Legislator Case Law & Legislation
1751/2006 AI generated

Supreme Court dismisses divorce appeal, upholding lower court's finding of continuous separation for four years.

Case Number 1751/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the Second Instance Court's judgment granting a divorce based on marital discord. The lower court found that the spouses had been separated continuously for four years, satisfying the statutory requirement for automatic presumption of breakdown. The Court rejected the appellant's arguments regarding witness testimony and the initial harmony of the marriage, ruling that the evidence supported the finding of separation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1439 para. 3 Civil Code; Art. 559 para. 1, 19 Civil Procedure Code: Marital discord is presumed when spouses have been separated for at least four years, and appeals based on free evaluation of evidence or violation of common sense regarding the duration of separation are inadmissible.

Keywords

AI generated
marital discord separation presumption divorce grounds four year rule appeal inadmissibility free evaluation evidence common sense standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 1439 para. 3 Civil Code
Art. 559 para. 1, 19 Civil Procedure Code
Art. 600 Civil Procedure Code
Art. 561 para. 1 Civil Procedure Code
Art. 352 para. 2 Civil Procedure Code
Art. 438 Civil Procedure Code
Art. 439 Civil Procedure Code
Art. 559 para. 12 Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1751 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1751/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου.

Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννούλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4653/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9174/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 12/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Eπειδή, κατά το άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, διάσταση των συζύγων υπάρχει όταν διασπασθεί η συμβίωση μεταξύ τους, τόσο κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα (συγκατοίκηση), όσο και κατά το ψυχικό στοιχείο, τη θέληση να διατηρηθεί ο γάμος, χωρίς να ενδιαφέρει ποια περιστατικά οδήγησαν στη φυσική και ψυχική αποξένωση των συζύγων, αρκεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή επήλθε.

Η διάσταση με την ανωτέρω έννοια, πρέπει να διαρκεί μέχρι το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής επί τέσσερα, κατ' ελάχιστο, συναπτά έτη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην κοινότητα Κοντέας Κύπρου στις 31.12.1967, σύμφωνα με τους Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν τρία ενήλικα ήδη τέκνα.

Από την αρχή, η έγγαμη συμβίωσή τους δεν υπήρξε αρμονική. Το έτος 1998 όμως διαταράχτηκε έντονα με συνέπεια τον Ιούλιο του ιδίου έτους ο ενάγων αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία με πρόθεση να παύσει εφεξής η έγγαμη συμβίωσή του με την εναγομένη. Έτσι μίσθωσε κατοικία στο Νέο Ψυχικό Αττικής, στην οποία έκτοτε διαμένει, ζώντας χωριστά από την εναγομένη και έχοντας σταθερή και εξακολουθητική μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής (1.3.2004) πρόθεση, να μη έχει πλέον κοινωνία βίου με την εναγομένη σύζυγό του.

Καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (Ιούλιος 1998 έως και 1.3.04) δεν αποδεικνύονται περιστατικά, εκ των οποίων να συνάγεται διάθεση για συμβίωση, κοινωνία βίου και αποκατάσταση της διαταραχθείσας έγγαμης σχέσης, ούτε καν περιστασιακές επαφές αυτών, υπαγορευόμενες από οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους.

Το γεγονός της κοινωνικής κοινής εμφάνισης των διαδίκων στο γάμο της θυγατέρας τους το έτος 2003, το οποίο (γεγονός) η εκκαλούσα προβάλλει και ως λόγο έφεσης, δεν αναιρεί τη σταθερή πρόθεση του ενάγοντα για διάσπαση του συζυγικού δεσμού, άλλωστε συνηθίζεται η κοινή παρουσία των γονέων (έστω και εν διαστάσει) στο γάμο του παιδιού τους, καθώς και ο πατέρας να συνοδεύει την θυγατέρα του στην εκκλησία.

Το ανωτέρω πραγματικό γεγονός, ήτοι της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα, δίχως να αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος (αδελφής) της εναγομένης, η οποία καταθέτει ότι ο ενάγων "ζει σε δικό του σπίτι, από το Δεκέμβριο του 1998" και η οποία δεν αναφέρει περιστατικά, εκτός από αυτό της κοινής εμφάνισης αυτών (διαδίκων) στο γάμο της θυγατέρας τους, έστω και μικρών διακοπών της τετραετούς διάστασης, που να αποσκοπούν στην επανασύνδεση των διαδίκων συζύγων.

Εξάλλου το ως άνω πραγματικό γεγονός της διαστάσεως των διαδίκων από τον Ιούλιο του έτους 1998 έως και 1.3.04 (συζήτηση της αγωγής) ενισχύεται και από την ύπαρξη διαρκών δικαστικών διενέξεων καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι 1) η εναγομένη άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 12.7.1999 αγωγή διαζυγίου, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης της με το σύζυγό της και ο τελευταίος ανταγωγή δυνάμει των οποίων είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 2775/2000 προδικαστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία διέταξε αποδείξεις που δεν έγιναν ουδέποτε 2) Η εναγομένη άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 25-10-1999 αγωγή διατροφής κατά του συζύγου της, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1963/2002 απορριπτική τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου 3) η ίδια άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών τις από 16.3.2001 και 17.9.01 αγωγές για συμμετοχή στα αποκτήματα, δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 7859/2001 και 1827/01 οριστικές (απορριπτικές) αποφάσεις του ιδίου ως άνω δικαστηρίου 4) η ίδια (εναγομένη) άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών τις από 27/7.7.99 εργατικές αγωγές, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9337/01 τελεσίδικη (απορριπτική) απόφαση του Εφετείου Αθηνών 5) τις από 28.12.99, 22.3.2000, 30.2.2001 αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, ασκηθείσες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (βλ.

τις υπ' αριθμ. 6874/01, 5140/01 αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων), 6) κοινοποίηση από την εναγομένη προς τον ενάγοντα εξωδίκων προσκλήσεων, όπως τα από 15.2.2000, 7.10.2000, 3.4.2002, 16.4.2002, 2.5.2003 με αντίστοιχα απαντητικά του ενάγοντα και 7) την από 25.9.02 κοινή αίτησή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για έκδοση συναινετικού διαζυγίου, η πρώτη συζήτηση της οποίας εγένετο την 25.9.02, πλην όμως στην ορισθείσα δεύτερη συζήτηση την 10.11.03 η εναγομένη δεν προσήλθε με συνέπεια να απορριφθεί η ως άνω αίτηση, με την υπ' αριθμ. 3915/03 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει, ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων συζύγων διακόπηκε οριστικά τον Ιούλιο του 1998 και η διάσπαση αυτή ήτο συνεχής μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής (1.3.2004). Έτσι η διάρκεια της διάσπασης των διαδίκων υπερβαίνει τα τέσσερα έτη και ως εκ τούτου τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους".

Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το άνω ζήτημα της συνεχούς επί τετραετία διαστάσεως των διαδίκων και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης. Η περιλαμβανόμενη στον άνω πρώτο λόγο της αναιρέσεως αιτίαση ότι το Εφετείο δεν "αξιολόγησε ορθά" την κατάθεση της μάρτυρά της, καθώς και για ποιο λόγο δεν διεξήχθησαν αποδείξεις που διατάχθηκαν με την υπ' αριθμ. 2.755/2000 προδικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής της αναιρεσείουσας και ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου με την οποία αμφότεροι είχαν ζητήσει τη λύση του γάμου τους με διαζύγιο, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ανάγεται σε ελλείψεις που αφορούν στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, το πόρισμα των οποίων εκτίθεται σαφώς.

Επίσης η περιλαμβανομένη στο δεύτερο λόγο αιτίαση ότι το εφετείο, με το να δεχθεί ότι από την αρχή του εγγάμου βίου τους η συμβίωσή τους δεν ήταν αρμονική, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας αφού δεν είναι δυνατό αμέσως μετά το γάμο του ς, από τον οποίο μάλιστα απέκτησαν τρία τέκνα η συμβίωσή τους να μη είναι αρμονική, πρέπει να απορριφθεί ω απαράδεκτος, διότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής, τα οποία πρέπει να επικαλείται ο διάδικος για το ορισμένο και παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης αν η παραβίαση αυτών αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εν προκειμένω.

ΙΙ. Επειδή λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, με τους οποίους καθιερώνεται κατ' εξαίρεση ιδιαίτερη βαρύτητα των αποδεικτικών μέσων κατά τα άρθρα 352 παρ. 2, 438 και 439 ΚΠολΔ και όχι όταν αυτά εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, όπως και στο διαζύγιο, σύμφωνα με το άρθρο 600 ΚΠολΔ, οπότε η εκτίμησή τους δεν υπόκειται στο αναιρετικό έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ιδίου κώδικα. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο με το να προσδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου έναντι εκείνης της μάρτυρα της αναιρεσείουσας, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Απριλίου 2006 αίτηση της .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9.174/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ