Legislator Case Law & Legislation
1751/2016 AI generated

1751/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1751/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1751/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): δ’ Ν. 3251/2004). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, "η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις ... δ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους".

Keywords

AI generated
export customs procedure export refunds european order for payment procedure forfeiture under international sanctions European company customs tax fraud
AI generated
1108/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο, Μαρία Τατσέλου-Εισηγήτρια και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
1632/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1377/2019
Α. Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Εμμανουήλ Γιαννακάκι και Αγγελική Ζαρόκωστα και κατέθεσε προτάσεις.
313/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1360/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 479/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/7/2014 αίτησή της.
814/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 1/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 1/6/2006 κύρια αγωγή, ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29/5/2005 αγωγή νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5421/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5791/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 26/10/2014 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 823/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5791/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1751 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1751/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 και 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Ι. Κ. του Γ. και Β., που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18.8.1950, κατοίκου ..., ‘ Ελληνα υπηκόου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, Ηλία Αναγνωστόπουλο και Σπυρίδωνα Βλάσση, κατά της υπ’ αριθμ. 106/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε α) την εν μέρει εκτέλεση του με στοιχεία δικογραφίας "ποινικός φάκελος OVL-U-2016085891" από 21.7.2016 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Αρχών της Ολλανδικής Δημοκρατίας, ήτοι της Εισαγγελίας Zwolle της Ολλανδίας - τμήμα καταπολέμησης του εγκλήματος στους τομείς του περιβάλλοντος, της οικονομίας και της απάτης, προκειμένου να δικαστεί μόνο για την πράξη της παράβασης του άρθρου 341 του Ολλανδικού Ποινικού Νόμου που συνιστά την πράξη της κακουργηματικής απάτης (άρθ. 386 παρ. 3-1 Π.Κ.) κατά το Ελληνικό ποινικό δίκαιο και β) τη μη εκτέλεση του ανωτέρω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. κατά του ως άνω εκζητούμενου, ως προς τις λοιπές πράξεις της πλαστογραφίας και της νόμιμης υποχρέωσης του εκζητουμένου να παράσχει πληροφορίες στον σύνδικο της πτώχευσης.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 11/27.10.2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Ε. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2016. Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητούμενου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως, η υπό κρίση υπ’ αριθμ. 11/27-10-2016, νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ασκηθείσα έφεση κατά της 106/27-10-2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο αποφάσισε την εν μέρει εκτέλεση του με στοιχεία δικογραφίας "ποινικός φάκελλος OVL-U-2016085891" από 21-7- 2016 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από την αρμόδια δικαστική αρχή της Εισαγγελίας Zwolle της Ολλανδίας (τμήμα καταπολέμησης του εγκλήματος στους τομείς του περιβάλλοντος, της οικονομίας και της απάτης), κατά του εκκαλούντος-εκζητουμένου Έλληνα υπηκόου Ι. Κ. του Γ., ο οποίος γεννήθηκε στις 18-8-1950 στην Αθήνα, κατοίκου ... , πρέπει να γίνει τυπική δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.

II. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του πιο πάνω Ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία.

Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ως άνω νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία, για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ.

α’ του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ.

β’ της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Αν όμως το ευρωπαϊκό ένταλμα αφορά σε αξιόποινη πράξη, η οποία ρητά αναφέρεται στον κατάλογο της παρ. 2 του άρθρου 10 Ν. 3251/2004 και τιμωρείται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τρία (3) έτη, η Ελλάδα υποχρεούται να εκτελέσει το ένταλμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει το αξιόποινο της προαναφερόμενης πράξης σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο.

Αν δε το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, προκειμένου να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη, είναι Έλληνας πολίτης, απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος, εφόσον διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη (αρθρ. 11 περ. η’ εδ. α’ Ν. 3251/2004). Περαιτέρω, αρνητική προϋπόθεση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είναι η μη επέλευση της παραγραφής, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (αρθρ. 11 περ.

δ’ Ν. 3251/2004). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, "η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις ... δ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους".

Από τη διάταξη αυτή, με την οποία ρυθμίζονται οι περιπτώσεις εκείνες, όπου η δικαστική αρχή που καλείται να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεσή του, με σαφήνεια προκύπτει, ότι καθιερώνεται απαγορευτική διάταξη για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 11 του ως άνω νόμου, και όταν η πράξη, για την οποία καλείται η δικαστική αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος αυτού, και, στην προκειμένη περίπτωση, οι ελληνικές δικαστικές αρχές, έχει υποκύψει σε παραγραφή, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.

Δικαιολογητικός λόγος της ρυθμίσεως αυτής είναι η μη εφαρμογή του μέτρου της έκδοσης του εκζητούμενου στην περίπτωση που, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως, λόγω παρέλευσης του χρόνου της παραγραφής. Σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να προβλέπεται ρητά, ότι ακόμη και αν έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, είναι υποχρεωμένες οι ελληνικές δικαστικές αρχές να εκτελέσουν το ένταλμα σύλληψης.

Επιπρόσθετα, γιατί, αν είναι επιβεβλημένη η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στην περίπτωση κατά την οποία έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, τότε αναμφισβήτητα ο θεσμός της παραγραφής, ως θεσμός δημόσιας τάξης, τίθεται εκποδών και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση, ότι υφίσταται ταυτότητα του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, ως πλημμελήματος ή κακουργήματος.

Σημειώνεται ότι η άρνηση των ελληνικών αρχών να εκτελέσουν το συγκεκριμένο ένταλμα τελεί πάντοτε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της συνδρομής και της υπό του άρθρου 11 περ. δ’ του Ν. 3251/2004 δεύτερης περιπτώσεως, του ότι δηλαδή η αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται η εκτέλεση του ως άνω εντάλματος, υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.

Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΚ, οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη, που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε. Αποκλείεται όμως, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περ.

β’ του ΠΚ, η ποινική δίωξη, αν σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, η πράξη έχει παραγραφεί. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία ή εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα (ΑΠ 520/10, ΑΠ 1266/09).

III. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, σε συνδυασμό με όσα ο εκζητούμενος, δια των συνηγόρων του και του κατατεθέντος από 17-11-2016 υπομνήματος του, εξέθεσε, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εν μέρει εκτέλεση του με στοιχεία δικογραφίας "ποινικός φάκελλος OVL-U-2016085891" από 21-7-2016 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από την αρμόδια δικαστική αρχή της Εισαγγελίας Zwolle της Ολλανδίας (τμήμα καταπολέμησης του εγλήματος στους τομείς του περιβάλλοντος, της οικονομίας και της απάτης), κατά του εκκαλούντος-εκζητουμένου Έλληνα υπηκόου Ι.

Κ. του Γ., ο οποίος γεννήθηκε στις 18-8-1950 στην Αθήνα, προκειμένου ο τελευταίος να συλληφθεί και να προσαχθεί ενώπιον της δικαστικής αρχής που εξέδωσε το ένταλμα, με σκοπό την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης και την επιβολή ποινής μετά από τυχόν καταδικαστική απόφαση για την πράξη της παράβασης του άρθρου 341 του Ολλανδικού Ποινικού Κώδικα, ήτοι για τη δεύτερη εκ των αξιοποίνων πράξεων που αναφέρονταν στο εν λόγω ένταλμα, ενώ ως προς τις έτερες δύο πράξεις (πρώτη και τρίτη) αποφάσισε τη μη εκτέλεση του εντάλματος, κεφάλαιο ως προς το οποίο δεν προσβάλλεται.

Ο εκζητούμενος, δεν αμφισβητεί την ταυτότητά του και έχει δηλώσει ότι δεν συγκατατίθεται στην προσαγωγή του. Η αξιόποινη συμπεριφορά του εκζητούμενου και οι ειδικότερες περιστάσεις τέλεσης της ανωτέρω, υπό στοιχεία 2, αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται συνίσταται, σύμφωνα με το προαναφερόμενο ένταλμα σύλληψης στο ότι: "Αξιόποινη πράξη 2.

Ο Κ. κατηγορείται για δόλια χρεοκοπία ως διευθυντής της ... ΕΠΕ κατά την περίοδο 20 Μαΐου 2000 μέχρι και 5 Ιουνίου 2014 στον Δήμο ... της Ολλανδίας με το που ο Κ. κατέθεσε το ποσό των ευρώ 5.940.000 από την επιχείρηση ... ΕΠΕ στην επιχείρηση ... ΕΠΕ ενώ δεν υπήρχε νόμιμη βάση και εξαιτίας του οποίου χρεωκόπησε η ... ΕΠΕ (άρθρο 341 και 51 του Ποινικού Κώδικα της Ολλανδίας)".

Περαιτέρω, κατά την έκθεση στο ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των ειδικότερων περιστάσεων τέλεσης της εν λόγω αξιόποινης πράξης υπό τον τίτλο "Συνοπτική περιγραφή της υποψίας", αφού εκτίθενται τα περιστατικά που συνιστούν την "Αξιόποινη πράξη 1" (για την οποία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάσισε τη μη εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος) και αναφέρεται ότι η εταιρεία ...

ΕΠΕ, η οποία κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 7 Απριλίου 2011, "έλαβε μία φορά το ποσό των ευρώ 12.490.000 (αξίωση από την DSF)", στη συνέχεια, αναφορικά με την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω αξιόποινη πράξη της δόλιας χρεοκοπίας, εκτίθενται κατά λέξη τα ακόλουθα: "Μετά τη λήψη του ποσού των ευρώ 12.490.000, κατέβαλε ο I. του Γ. Κ. ένα ποσό των ευρώ 5.490.000 συνολικά στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ... (στο εξής την ονομάζουμε ...).

Η G. ήταν η μόνη μέτοχος και ο I. του Γ. Κ. ήταν ο διευθυντής αυτής της εταιρείας. Αυτή η πληρωμή χαρακτηρίστηκε από τον I. του Γ. Κ. ως επιστροφή δανείου που είχε δώσει η G. στη .... Η ... όμως δεν έλαβε ποτέ και κανένα ποσό από τη G. ως δάνειο. Επιστροφή δανείου δεν είναι δυνατό. Οι πληρωμές έγιναν επομένως χωρίς νόμιμες βάσεις.

Εντωμεταξύ η ... λύθηκε (από τις 13 Νοεμβρίου του 2012). Η απαίτηση από αυτήν την εταιρεία της ανάκτησης του ποσού που έχει επιπλέον πληρωθεί, δεν είναι πια δυνατή". Κατά τα αναφερόμενα στο ένδικο ένταλμα, η παραπάνω αξιόποινη πράξη της δόλιας χρεοκοπίας προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 341 και 51 του Ποινικού Κώδικα της Ολλανδίας, σύμφωνα με τα οποία :

Άρθρο 341: "Ως ένοχος δόλιας χρεοκοπίας τιμωρείται είτε με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη και πρόστιμο της πέμπτης κατηγορίας, είτε με μία από τις ποινές αυτές, αυτός που : α. Έχει κηρυχθεί σε πτώχευση αν και με παραπλανητική περικοπή των δικαιωμάτων των πιστωτών του : 1° είτε συμπίεζε ή συμπιέζει τέλη, είτε δεν έχει δικαιολογήσει εισόδημα ή δεν το δικαιολογεί, είτε έχει αποσύρει κάποιο αγαθό από την περιουσία ή το αποσύρει. 2° κάποιο αγαθό που φανερά ή όχι αποξένωσε κάτω από την αξία του, 3° επί της ευκαιρίας της πτώχευσής του ή κάποια στιγμή ενώ ήξερε ότι δεν μπορούσε να αποφευχθεί η πτώχευση, ωφέλησε ή ωφελεί με οποιοδήποτε τρόπο έναν από τους πιστωτές του, 4° Δεν πληρούσε ή δεν πληροί την υποχρέωση διαχείρισης των αρχείων σύμφωνα με το άρθρο 151, πρώτη παράγραφος, του τόμου 3 του Αστικού Κώδικα της Ολλανδίας και την τήρηση και παρουσίαση αρχείων όπως νοούνται σε αυτό το άρθρο".

Άρθρο 51: "Πρώτη παράγραφος. Φυσικά πρόσωπα και νομικά πρόσωπα μπορεί να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις. Δεύτερη παράγραφος. Εάν ένα νομικό πρόσωπο διαπράξει αξιόποινη πράξη, τότε μπορεί να ασκηθεί δίωξη και μπορούν να επιβληθούν οι ποινές και τα μέτρα που ορίζει όπως τα ορίζει ο νόμος 1° κατά του νομικού προσώπου ή 2° εναντίον εκείνων που έδωσαν εντολή να εκτελεστεί η αξιόποινη πράξη, καθώς και εναντίον εκείνων που στην πραγματικότητα διεύθυναν την απαγορευμένη συμπεριφορά ή 3° κατά του υπό 1° και 2° αναφερομένων μαζί.

Τρίτη παράγραφος. Για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων είναι το νομικό πρόσωπο το ίδιο με: την εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα, ο συνεταιρισμός, η πλοιοκτήτρια εταιρεία και τα περιουσιακά στοιχεία ειδικού σκοπού". Η ανωτέρω πράξη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την πράξη της απάτης, που προβλέπεται από το άρθρο 326 του Ολλανδικού Ποινικού Κώδικα σύμφωνα με την παρ. 1 του οποίου "Όποιος, με σκοπό πορισμού παρανόμου οφέλους στον εαυτό του ή τρίτο είτε με τη χρήση ψευδούς ονόματος ή ψευδούς ιδιότητας, ή με πονηρά τεχνάσματα ή με πλέγμα ψευδών πείθει ένα πρόσωπο την παράδοση περιουσίας, την παροχή υπηρεσιών, να παράσχει πρόσβαση σε στοιχεία, να αναδεχθεί ένα χρέος ή να παραιτηθεί από μία απαίτηση, είναι ένοχος απάτης και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα έτη ή .....".

Η πράξη αυτή (δόλια χρεοκοπία) δεν περιλαμβάνεται σε εκείνες του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 3251/2004, για τις οποίες επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος χωρίς τον διττό έλεγχο του αξιοποίνου. Η αναφορά στο πεδίο 1 στη σελίδα 3 του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ότι η πράξη για την οποία εκζητείται ο εκκαλών, συνιστά "Καταδολίευση, συμπεριλαμβανομένης της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια της σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", για την οποία επιτρέπεται η έκδοση χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, στερείται εννόμων συνεπειών, καθόσον η μεν πράξη της καταδολίευσης δεν περιλαμβάνεται στα εγκλήματα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ούτε μεταξύ των εγκλημάτων που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 3251/2004, η δε πράξη της απάτης, ως ελέχθη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ως άνω πράξη, για την οποία ζητείται η εκτέλεση του ενδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για να διωχθεί ο εκζητούμενος στην Ολλανδία (ΑΠ 855/2016).

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στο προαναφερθέν πεδίο 1 στη σελίδα 3 του εντάλματος δεν έχει σημειωθεί με "Χ" η πράξη της απάτης, καίτοι περιλαμβάνεται στον σχετικό πίνακα των πράξεων, για τις οποίες δεν απαιτείται έλεγχος του διττού αξιοποίνου. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 10 παρ. 1 α του Ν. 3251/2004, στην προκειμένη περίπτωση ανακύπτει η ανάγκη του διττού ελέγχου του αξιοποίνου κατά το δίκαιο των δύο χωρών, ήτοι της Ολλανδίας και της Ελλάδας.

Ειδικότερα, η παραπάνω πράξη συνιστά έγκλημα σχετικό με την πτώχευση εταιρείας. Το Ελληνικό δίκαιο προβλέπει ως αξιόποινη πράξη, μεταξύ άλλων και την χρεοκοπία, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 171 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), το οποίο έχει ως εξής "1. Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, κατά την ύποπτη περίοδο ή και έξι (6) μήνες πριν ή και μετά την κήρυξη της πτώχευσης οποτεδήποτε:

α) εξαφανίζει ή παρασιωπά περιουσιακά του στοιχεία που σε περίπτωση πτώχευσης εμπίπτουν στην Πτωχευτική περιουσία ή κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης, ματαιώνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τρίτων, βλάπτει ή καθιστά αυτά χωρίς αξία β) καταρτίζει ζημιογόνες ή κερδοσκοπικές ή ριψοκίνδυνες δικαιοπραξίες πάσης φύσεως, ακόμα και επί χρηματοοικονομικών παραγώγων, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης, ή διαθέτει υπερβολικά ποσά σε παίγνια, στοιχήματα ή σε αντιοικονομικές δαπάνες ή συνάπτει χρέη για τους σκοπούς αυτούς γ) προμηθεύεται εμπορεύματα ή αξιόγραφα με πίστωση, τα οποία, ή τα πράγματα που κατασκευάζει με αυτά, διαθέτει ή παραχωρεί σε τιμές ουσιωδώς κάτω της αξίας τους, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης δ) παριστά ψευδώς ότι είναι οφειλέτης άλλων ή αναγνωρίζει ανύπαρκτα δικαιώματα τρίτων ε) παραλείπει την τήρηση υποχρεωτικών εμπορικών βιβλίων ή τα τηρεί κατά τέτοιο τρόπο ή τα μεταβάλει, ώστε να δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του στ) εξαφανίζει ή αποκρύπτει τα εμπορικά του βιβλία ή άλλα στοιχεία ή παρασιωπά την ύπαρξη εμπορικών βιβλίων ή άλλων στοιχείων, καταστρέφει ή βλάπτει εμπορικά βιβλία ή άλλα στοιχεία, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική κατά το νόμο, πριν παρέλθει η προθεσμία που πρέπει να τα διατηρήσει, ώστε να δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του ζ) αντίθετα προς το νόμο, i) παραλείπει την κατά το νόμο σύνταξη των ισολογισμών ή της απογραφής ή ii) καταρτίζει ισολογισμούς ή απογραφή κατά τρόπο που δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του η) ελαττώνει την κατάσταση της περιουσίας του με άλλον τρόπο ή παρασιωπά ή αποκρύπτει τις αληθινές δικαιοπρακτικές του σχέσεις. 2.

Τιμωρείται επίσης, με τις ποινές της παραγράφου 1 και αυτός που με κάποια από τις πράξεις της παραγράφου 1 προκάλεσε την παύση των πληρωμών του. 3. Όποιος τέλεσε κάποια από τις πράξεις των περιπτώσεων ε’ και ζ’ της παραγράφου 1 από αμέλεια, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. 4. Οι πράξεις του παρόντος άρθρου είναι αξιόποινες μόνο σε περίπτωση που κηρυχθεί η πτώχευση ή η αίτηση απορριφθεί για το λόγο ότι προβλέπεται πως η περιουσία του οφειλέτη δεν θα επαρκέσει για τη κάλυψη των εξόδων της Διαδικασίας (άρθρο 6 παράγραφος 2)" ενώ κατά το άρθρο 176 του ίδιου Κώδικα "1.

Όταν η πτώχευση αναφέρεται σε νομικά πρόσωπα, ποινική ευθύνη για τις πράξεις του παρόντος κεφαλαίου, έχουν εκείνοι από τους διαχειριστές, τα μέλη της διοίκησης και οι διευθυντές τους, οι οποίοι διέπραξαν τα εν λόγω εγκλήματα. 2. Οι διαχειριστές, τα μέλη της διοίκησης και οι διευθυντές των νομικών προσώπων τιμωρούνται με τις ποινές της παραγράφου 1 του άρθρου 171 και όταν έλαβαν προκαταβολές ανώτερες από αυτές που προβλέπονται στο καταστατικό του νομικού προσώπου".

Τέτοια δε πράξη χρεοκοπίας (άρθρο 171 του Πτωχ. Κωδ.) και όχι κακουργηματικής απάτης ,υπό τα εκτιθέμενα στο ένταλμα πραγματικά περιστατικά, είναι και η παραπάνω πράξη της παράβασης του προαναφερθέντος άρθρου 341 του Ολλανδικού Ποινικού Κώδικα, που αποδίδεται στον εκζητούμενο. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, ο χρόνος παραγραφής της αποδιδόμενης στον εκζητούμενο πράξεως, λαμβάνεται υπόψη κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, εφόσον εν προκειμένω τελέστηκε από ημεδαπό στην αλλοδαπή και είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε και επομένως, υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών.

Κατά συνέπεια, εφόσον η πράξη για την οποία ζητείται η εκτέλεση του ενδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης τιμωρείται από το προαναφερθέν άρθρο 171 του Πτωχευτικού Κώδικα σε βαθμό πλημμελήματος, με απώτατο χρονικό σημείο τέλεσης αυτής την 7-4-11 (ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης της ... ΕΠΕ), έχει υποκύψει σε παραγραφή λόγω παρόδου πενταετίας από του χρόνου τελέσεώς της, γεγονός το οποίο έχει ως συνέπεια την απαγόρευση της εκτέλεσης του ενδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (αρθρ. 11 περ.

δ’ Ν. 3251/2004).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που με την εκκαλουμένη απόφαση του αποφάσισε την εν μέρει εκτέλεση του προαναφερθέντος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κατά του εκκαλούντος - εκζητουμένου "προκειμένου αυτός να προσαχθεί στην αρμόδια Δικαστική Αρχή της Ολλανδίας (Εισαγγελία Zwolle της Ολλανδίας) και να δικαστεί για την δεύτερη μόνο των κατηγοριών που αναφέρονται στο υπόψη ένταλμα σύλληψης, ήτοι την παράβαση του άρθρου 341 του Ολλανδικού Ποινικού νόμου που συνιστά την πράξη της κακουργηματικής απάτης (αρθρ. 386 παρ. 3-1 ΠΚ) κατά το Ελληνικό ποινικό δίκαιο....", έσφαλε και πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινομένης εφέσεως και παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αυτής, να εξαφανιστεί κατά το μέρος της κατά το οποίο αποφάνθηκε υπέρ της εκτελέσεως του ενδίκου εντάλματος για την αμέσως παραπάνω πράξη και να γνωμοδοτήσει το παρόν Συμβούλιο ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το ένδικο ένταλμα και για την προναφερθείσα πράξη (υπό στοιχ. Αξιόποινη πράξη 2) και να παραδοθεί ο εκζητούμενος στις Ολλανδικές Αρχές. Τέλος, πρέπει να αρθούν οι περιοριστικοί όροι που διατάχθηκαν σε αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης του εκζητουμένου με τη με αριθμό 97/2016 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμ. 106/2016 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά το μέρος της με το οποίο αποφάνθηκε υπέρ της εν μέρει εκτελέσεως του με στοιχεία δικογραφίας "ποινικός φάκελλος OVL-U- 2016085891" από 21-7-2016 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από τη δικαστική αρχή της Εισαγγελίας Zwolle της Ολλανδίας (τμήμα καταπολέμησης του εγκλήματος στους τομείς του περιβάλλοντος, της οικονομίας και της απάτης).

ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το ανωτέρω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κατά του εκκαλούντος Ι. Κ. του Γ., Έλληνα υπηκόου, ο οποίος γεννήθηκε στις 18-8-1950 στην Αθήνα και ... και για την αναφερομένη στο ένταλμα αυτό δεύτερη αξιόποινη πράξη, ήτοι αυτή της παραβάσεως των άρθρων 341 και 51 (δόλια χρεοκοπία) του Ολλανδικού Ποινικού νόμου.

ΑΙΡΕΙ τους περιοριστικούς όρους, που διατάχθηκαν, σε αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης του εκζητουμένου, με τη με αριθμό 97/2016 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Διατάσσει την απόδοση στον καταθέτη της χρηματικής εγγύησης των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, που έχει κατατεθεί σε εκτέλεση της αμέσως παραπάνω απόφασης (97/2016) και για την οποία έχει συνταχθεί η με αριθμό 308/5.10.16 έκθεση εγγυοδοσίας του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών από την οποία προκύπτει ότι κατατέθηκε σ’ αυτόν το ισόποσο γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων με αριθμό 731080/5.10.2016.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2016.

Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ