Legislator Case Law & Legislation
1750/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil damages award for insult, rejecting proportionality claim.

Case Number 1750/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous bank's appeal against a first-instance judgment awarding 5,860.40 euros in damages for insult. The appellant argued the amount violated the principle of proportionality and exceeded the discretion of the lower court. The court rejected this, finding the award reasonable based on established criteria and comparable case law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932 of the Civil Code and 23 of Law 2472/1997; The Supreme Court holds that a civil court is not bound by a fixed minimum amount for compensation for insult and may determine a sum that is not manifestly excessive or disproportionate to the harm caused.

Keywords

AI generated
Civil Code Article 932 Law 2472/1997 Principle of Proportionality Insult Damages Discretion of Lower Court Appeal Dismissed Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 932 of the Civil Code
Article 23 of Law 2472/1997
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 828/2024
Case 150/2018
Case 252/2018
Case 1578/2021
Case 1330/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1750 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1750/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Θεοδώρας Παπαϊωάννου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Θ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν η 548/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4199/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη με αριθμ. ....2022 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Π., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 8-7-2020 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 45117/78/2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 18ης-10-2022 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, οπότε και η συζήτησή της,με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο,αναβλήθηκε για τις 5-12-2023. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ νέου, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Εφόσον, όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε την, από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρ. 573 § 1 ΚΠολΔ), δήλωση και η αναγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση απάντων των διαδίκων (226 παρ. 4εδ.3και 4, 575εδ.β ΚΠολΔ), που ισχύει και για τις διαδοχικές αναβολές (ΑΠ 828/2024, 150/2018), το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει τη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ).

2. Με τη κρινόμενη από 8-7-2020 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 45117/78/9-7-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 4199/24.4.2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας κατά της με αριθμ. 548/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας,με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 24-2-2014 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 17/2014) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σε βάρος της και υποχρεώθηκε να του καταβάλει το ποσό των (5.869,40) ευρώ, εντόκως, ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από την παράνομη προσβολή των προσωπικών των δεδομένων εκ μέρους της αντιδίκου του. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρ. 495 παρ. Ββ,552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρα 74 παρ. 1 ν. 4690/2020 και 49 παρ. 1 και 2 ν. 4963/2022).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

3. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος προς θεμελίωση της επίδικης αξιώσεώς του κατά της αναιρεσείουσας τράπεζας για την υποχρέωσή της προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης που υπέστη από τη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του εξαιτίας της παράνομης επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων (ν. 2472/1997), ιστορούσε στο αγωγικό του δικόγραφο ότι στα πλαίσια κατάρτισης σύμβασης καταναλωτικού δανείου η αναιρεσείουσα συνέλεξε τα αναγκαία για την εκτέλεση της σύμβασης προσωπικά του δεδομένα, τα οποία διαβίβασε στην εταιρία ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις με την διακριτική επωνυμία <<CVM>> (αρχικώς συνεναγόμενη ως προς την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη), χωρίς όμως προηγουμένως να τον ενημερώσει, όπως όφειλε κατά το άρθρο 11 ν. 2472/1997, με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο για τους σκοπούς της επεξεργασίας καθώς και για τους αποδέκτες αυτών κατά το στάδιο της συλλογής τους, αλλά ούτε κατά το χρόνο πριν από τη διαβίβασή τους στην ως άνω εταιρία.

Ότι τα ως άνω προσωπικά δεδομένα παράνομα επεξεργάσθηκε η τελευταία δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι έκαναν χρήση αυτών, συνεχώς από τα μέσα Νοεμβρίου και στις ...-2013 και ...-2013 επικοινωνώντας μαζί του τηλεφωνικά ανακοινώνοντάς του την κίνηση της δανειακής του σύμβασης και οχλώντας τον για την τακτοποίηση της ληξιπρόθεσμης οφειλής του από αυτή.

Ότι εξαιτίας της ως άνω παράνομης κατά τις διατάξεις του ν. 2472/1997, συμπεριφοράς της εναγόμενης τράπεζας, ήτοι της παράνομης ανακοίνωσης και επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων από τρίτους, υπέστη ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του και επεδίωκε να του καταβάλει η τελευταία ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 14.000 ευρώ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τα κρίσιμα περιστατικά της υπόθεσης, δέχθηκε μεταξύ άλλων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: υπ' αριθμ. ... πιστωτική κάρτα, οπότε και υπεγράφη η υπ' αρ. ....2011 σύμβαση. Κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως η πρώτη εναγόμενη τράπεζα συνέλεξε από τον ίδιο τον ενάγοντα τα αναγκαία προς τούτο προσωπικά δεδομένα του και συγκεκριμένα το ονοματεπώνυμό του, το όνομα πατρός, το όνομα μητρός, την οικογενειακή του κατάσταση, την ημερομηνία γέννησής του, τη διεύθυνση κατοικίας του, το επάγγελμά του, το ετήσιο εισόδημά του, τους αριθμούς του κινητού και του σταθερού του τηλεφώνου, τον αριθμό δελτίου ταυτότητάς του, το ΑΦΜ του και την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

καθώς και την υπηκοότητά του, που κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. β Ν. 2472/1997 ανήκει στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα (βλ. σχετικά την από 4.2.2011 αίτηση για χορήγηση δανείου).

Περαιτέρω, η πρώτη των εναγομένων τραπεζική εταιρία ανέθεσε δυνάμει της υπ' αριθμ. 172/17.11.2009 σύμβασης στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οφειλές τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα, νόμιμα εγγεγραμμένης στο Μητρώο Εταιρειών Ενημέρωσης Ληξιπρόθεσμων Απαιτήσεων, που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με αριθμό μητρώου ...-2010 την εξώδικη ενημέρωση οφειλετών-πελατών της σχετικά με την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων και απαιτητών χρηματικών οφειλών τους προς αυτήν (πρώτη εναγομένη), καθώς και τη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής των ανωτέρω οφειλών, κατ' εντολή και για λογαριασμό της (βλ.

την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως σύμβαση και δη άρθρο 1 αυτής). Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης και δεδομένου ότι o ενάγων κατέστη υπερήμερος στην αποπληρωμή της οφειλής του προς την πρώτη εναγομένη από την ανωτέρω σύμβαση, η τελευταία διαβίβασε στη δεύτερη εναγομένη όλα τα προαναφερόμενα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή.

Η πρώτη εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι κατά τη συλλογή των ως άνω προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος για τη σύμβαση του δανείου είχε προβεί σε σχετική ενημέρωση αφενός με την υπεύθυνη δήλωση περί επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων που υπέγραψε κατά την υποβολή της αίτησής του προς λήψη δανείου όπου αναφερόταν ότι αυτός συναινούσε ανεπιφύλακτα στη διαβίβαση προς επεξεργασία κατά την έννοια του Ν. 2472/97 των παραπάνω προσωπικών του δεδομένων, όπως και αυτών που θα προκύψουν από την κίνηση του λογαριασμού του δανείου του ή έχουν προκύψει από προηγούμενες χορηγήσεις από το τραπεζικό σύστημα και τη διατήρησή τους για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία στο διατραπεζικό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που έχει σκοπό την προστασία της πίστης και των συναλλαγών της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε και αφετέρου με τα άρθρα 9.2.

και 9.3 της συναφθείσας μεταξύ τους σύμβασης όπου οριζόταν ότι: "9.2 Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα δύναται να αναθέσει σε τρίτα πρόσωπα την ειδοποίηση του Δανειολήπτη ή /και του Εγγυητή για τις οφειλές τους (Ν. 3758/2009 όπως ισχύει) κατά τα αναφερόμενα στον επόμενο όρο (9.3). 9.3 Επίσης η Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα να αναθέσει σε τρίτα προς την Τράπεζα, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που ενεργούν κατ' εντολή και για λογαριασμό της, την ενημέρωση του Δανειολήπτη ή/και του Εγγυητή για τις πριν ή μετά την καταγγελία οφειλές τους ή και τη διενέργεια των απαιτούμενων προπαρασκευαστικών ενεργειών για την εξώδικη και δικαστική επιδίωξη της είσπραξης από την Τράπεζα των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών τους, γνωστοποιώντας στα πρόσωπα αυτά όσα προσωπικά στοιχεία του Δανειολήπτη ή/και του Εγγυητή απαιτούνται για το σκοπό αυτό, πάντοτε στο πλαίσιο και υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία".

Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων ελάμβανε κάθε μήνα ειδοποιητήρια (statement) με τα οποία ενημερωνόταν και πάλι ότι: "Η Τράπεζα δύναται να αναθέσει σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών την ενημέρωση του οφειλέτη ή/ και του εγγυητή για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους (σύμφωνα με το Ν. 3758/2009), γνωστοποιώντας στις εταιρείες αυτές μόνο όσα προσωπικά στοιχεία τους απαιτούνται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία".

Σχετικά με τον ισχυρισμό της Τράπεζας ότι προέβη σε ενημέρωση του ενάγοντα με το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης που αυτός υπέγραψε κατά την υποβολή της σχετικής αίτησής του προς την Τράπεζα καθώς και με το άρθρο 9 της υπογραφείσας μεταξύ τους σύμβασης ο σχετικός ισχυρισμός είναι αβάσιμος καθόσον στη σχετική υπεύθυνη δήλωση που βρίσκεται στο κάτω μέρος της από 4.2.2011 αίτησης που υπέγραψε ο ενάγων αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα "....συναινώ ανεπιφύλακτα εφόσον δεν σημειώνεται η αρνητική επιλογή στο τέλος του κειμένου αυτού, στην πρόσβαση στο αρχείο συγκέντρωσης χορηγήσεων (ΣΣΧ - Λευκή Λίστα) που τηρείται στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ και στην αναζήτηση από την Τράπεζα πληροφοριών για την πιστοληπτική μου ικανότητα ....

ενημερώθηκα και συγκατατίθεμαι ειδικώς και ελευθέρως στην εκ μέρους της Τράπεζας συλλογή, τήρηση σε αρχείο και επεξεργασία σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2472/97 των προσωπικών μου δεδομένων (όπως και αυτών που θα προκύψουν από την κίνηση του λογαριασμού του δανείου μου ή τις εκχωρημένης από τον έμπορο στην Τράπεζα πίστωσης που μου έχει παρασχεθεί ή έχουν προκύψει από προηγούμενες χορηγήσεις από το τραπεζικό σύστημα για τους σκοπούς της συνολικής συναλλακτικής σχέσης μου με την τελευταία, ενημερώνοντάς την εγκαίρως για τυχόν μεταβολή τους, ενημερώθηκα για τη διαβίβασή τους προς επεξεργασία κατά την έννοια του Ν. 2472/97 των παραπάνω προσωπικών μου δεδομένων (όπως και αυτών που θα προκύψουν από την κίνηση του λογαριασμού του δανείου μου ή τις εκχωρημένης από τον έμπορο στην Τράπεζα πίστωσης που μου έχει παρασχεθεί ή έχουν προκύψει από προηγούμενες χορηγήσεις από το τραπεζικό σύστημα) και τη διατήρησή τους για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία στο διατραπεζικό αρχείο αθέτησης υποχρεώσεων (ΣΑΥ) και στο διατραπεζικό αρχείο δεδομένων συγκέντρωσης χορηγήσεων (ΣΣΧ - Λευκή Λίστα) που τηρούνται από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε....των οποίων αποδέκτες είναι μόνο πιστωτικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα" ενώ στο άρθρο 9.2 και 9.3 της συναφθείσας μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης σύμβασης αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "9.2.

Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα δύναται να αναθέσει σε τρίτα πρόσωπα την ειδοποίηση του Δανειολήπτη ή /και του Εγγυητή για τις οφειλές τους όπως ισχύει) κατά τα αναφερόμενα στον επόμενο όρο (9.3). 9.3 Επίσης η Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα να αναθέσει σε τρίτα προς την Τράπεζα, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που ενεργούν κατ' εντολή και για λογαριασμό της, την ενημέρωση του Δανειολήπτη ή / και του Εγγυητή για τις πριν ή μετά την καταγγελία οφειλές τους ή και τη διενέργεια των απαιτούμενων προπαρασκευαστικών ενεργειών για την εξώδικη και δικαστική επιδίωξη της είσπραξης από την Τράπεζα των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών τους, γνωστοποιώντας στα πρόσωπα αυτά όσα προσωπικά στοιχεία του Δανειολήπτη ή / και του Εγγυητή απαιτούνται για το σκοπό αυτό, πάντοτε στο πλαίσιο και υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία".

Από το περιεχόμενο όμως των ως άνω κειμένων δεν αποδεικνύεται από την πρώτη εναγομένη που έχει το βάρος απόδειξης της σχετικής ενημέρωσης του ενάγοντος..... ότι κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε αυτή ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 11 παρ. 1 γ και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι τον ενημέρωσε ότι αποδέκτης των προσωπικών του δεδομένων θα ήταν και εισπρακτικές εταιρίες.

Εξάλλου η πρώτη εναγομένη δεν απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους στην ως άνω εισπρακτική εταιρία. .......Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εκπλήρωσε την εκ του άρθρου 11 υποχρέωσή της για ενημέρωση του ενάγοντος αφού με τα ατομικά ειδοποιητήρια (statements) που απέστελνε κάθε μήνα σε αυτόν και αφορούσαν το εκάστοτε υπόλοιπο της οφειλής του, του παρείχε ενημέρωση που ήταν αφενός πρόσφορη και σαφής ως προς τις κατηγορίες των αποδεκτών (εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών) και το σκοπό της διαβίβασης των προσωπικών του δεδομένων (ενημέρωση του οφειλέτη για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του) αφετέρου ειδική αφού απευθυνόταν ειδικά προς αυτόν ταχυδρομούμενη κάθε μήνα στην οικία του και ότι η εκκαλούμενη που δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα έσφαλε.

Και είναι μεν αληθές ότι η εκκαλούσα προσκομίζει δέκα ειδοποιητήρια εκ των οποίων τα τέσσερα που τιτλοφορούνται "ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ - ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΘΝΟΔΑΝΕΙΟΥ" ημερομηνίας έκδοσης, 27.5.2013, 26.8.2013, 25.11.2013 και 25.2.2014 αντίστοιχα αναγράφεται με ψιλά γράμματα στο κάτω δεξί τμήμα αυτού ότι: "Η Τράπεζα δύναται να αναθέσει σε εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών την ενημέρωση του οφειλέτη ή / και του εγγυητή για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του (σύμφωνα με το Ν. 3758/2009) γνωστοποιώντας στις εταιρίες αυτές μόνο όσα προσωπικά στοιχεία τους απαιτούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία", ωστόσο και ανεξαρτήτως του γεγονότος εάν ο ως άνω όρος πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου για ενημέρωση του ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για το σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών, από ουδέν στοιχείο αποδείχθηκε ότι τέτοια ενημέρωση έλαβε χώρα έναντι του ενάγοντος πριν από τη διαβίβαση των ως άνω προσωπικών δεδομένων του στη δεύτερη εναγόμενη εισπρακτική εταιρία, ενόψει του γεγονότος ότι ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας μάρτυρας ανέφερε ότι η σχετική διαβίβαση των στοιχείων του ενάγοντος προς τη δεύτερη εναγόμενη έλαβε χώρα περί τα τέλη Φεβρουαρίου του έτους 2013 όταν ο ενάγων είχε καθυστερήσει την καταβολή μίας ή το ανώτερο δύο δόσεων του δανείου, ενώ από τα προσκομιζόμενα εκ μέρους της εκκαλούσας ειδοποιητήρια δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα ενημέρωση του ενάγοντος προ του Φεβρουαρίου του έτους 2013, ήτοι προ της διαβίβασης των στοιχείων αυτών στη δεύτερη εναγόμενη αφού το πρώτο ειδοποιητήριο που προσκομίζεται φέρει ημερομηνία έκδοσης 27.5.2013 και ως εκ τούτου, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η σχετική ενημέρωση επιδόθηκε στον ενάγοντα και παρελήφθη από αυτόν, μετά βεβαιότητας το γεγονός αυτό θα έλαβε χώρα σε χρόνο μετά την έκδοσή της και, συνεπώς, και πολύ μετά τη διαβίβαση των στοιχείων του από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη προέβη στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντα με την καταχώρηση αυτών στο αρχείο της (ηλεκτρονικό υπολογιστή) και στη χρήση αυτών με τηλεφωνικές οχλήσεις στο κινητό τηλέφωνο του ενάγοντα διά των προστηθέντων υπαλλήλων της (Μ. Β. στις ...-2013 και Ε.

Π. στις ...-2013) οι οποίοι αιφνιδιάζοντας τον, του ζητούσαν, χωρίς να τον ενημερώσουν για λογαριασμό ποιας εταιρίας τον καλούσαν, να τους επιβεβαιώσει τα γνωστά σε εκείνον προσωπικά του στοιχεία, δηλώνοντάς του ότι τα είχαν στην οθόνη του υπολογιστή τους μαζί με την αναλυτική κίνηση του λογαριασμού του δανείου του και του ζητούσαν να επιβεβαιώσει τα σχετικά με τη ρύθμιση της επίδικης οφειλής του, προκαλώντας του μεγάλη ψυχική αναστάτωση και ανησυχία από το γεγονός ότι τα απόρρητα κατά τον προαναφερθέντα νόμο προσωπικά του δεδομένα είχαν ανακοινωθεί και διαρρεύσει σε τρίτους, χωρίς καμία δική του ενημέρωση....Ενόψει δε του είδους του θιγομένου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της πρώτης εναγομένης, της παντελούς έλλειψης συντρέχοντος πταίσματος από την πλευρά του ενάγοντος και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, η καταβλητέα στον ενάγοντα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 5.869, 40 ευρώ, που είναι το ελάχιστο ποσό κατά τον ως άνω νόμο ενώ αποδείχθηκε ότι οι ενέργειες της πρώτης εναγόμενης έλαβαν χώρα από πρόθεση και όχι εξ αμελείας, απορριπτομένου του σχετικού περί του αντιθέτου ισχυρισμού αυτής τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με το δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου εφέσεώς της.

Σημειώνεται δε ότι το ως άνω ποσό δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, απορριπτομένου του σχετικού περί του αντιθέτου δεύτερου σκέλους του έκτου λόγου εφέσεως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε το ως άνω ποσό δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, το εν λόγω ποσό, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθους επιδικαζομένου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις και κρίνεται ανάλογο με την προσβολή, λαμβανομένων υπόψη και των ανωτέρω αναφερόμενων στοιχείων για τον προσδιορισμό της....>>.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι συνέτρεχαν, εν προκειμένω, όλες οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της αστικής, εκ του άρθρου 23 ν. 2472/1997, ευθύνης σε βάρος της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας και διέταξε όσα ανωτέρω προαναφέρθηκαν. 4. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8α ΚΠολΔ και κατά την αντιστοίχου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του ιδίου Κώδικα σε περίπτωση αναίρεσης κατ' απόφασης ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019).

Ο ως άνω λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της (Ολ.Α.Π. 13/1995), όπως και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που απαράδεκτα (άρθρ. 224 του ΚΠολΔ) εισάγουν νέα ή μεταβάλλουν υπάρχουσα αγωγική βάση (ΑΠ 114/2022).

Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 455/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 139/2016), ούτε όταν συγκεκριμενοποιείται το παράνομο μίας συμπεριφοράς, με βάση τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, έστω και αν τα τελευταία δεν προκύπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί έτσι να μη μεταβάλλεται ριζικά η ιστορική βάση και να μην προσδίδεται σε αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 114/2022, ΑΠ 1850/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον ενάγοντα προβαίνοντας σε ανεπίτρεπτη μεταβολή του χρόνου τέλεσης της, σε βάρος του ενάγοντος, ένδικης αδικοπραξίας, δεχόμενο ότι αυτή τελέσθηκε τον Φεβρουάριο 2013, ενώ ο ίδιος στην αγωγή του ιστορεί ότι αυτή έλαβε χώρα στις 4 και 16 Δεκεμβρίου.

Οι λόγοι αυτοί θα πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Διότι με όσα παραπάνω δέχτηκε το Εφετείο δηλαδή ότι τελέσθηκε η σε βάρος του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου αδικοπραξία, ήτοι η παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων κατά παράβαση των διατάξεων ν. 2472/1997, από την εναγόμενη -αναιρεσείουσα χωρίς την προηγούμενη σαφή ενημέρωσή του για τους αποδέκτες και τους σκοπούς της, ακόμα και πριν τη διαβίβασή τους στην εταιρία ενημέρωσης οφειλών CVM, η οποία έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο 2013, όταν ο ενάγων κατέστη υπερήμερος ως προς την εκ της συμβάσεως καταναλωτικού δανείου, οφειλή του, της οποίας ο ίδιος έλαβε γνώση περί τα μέσα Νοεμβρίου και εντεύθεν μετά τις συνεχείς τηλεφωνικές οχλήσεις των προστηθέντων υπαλλήλων της εταιρίας αυτής για την τακτοποίηση της ως άνω ληξιπρόθεσμης οφειλής του, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, τα οποία μάλιστα έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, μεταβάλλοντας, ανεπίτρεπτα, την ιστορική βάση της αγωγής, όπως εσφαλμένα εκλαμβάνει η αναιρεσείουσα.

Αντιθέτως, το Εφετείο συγκεκριμενοποίησε με βάση τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, το χρόνο τέλεσης της σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξίας, χωρίς να παραλλάσσεται κατ' ουδένα τρόπο η ιστορική βάση της αγωγής, η οποία συνίστατο στην προαναφερόμενη παράνομη κατά τις διατάξεις του ν. 2472/1997 συμπεριφοράς της, ήτοι της παράνομης ανακοίνωσης και επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων από τρίτους, συνεπεία της οποίας υπέστη ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του.

5. Με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2472/1997, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζεται ότι "1. Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2.

Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών (ήδη 5.869,40 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη. 3....".

Ο ως άνω καθορισμός, με τη διάταξη αυτή, ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες προσβολές της τιμής και της υπολήψεώς τους και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία, υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος υποχρέωσή της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου.

Όμως, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 § 1 εδ. δ' του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, ως προς τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο ποσό των 5.869,40 ευρώ, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή έννοια αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι, στις περιπτώσεις ελαφρών εξ απόψεως είδους και βαρύτητας προσβολών, στις οποίες (περιπτώσεις) και αντιστοιχεί το εν λόγω κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε.

Συνεπώς δεν πρέπει να εφαρμόζεται από το δικαστήριο της ουσίας, με την έννοια του προσδιορισμού στο καθοριζόμενο από αυτήν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως, όχι κρίνοντας αυτήν ως εύλογη, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, όταν το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δε δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού (ΑΠ 252/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι με το να επιδικάσει με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 23 παρ. 2 ν. 2472/1997, στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των (5.860,40) ευρώ παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας υπερβαίνοντας τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ως άνω ποσό είναι ιδιαιτέρως δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντα που προσβλήθηκε.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να επιδικάσει το ως άνω ποσό στον αναιρεσίβλητο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, καθότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, το εν λόγω ποσό, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν πλεονεκτεί καταφανώς εκείνων που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, χρηματικής ικανοποίησης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Λόγω δε της απόρριψης της αναίρεσης, παρέλκει η εξέταση του αιτήματος της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθρα 579 ΚΠολΔ) που υπέβαλε με τις προτάσεις της (ΑΠ 1578/2021, 1330/2020).

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα συμπεριληφθεί στο διατακτικό της παρούσας λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-7-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 4199/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ