Legislator Case Law & Legislation
1751/2008 AI generated

Supreme Court allows employer to terminate contract due to serious breach of duty by employee.

Case Number 1751/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Court of Appeal's dismissal of the National Bank's termination of an employee's contract. The bank argued that the employee's serious breaches of duty and damage to the bank's reputation constituted a 'serious cause' for immediate termination under Article 672 of the Civil Code. The court held that the lower court erred by refusing to recognize these breaches as grounds for termination, as they posed a risk to the bank's legitimate interests that could not be remedied by milder disciplinary measures.

Legislator headnote

AI generated

Art. 672, 281 A.C.; The right to terminate a labor contract for a serious cause cannot be excluded by agreement, and such cause exists when an employee's conduct objectively makes continued employment unacceptable for the employer due to a serious breach of contractual obligations.

Keywords

AI generated
serious cause termination labor contract dismissal breach of duty good faith principle disciplinary measures

Cited Legislation

AI generated
Art. 672 A.C.
ac
Art. 281 A.C.
ac
Art. 559(1) C.P.D.
Art. 580(3) C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 182(1) C.P.D.
Art. 183 C.P.D.
Art. 191(2) C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 10/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1751 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1751/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Παπανικολάου και Κωνσταντίνο Λένη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο και 2) Συλλόγου υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2005 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 9-1-2006 προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση, αλλά και με το από 1-3-2005 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου εκείνου κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής κατά τη δικάσιμο της 1ης Μαρτίου 2005, του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1161/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3935/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-9-2007 αίτησή της και τους από 1-8-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης, διάβασε την από 10-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 672 ΑΚ, καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί, κυρίως, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την παραπέρα συνέχιση της συμβάσεως.

Για την εκτίμηση δε της συνδρομής τέτοιων περιστατικών, λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τα εν λόγω περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 10/1995). Εξάλλου, κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας, που καταρτίστηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, η λύση της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας επέρχεται με το θάνατο, την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, την αυθαίρετη απουσία αυτού για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός, με καταγγελία της συμβάσεως από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο και λόγω επιβολής κατά το άρθρο 29 του Κανονισμού της ποινής της οριστικής παύσεως, σε κάθε δε περίπτωση η λύση της συμβάσεως επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του υπαλλήλου.

Στο άρθρο 29 του Κανονισμού προβλέπεται και η ποινή της προσωρινής παύσεως. Περαιτέρω, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο, επίσης, ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη ( ΑΠ 555/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στις 8-7-1982, ως δόκιμος υπάλληλος και τοποθετήθηκε στο Κατάστημα ... . Στη συνέχεια μετατέθηκε στο Κατάστημα ...

ως ταμίας- διαχειριστής και από τις 25-7-1985 τοποθετήθηκε στο Κατάστημα ..., όπου το 1990 ανέλαβε τη θέση του εντεταλμένου του εν λόγω Καταστήματος, ενώ από τις 23-10-1995, παράλληλα με τα καθήκοντα του εντεταλμένου, του ανατέθηκαν και τα καθήκοντα του υπευθύνου καταθέσεων συναλλάγματος, εργασιών Ε.Α.Ε.Δ.Ο., λογιστικής παρακολούθησης χορηγήσεων, κρυπτογραφικών κλείδων και προϊσταμένου ταμειολογιστών.

Ατύπως ο ενάγων και ελλείψει υπαλληλικού προσωπικού στο παραπάνω Κατάστημα της εναγομένης είχε επωμιστεί και με τη διενέργεια δευτερευουσών εργασιών, όπως τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας του Καταστήματος. Κατόπιν τακτικού λογιστικού δειγματοληπτικού ελέγχου του υποκαταστήματος της ... της εναγομένης από επιθεωρητές της τελευταίας, που διενεργήθηκε από το μήνα Σεπτέμβριο έως και το μήνα Δεκέμβριο του 2004, καταλογίστηκαν ευθύνες στον ενάγοντα για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του.

Ειδικότερα αυτός α) παρακράτησε ποσό 428,47 ευρώ, β) με σκοπό την εξυπηρέτηση δικών του αναγκών (ανέγερση ιδιόκτητης οικοδομής στη ...) υπέγραψε ο ίδιος για λογαριασμό πέντε συγγενικών του προσώπων τις συμβάσεις ισάριθμων ανοικτών εθνοδανείων καθώς και τις συμβάσεις για την ευχέρεια υπερανάληψης στους τρεχούμενους λογαριασμούς των ίδιων δικαιούχων, χωρίς μάλιστα από τα παραπάνω δάνεια να τηρήσει τα απαιτούμενα οικονομικά στοιχεία, ενώ σε μια περίπτωση ανήγγειλε στην αρμόδια Κ.Υ.

εισόδημα υψηλότερο του πραγματικού, γ) υπέγραψε επανειλημμένα σε εντάλματα πληρωμής για τη διενέργεια αναλήψεων από λογαριασμούς ταμιευτηρίου, συντάξεων ή πιστωτικών καρτών συγγενικών του προσώπων, χωρίς την έγγραφη εξουσιοδότηση των δικαιούχων, δ) σε δυο περιπτώσει διενήργησε από το τερματικό του εικονικές καταθέσεις σε λογαριασμούς πελατών, χωρίς οι εντολείς του, που ήταν γνωστά σ' αυτόν πρόσωπα, να του έχουν προσκομίσει τα αντίστοιχα ποσά , τα οποία εισέπραξε την ίδια ημέρα με καθυστέρηση δυο και τριών ωρών κατά ειδικότερη περίπτωση, ε) ενώ στα παραστατικά που διεκπεραίωσε στις 10-11-2003 και 11-11-2003 περιλαμβανόταν η είσπραξη δυο σημάτων τελών κυκλοφορίας συνολικού ποσού 154 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη το σχετικό ποσό στο κλείσιμο του ταμείου του, επειδή δεν είχε καταχωρίσει τα εν λόγω παραστατικά στο τερματικό του, ούτε όμως και δήλωσε κάποια διαφορά-πλεόνασμα στο κλείσιμο, στ) αντί να ερευνήσει για τον εντοπισμό της προέλευσης ελλείμματος ποσού 17.448 ευρώ που προέκυψε στο κεντρικό ταμείο της Μονάδας στις 17-7-2002, το χαρακτήρισε επιπόλαια αρχικά ως λογιστικό και προσπάθησε να το διευθετήσει με χρησιμοποίηση βοηθητικών- ενδιαμέσων λογαριασμών, ενώ στη συνέχεια μεθόδευσε την τακτοποίησή του σε βάρος των αποτελεσμάτων της Μονάδας και ζ) σε 21 πελάτες παρέδωσε τους αριθμούς χρήσης internet banking (κωδικοί ΤΑΝ) χωρίς να έχει υπογραφεί εκ μέρους τους η σχετική σύμβαση παροχής των εν λόγω υπηρεσιών.

Οι αντισυμβατικές και αντίθετες με την ιδιότητα του τραπεζικού υπαλλήλου ενέργειες και παραλείψεις του ενάγοντος, συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο που πράγματι δικαιολογούσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού, εφόσον αιτιολογημένα κλονίστηκε η όλως απαραίτητη για τη συνέχιση της συνδέουσας τα διάδικα μέρη υπαλληλικής και εν γένει εργασιακής σχέσης εμπιστοσύνη της εναγομένης εργοδότριας τράπεζας προς το πρόσωπο του ενάγοντος και διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία τους, ώστε να υφίστανται πλέον ικανές αμφιβολίες εκ μέρους της εναγομένης για τη δυνατότητα της εκ μέρους του ενάγοντος προσφοράς υπεύθυνου τραπεζικού έργου.

Επιπροσθέτως, εκ των ενεργειών και παραλείψεων του ενάγοντος προκλήθηκε κλονισμός του κύρους της εναγομένης και επηρεάσθηκε αρνητικά η φήμη της έναντι τρίτων, όσον αφορά την εύρυθμη, ικανοποιητική και κυρίως ασφαλή ανάληψη και εκπλήρωση εκ μέρους της συνήθων και καθημερινής φύσης τραπεζικών εργασιών.

Περαιτέρω, όμως, λαμβανομένων υπόψη και του ότι ο ενάγων κατά την 23ετή προσφορά των υπηρεσιών του όχι μόνο ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά αλλά και ουδέποτε κινήθηκε εις βάρος του κάποια πειθαρχική διαδικασία, ότι ανέκαθεν διακρινόταν για τη φιλεργία του και τη με δική του αποκλειστικά συμμετοχή αύξηση των εργασιών του Καταστήματος στο οποίο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα υπηρέτησε, καθώς, επίσης, και ότι προσέφερε με προθυμία όποια και όσα καθήκοντα του ανατέθηκαν ανεξαρτήτως της ευδόκιμης εκπληρώσεως τούτων, οφειλόμενης, άλλωστε, και στην ελλιπή και καθ' όλα γνωστή στην εναγομένη εκπαίδευση και εν γένει υπαλληλική κατάρτισή του και, τέλος, ότι επιδίωξε να άρει τις δυσμενείς συνέπειες των υπαλληλικών παραπτωμάτων του, εξ αντικειμένου, σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστης, βασίμως μπορούσε να αξιωθεί από την εναγομένη η διατήρηση του ενάγοντος στην υπηρεσία της με την εναντίον του λήψη ηπιότερου της απολύσεώς του μέτρου και ιδία εκείνου της, κατ' ανάλογη εφαρμογή του προβλεπόμενου από τον Κανονισμό της εναγομένης πειθαρχικού δικαίου, ποινής της προσωρινής αργίας.

Με τον τρόπο αυτό εξ ίσου αποτελεσματικά αποκαθίσταται η κλονισθείσα εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντος και ικανοποιητικά διαφυλάσσονται τα συμφέροντά της, καθισταμένου του ενάγοντος άκρως προσεκτικού στη μετά ταύτα καλή και ικανοποιητική εκπλήρωση των εργασιακών του υποχρεώσεων.

Συγχρόνως παρέχεται στον τελευταίο η δυνατότητα να διαφυλάξει την εργασία του, δια μέσου της οποίας αυτός και η οικογένειά του επιβιώνουν. Επομένως, η εκ μέρους της εναγομένης τράπεζας γινόμενη στις 15-7-2005 έκτακτη καταγγελία της συνδέουσας αυτήν και τον ενάγοντα μισθωτό συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενόψει και του ότι δεν αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόσφορο και αναγκαίο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της μέτρο, προφανώς υπερέβη τα τιθέμενα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αξιολογικά όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού για τον οποίο αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη το αντίστοιχο δικαίωμά της για τη στο μέλλον κατάργηση της συμβάσεως εργασίας, ώστε βασίμως να αποκρούεται (η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος) από τον ενάγοντα ως καταχρηστική, άκυρη και μη γινόμενη, δηλονότι ουδεμία έννομη συνέπεια επιφέρουσα.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η από την εναγομένη γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι το συγκεκριμένο παράπτωμα του ενάγοντος θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με ηπιότερα μέτρα από αυτό της καταγγελίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 281 ΑΚ, καθόσον, υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, αφού, λόγω της βαρύτητας των ανωτέρω ενεργειών του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της παραβάσεως των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, υφίστανται ικανές αμφιβολίες εκ μέρους της αναιρεσείουσας για τη δυνατότητα εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου προσφοράς υπεύθυνου τραπεζικού έργου, με κίνδυνο βλάβης των δικαιολογημένων συμφερόντων αυτής, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο ήταν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.

Αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή η εν λόγω αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενόψει του ότι αυτός ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά, ούτε κινήθηκε εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία, ήταν φίλεργος και επιδίωξε να άρει τις δυσμενείς συνέπειες των υπαλληλικών παραπτωμάτων του, δεν καθιστά, σύμφωνα με την καλή πίστη, μη ανεκτή τη συνέχιση της συμβάσεως, επειδή το ζήτημα θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με την επιβολή ηπιότερων μέτρων από αυτό της καταγγελίας , δεν δικαιολογείται από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και η παραδοχή αυτής ότι από τις ενέργειες και παραλείψεις του πρώτου αναιρεσιβλήτου προκλήθηκε κλονισμός του κύρους της αναιρεσείουσας και επηρεάσθηκε αρνητικά η φήμη της έναντι τρίτων, όσον αφορά την εύρυθμη, ικανοποιητική και κυρίως ασφαλή ανάληψη και εκπλήρωση εκ μέρους της συνήθων και καθημερινής φύσης τραπεζικών εργασιών.

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως και πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 182 § 1, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3935/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ,τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ