Supreme Court dismisses appeal on grounds that factual findings and document evaluation are beyond its review authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding their late father's will. The appellants argued that the lower court erred in its evaluation of handwriting experts' reports and witness testimonies. The court ruled that the assessment of evidence and the credibility of witnesses fall exclusively within the exclusive and unreviewable authority of the court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1 KPolD; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the court of first instance's evaluation of evidence and factual findings, rendering appeals based on such errors inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1751 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1751/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Γκεκόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βαλεργάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13728/2001 μη οριστική, 14743/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 999/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2007 αίτησή τoυς.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 4-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειό-ντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.
Τέλος η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1743/2006). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες (συνεχίζοντες τη δίκη ως κληρονόμοι του αρχικά εναγομένου) με τον υπό στοιχεία 2.3 λόγο της αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του ως άνω εναγομένου και είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της από 15-4-2000 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος Ψ και στη συνέχεια το κληρονομικό δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου επί της κληρονομίας του ως άνω αποβιώσαντος δυνάμει της από 1-10-1993 ιδιόγραφης διαθήκης του τελευταίου, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ελλείψεως γνησιότητας της από 15-4-2000 ιδιόγραφης διαθήκης.
Ο λόγος αυτός όμως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτή δέχθηκε, ούτε τα στοιχεία που λείπουν από το σκεπτικό της και είναι αναγκαία για την επάρκεια του, αλλά ούτε και σε τι συνίσταται η επικαλούμενη απ' αυτούς αντίφαση των αιτιολογιών της.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της άσκησης αναίρεσης κατά πλειόνων αποφάσεων, προκύπτει ότι δεν υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τα κεφάλαια εκείνα κατά τα οποία προσβλήθηκε με έφεση, η οποία κρίθηκε κατ' ουσίαν από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού η απόφαση αυτή κατά τα κεφάλαια της αυτά σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης εξαφανίζεται, ενώ σε περίπτωση απόρριψης της ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1253/2008, 198/1985).
Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος (υπό τα στοιχεία 2. 2α, β και γ αυτής) που στρέφεται κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αποδίδουσα σφάλματα στις σχετικές με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα παραδοχές αυτής, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού η εν λόγω απόφαση μετά την απόρριψη της κατ' αυτής έφεσης των αναιρεσειόντων ενσωματώθηκε στην (προσβαλλόμενη) απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ο με στοιχείο 2 . 1 λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με αριθμητική απλώς μνεία, επικαλούνται την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστος (ΑΠ 749/92).
ΙΙ. Με τον υπό στοιχείο 2 . 2 λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη (ΑΠ 1085/1999). Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την έλλειψη γνησιότητας της από 15-4-2000 ιδιόγραφης διαθήκης, ύστερα από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδείξεων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων, γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, εκθέσεων γραφολογικής γνωμάτευσης και εγγράφων. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 388 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος, ή η διάταξη νέας ή επαναλήψεως ή συμπληρώσεως της γενομένης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η δε εσφαλμένη κρίση των πραγματογνωμόνων ή η λήψη ή μη από αυτούς υπόψη κρισίμων αποδεικτικών στοιχείων, δεν καθιστά άκυρη την έκθεσή τους, αφού στο δικαστήριο εναπόκειται να αποδώσει σε αυτήν την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα (ΑΠ 457/2008). Επομένως, o υπό στοιχείο 2. 3α (κατά το σχετικό μέρος του) λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για τη διενέργεια νέας (τρίτης) γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της γνησιότητας ή όχι της από 15-4-2000 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος Ψ, συζύγου και πατέρα των αναιρεσειόντων, όπως είχαν ζητήσει με την έφεση τους, ενόψει του ότι οι διενεργηθείσες πραγματογνωμοσύνες ήταν ουσιαστικά εσφαλμένες είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξεις ή μη νέα πραγματογνωμοσύνη, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η εκτίμηση των αποδείξεων που έγινε από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού. Δεν δικαιούται ο Άρειος Πάγος ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων να προβεί 'σε επανεκτίμηση των αποδείξεων με σκοπό να ελέγξει την εκτίμηση αυτών, στην οποία είχε προβεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος (ΑΠ 31/1999).
Ο λόγος με τον οποίο πλήττεται η περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1188/1988, ΑΠ 66/1981). Στην προκείμενη περίπτωση με τον υπό στοιχείο 2.3.α (κατά το υπόλοιπο τμήμα του) λόγο και τους υπολοίπους λόγους της αναίρεσής τους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εκτίμησε εσφαλμένα τη γραφολογική γνωμοδότηση του γραφολόγου ..., την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ορισθείσας από το δικαστήριο της ουσίας γραφολόγου ..., τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο πιο πάνω δικαστήριο μαρτύρων και ακόμη ότι απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου από τις καταθέσεις των δικών του μαρτύρων και, ότι έτσι κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Όμως με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα σκέψη, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και έτσι οι συναφείς με τις αιτιάσεις αυτές λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.)
V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2007 αίτηση των Χ1,.Χ2 κλπ για αναίρεση της 999/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ