων του ''Ιδιωτικού Συμφωνητικού Μεταβιβάσεων Ομολογιών''.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ' ουσίαν, με παραδοχές αντίθετες προς τους ισχυρισμούς αυτούς, αφού δέχθηκε ότι, α) οι αναιρεσείουσες είχαν την υποχρέωση να συνάψουν µε την αναιρεσίβλητη την οριστική σύµβαση πώλησης των ομολογιών µέχρι τις 31-1-2013 και ότι κατά τη δήλη εκείνη ηµέρα, η αναιρεσίβλητη προσφέρθηκε να συνάψει ως πωλήτρια την οριστική σύμβαση πώλησης και να µεταβιβάσει τις πωλούμενες ομολογίες της στις αναιρεσείουσες, πλην, όµως, οι τελευταίες, από τη µεριά τους, δεν προχώρησαν, ως αγοράστριες, στη σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης και περιήλθαν έτσι από τότε (31-1-2013) σε υπερηµερία, και β) ότι η υπερηµερία των εκκαλουσών δεν ήρθη στη συνέχεια, αφού δεν υπήρξε μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που να αφορά την τροποποίηση της συμφωνίας ως προς την ημερομηνία πραγµατοποίησης της εξαγοράς.
Επίσης, οι αναιρεσείουσες, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (δεύτερο), κατά το οικείο σκέλος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη και την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπερημερίας τους, ουδόλως έλαβε υπόψη, α) την από 15-2-2013 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς την EUROBANK, ως εκπρόσωπο των ομολογιούχων, στην οποία η αναιρεσίβλητη ουδεμία διαμαρτυρία προβάλλει για τη μη προσέλευση των ίδιων (αναιρεσειουσών) και των υπολοίπων Τραπεζών για την ολοκλήρωση της εξαγοράς, αλλά αντίθετα ρητά αναφέρεται σε επερχόμενη συμφωνία αναφορικά με τους όρους της εξαγοράς και στη μη οφειλή τόκων υπερημερίας και β) την από 18-2-2013 επιστολή της EUROBANK προς την αναιρεσίβλητη, επιστολές από τις οποίες προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη τις κάλεσε σε προεκπλήρωση της παροχής τους, χωρίς προσφορά της δικής της αντιπαροχής και χωρίς να προβεί στην απαιτούμενη σύμπραξη για την εκτέλεση της παροχής με τη σύνταξη και συνομολόγηση των όρων του ''Ιδιωτικού Συμφωνητικού Μεταβιβάσεων Ομολογιών'' και γ) τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας στην πρώτη αίτηση αναίρεσης.
Ωστόσο και ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, ότι στο αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε, ''από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης και από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ...'', σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του, τόσο τις καταθέσεις των μαρτύρων, όσο και τα άνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις των αναιρεσειουσών κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή τους.
Εξάλλου, οι αιτιάσεις, που εμπεριέχονται στον ίδιο, ως άνω λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά. Δεν απαιτείται, όμως, η επιμέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 425/2021, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).
Έτσι, αν προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίστηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 425/2021, ΑΠ 752/2020 ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 1081/2019).
Εξάλλου, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου.
Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση άρνησης, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του.
Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δήλωσης από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Η ως άνω αποδεικτική δύναμη, ήτοι η πλήρης απόδειξη αναφέρεται μόνο στο ότι η δήλωση αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου.
Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ` αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταπόδειξης και επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και επομένως και τους μάρτυρες (ΑΠ 698/2023, ΑΠ 82/2023, ΑΠ 1098/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 922/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες και των τριών ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της υπερημερίας τους (οφειλέτη και δανειστή), διότι δεν προέβησαν ως αγοράστριες στις 31-1-2013, στη σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης των ομολογιών, χωρίς στην απόφασή του να εκθέτει από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη, ως προς την υπερημερία τους.
Οι λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του αναφορικά με την υπερημερία των αναιρεσειουσών, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ' αυτή, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, ήτοι, ''τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης και από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ...'', χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά εκάστου εξ αυτών (αποδεικτικών μέσων) για κάθε φερόμενο ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό, δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.
Επίσης, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, οι αναιρεσείουσες της δεύτερης και τρίτης αίτησης αναίρεσης, ("HSBC Bank plc" και, "TINOLA HOLDINGS SA" και "VALEBAND LIMITED", αντίστοιχα), προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι για τον σχηματισμό της κρίσης του, περί αβασιμότητας της ένστασής τους περί απόσβεσης της υποχρέωσής τους προς εξαγορά των μεριδίων της αναιρεσίβλητης, λόγω αυτοδίκαιης παύσης της ισχύος της από 2-8-2011 σύμβασης χρηματοικονομικής αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με τον όρο 3.2 αυτής, λόγω πτώχευσης της εκδότριας του ομολογιακού δανείου, δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη, στις από 7-11-2011 και 21-11-2011 πρώτη και δεύτερη πρόσθετες πράξεις, από τις οποίες μετά τη μη αμφισβήτησή τους από την αναιρεσίβλητη, παράγεται πλήρης απόδειξη.
Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, καθόσον τα ως άνω επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες έγγραφα, δηλαδή η από 7-11-2011 (πρώτη) πρόσθετη πράξη, ως προς τους όρους 3 του προοιμίου και 9 και η από 21-11-2013 δεύτερη πρόσθετη πράξη, ως προς τον όρο 4 του προοιμίου, αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη, και συνεπώς, δεν παραλείφθηκε να προσδοθεί σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχαν από το νόμο, εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αυτά δε εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα), που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι, για την τελική κρίση του Εφετείου.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1538/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 51/2024, ΑΠ 1771/2022).
Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα, αποφασίζει να διεκδικήσει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1538/2024, ΑΠ 526/2024, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της άνω πρώτης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα (ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ), προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, κρίνοντας ως μη νόμιμη την προταθείσα από την ίδια ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, την οποία πρότεινε παραδεκτά πρωτοδίκως και επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η δεύτερη εναγομένη (ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ), ήδη αναιρεσείουσα στην πρώτη αίτηση αναίρεσης, αμυνόμενη κατά της άνω αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, πρόβαλε επικουρικά πρωτοδίκως με τις προτάσεις της, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της (ενάγουσας), ισχυριζόμενη ότι η εμμονή της αναιρεσίβλητης στην εκπλήρωση της υποχρέωσής της (αναιρεσείουσας) προς εξαγορά των ομολογιών, ενώ η εκδότρια του ομολογιακού δανείου ''ΥΙΟΙ ...
Α.Β.Ε.Ε'', σε βάρος της οποία διατηρεί ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις ύψους 16.000.000 ευρώ, έχει ήδη πτωχεύσει υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, καθώς συνεπάγεται την επιβάρυνσή της με ένα ξένο χρέος, ο δε μοναδικός λόγος για τον οποίο ανέλαβε την υποχρέωση εξαγοράς ήταν η διευκόλυνση της διαδικασίας εξυγίανσης του ομίλου της άνω εκδότριας του ομολογιακού δανείου, γεγονός το οποίο γνώριζε η αναιρεσίβλητη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 3559/2019 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι, ''δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή περιστατικά αντίθετης στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της ενάγουσας, αλλά γίνεται επίκληση εξωτερικών παραγόντων, που κατά τους ισχυρισμούς της δε'υτερης εναγομένης (αναιρεσείουσας), καθιστούν ανεπιεική την επιβάρυνσή της με την επίδικη υποχρέωση''.
Μετά δε την απόρριψή της ένστασή της αυτής, η αναιρεσείουσα την επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της έφεσής της. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: Η εκκαλούσα της Β' έφεσης ("ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."), προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει µε την έφεσή της (2ο λόγο αυτής) τον ισχυρισμό ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της εφεσίβλητης είναι καταχρηστική, επικαλείται δε η εκκαλούσα, για τη στήριξη του ισχυρισμού αυτού, ότι έχει ληξιπρόθεσµες απαιτήσεις ποσού 16.000.000 ευρώ σε βάρος της Εκδότριας που πτώχευσε και ότι συμφώνησε (η εκκαλούσα) στην εξαγορά του μεριδίου της εφεσίβλητης με μοναδικό σκοπό να διευκολύνει την εξυγίανση του ομίλου της Εκδότριας, γεγονός που γνώριζε η εφεσίβλητη.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι νοµικώς αβάσιµος, αφού τα παραπάνω εκτιθέµενα, ακόµα και αν υποτεθούν αληθινά, αφορούν τις επιχειρηματικές επιλογές της εκκαλούσας σε σχέση µε την Εκδότρια του ομολογιακού δανείου και δεν πλήττουν καθεαυτή τη συμπεριφορά της εφεσίβλητης ως συµβαλλόμενης στη συμφωνία εξαγοράς, µη καθιστώντας, έτσι καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρ. 281 ΑΚ, την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της εφεσίβλητης, δηλαδή υπερβαίνουσα και µάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της εφεσίβλητης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, και απέρριψε τον άνω λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας ως αβάσιμο, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, καθόσον, η προβληθείσα από την ως άνω αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, υπό τα άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, ήταν μη νόμιμη και άρα απορριπτέα, διότι τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ένσταση από το άρθρο 281 AK, αφού πράγματι αυτά δεν πλήττουν αυτή καθεαυτή τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ως αντισυμβαλλόμενης στη σύμβαση εξαγοράς, αλλά αποτελούσαν επιχειρηματικές επιλογές της αναιρεσείουσας σε σχέση με την εκδότρια του ομολογιακού δανείου, ενώ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, μόνη η βλάβη της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, την ύπαρξη των οποίων δεν επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα.
Μετά τα προαναφερόμενα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους, να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει, α) την από 23-7-2021 (αριθμ. καταθ. ...-2021) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία, "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", β) την από 21-7-2021 (αριθμ. καταθ. ...-2021) αίτηση αναίρεσης της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "HSBC Bank plc" και γ) την από 30-6-2021 (αριθμ. καταθ. ...-2021) αίτηση αναίρεσης των, εταιριών με τις επωνυμίες, "TINOLA HOLDINGS SA" και "VALEBAND LIMITED", αντίστοιχα, κατά της με αριθμό 1994/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 23-7-2021 (αριθμ. καταθ. ...-2021) αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 21-7-2021 (αριθμ. καταθ. ...-2021) αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 30-6-2021 (αριθμ. καταθ. ...-2021) αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου