Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court correctly rejected premature disability compensation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision. The appellant argued the lower court erred in rejecting a disability compensation claim as premature rather than inadmissible, and failed to apply Article 931 of the Civil Code. The court found the appellant's legal reasoning flawed, noting the lower court correctly determined the claim was untimely for diagnosis at that stage, thus no legal error existed. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the costs of the appearing respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be rejected if the lower court correctly ruled a claim premature under substantive law, and procedural defects regarding absent parties are examined ex officio to ensure proper notification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1751 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1751/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανανιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1139/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5567/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-2-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 5-2-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 5567/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την υπ’ αρ. ... /6-12-2016 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ι. Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 124 παρ. 1 σε συνδ. 126 παρ. 1α’ ΚΠολΔ), ατομικά, στον 1ο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο 1ος αναιρεσίβλητος, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων και η 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Επομένως, αφού ο 1ος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α’ και γ’ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτού.
Η κρινόμενη από 5-2-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 5567/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον (ΑΠ 1105/2015) .Η μελλοντική περιουσιακή ζημία την οποία υφίσταται ο παθών δεν είναι μόνον αποθετική ή διαφυγόν κέρδος.
Μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία. Αυτό εμφανίζεται στις διάφορες εγχειρήσεις στις οποίες ο παθών πρέπει να υποβάλλεται διαδοχικά μέχρις ότου ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία της αποθεραπείας του, ιδιαίτερα στα κατάγματα, πλαστικές εγχειρήσεις (ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 1379/2010). Δεν απαιτείται γι’ αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.
Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως "πρόωρη", και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.
Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 1105/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 1379/2010). Περαιτέρω, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 930 του ΑΚ ορίζεται ότι "η αποζημίωση των δύο προηγουμένων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.
Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ... Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε".
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 349/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/20Ί2).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ,κατά το Γ’ σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 - 298, 914, 929 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απώλειας καθαρού μηνιαίου εισοδήματος 3.000 ευρώ, αντί του ορθού 4.019,67 ευρώ, το οποίο θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά το χρονικό διάστημα Οκτώβριος έως Δεκέμβριος 2011 (τρίμηνο), από την επαγγελματική του δραστηριότητα ως ηλεκτρολόγος επαγγελματικών χώρων και κατοικιών, εάν δεν είχε τραυματιστεί στο τροχαίο ατύχημα.
Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο κατά το Α’ και Δ’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ίδιων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων καθώς και της διάταξης του άρθρου 930 ΑΚ, με την αιτίαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, αλλά και με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απώλειας εισοδημάτων κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2013 (διετία) κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι η Μονοπρόσωπη ΕΠΕ που αυτός λειτουργούσε ατομικά πριν τον τραυματισμό του, εξακολούθησε να λειτουργεί κανονικά και κατά την ανωτέρω διετία (2012-2013), με δύο βοηθούς ηλεκτρολόγους, τους οποίους δήθεν αυτός δεν μισθοδοτούσε και συνακόλουθα δεν μειώθηκε το εισόδημα του.
Επίσης, με τον συναφή 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Α’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει την ίδια ως άνω πλημμέλεια για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και χωρίς αιτιολογία κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα για το ουσιώδες για την δίκη ζήτημα περί της απώλειας εισοδημάτων του αναιρεσείοντα για την επόμενη διετία 2014 - 2015, που απέρριψε, ως πρόωρο, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι λόγω της διαπιστωθείσας και από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ αναπηρίας του ποσοστού 40% θα εξακολουθούσε και για το ανωτέρω διάστημα να υφίσταται απώλεια εισοδημάτων 2.337,76 ευρώ, άλλως 1.318,09 ευρώ μηνιαία.
Τέλος, με τον συναφή 6ο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ίδιες ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 929 εδ. α’ , 930 παρ. 1-2 σε συνδ. 298 και 914 ΑΚ, τους οποίους το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία απέρριψε το αίτημά του περί απώλειας εισοδήματος 28.053,12 ευρώ ετησίως, άλλως σε μηνιαίες δόσεις 1.318,09 ευρώ από το έτος 2014 έως το έτος 2037, δηλαδή επί 24 έτη και συνολικά το ποσό των 673.274,88 ευρώ, που με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε, εάν δεν τραυματιζόταν.
Από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης για τις ανάγκες των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, που πλήττουν το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης περί απώλειας εισοδημάτων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, οδηγός μοτοσικλέτας, τραυματίστηκε σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα, στις 30-9-2011 και κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος ο 1ος αναιρεσίβλητος, οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Ο αναιρεσείων άσκησε την από 31-5-2013 (αρ. κατ. .../2013) αγωγή, με την οποία αξίωνε, καταψηφιστικά, ως αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, ως ιδιαίτερη πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 297.772,80 ευρώ και .αναγνωριστικά, το ποσό των 613.707,60 ευρώ ως αποζημίωση για θετική ζημία και διαφυγόντα εισοδήματα έως το έτος 2037, οπότε θα συνταξιοδοτηθεί.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 1139/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιδίκασε ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 53.976,87 ευρώ, ενώ απέρριψε το κονδύλιο του άρθρ. 931 ΑΚ. Ακολούθως, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 14-4-2014 (αρ. κατ. .../2014) έφεση και οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, με τις από 1-12-2014 κατ’ έφεση προτάσεις τους, αντεφέσεις, ξεχωριστά καθένας, που συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 5567/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και τις δύο αντεφέσεις, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, αφού δίκασε την αγωγή, δέχτηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το ποσό των 47.594,20 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, ενώ απέρριψε ως πρόωρα τα κονδύλια της πρόσθετης ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρ. 931 ΑΚ και τα διαφυγόντα εισοδήματα για τα έτη από το έτος 2014 έως το έτος 2037, οπότε ο παθών θα συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κεφάλαιο της απώλειας εισοδήματος, που αφορά τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε, ότι αποδείχθηκαν, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, αναφορικά με τις ένδικες αξιώσεις αποζημίωσης του ενάγοντος:
Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "...", όπου, αφού εξετάσθηκε και διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα οπίσθιας κολώνας (ΔΕ), κάταγμα ισχίου αρθρώσεως με εμβύθινση και της οροφής της (ΔΕ) κοτύλης, αλλά και εξάρθρημα της μηριαίας κεφαλής, εισήχθη στην Α’ Ορθοπαιδική Κλινική του νοσοκομείου για την αντιμετώπισή τους.
Την ίδια ημέρα ανετάχθη η κεφαλή του ισχίου και στις 10-10-2011 υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση με ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση των καταγμάτων της οπίσθιας κολώνας και της οροφής της κοτύλης με 2 πλάκες ανακατασκευής και βίδες εκ τιτανίου. Η οροφή ενισχύθηκε με αυτομόσχευμα από τους σύστοιχους μηριαίους κονδύλους με 2 βελόνες ΚΙRSCHNER λόγω του ότι τα οστικά τεμάχια ήταν πολύ μικρά.
Κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, διαπιστώθηκε πολύ σοβαρή ενδοαρθρική βλάβη του χόνδρου με απώλεια χόνδρου από την κεφαλή (φορτιζόμενη επιφάνεια και την οροφή της κοτύλης) και τραυματισμός της κεφαλής με απώλεια της σφαιρικότητάς της. Η μετεγχειρητική του πορεία ήταν ομαλή και εξήλθε από το νοσοκομείο στις 17-10-2011, με οδηγίες για κλινοστατισμό και αποφυγή ορθοστάτησης - βάδισης, λήψη φαρμακευτικής αγωγής, επί πόνου λήψη κοινών αναλγητικών, αλλαγή του τραύματος κάθε 2 ημέρες, αφαίρεση των ραμμάτων μετά 20 ημέρες, επανεξέταση σε 15 ημέρες μετά από διενέργεια ακτινολογικού ελέγχου, κινητοποίηση σύμφωνα με οδηγίες θεράποντος ιατρού και καθοδήγηση από φυσιοθεραπευτή.
Ο θεράπων ιατρός του, στο ως άνω νοσοκομείο, Γ. Μ., Αναπληρωτής Καθηγητής Ορθοπεδικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο εκτίμησε ότι δεν θα δύναται να αυτοεξυπηρετηθεί επί δίμηνο και ότι πρέπει να ακολουθήσει στη συνέχεια πρόγραμμα φυσικοθεραπειών, ενώ του χορήγησε αναρρωτική άδεια δύο (2) μήνες (βλ.
την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../7-11-2011 ιατρική γνωμάτευση, την από 13-10-2011 ιατρική βεβαίωση νοσηλείας, το από 17-10-2011 εξιτήριο του ως άνω νοσοκομείου). Ακολούθως, ο ενάγων προσήλθε για επανεξέταση, στο ίδιο νοσοκομείο, στις 4-11-2011, 24-11-2011, 14-3-2012, 26-6-2012, 11-9-2012, 11-10-2012, 13-12-2012, 27-3-2012 και 11-4-2013, κατά τις οποίες (επανεξετάσεις), διεγνώσθη από τον ως άνω θεράποντα ιατρό του ότι αυτός παρουσίαζε βαρειά επώδυνη χωλότητα και μυϊκή ανεπάρκεια μέσου γλουτιαίου (ΔΕ) και του συνεστήθη συνέχιση των αναρρωτικών αδειών και των φυσικοθεραπειών, ως επίσης και καθημερινή κολύμβηση για ενίσχυση των μυών του κάτω άκρου.
Παρά τις συνεχείς φυσικοθεραπείες, ο ενάγων κατά την τελευταία εξέτασή του, στις 27-3-2013, παρουσίαζε χωλότητα με θετικό σημείο Trendeleburg και ανεπάρκεια μέσου γλουτιαίου, η οποία, σε σχέση με τις προηγούμενες εξετάσεις έχει βελτιωθεί μεν, αλλά παραμένει υπολειμματική 3+ με άριστα το 5, επίσης έχει μειωμένη κάμψη 120° και στροφές (έσω στροφή επώδυνη έως 5° και έξω στροφή 30°, και μόνιμη σύγκαμψη 10°) και του συνεστήθη η συνέχιση των φυσικοθεραπειών.
Ο θεράπων ιατρός του διέγνωσε ότι έχει μόνιμα εγκατεστημένη μετατραυματική βλάβη στο (ΔΕ) ισχίο, η ακτινολογική εικόνα αντιστοιχεί στην κλινική δυσκαμψία που περιγράφηκε παραπάνω, η λειτουργία των απαγωγών επίσης έχει σοβαρά επηρεαστεί λόγω βλάβης του άνω γλουτιαίου νεύρου και δεν έχει επανέλθει πλήρως παρά τις επίπονες και μακροχρόνιες φυσικοθεραπείες με αποτέλεσμα τη χωλότητα που περιγράφηκε ανωτέρω, μελλοντικά υπάρχει πιθανότητα επιδείνωσης της αρθροπάθειας και αναγκαιότητα αντικατάστασης του ισχίου με αρθροπλαστική, η βλάβη του άνω γλουτιαίου νεύρου πιθανότατα δεν πρόκειται να αποκατασταθεί πλήρως και ως εκ τούτου θα υπάρχει χολώτης που δεν θα αποκατασταθεί ακόμη και μετά από ενδεχόμενη αρθροπλαστική (βλ.
τις με τις ως άνω ημερομηνίες ιατρικές γνωματεύσεις του θεράποντος ιατρού στο, ως άνω, νοσοκομείο Γ. Μ.). Με τις εν λόγω ιατρικές γνωματεύσεις, ο θεράπων ιατρός του, συνέστησε στον ενάγοντα τη λήψη αναρρωτικής άδειας και αποχής από την εργασία του μέχρι τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2012. Η πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ Τοπική Μονάδα Υγείας Περιστερίου, αρμόδια για την ιατρική αξιολόγηση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, ως ασφαλισμένου κατά το χρόνο του ατυχήματος στον ασφαλιστικό φορέα ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ, μετά από διαπίστωση ότι αυτός παρουσίαζε μετατραυματική δυσκαμψία (ΔΕ) παλαιού κατάγματος κοτύλης χειρουργηθέντος με παραμονή των υλικών οστεοσύνθεσης, με την υπ’ αριθμ. ...14-2-2013 απόφασή της, έκρινε αυτόν ανάπηρο σε ποσοστό 40% για το χρονικό διάστημα από 18-10-2012 έως 31-10-2013, ακολούθως δε με την μεταγενέστερη υπ’ αριθμ. .../29-8-2014 απόφασή της, μετά από διαπίστωση ότι ο ενάγων παρουσίαζε μετρίου βαθμού μετατραυματική αρθρίτιδα (ΔΕ) ισχίου στα πλαίσια χειρουργηθέντος κατάγματος κοτύλης - εξαρθρήματος και πάρεση (ΔΕ) άνω γλουτιαίου νεύρου, διατήρησε το ίδιο ποσοστό αναπηρίας αυτού, για το χρονικό διάστημα από 1-11-2013 έως 31-10-2015 (βλ.
προσκομιζόμενες ως άνω αποφάσεις)... Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι πτυχιούχος ηλεκτρολόγος της ιδιωτικής Τεχνικής και Επαγγελματικής ..., πριν από τον τραυματισμό του, ασκούσε το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου. Ειδικότερα, έως τις 30-6-2010 ασκούσε το εν λόγω επάγγελμα, μέσω ατομικής επιχείρησης, ενώ από την 1-7-2010 συνέστησε τη μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", στην οποία απασχολούνταν μόνον ο ίδιος, ως μοναδικός της εταίρος, και είχε ως αντικείμενο εργασιών την τοποθέτηση ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων σε επαγγελματικούς χώρους και κατοικίες, κέρδιζε δε από την επαγγελματική του αυτή δραστηριότητα το καθαρό ποσό των 3.000 ευρώ, κατά μέσον όρο, μηνιαίως. Εξαιτίας του τραυματισμού του, κατέστη ανίκανος για την άσκηση του, ως άνω, επαγγέλματός του, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2011 έως 31-12-2011, με συνέπεια να απωλέσει εισοδήματα, συνολικού ύψους 9.000 ευρώ (3.000 χ 3 μήνες), ποσό, το οποίο θα κέρδιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία πραγμάτων, αν δεν συνέβαινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του, ελεγχομένου ουσιαστικά αβασίμου και απορριπτέου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου, ως προς το υπερβάλλον, για το ίδιο χρονικό διάστημα.
Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι κατά το επόμενο χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2013 ο ενάγων απώλεσε κάποιο χρηματικό ποσό από την ως άνω δραστηριότητά του, παρά τη δική του αποχή από αυτή, λόγω της συνεχιζόμενης ανικανότητάς του να εκτελεί τις εργασίες του ηλεκτρολόγου, τις οποίες εκτελούσε μόνος πριν από τον τραυματισμό του, ενόψει του ότι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στην αγωγή του, προσέλαβε στην εταιρεία του στις 20-12-2011 τον αδελφό του Ι.
Π. και στις 2-4-2012 τον Δ. Κ., βοηθούς ηλεκτρολόγους, οι οποίοι αποδείχθηκε ότι προσέφεραν ανάλογη της δικής του εργασίας και λειτούργησαν κανονικά την εταιρεία, τους οποίους μάλιστα ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι μισθοδοτούσε.
Συνεπώς, τα σχετικά αγωγικά κονδύλια εκ 32.300,40 €, 13.458,50 € και 18.841,90 € που αφορούν τα χρονικά διαστήματα από 1-1-2012 έως 31-12-2012, 1-1-2013 έως 30-5-2013 και 1-6-2013 έως 31-12-2013 αντίστοιχα, ελέγχονται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ένδικες αξιώσεις που αφορούν μελλοντική ζημία του ενάγοντος, από απώλεια εισοδημάτων από την ως άνω επαγγελματική του δραστηριότητα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 31-12-2037, ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, οπότε θα συνταξιοδοτηθεί, λόγω γήρατος, καθώς μέχρι τότε ισχυρίζεται ότι θα εξακολουθούσε να ασκεί την πιο πάνω επαγγελματική του δραστηριότητα και θα αδυνατεί να την ασκεί λόγω των μετατραυματικών βλαβών εκ του ενδίκου ατυχήματος, κρίνεται ότι ασκήθηκαν πρόωρα και ως τέτοιες είναι απορριπτέες, καθόσον οι απαιτήσεις αυτές, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας εξαρτώνται από μελλοντικές συνθήκες που έχουν σχέση με τη βελτίωση ή επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, η οποία, από τα προσκομιζόμενα ως άνω ιατρικά έγγραφα δεν μπορεί να προσδιορισθεί από τώρα, καθώς και τα εν γένει οικονομικά δεδομένα και τις βιοτικές και οικονομικές συνθήκες που θα διαμορφωθούν στο μέλλον και δεν είναι δυνατή από τώρα η ασφαλής πρόβλεψή τους...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ερμήνευσε ορθά τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929, 930 του ΑΚ, στις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, τα οποία αρκούσαν για την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου, διότι με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της απώλειας εισοδημάτων του αναιρεσείοντα.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με πλήρη αιτιολογία δέχεται ότι ο αναιρεσείων ασκούσε την επαγγελματική δραστηριότητα του ηλεκτρολόγου, ως πτυχιούχος της Ιδιωτικής ..., ότι ασκούσε αυτήν αρχικά ατομικά (έως 30-6-2010) και έκτοτε υπό τη μορφή Μονοπρόσωπης ΕΠΕ, ότι το αντικείμενο της επαγγελματικής του δραστηριότητας ήταν η τοποθέτηση ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, τόσο σε επαγγελματικούς χώρους, όσο και σε κατοικίες και ότι κατά μέσο όρο το εισόδημά του ανερχόταν σε 3.000 ευρώ μηνιαίως, ότι εξαιτίας του ατυχήματος κατέστη πλήρως ανίκανος για την εργασία του πρόσκαιρα, το τρίμηνο Οκτώβριος έως Δεκέμβριος 2011, ότι για την επόμενη διετία δεν απώλεσε εισόδημα, διότι "προσέλαβε" ως βοηθούς ηλεκτρολόγους τον αδελφό του, Ι.
Π. και τον Δ. Κ., οι οποίοι πρόσφεραν στην επιχείρηση ανάλογη εργασία με την δική του εργασία και έτσι η Μονοπρόσωπη ΕΠΕ λειτούργησε κανονικά, χωρίς απώλεια εισοδημάτων. Ας σημειωθεί, ότι δεν είναι αντιφατική η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων προσέλαβε τους ανωτέρω δύο βοηθούς και έτσι λειτούργησε η επιχείρηση χωρίς απώλεια κερδών, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων "...δεν ισχυρίστηκε ότι τους μισθοδοτούσε...", όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, διότι η αναγγελία της πρόσληψής τους, η παράλειψη της οποίας συνεπάγεται ευθύνη του εργοδότη έναντι του Δημοσίου, δεν αποδεικνύει άνευ άλλου τινός, ότι καταβάλλεται και μισθός, η δικαστική αναζήτηση του οποίου εναπόκειται στον μισθωτό, εάν ο εργοδότης παράνομα δεν καταβάλλει μισθό.
Στην ένδικη περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προέκυψε ότι προσκομίστηκαν από τον αναιρεσείοντα αποδείξεις καταβολής μισθοδοσίας, που θα αποδείκνυαν την εκ μέρους του καταβολή μισθού στους βοηθούς και άρα ισόποση απώλεια εισοδήματος. Επίσης, το Εφετείο με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογεί ότι το κονδύλιο απώλειας εισοδήματος από το έτος 2014 έως το έτος 2037, οπότε ο αναιρεσείων θα συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του ασκείται πρόωρα, εφόσον, κατά τις παραδοχές του, σύμφωνα με τα ιατρικά δεδομένα που ερεύνησε, σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση της χώρας μας, δεν καθίσταται ασφαλής η πρόβλεψη απώλειας εισοδήματος για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (2014 - 2037).
Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς λογικά κενά, αλλά με λογική ακολουθία και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογήσει την κρίση του, ότι δεν απωλέσθηκε εισόδημα για το ανωτέρω διάστημα, εκτός από το τρίμηνο 2011. Συνακόλουθα, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Συνακόλουθα, οι συναφείς αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και ειδικότερα, ο 1ος κατά το Γ’ σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (που αφορά το τρίμηνο 2011), ο 2ος κατά τα Α’ και Δ’ σκέλη αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (που αφορά τη διετία 2012-2013), ο 3ος κατά το Α’ σκέλος αυτού (που αφορά τη διετία 2014-2015) και ο 6ος λόγος αναίρεσης (που αφορά το διάστημα από 2014 έως 2037) εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο 3ος και ο 6ος λόγος είναι πρωτίστως και απαράδεκτοι, κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι τα σχετικά κονδύλια απορρίφθηκαν από το Εφετείο, ως προώρως ασκηθέντα και συνεπώς δεν ερευνήθηκαν κατ’ ουσίαν, ώστε να ιδρυθεί η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 140/2010).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/ 2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα στο Δικαστήριο ουσίας, με αριθμό σχετικού 13 και 14 και ειδικότερα, τα Ε3 Μηχανογραφικά Δελτία Οικονομικών Στοιχείων Επιχειρήσεων και Επιτηδευμάτων οικονομικού έτους 2011 και 2012 (χρήση 2010-2011), από τα οποία προέκυπτε, ότι για διάστημα 18 μηνών (18-7-2010 έως 31-12-2011) ο αναιρεσείων είχε δηλώσει καθαρό φορολογητέο εισόδημα 60.295,05 ευρώ και ότι, μετ’ αφαίρεση του διαστήματος (δύο μήνες και 17 ημέρες), που ήταν εντελώς ανίκανος προς εργασία μετά το ατύχημα (30-9-2011) και δεν είχε εισόδημα, το δηλωθέν καθαρό εισόδημα το τρίμηνο Οκτώβριος 2011 έως Δεκέμβριος 2011 ανερχόταν σε 40.19,67 ευρώ, δηλαδή 60.295,05 : 3 μήνες και όχι σε 3.000 ευρώ, που δέχτηκε εσφαλμένα το Εφετείο, ζήτημα ουσιώδες για τον υπολογισμό της ζημίας, που αυτός υπέστη από το τροχαίο ατύχημα.
Επίσης με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο κατά το Β’ σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του 1) τις αναγγελίες πρόσληψης των δύο βοηθών του, που είχαν προσκομιστεί νόμιμα στο Εφετείο με αριθμό σχετικού 17 και 18 και 2) τα τιμολόγια των σημαντικών πελατών της επιχείρησής του (shopping house, Σ. Ι. και Σια ΕΕ, ... Αθηνών, προσφορά ηλεκτρολογικής εγκαταστάσεως στο κτίριο της οδού ...), τα οποία είχαν προσκομιστεί στο Δικαστήριο ουσίας με αρ. σχετικού 16 και 19 και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι αποδείκνυαν ότι ο αναιρεσείων αναλάμβανε μεγάλα ιδιωτικά έργα και ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να έχει εισοδήματα και για τα έτη 2012-2013.
Επίσης, με τον συναφή 5ο αναιρετικό λόγο κατά το Γ’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την από 3-6-2014 βεβαίωση του Διευθυντή της Β’ ορθοπεδικής Κλινικής, καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γ. Μ., την οποία είχε προσκομίσει με αριθμό Σχετικού 8ιδ’ , ως οψιγενές αποδεικτικό στοιχείο, παραδεκτά κατ’ άρθρ. 527 παρ. 2 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με την οποία η βλάβη του γλουτιαίου νεύρου δεν πρόκειται να αποκατασταθεί πλήρως και ως εκ τούτου θα υπάρχει η χολώτητα αυτού.
Οι ανωτέρω συναφείς αναιρετικοί λόγοι (1ος Α’ , 2ος Β’ και 5ος Γ’ ) εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, οι οποίοι πλήττουν το κεφάλαιο της απώλειας εισοδήματος πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στη σελίδα 3α αυτής, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς και τα ανωτέρω για τα οποία αιτιάται ο αναιρεσείων, διότι, κατ’ ακριβή λεκτική διατύπωση η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι συνεκτιμήθηκαν "...όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα από τη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη...".
Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο δεν κατονόμασε ξεχωριστά τα αποδεικτικά στοιχεία -έγγραφα, για τα οποία αιτιάται ο αναιρεσείων, (άλλωστε δεν είχε τέτοια ειδική υποχρέωση), όμως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, άλλως καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι το Εφετείο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις ως έχοντα ισοδύναμη αποδεικτική ισχύ και συνεπώς εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο.
Εξάλλου, από τις παραδοχές του Εφετείου, με τις οποίες δέχτηκε ότι ο μέσος όρος μηνιαίου εισοδήματος πριν το ατύχημα ανερχόταν σε 3.000 ευρώ, ότι το αντικείμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας ήταν η τοποθέτηση ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων σε επαγγελματικούς χώρους και σε κατοικίες προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα Ε3 Μηχανογραφικά Δελτία, τις αναγγελίες πρόσληψης των βοηθών ηλεκτρολόγων και τα τιμολόγια των πελατών της ΕΠΕ.
Τέλος, όσον αφορά το οψιγενές αποδεικτικό μέσο-ιατρική βεβαίωση, που, κατά τον αναιρεσείοντα αποδεικνύει ότι δεν θα αποκατασταθεί η χολώτητά του, είναι επίσης αληθές ότι δεν μνημονεύεται ειδικά, πλην όμως το έγγραφο αυτό δεν είναι ουσιώδες, υπό την έννοια ότι δεν αλλοιώνει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι είναι παρεμφερές με το περιεχόμενο της πλέον πρόσφατης από 11-4-2013 ιατρικής γνωμάτευσης του ίδιου ως άνω Καθηγητή Ιατρικής Σχολής, Γ.
Μ., σύμφωνα με την οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, "...η χολώτητα δεν θα αποκατασταθεί ακόμη και μετά από ενδεχόμενη αρθροπλαστική...". Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση την αξιολόγησε ρητά και κατέληξε σε αντίθετο πόρισμα από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Συνακόλουθα, εκτός από τους σχετικούς 1ο Α’ και 2ο Β’ λόγους και ο 5ος Γ’ σκέλος αναιρετικός λόγος πρέπει επίσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με τον 4ο αναιρετικό λόγο κατά το Β’ σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον Πίνακα Αποδοχών του αρμόδιου Υπουργείου για τις αμοιβές των αποκλειστικών νοσοκόμων, που είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση με αριθμό σχετικού ... και ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης ως προς το ερευνώμενο ζήτημα της πλασματικής αμοιβής, που επιδικάσθηκε στη σύζυγό του, η οποία άσκησε τα καθήκοντα της αποκλειστικής νοσοκόμας.
Από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι το Εφετείο για τη δαπάνη αμοιβής αποκλειστικής νοσοκόμας, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων μετά την έξοδό του από το ως άνω νοσοκομείο, στις 17-10-2011 και για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών, εξαιτίας του είδους και της φύσης του τραυματισμού του (χειρουργηθέντα κατάγματα, για τα οποία έφερε ακόμη υλικά εσωτερικής οστεοσύνθεσης) και των επιπλοκών που παρουσίασε και αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν μπορούσε να επιμεληθεί του εαυτού του και να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη αϊτό τις φροντίδες και περιποιήσεις τρίτου προσώπου.
Το έργο αυτό της αποκλειστικής νοσοκόμου και οικιακής βοηθού, ανέλαβε, με εντατικοποίηση των δυνάμεών της, η σύζυγός του Σ. Λ., απασχολούμενη με την τροφή, την περιποίηση και την καθαριότητα, αλλά και τη συνοδεία του στους θεράποντες ιατρούς του, προς παρακολούθηση της κατάστασης της υγείας του και για την υποβολή του στις αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις.
Και ναι μεν η σύζυγος του ενάγοντος βαρύνεται με την ηθική και νομική υποχρέωση να συμπαραστέκεται σ’ αυτόν, να του παρέχει βοήθεια και να επιδεικνύει προς αυτόν αγάπη και στοργή, όμως οι προαναφερόμενες υπηρεσίες της αποκλειστικής νοσοκόμου και περιποιήτριας, που αναγκάστηκε αυτή να παράσχει, λόγω του τραυματισμού του, δεν εντάσσονται στις νόμιμες, ως ανω, αποχρώσεις της.
Εξάλλου, το γεγονός ότι τις πιο πάνω υπηρεσίες κάλυψε η, ως άνω, συγγενής του ενάγοντος, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ωφέλεια των υπόχρεων προς αποζημίωσή του και σε αποφυγή καταβολής από αυτούς της σχετικής αποζημίωσης του ενάγοντος, ο οποίος, επειδή εστερείτο ρευστού χρήματος για να καλύψει τις ανάγκες του αυτές, με καταβολή (προκαταβολή) των δαπανών που απαιτούντο πριν από την έγερση της αγωγής, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει την ανωτέρω ως αποκλειστική νοσοκόμα και περιποιήτρια.
Αν είχε προσλάβει για το σκοπό αυτό αποκλειστική νοσοκόμα - οικιακή βοηθό, χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις αποκλειστικής νοσοκόμου, όπως η σύζυγός του, ο ενάγων θα ήταν υποχρεωμένος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή πείρα των ανθρώπων, να καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 600 ευρώ και τούτο διότι επί μακρού χρόνου απασχόλησης τέτοιου προσώπου, όπως εν προκειμένω, καταβάλλεται μηνιαίος μισθός και όχι ημερήσια αποζημίωση με τις διακρίσεις ημέρας και νύκτας.
Κατ’ ακολουθία, αυτός δικαιούται να λάβει ως αποζημίωσή του, για την προεκτεθείσα αιτία, για το, ως άνω, χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των 5.400 ευρώ (9 μήνες χ 600 ευρώ το μήνα)...". Με τις παραδοχές του αυτές καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο συνεκτίμησε και τους Πίνακες Αποδοχών αμοιβών αποκλειστικής νοσοκόμας και με ειδική αρνητική αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντα περί καθορισμού ημερήσιας αμοιβής 50 ευρώ, διότι, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, η σύζυγος του αναιρεσείοντα δεν κατείχε τις εξειδικευμένες γνώσεις της αποκλειστικής νοσοκόμου και ότι στις περιπτώσεις αυτές η συνήθης αμοιβή περιποιήτριας νοσοκόμου, ανέρχεται σε 600 ευρώ μηνιαία, άλλως 20 ευρώ ημερησίως.
Επομένως και ο 4ος αναιρετικός λόγος κατά το Β’ σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).
Τέλος, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 1150/2015).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Β’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του, ότι σύμφωνα με τα Ε3 Μηχανογραφικά Δελτία Οικονομικών Στοιχείων Επιχειρήσεων και Επιτηδευμάτων οικονομικού έτους 2011 και 2012 (χρήση 2010-2011), το μηνιαίο εισόδημά του το τρίμηνο Οκτώβριος έως Δεκέμβριος 2011 ανερχόταν σε 4.019,67 ευρώ και όχι σε 3.000 ευρώ, που εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η επίκληση των Ε3 Μηχανογραφικών Δελτίων δεν είναι "πράγμα, με την έννοια που προαναφέρθηκε στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, δηλαδή αυτοτελής ισχυρισμός, αλλά αποδεικτικά στοιχεία - έγγραφα, που συνεκτιμήθηκαν ελεύθερα κατ’ άρθρ. 339 - 340 ΚΠολΔ μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.
Επίσης, με τον 2ο αναιρετικό λόγο κατά το Γ’ σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό "πράγμα", που στήριζε το αγωγικό του αίτημα περί απώλειας εισοδήματος την διετία 2012-2013, το οποίο με πιθανότητα θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχε τραυματιστεί και αναγκαστεί να προσλάβει τους δύο βοηθούς ηλεκτρολόγους.
Επίσης, με τον συναφή 3ο αναιρετικό λόγο κατά το Β’ σκέλος αυτού αποδίδεται η ίδια ως άνω πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, που στήριζε το αγωγικό αίτημα περί απώλειας εισοδημάτων κατά τη διετία 2014-2015 λόγω της μερικής αναπηρίας του σε ποσοστό 40%, διότι η πορεία των εργασιών της Μονοπρόσωπης ΕΠΕ ήταν αυξητική και είχε την εκτίμηση των συνεργατών-πελατών του.
Τέλος, με τον επίσης συναφή 4ο λόγο αναίρεσης κατά το Γ’ σκέλος του αποδίδεται η ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8β’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα που στήριζε το αγωγικό αίτημα για την επιδίκαση αμοιβής αποκλειστικής νοσοκόμου, ποσού 50 ευρώ ημερησίως, σύμφωνα με τον Πίνακα αποδοχών του αρμοδίου Υπουργείου και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης και στην επιδίκαση αποζημίωσης για πλασματική αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας, τα καθήκοντα της οποίας εκτέλεσε η σύζυγός του.
Οι ανώτεροι αναιρετικοί λόγοι (2ος Γ, 3ος Β και 4ος Γ) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι το Εφετείο ερεύνησε τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα και τους απέρριψε με ρητή απορριπτική αιτιολογία, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του. Επομένως δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ (ΑΠ 225/2015).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 969/2011).
Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση του διδάγματος κοινής πείρας που απορρέει από τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 930 παρ. 3 σε συνδυασμό 297 - 298, 914 και 929 ΑΚ, με την αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η σύζυγός του Σ. Λ. πρόσφερε τις υπηρεσίες της αποκλειστικής νοσοκόμου για το διάστημα μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο, τις οποίες αποτίμησε σε 20 ευρώ ημερησίως για 24ωρη απασχόληση, παραβίασε το δίδαγμα κοινής πείρας, ότι η αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου για ημερήσια απασχόληση ανέρχεται σε 50 ευρώ και για νυκτερινή απασχόληση τουλάχιστον σε 90 ευρώ ημερησίως.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση του διδάγματος κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, αλλά υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας ο αναιρεσείων πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως Δικαστηρίου ουσίας αναφορικά με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ύψος της αμοιβής αποκλειστικής νοσοκόμου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ’ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.
αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 72/2012).
Με τον 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Α’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, με συνέπεια το Εφετείο να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι το αίτημά του περί καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω της αναπηρίας του, ποσού 150.000 ευρώ, ασκείται πρόωρα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του παρόντος αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς το παραπάνω κεφάλαιο, τα εξής: "...Περαιτέρω, ο ενάγων αξιώνει, κατ’ άρθρο 931 ΑΚ, αποζημίωση ποσού 150.000 ευρώ, λόγω της επικαλούμενης από τον ίδιο μόνιμης αναπηρίας του, που καταλείφθηκε εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, η οποία θα έχει επίδραση στη μελλοντική επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη.
Από τα προσκομιζόμενα, με επίκληση, ως άνω ιατρικά πιστοποιητικά -γνωματεύσεις και αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ Τοπική Μονάδα Υγείας Περιστερίου, προκύπτει ότι ο ενάγων παρουσιάζει σοβαρή επικίνδυνη χωλότητα και ανεπάρκεια μέσου γλουτιαίου μυός (ΔΕ) άκρου ποδός, προφανώς εκ κακώσεως του άνω γλουτιαίου νεύρου, η οποία κατά την τελευταία εξέτασή του, στις 27-3-2013, από τον θεράποντα ιατρό του στο ...
νοσοκομείο, Γ. Μ., Αναπληρωτή Καθηγητή Ορθοπαιδικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχει βελτιωθεί μεν αλλά παραμένει υπολειμματική 3+ με άριστα το 5 και του συνεστήθη συνέχιση της φυσικοθεραπείας μέσου γλουτιαίου και επανεξέταση, ο θεράπων δε αυτός ιατρός του στην πλέον πρόσφατη υπ’ αριθ. πρωτ. .../11-4-2013 ιατρική γνωμάτευσή του, μετά την ως άνω εξέταση του ενάγοντος, αναφέρει ότι λόγω της βλάβης του άνω γλουτιαίου νεύρου έχει επηρεαστεί σοβαρά η λειτουργία των απαγωγών και δεν έχει επανέλθει πλήρως, παρά τις επίπονες και μακροχρόνιες φυσικοθεραπείες, με αποτέλεσμα τη χωλότητα, καταλήγει δε ότι μελλοντικά υπάρχει σημαντική πιθανότητα επιδείνωσης της αρθροπάθειας και αναγκαιότητα αντικατάστασης του ισχίου με αρθροπλαστική και πιθανότατα η βλάβη του άνω γλουτιαίου νεύρου δεν πρόκειται να αποκατασταθεί πλήρως και ως εκ τούτου θα υπάρχει χωλότης που επίσης δεν θα αποκατασταθεί ακόμη και μετά από ενδεχόμενη αρθροπλαστική, ενώ η παραπάνω πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή, με τις προαναφερόμενες αποφάσεις της έχει κρίνει τον ενάγοντα ανάπηρο, σε ποσοστό 40% μέχρι 31-10-2015.
Από τα έγγραφα όμως αυτά δεν προκύπτει από τώρα με βεβαιότητα ότι η αναπηρία αυτή του ενάγοντος είναι μόνιμη, δηλαδή διαρκής και οριστική εφ’ όρου ζωής, που προϋποθέτει η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ για την παροχή ανάλογης χρηματικής παροχής (βλ. ΑΠ 135/2013, ΑΠ 1094/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και συνεπώς η σχετική αγωγική αξίωση του ενάγοντος κρίνεται από το Δικαστήριο ότι ασκήθηκε πρόωρα και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, χωρίς εντεύθεν να δημιουργείται ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή οριστική της διαφοράς επί της ουσίας.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, εκ 150.000 ευρώ, ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενώ έπρεπε να το απορρίψει ως πρόωρο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του ήταν αρκετές για τη μη εφαρμογή αυτής και την απόρριψη του σχετικού αιτήματος ως πρόωρου και μη δυναμένου από τώρα να διαγνωστεί.
Επομένως δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου και ο σχετικός 5ος κατά το Α’ σκέλος του, αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008).
Με τον τελευταίο 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Β’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει το αίτημα ιδιαίτερης αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ "επικουρικά" ως απαράδεκτο, διότι δήθεν δεν προέκυπτε η βεβαιότητα της δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας του στο μέλλον, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ο αναιρεσείων εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο (αόριστο) το αίτημά του περί καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρ. 931 ΑΚ. Και τούτο, διότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό ως "πρόωρο", δηλαδή ως μη δυνάμενο από τώρα να διαγνωσθεί, χωρίς εντεύθεν να δημιουργείται δεδικασμένο, διότι δεν πρόκειται για οριστική τομή της διαφοράς επί της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1105/2015).
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμα αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ δεν πρέπει να επιδικαστεί δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντα και υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου, διότι αυτός λόγω της ερημοδικίας του δεν έχει υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 5567/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης 2ης αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ