Legislator Case Law & Legislation
1751/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on trademark infringement, upholding lower court's finding of consumer confusion.

Case Number 1751/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two partners against a lower court judgment regarding trademark infringement. The appellants argued that their specialized business did not cause confusion with the respondent's well-known 'baby star' brand, but the court rejected this, noting that consumer confusion is evaluated based on the average consumer in the relevant market, not just specialized buyers. Consequently, the court upheld the lower court's decision that the respondent's use of the mark caused confusion and ordered the appellants to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(4), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court must assess the risk of confusion based on the average consumer in the relevant trade circle, disregarding arguments that the consumer base is specialized or highly observant.

Keywords

AI generated
trademark infringement consumer confusion average consumer relevant trade circle appeal dismissal legal costs trade mark protection

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 5/1995
Supreme Court Case 1450/2007
Supreme Court Case 1410/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1751 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1751/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: 1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", με έδρα τα ..., νομίμως εκπροσωπουμένης και 2. Γ. Γ., κατοίκου ..., ως νόμιμου εκπροσώπου και ομόρρυθμου εταίρου της ως άνω εταιρίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τρύφωνα Ιορδάνογλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Α.-Κ. Φ. Ο.Ε", που προήλθε από την μετατροπή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Α. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΒΡΕΦΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΙΔΩΝ" με έδρα τη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Κ. Φ., ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπασπύρου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1.9.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 498/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Ιουλίου 2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 30 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (Ολομ.ΑΠ 5/1995). Ο λόγος αφορά τη δημόσια τάξη, μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και αυτεπαγγέλτως από τον Εισηγητή (Ολομ.ΑΠ 5/1995, ΑΠ 1450/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε, κατ' επικύρωση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επί της από 1.9.2002 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία η ενάγουσα εκθέτει ότι από το έτος 1980 διατηρεί επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας βρεφικών παιδικών ενδυμάτων και συναφών ειδών, αρχικά με τη μορφή της ομόρρυθμης εταιρίας και στη συνέχεια, από το έτος 1992 και εφεξής, με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας.

Ότι ήδη από το έτος 1981 είναι νόμιμη δικαιούχος του σύνθετου (λεκτικού και εικαστικού) σήματος "baby star", όπως αυτό αναλυτικά περιγράφεται και απεικονίζεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή αντίγραφο, το οποίο, μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρία, ενέγραψε ως διακριτικό τίτλο της στο μητρώο του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας και κατοχύρωσε εκ νέου με την υπ' αριθ. 4593/1994 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων.

Ότι από το έτος 2000 έχει υποβάλει σχετική αίτηση στο γραφείο Εναρμόνισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να κατοχυρώσει το ανωτέρω σήμα σε διάφορες χώρες της. Περαιτέρω εξέθετε, ότι η εδρεύουσα στα ..., πρώτη των εναγομένων, ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος ομόδικός της, η οποία κατασκευάζει και εμπορεύεται παιδικά είδη, χρησιμοποιεί για τη διάκριση των εμπορευμάτων της, απομίμηση του λεκτικού του δικού της σήματος, ήτοι στο σήμα της αντιδίκου της εμπεριέχεται η ίδια ακριβώς έκφραση "baby star", με αποτέλεσμα, η συνολική εννοιολογική, οπτική και ηχητική εντύπωση που δημιουργείται από τα δύο σήματα στο μέσο καταναλωτή, η οποία, παρά τις ελάχιστες διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους, προσδιορίζεται από την κεντρική φράση "baby star" που δεσπόζει επ' αυτών, να δημιουργεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, αναφορικά με την ταυτότητα της επιχείρησης και την προέλευση των προϊόντων, με αντίστοιχη ζημία της (ενάγουσας).

Ζητά δε να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να παραλείπει τη χρήση του λεκτικού του ως άνω σήματος της "baby star" σε όλα τα προϊόντα που παράγει και εμπορεύεται, στα έγγραφα, τα έντυπά της και τις διαφημίσεις της, να απαγορευθεί η κυκλοφορία των προϊόντων της με το εν λόγω σήμα, να διαταχθεί η περιγραφή και κατάσχεση των εις χείρας της εναγομένης προϊόντων της (τελευταίας) που φέρουν το άνω σήμα και να απειληθεί κατά του δευτέρου εναγομένου προσωπική κράτηση για κάθε παραβίαση εκ μέρους του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως.

Παρέπεται ότι με την αγωγή αυτή ήχθη προς κρίση ιδιωτική διαφορά φερομένη ότι ανέκυψε από παραβίαση διατάξεων του Ν. 2339/1994 "Περί σημάτων", η οποία δεν έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων ή αρχών αλλά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια, διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 741/2011, ΑΠ 377 και 366/2011).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 741, 377, 373 και 366/2011).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4§1 εδ.α',β' και γ', 18§1 και 26 του Ν. 2239/1994 προκύπτουν τα εξής: α)Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από. εκείνα άλλων επιχειρήσεων. β)Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ.

του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλον μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. γ)Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση, προς το ξένο σήμα, η οποία όμως λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντυπώσεως, που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους, ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια θεωρήσεως, εκ πλάνης, του προϊόντος στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος.

Στην περίπτωση δε σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί υπάρξεως ή μη απομιμήσεώς του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού.

Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντυπώσεως έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική-απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα.

Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιερώσεως μιας ενδείξεως στις συναλλαγές τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποιήσεως ή απομιμήσεως πρέπει να είναι αυστηρότερες (ΑΠ 1227/2009). Περαιτέρω από τις άνω διατάξεις και αυτές των άρθρων 6, 8, 14 και 15 του άνω Ν. (2239/1994) προκύπτει, ότι εκείνος που κατέθεσε νόμιμα σήμα και το σήμα αυτό έγινε δεκτό με αμετάκλητη απόφαση του αρμόδιου οργάνου, αποκτά, μέχρις ότου τούτο διαγραφεί κατά τη νόμιμη διαδικασία, το αποκλειστικό δικαίωμα να το χρησιμοποιεί, από την ημέρα που υπέβαλε τη σχετική δήλωση (ΑΠ 1604/2003, ΑΠ 1131/1995).

Κατά το άρθρο 21 του ίδιου νόμου, που αποτελεί ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ, η προστασία του σήματος διαρκεί για μία δεκαετία, που αρχίζει από την επομένη της καταθέσεώς του. Προβλέπεται όμως, από το εν λόγω άρθρο, η παράταση διαρκείας της προστασίας του για μια ακόμη δεκαετία και ούτω καθεξής.

Η παράταση γίνεται με αίτηση του δικαιούχου και την εμπρόθεσμη υποβολή προς το Υπουργείο Εμπορίου (ήδη Ανάπτυξης) του αποδεικτικού καταβολής των τελών υπέρ του Δημοσίου. Εξάλλου, κατά το αρ. 1 παρ. 2 του υπ' αριθμ. 40/1994 Κανονισμού (ΕΚ) της 20-12-1993 για το "κοινοτικό σήμα", ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, τούτο (κοινοτικό σήμα) έχει ενιαίο χαρακτήρα.

Παράγει τα αυτά αποτελέσματα σε ολόκληρη την Κοινότητα: δεν δύναται να καταχωρηθεί, να μεταβιβασθεί, να γίνει αντικείμενο παραίτησης... παρά μόνο για ολόκληρη την Κοινότητα, κατά δε το άρθρο 6 του ιδίου Κανονισμού, το κοινοτικό, σήμα αποκτάται με την καταχώριση, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω Κανονισμού, το κοινοτικό σήμα παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. 0 δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε, κάθε τρίτο, να χρησιμοποιεί- στις.

συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεση του: α) κάθε σημείο που ταυτίζεται με το κοινοτικό σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρηθεί και β) κάθε σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού.

Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος. Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου Κανονισμού, που έχει τον τίτλο "Συμπληρωματική εφαρμογή του εθνικού δικαίου σε θέματα παραποίησης / απομίμησης", "τα αποτελέσματα του κοινοτικού σήματος καθορίζονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

Κατά τα λοιπά, οι προσβολές κοινοτικού σήματος διέπονται από το εθνικό δίκαιο για τις προσβολές εθνικού σήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου Χ". Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία, που εδρεύει στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής, έχοντας, αρχικά τη μορφή της ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "Γ.

Α. και Σία Ο.Ε.", διατηρεί, από το έτος 1980, βιοτεχνία παραγωγής και εμπορίας βρεφικών και παιδικών ενδυμάτων και συναφών ειδών. Δυνάμει της υπ' αριθ. .../1992 (αρχικής) και της υπ' αριθ. .../1992 (διορθωτικής) πράξεως της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αττικής Ελευθερίας Μανίκα, μετετράπη νομίμως σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Γ.

Α. Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Βρεφικών Παιδικών Ενδυμάτων και Συναφών Ειδών", μορφή, την οποία είχε και κατά το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Ήδη, με το από 1-1-2008 καταστατικό μετατροπής που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών και δημοσιεύθηκε στο από 2-5-2008 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), νομίμως μετετράπη και πάλι σε ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ε.

Α. -Κ. Φ. Ο.Ε.". Από την 22-7-1981, δυνάμει της υπ' αριθ. 1050/1982 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Σημάτων η εφεσίβλητη κατέστη δικαιούχος του υπ' αριθ. 80384 σύνθετου (λεκτικού και εικαστικού) σήματος, που φέρει την αγγλική φράση "baby star", το οποίο κατωτέρω περιγράφεται η δε εν λόγω φράση απετέλεσε και τον διακριτικό τίτλο της, αφότου απέκτησε τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας και αφού, την 12-4-1993 έλαβε χώρα σχετική εγγραφή στο μητρώο του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου της Αθήνας.

Ως ανώνυμη εταιρία, η εφεσίβλητη υπέβαλε την από 6-12-1993 αίτηση της προς το αρμόδιο τμήμα του. Υπουργείου Εμπορίου και κρίθηκε δικαιούχος, με την υπ' αριθ. 4593/1994 απόφαση της αρμοδίας Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, του υπ' αριθ. ... σήματος, το οποίο παρουσιάζει ελάχιστη απόκλιση ως προς το εικαστικό μέρος του (που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω), σε σχέση με το ως άνω σήμα της, αποτελούμενο και αυτό κατά το λεκτικό τμήμα του από την άνω αγγλική φράση.

Τα σήματα αυτά της εφεσίβλητης διακρίνουν βρεφικά και παιδικά ενδύματα, ήτοι εμπορεύματα, που ανήκουν στην κλάση 25. Την 31-10-2001, η εφεσίβλητη υπέβαλε αίτηση στο Γραφείο Εναρμόνισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της Εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), για την καταχώρηση του ως άνω σήματος σε διάφορες χώρες της, έλαβε δε από το εν λόγω Γραφείο το υπ' αριθ. ...

και με ημερομηνία 2-8-2003 πιστοποιητικό καταχώρισης του άνω (κοινοτικού πλέον) σήματος της, που εγγράφηκε στο Μητρώο Κοινοτικών Σημάτων, για τις κλάσεις 11, 20 και 25 (ενδύματα). Οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναλαμβάνουν με τον ταυτόσημο τρίτο λόγο της έφεσης, την ένσταση περί λήξεως της προστασίας του σήματος της εφεσίβλητης, λόγω της μη παρατάσεώς του, κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 21 του ν. 2239/1994 διαδικασία.

Ο ισχυρισμός τους, όμως, αυτός δεν ευσταθεί διότι, η προστασία του ως άνω υπ' αριθ. ... σήματος, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 6-12-1993 (ημέρα υποβολής της αιτήσεως) κατά τα ανωτέρω, διήρκεσε, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο, επί μία δεκαετία, ήτοι μέχρι την 6-12-2003 (βλ. και οπίσθια σελίδα του εν λόγω σήματος στο κεφάλαιο "λήξη προστασίας") ενώ, την 31-10-2000, η εφεσίβλητη υπέβαλε αίτηση προς απόκτηση του κοινοτικού σήματος, όπως έχει εκτεθεί.

Ενόψει του ότι η προστασία του κοινοτικού σήματος, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι ενιαία επί του συνόλου της επικράτειας των κρατών-μελών της Ένωσης (βλ.και ΠρΕΚ Υπόθ. Τ-91/99 απόφ. 30-3-2000, ΕΕΕυρΔ 2000.712), διαρκεί δε αυτή, κατ' άρθρο 46 του άνω Κανονισμού, επί μία δεκαετία από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, ανανεώθηκε η προστασία του εν λόγω σήματός της, πριν την πάροδο δεκαετίας από την προηγούμενη καταχώριση.

Λόγω δε και της αρχής της συνύπαρξης εθνικού και κοινοτικού σήματος, που διέπει τον άνω Κανονισμό, η εφεσίβλητη εξακολουθεί να απολαύει των ιδίων εκείνων δικαιωμάτων που θα είχε από το προγενέστερα καταχωρημένο (εθνικό) άνω σήμα της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ.1 και 2 του άνω Κανονισμού, οι οποίες προβλέπουν περί της διεκδίκησης της αρχαιότητας του εθνικού σήματος.

Περαιτέρω, όταν γίνεται μετασχηματισμός μιας εταιρίας, η τελευταία δεν λύνεται και δεν εκκαθαρίζεται, αλλά συνεχίζεται υπό άλλη εταιρική μορφή. Η εταιρική δε περιουσία, συνεπώς και το σήμα της, δεν αλλάζουν φορέα. Έτσι, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, περί μη μεταβιβάσεως στην εφεσίβλητη εταιρία του άνω αρχικού (πρώτου) σήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι η εφεσίβλητη ήταν κατά τα ανωτέρω, νόμιμη δικαιούχος του προπεριγραφέντος δεύτερου σήματος, που κατά βάση είναι το αυτό με το πρώτο, όπως έχει εκτεθεί, πλην της μικρής απόκλισης ως προς το εικαστικό μέρος του, το οποίο όμως δεν ενδιαφέρει εδώ.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η άνω ένσταση των εκκαλούντων, αφού γίνει δεκτή η παραδεκτά προβληθείσα αντένσταση της εφεσίβλητης, περί ανανεώσεως της διαρκείας και κατ' επέκταση, της προστασίας του σήματός της, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο. Ως εκ τούτου, τα αυτά που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από τις άνω σκέψεις (άρθρο 534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε.

Γι' αυτό, πρέπει ο λόγος αυτός της έφεσης να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Ότι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το σήμα που έχει κατοχυρώσει η εφεσίβλητη είναι σύνθετο (λεκτικό και εικαστικό) και συγκεκριμένα αποτελείται, κατά το λεκτικό μέρος του, που είναι και το κρίσιμο εν προκειμένω, από την αγγλική φράση "baby star" και τη φράση "στοργή και πείρα" σε δύο γραμμές κάτω από τη λέξη "baby" και κατά το εικαστικό μέρος του από την αποτύπωση της παραπάνω αγγλικής φράσης "baby star"με παχιά στοιχεία χρωματισμένα με μπλε χρώμα, στην εμπρόσθια επιφάνεια τους και με λευκό στην πλάγια όψη τους, που είναι σκιασμένη, ώστε να αποδίδεται η αίσθηση του βάθους και μεταξύ των δύο ως άνω λέξεων παρεμβάλλεται εικαστική έγχρωμη σύνθεση από ένα αστέρι με πέντε ακτίνες, χρώματος κόκκινου, επάνω στο οποίο απεικονίζεται ένα βρέφος με πιπίλα.

Το εν λόγω σήμα της εφεσίβλητης εταιρίας, που όπως προεκτέθηκε, αποτελεί, κατά το λεκτικό μέρος του, και το διακριτικό τίτλο της, το χρησιμοποιεί αυτή συνεχώς από το έτος 1981, εκτυπώνοντάς το σε όλα τα προϊόντα της, που καλύπτουν το σύνολο των βρεφικών, παιδικών ενδυμάτων κυρίως αλλά και συναφών ειδών (καροτσάκια κ.λ.π.), τα οποία παράγει στις εγκαταστάσεις της και εμπορεύεται στην Ελλάδα και σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είναι δε το σήμα αυτό ευρέως γνωστό στην ελληνική και ευρωπαϊκή αγορά, λόγω της υψηλής ποιότητας των προϊόντων της εφεσίβλητης και της πολυετούς παρουσίας της στο σχετικό αγοραστικό κοινό, αλλά και λόγω των συχνών καταχωρίσεων στα ειδικά έντυπα. Η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εκκαλούσα, ομόρρυθμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία "Γ.

Γ. και Σία Ο.Ε.", που εδρεύει στα ..., της οποίας ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εκκαλών, ασχολείται, από το έτος 1993, σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της στα ..., με την εμπορία παιδικών ειδών (καροτσάκια, ποδήλατα παιδικά, "στράτες", "ρηλάξ", παρκοκρέβατα). Έχει δε αναπτύξει και αυτή, γεγονός που δεν αμφισβητείται, αξιόλογη εμπορική δραστηριότητα κατά τα τελευταία έτη.

Με την υπ' αριθ. 5342/2002 απόφαση της αρμόδιας Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων η πρώτη εκκαλούσα, μετά την υποβολή της από 28-9-2001 σχετικής δηλώσεώς της, κατέστη νόμιμη δικαιούχος του υπ' αριθ. ... ημεδαπού σήματος, το οποίο προορίζεται για να διακρίνει τα ως άνω προϊόντα της εμπορίας της, τα οποία έχουν ταξινομηθεί στις κλάσεις 12 (τα τρία πρώτα τούτων) και 20 (τα δύο λοιπά).

Το εν λόγω σήμα της εκκαλούσας εταιρίας, το οποίο είναι επίσης σύνθετο (λεκτικό και εικαστικό) αποτελείται από την αγγλική φράση "Baby star", με κόκκινα γράμματα, εκ των οποίων το πρώτο (Β) έχει το διασχηματισμό τροχήλατου οχήματος και η οποία (φράση) καταλαμβάνει το κέντρο αυτού, κάτω δε από αυτήν υπάρχει η αγγλική φράση "Quality baby products", ενώ στην αριστερή πλευρά, επάνω από την κεντρική φράση απεικονίζονται δύο σύννεφα σχεδιασμένα με μπλε γραμμές και επάνω από αυτές υπάρχει η αγγλική λέξη "HELLO" (βλ.

αυτό προσκομιζόμενο σε διάφορα αντίγραφα). Το ανωτέρω σήμα η πρώτη εκκαλούσα χρησιμοποιεί, όπως έχει εκτεθεί, για τη διάκριση των προϊόντων που εμπορεύεται και το επιθέτει σε αυτά, ενώ παράλληλα το χρησιμοποιεί σε ευρείας κλίμακας διαφημιστικές καταχωρίσεις σε διάφορα περιοδικά και στους καταλόγους της.

Όπως είναι πρόδηλο, το λεκτικό μέρος των δύο επιδίκων σημάτων και ειδικότερα, η κεντρική φράση που δεσπόζει σε αμφότερα ("baby star"), είναι όμοια, ανεξαρτήτως της διαφοράς στη γραμματοσειρά, στο μέγεθος και στο χρωματισμό των γραμμάτων. Έτσι, η συνολική εννοιολογική, οπτική και ηχητική εντύπωση που δημιουργείται στο μέσο καταναλωτή παιδικών ειδών, δεν προσδιορίζεται από τις υπάρχουσες διαφορές, των δύο σημάτων, καθόσον η προσοχή του κοινού επικεντρώνεται στην άνω δεσπόζουσα φράση, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στο χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις μέσο καταναλωτικό κοινό, αναφορικά με την προέλευση των προϊόντων.

Ενόψει δε του ότι, ερευνητέα κατά νόμο είναι η συνολική ομοιότητα των σημάτων (ΑΠ 1227/2009 όπ. π., πρβλ. ΣτΕ 425/2007), τα εν λόγω επίδικα σήματα δεν διαφοροποιούνται επαρκώς. Οι εκκαλούντες ισχυρίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού περί προκλήσεως συγχύσεως στο καταναλωτικό κοινό από την κυκλοφορία των προϊόντων των δύο αντιδίκων εταιριών, επαναλαμβάνουν δε τον ισχυρισμό τους αυτόν με τον ταυτόσημο τέταρτο λόγο της ένδικης έφεσης, ότι πέραν των ως άνω διαφορών που υφίστανται μεταξύ των δύο σημάτων, τις οποίες ιδιαιτέρως τονίζουν, αυτοί διαθέτουν στην αγορά προϊόντα διαφορετικών κλάσεων από αυτά που παράγει και εμπορεύεται η εφεσίβλητη, με αποτέλεσμα να μην προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις παραπάνω μικρές διαφορές στα δύο σήματα, που όμως, δεν αρκούν για τη σαφή και ασφαλή διαφοροποίηση τους και ανεξάρτητα από τη διαφορά των κλάσεων των προϊόντων των διαδίκων εταιριών (παιδικά ενδύματα της εφεσίβλητης, παιδικά καροτσάκια κ.λ.π. της πρώτης των εκκαλούντων), τα προϊόντα εκάστης εταιρίας, τα οποία πάντως είναι μεταξύ τους συναφή, απευθύνονται στην ίδια κατηγορία καταναλωτών, που θεωρούν πεπλανημένα, ότι τα εμπορεύματα της πρώτης εκκαλούσας προέρχονται από την ίδια την επιχείρηση της εφεσίβλητης ή ενδεχομένως από επιχείρηση συνδεόμενη οργανικά με την τελευταία και έτσι προκαλείται, αφενός μεν σύγχυση στους καταναλωτές, αφετέρου δε οικειοποίηση της πελατείας και αντίστοιχη ζημία της εφεσίβλητης, από την παράνομη και χωρίς την άδεια και συναίνεσή της χρήση κατ' απομίμηση του εμπορικού της σήματος, για την εμπορία προϊόντων που δεν είναι δικά της, ούτε σχετίζονται με την επιχείρησή της.

Σύμφωνα δε και με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, κόρης του ιδρυτή της εφεσίβλητης, υπήρξε περίπτωση κατά την οποία, πελάτης της εκκαλούσας εταιρίας θέλοντας να απευθυνθεί σ' αυτήν, απευθύνθηκε, μέσω της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, στην εφεσίβλητη, θεωρώντας εκ πλάνης ότι είναι η πρώτη, λόγω συγχύσεως των νομικών προσώπων, των δύο εταιριών.

Τη σύγχυση αυτή επιτείνει επίσης το γεγονός, ότι η πρώτη εκκαλούσα χρησιμοποιεί στις συναλλαγές της, για τον προσδιορισμό της εταιρίας της, το άνω λεκτικό μέρος του επιδίκου σήματος (baby star), εμφανιζόμενη ως "εταιρία baby star", ενώ η επωνυμία της είναι, όπως έχει εκτεθεί, διαφορετική ("Γ. Γ. και Σία Ο.Ε."), και τούτο, προκειμένου να προωθήσει τα εμπορεύματά της και να προσελκύσει καταναλωτές, με τη χρήση του ευρέως γνωστού σήματος και διακριτικού τίτλου της εφεσίβλητης η οποία συνεχώς, από το έτος 1981, χρησιμοποιεί αυτό, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε, για τη διάκριση των παραγόμενων από αυτήν προϊόντων.

Οι εκκαλούντες διατείνονται ότι το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα εμπορεύματα των διαδίκων-εταιριών είναι εξειδικευμένο, με αυξημένη παρατηρητικότητα και, εφόσον υπάρχουν οι προεκτιθέμενες διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο σημάτων, δεν προκαλείται σύγχυση. Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον, ο κίνδυνος, σύγχυσης που μπορεί να προκληθεί από τη χρήση δύο σημάτων, ερευνάται (από τα πολιτικά δικαστήρια που έχουν δικαιοδοσία να κρίνουν για την αστική και την ποινική προστασία του σήματος του δικαιούχου, ενάγοντος από παράνομες προσβολές, τρίτων), σε σχέση με σημαντικό, τμήμα των συναλλαγών και ειδικότερα, με το μέσο καταναλωτή του σχετικού συναλλακτικού κύκλου, είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης που προσφέρει τα προϊόντα (κίνδυνος σύγχυσης υπό στενή έννοια) είτε ως προς τις σχέσεις της με άλλη επιχείρηση (κίνδυνος σύγχυσης υπό ευρεία έννοια -πρβλ.

και ΑΠ 1410/1990).

Εν προκειμένω δε, αποδείχθηκε ότι ο μέσος καταναλωτής προϊόντων του ιδίου συναλλακτικού κύκλου εκλαμβάνει πεπλανημένα τα εμπορεύματα της πρώτης εκκαλούσας, ως προερχόμενα από την επιχείρηση της εφεσίβλητης. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος της έφεσης, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη υπόθεση. Με τις προπαρατεθείσες δε παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό της, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, στην προκειμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή άλλων, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο δεύτερος και ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.7.2010 αίτηση: 1)Της εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και 2) Γ. Γ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 498/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ