Legislator Case Law & Legislation
1750/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor law grounds, rejecting claim of abuse of right to withhold work.

Case Number 1750/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a labor court decision regarding the right to withhold work for unpaid wages. The appellants argued that the lower court erred in finding the withholding lawful, claiming the employer's delay was due to state funding issues rather than fault. The court ruled that the employer was at fault for poor financial management and failed to prove the withholding caused harm or disrupted operations.

Legislator headnote

AI generated

Articles 325, 329, 656, 281 of the Civil Code; The right to withhold work for unpaid wages is not an abuse of right if the employer is at fault for non-payment and the employee has not suffered demonstrable damage.

Keywords

AI generated
labor law withholding work unpaid wages abuse of right employer fault labor dispute civil code

Cited Legislation

AI generated
Articles 325, 329 and 656 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1750 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1750/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Θ. Σ. του Χ., κατοίκου .... Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Αρσένη, η οποία δήλωσε ότι το νομικό πρόσωπο έχει τεθεί υπό εκκαθάριση και δεν κατέθεσε προτάσεις. Ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αϊβαλιώτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Α. του Χ., κατοίκου ..., 2)Ε. Α. του Π., κατοίκου ..., 3)Λ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 4)Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 5)Δ. Τ., κατοίκου ... και 6)Π. - Σ. Χ., κατοίκου .... Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρο τους Μαρία Γεωργιτσοπούλου και Γαρυφαλλιά Δούκα, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1375/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4315/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19 Νοεμβρίου 2018 με αριθ. καταθ. 10660/869/21.11.2018 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσίβλητων, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 4315/5.9.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 3.11.2016 με αριθμ.

καταθ. 4495/4.11.2016 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1375/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την από 12.8.2014 με αριθ. κατάθεσης 95588/3340/13.8.2014 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ., Πρόεδρος του Δ/Σ του οποίου τύγχανε ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, το οποίο από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2013 και εφεξής έπαυσε να τους καταβάλει τις οφειλόμενες μηνιαίες αποδοχές τους.

Ότι στις 10.2.2014 οι πέντε (5) πρώτοι από αυτούς προέβησαν σε επίσχεση εργασίας για το λόγο ότι το πρώτο εναγόμενο τους όφειλε τους μισθούς των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου έτους 2013 και Ιανουάριου 2014. Ότι, ακολούθως, αυτοί προέβησαν σε σχετική καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας και υπέβαλαν υπεύθυνες δηλώσεις στον αρμόδιο Εισαγγελέα για άσκηση ποινικής δίωξης για τη μη καταβολή των ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών τους και του επιδόματος εορτής Πάσχα έτους 2014.

Ότι στις 16.5.2014 το πρώτο εναγόμενο κατήγγειλε με εξώδικη έγγραφη δήλωση τις συμβάσεις εργασίας τους χωρίς να τους καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης, επικαλούμενο την εκ μέρους του, μέσω του δεύτερου εναγόμενου-νόμιμου εκπροσώπου του, υποβολή της από 7.5.2014 έγκλησης σε βάρος τους για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ότι η άνω γενόμενη καταγγελία είναι άκυρη ως παράνομη, λόγω της μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, και ως καταχρηστική, τόσο επειδή έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό τους, δοθέντος ότι είχαν διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά τους με τους αναφερόμενους στην αγωγή τρόπους όσο και επειδή επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στην προσχηματική μήνυση προς αποφυγή καταβολής σ' αυτούς των δεδουλευμένων αποδοχών και της αποζημίωσης απόλυσης.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητούσαν: α) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας, για επίδομα εορτής Πάσχα 2014 και στην τρίτη ενάγουσα και για αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια επτά (7) ημερών του έτους 2013, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 8.933,53 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 6.145,19 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 7.795,16 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 16.325,55 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 10.136,45 ευρώ και στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 4.923,34 ευρώ, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 16.5.2014 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο, να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, γ) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο, ενόψει της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων τους, να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 16.5.2014 έως 16.3.2015 στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 15.709 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 13.761,02 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 17.664,69 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 28.084,38 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 16.403,72 ευρώ και στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 41.285 ευρώ, επικουρικά δε, σε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους κριθεί έγκυρη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 19.124 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 6.980,23 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 10.572,42 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 51.284,52 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 8.320,73 ευρώ και στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 46.071,67 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ε) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε έκαστο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, το δε πρώτο εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα επιπλέον ποσό 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσαν με την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά τους.

Κατά την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ενάγοντες παραδεκτά περιόρισαν το καταψηφιστικό τους αίτημα σε εν μέρει αναγνωριστικό και ειδικότερα το μεν κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης περιόρισαν εξ ολοκλήρου σε αναγνωριστικό, όλα δε τα λοιπά αγωγικά κονδύλια κατά το ποσό που υπερβαίνουν συνολικά τις 20.000 ευρώ περιόρισαν σε έντοκα αναγνωριστικά.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 1375/2016 απόφασή του, αφού απέρριψε ως νόμω αβάσιμους τους ισχυρισμούς του δεύτερου εναγόμενου περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του, καθ' ύλην αναρμοδιότητας και εσφαλμένης εισαγωγής της υπόθεσης στην ειδική διαδικασία αντί της αντίστοιχης τακτικής ως προς αυτόν, απέρριψε ως αόριστα τα επιμέρους αγωγικά κονδύλια που αφορούσαν υπερεργασιακή, υπερωριακή και νυχτερινή απασχόληση, καθώς και εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, που συμπεριλαμβάνονταν στο κονδύλιο των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων και ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό των εναγόντων περί ακυρότητας της καταγγελίας, κατά το μέρος της που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στη μη κοινοποίηση στους ενάγοντες του τυποποιημένου εγγράφου καταγγελίας που υποβάλλεται στον Ο.Α.Ε.Δ., κατά τα λοιπά, αφού έκρινε την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη και α) αναγνώρισε την ακυρότητα της από 16.5.2014 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, β) υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στους πρώτο, τρίτη, τέταρτο, πέμπτη και έκτη των εναγόντων το ποσό των 20.000 ευρώ σε έκαστο από αυτούς και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 19.906,21 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, γ) αναγνώρισε την υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 273,43 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 4.199,69 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 21.450,49 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 6.047,69 ευρώ και στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 24.338,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, δ) αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, σε έκαστο ενάγοντα το ποσό των 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο.

Επί της από 3.11.2016 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η με αριθμ. 4315/2018 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η ως άνω έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η από 16.5.2014 αγωγή, έγινε δεκτή εν μέρει αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη και α) αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 16.5.2014 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και υποχρεώθηκε το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες αυτών, β) υποχρεώθηκε το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στους πρώτο, τρίτη, τέταρτο, πέμπτη και έκτη των εναγόντων το ποσό των 20.000 ευρώ σε έκαστο από αυτούς και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 19.906,21 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, γ) αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 3.832,93 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 4.599,69 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 17.890,91 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 6.017,69 ευρώ και στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 20.338,56 ευρώ με το νόμιμο τόκο, δ) αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το άρθρο 8 του Ν. 2273/1994 (Α 233) κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η υπ'αριθμ. 25736/29.7.1994 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος οι φίλοι της Μουσικής" με την οποία ιδρύθηκε το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη επωνυμία "Μουσικός και Εκπαιδευτικός Οργανισμός Ελλάδος" και η οποία τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 46033/15.6.2021 σύμβαση μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων μερών που κυρώθηκε με το άρθρο 98 του Ν. 4812/2021 (Α 110).

Με το άρθρο 1 της ως άνω σύμβασης ορίζεται ότι "Ο Οργανισμός απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπόκειται σε κρατικό έλεγχο σκοπιμότητας, αλλά μόνο σε έλεγχο νομιμότητας της διαχείρισης των κρατικών επιχορηγήσεων και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού", με το άρθρο 2 ορίζεται ότι "Ο οργανισμός είναι κοινωφελής και όχι κερδοσκοπικός, τυχόν δε κέρδη από τις δραστηριότητές του διατίθενται για την εκτέλεση των σκοπών του", με το άρθρο 3 ορίζεται ότι "Οι σκοποί του οργανισμού είναι: - Ο προγραμματισμός και η οργάνωση καλλιτεχνικών και εκπαιδευτικών εκδηλώσεων της Ορχήστρας "Η ΚΑΜΕΡΑΤΑ-ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ", στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.- Η πραγματοποίηση ηχογραφήσεων και μαγνητοσκοπήσεων μουσικών έργων. - Η αναπαραγωγή με την παραχώρηση των σχετικών δικαιωμάτων του, των ερμηνειών της ορχήστρας ή συνόλων της σε ηχογραφήματα και η διάθεσή τους στο κοινό. - Η οργάνωση και εκτέλεση μουσικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. - Η συνεργασία για την επίτευξη των άνω σκοπών με αντίστοιχους ελληνικούς και διεθνείς Οργανισμούς", με το άρθρο 4 ορίζεται ότι "(α) Ο Οργανισμός διοικείται από διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από έξι (6) μέλη.

Το αξίωμα του Συμβούλου είναι τιμητικό και άμισθο. (β) Το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού διορίζεται και, σε περίπτωση κενώσεως θέσεως συμβούλου, συμπληρώνεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού.(γ) Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου είναι πέντε (5) ετών από του διορισμού του, παρατείνεται δε μέχρι του διορισμού νέου Διοικητικού Συμβουλίου.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι επανεκλέξιμα. Η θητεία μέλους Διοικητικού Συμβουλίου που διορίσθηκε σε αντικατάσταση κενωθείσης θέσεως, λήγει το χρόνο που θα έληγε η θητεία εκείνου που αντικαταστάθηκε. (δ) Τρεις (3) Σύμβουλοι διορίζονται υποχρεωτικά κατόπιν προηγούμενης εγγράφου υποδείξεως του Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ" προς τον Υπουργό Πολιτισμού.

Ένα μήνα πριν από τη λήξη της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου το Σωματείο "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ" πρέπει να υποδείξει τα πρόσωπα προς κάλυψη των άνω θέσεων στο Διοικητικό Συμβούλιο. Εάν ο "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ" παραλείψει την υπόδειξη αυτή, θεωρείται ότι προτείνει τα ήδη μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

Σε περίπτωση που κενωθεί θέση συμβούλου από εκείνους που υπέδειξε ο "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ", ο Υπουργός Πολιτισμού υποχρεούται να ζητήσει από το "ΣΥΛΛΟΓΟ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ" την υπόδειξη του αντικαταστάτη του. Εάν ο "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ" αρνηθεί την υπόδειξη, ο Υπουργός συμπληρώνει το Διοικητικό Συμβούλιο από τον πίνακα των μελών του "ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ", με το άρθρο 5 ορίζεται ότι "(α) Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει μεταξύ των μελών του, Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, Γραμματέα και Ταμία...", με το άρθρο 6 ορίζεται ότι "(α) Το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί τον Οργανισμό, διαχειρίζεται ελεύθερα την περιουσία του και αποφασίζει για όλα τα ζητήματα που αφορούν στην εκτέλεση των σκοπών του και γενικά ασκεί κάθε εξουσία που απορρέει από τον οργανισμό του και τους νόμους. (β) Ειδικότερα και ενδεικτικά:

Το Διοικητικό Συμβούλιο: (αα) Εκπροσωπεί τον Οργανισμό με τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή ειδικά εξουσιοδοτημένους συμβούλους ή τρίτους πληρεξουσίους, ενώπιον όλων των ελληνικών ή αλλοδαπών αρχών, των Δικαστηρίων, Τραπεζών και κάθε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου. (ββ) Συνάπτει συμβάσεις που αφορούν στη διοίκηση του Οργανισμού, στην εκτέλεση των σκοπών του ή στη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του. (γγ) Καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών του. (δδ) Προσλαμβάνει κάθε είδους προσωπικό με συμβάσεις ορισμένου ή αορίστου χρόνου και με όρους κατά περίπτωση και (εε) Καταγγέλλει συμβάσεις κ.λπ...", με το άρθρο 7 ορίζεται ότι "Πόροι του Οργανισμού είναι: (α) Τα έσοδα από τις μουσικές εκδηλώσεις της Ορχήστρας. (β) Τα έσοδα από τις ηχογραφήσεις ή την παραχώρηση δικαιωμάτων αναπαραγωγής ερμηνειών της Ορχήστρας. (γ) Οι χορηγίες προς τον Οργανισμό. (δ) Τυχόν κληρονομίες, κληροδοσίες ή δωρεές στον Οργανισμό και (ε) Επιχορηγήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, με σχετική πρόβλεψη στον ετήσιο προϋπολογισμό του Υπουργείου Πολιτισμού με τις οποίες θα εξασφαλίζεται διαρκώς ο ανά τριετία (3ετία) τουλάχιστον προγραμματισμός των δραστηριοτήτων της Ορχήστρας", με το άρθρο 10 ορίζεται ότι "(α)... (β) Ο Οργανισμός αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.)που επιδιώκει πολιτιστικούς σκοπούς κατά την έννοια του άρθρου 35, παράγραφοι 4 και 5 του ν. 1884/1990 (Α 81), χωρίς να χρειάζεται γι` αυτό άλλη διαπιστωτική πράξη....", με το άρθρο 11 ορίζεται ότι " (α)....(β) Η οικονομική διαχείριση γίνεται με βάση τον προϋπολογισμό, τον απολογισμό εσόδων και εξόδων και τον ισολογισμό, που εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού και υποβάλλονται στην εποπτεύουσα αρχή", με το άρθρο 12 (όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της περ.

β με το άρθρο 1 της υπ'αριθμ. 46033/15.6.2021 σύμβασης που κυρώθηκε με το άρθρο 98 του Ν. 4812/2021) ορίζεται ότι (α) Ο Οργανισμός διαλύεται μόνο σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των σκοπών του, μετά από νεώτερη συμφωνία των μερών. β) Μετά την απόφαση των συμβαλλομένων μερών για λύση του Οργανισμού ακολουθεί στάδιο εκκαθάρισης.

Εκκαθαριστής ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ελεγκτική εταιρεία εγνωσμένου κύρους ή δικηγόρος ή ορκωτός λογιστής ή διαχειριστής αφερεγγυότητας εγγεγραμμένος στο μητρώο. Με την ίδια απόφαση ορίζεται κάθε θέμα που αφορά τον τρόπο και τη διαδικασία εκκαθαρίσεως, την περάτωσή της, την έκταση των αρμοδιοτήτων του εκκαθαριστή και το ύψος της αμοιβής του.

Το μετά τη εκκαθάριση τυχόν υπόλοιπο και αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκκαθάρισης περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο του Υπουργού Οικονομικών", και με το άρθρο 13 ορίζεται ότι "(α)... (β) Η σύμβαση μπορεί να τροποποιηθεί και με Προεδρικά Διατάγματα, μόνο όμως με νεώτερη σύμβαση μεταξύ των μερών....". Ήδη το πρώτο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου έχει τεθεί σε εκκαθάριση, καθότι τα ως άνω συμβαλλόμενα μέρη, με το άρθρο 2 της υπ'αριθμ. 46033/15.6.2021 σύμβασης αποφάσισαν (κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 12 της υπ'αριθμ. 25736/29.7.1994 σύμβασης) τη λύση του πρώτου αναιρεσείοντος από τη δημοσίευση της απόφασης που ορίζει εκκαθαριστή και κατόπιν της έκδοσης, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, της υπ'αριθμ. 486090/11.10.2021 απόφασης της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΦΕΚ 4754/14.10.2021 τεύχος Β), με την οποία διορίσθηκε ως εκκαθαρίστρια του πρώτου αναιρεσείοντος η δικηγόρος Αθηνών Βασιλική Κυριακίδη, η οποία, με την ως άνω ιδιότητά της, συνεχίζει τη δίκη με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, με την οποία ορίζεται ότι οι εκκρεμείς δίκες του πρώτου αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ συνεχίζονται από τον εκκαθαριστή χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.

Κατόπιν τούτου νόμιμα κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης το πρώτο αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από την ως άνω εκκαθαρίστρια, η οποία, με την ως άνω ιδιότητά της, με την από 26.5.2022 εξουσιοδότηση, εξουσιοδότησε τη δικηγόρο Βασιλική Αρσένη, να παραστεί ως πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δηλώνοντας ότι, με την ως άνω ιδιότητά της, εγκρίνει και αναγνωρίζει την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Με το άρθρο 31 του Ν. 4024/2011 (Α 226) "συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο -βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", και υπό τον τίτλο του ως άνω άρθρου "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζονται τα ακόλουθα: "1.

α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α 314) όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212), με εξαίρεση τα Ν.Π.Ι.Δ.

του ν. 3864/2010 (Α 119) και άρθρου 1 του ν.3986/2011 (Α 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους.... 2(...). 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.... 4.

Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα.... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65% [το τελευταίο εδάφιο της § 4 προστέθηκε με την § 4 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α 268)]... 5.(...). 6.(...) 7.

Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29.... 8.(...) 9.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους" [Οι ως άνω παράγραφοι του άρθρου 31 καταργήθηκαν από 1.1.2016, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 34 περ.α και 35 του Ν. 4354/2015(Α 176)].

Στο δε Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 -Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", στο άρθρο πρώτο παράγραφος Γ υποπαρ. Γ.1 και υπό τον τίτλο του ως άνω άρθρου "μισθολογικές διατάξεις του δημόσιου τομέα" περίπτ. 12 ορίστηκαν τα εξής: "12.

Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2" (η περ. 12 καταργήθηκε από 1.1.2016, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 34 περ.

β και 35 του Ν. 4354/2015(Α 176)]. Εξ άλλου με την περιπ. 1 του ιδίου άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαρ. Γ.1 του Ν. 4093/2012 καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονταν από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη για τους υπαλλήλους που υπηρετούν στους ως άνω φορείς. Οι ως άνω διατάξεις σε καμία περίπτωση δεν προϋποθέτουν για την υπαγωγή των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου στο ρυθμιστικό τους πεδίο, τα εν λόγω Ν.Π.Ι.Δ.

να ανήκουν στην Γενική Κυβέρνηση ή να χρηματοδοτούνται από την Κεντρική Διοίκηση, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3871/2010, ούτε να ανήκουν, ούτε να ελέγχονται από την Κεντρική Διοίκηση, κατά την έννοια των σχετικών ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών της Κοινότητας (πρβλ.

ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 626/2021) και ειδικότερα αρχικά του Εθνικού Συστήματος Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών της Κοινότητας (ΕΣΛ 1995) που θεσπίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ 2223/1996) και στη συνέχεια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών 2010 (ΕΣΛ 2010) που θεσπίσθηκε με τον Κανονισμό 549/2013 (ΕΕ L 174), στους οποίους παραπέμπουν οι διατάξεις του ως άνω άρθρου, εφόσον με αυτές (διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 2024/2011 και άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαρ.

Γ.1 περ. 12 του Ν. 4093/2012) ορίζεται ρητά ποια Ν.Π.Ι.Δ. υπάγονται στο ρυθμιστικό τους πεδίο και συγκεκριμένα αυτά (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του Ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 42/2020, ΑΠ 531/2014).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1266/2017).

Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 713/2020, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 394/2012), όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται πλεοναστική αιτιολογία (ΑΠ 713/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 763/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Μουσικός και Εκπαιδευτικός Οργανισμός Ελλάδος" (ήδη πρώτο αναιρεσείον) συνεστήθη με το άρθρο 1 της από 29-7-1994 σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Οι Φίλοι της Μουσικής", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 2273/1994 (ΦΕΚ Α' 233/27-12- 1994).

Στο άρθρο αυτό ορίζεται ότι το ιδρυόμενο νομικό πρόσωπο απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπόκειται σε κρατικό έλεγχο σκοπιμότητας, αλλά μόνο σε έλεγχο νομιμότητας της διαχείρισης των κρατικών επιχορηγήσεων, και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7 της ιδρυτικής σύμβασης του πρώτου εναγόμενου προκύπτει ότι ως προς τον έλεγχο αυτού από κρατικά όργανα περιέχεται μόνον μία γενική μνεία περί του ότι ο Οργανισμός τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού (άρθρο 1), χωρίς να θεσπίζονται, όμως, ρυθμίσεις, με τις οποίες να προβλέπονται συγκεκριμένα μέσα άσκησης της ως άνω εποπτείας.

Ειδικότερα, δεν προβλέπεται η υποβολή προς έγκριση στον Υπουργό Πολιτισμού πράξεων του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού σχετικών με την διοίκηση και λειτουργία του, παρά μόνον η υποβολή προς ενημέρωση στον Υπουργό Πολιτισμού του προϋπολογισμού, του απολογισμού εσόδων και εξόδων και του ισολογισμού κάθε χρήσης.

Εξάλλου, η πρόβλεψη περί του ότι οι καταρτιζόμενοι από το Διοικητικό Συμβούλιο εσωτερικοί κανονισμοί λειτουργίας των υπηρεσιών του Οργανισμού και της Ορχήστρας αποκτούν την ισχύ της ιδρυτικής σύμβασης, σε περίπτωση που τυχόν εγκριθούν από τον εποπτεύοντα Υπουργό Πολιτισμού, δεν σημαίνει ότι τέτοια έγκριση είναι υποχρεωτική, προκειμένου να εφαρμοστούν, αλλά ότι τυχόν έγκρισή τους προσδίδει στους κανονισμούς αυξημένη τυπική ισχύ.

Συνεπώς, στο ως άνω ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει την λειτουργία του πρώτου εναγόμενου δεν περιέχονται όροι ή διατάξεις, βάσει των οποίων να εξασφαλίζεται η δυνατότητα των οργάνων της Κεντρικής Διοίκησης να καθορίζουν την γενική πολιτική του Οργανισμού. Περαιτέρω, τέτοια δυνατότητα δεν εξασφαλίζεται για το Δημόσιο ούτε διά των όρων της ιδρυτικής σύμβασης που ρυθμίζουν τον τρόπο διορισμού των οργάνων διοίκησης του πρώτου εναγόμενου.

Συγκεκριμένα, η διοίκηση του Οργανισμού ανατίθεται σε εξαμελές Διοικητικό Συμβούλιο, και προβλέπεται μεν ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, τα τρία, όμως, από τα έξι αυτά μέλη διορίζονται υποχρεωτικά κατόπιν προηγούμενης έγγραφης υπόδειξης από το "Σύλλογο Οι Φίλοι της Μουσικής", ενώ σε περίπτωση που ο Σύλλογος παραλείπει να προβεί στην υπόδειξη των μελών, προβλέπεται ότι ο Υπουργός συμπληρώνει τον ελλείποντα αριθμό συμβούλων επιλέγοντας υποχρεωτικά από τα μέλη του Συλλόγου.

Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον δηλαδή ο Υπουργός μπορεί να επιλέξει τα μισά μόνο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού, ενώ δεν προβλέπεται καν δυνατότητα αυτού να αρνηθεί τον διορισμό των επιλεγέντων από το Σύλλογο μελών ή να ζητήσει από το Σύλλογο να επιλέξει άλλα μέλη, μόνη η ως άνω πρόβλεψη για την έκδοση της πράξης διορισμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου από τον Υπουργό δεν συνεπάγεται και τον έλεγχο του Οργανισμού από το Δημόσιο, κατά την έννοια των ορισμών του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (ΕΣΑ 95/ESA 95) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 και του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995.

Και τούτο διότι, ενόψει των ανωτέρω ρυθμίσεων, κατά τη λήψη αποφάσεων από το Διοικητικό Συμβούλιο δεν εξασφαλίζεται ότι τα μέλη που επιλέγονται απευθείας από τον Υπουργό Πολιτισμού διαθέτουν την πλειοψηφία, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν τη γενική πολιτική του Οργανισμού. Ούτε, άλλωστε, προβλέπεται ότι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου προέρχεται, οπωσδήποτε, από τα μέλη που επιλέγονται από τον Υπουργό.

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει ότι με τη ρύθμιση του τρόπου διορισμού των διοικητικών οργάνων του Οργανισμού εξασφαλίζεται ο έλεγχος αυτού από την Κεντρική Διοίκηση. Αντιθέτως, από το περιεχόμενο της κυρωθείσας με το Ν. 2273/1994 ιδρυτικής σύμβασης του Οργανισμού προκύπτει ότι βούληση των συμβαλλόμενων μερών ήταν να ρυθμίσουν με κοινή συμφωνία τα βασικά ζητήματα, που συνδέονται με τη λειτουργία του Οργανισμού, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται αφενός μεν η ισότιμη συμμετοχή στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού των μελών που υποδεικνύονται από τον "Σύλλογο Οι Φίλοι της Μουσικής" με τα μέλη που διορίζονται απευθείας από τον Υπουργό, αφετέρου δε η διοικητική αυτοτέλεια του Οργανισμού και η, ενόψει του υπ' αυτού επιδιωκόμενου σκοπού, απαλλαγή του από την υποχρέωση έγκρισης των πράξεων του από κρατικά όργανα, κατά τρόπο ώστε η πολιτική του Οργανισμού να καθορίζεται ελευθέρως από το Διοικητικό του Συμβούλιο, χωρίς να ασκείται αποφασιστική επιρροή στη διοίκηση αυτού από κρατικά όργανα.

Εκτός αυτού, το πρώτο εναγόμενο, όπως προεκτέθηκε, δεν χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από το Δημόσιο, δοθέντος ότι η συγκεκριμένη πηγή χρηματοδότησης σε καμία περίπτωση δεν ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον 50%, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του προέρχεται από χορηγίες.

Συνεπώς, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δεν ελέγχεται ούτε χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από την Κεντρική Διοίκηση, κατά την έννοια των σχετικών ορισμών του Κανονισμού 2223/1996, με τον οποίο θεσπίσθηκε το "Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών της Κοινότητας" (ESA 95) - το οποίο ήταν σε ισχύ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα - και του άρθρου1B του Ν. 2362/1995 (βλ.

και ΣτΕ 2497/2013, που έκρινε ομοίως στην περίπτωση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΜΕΓΑΡΟΥ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ", το οποίο έχει ιδρυθεί και λειτουργεί κατά πανομοιότυπο τρόπο με το πρώτο εναγόμενο, το οποίο αιτήθηκε την ακύρωση, κατά το μέρος που περιελήφθη το ίδιο σ' αυτό, του Μητρώου Φορέων Γενικής Κυβέρνησης).

Επομένως, δεν εφαρμόζονται σ' αυτό οι διατάξεις του Ν. 4024/2011 και της περ. 12 υποπαρ. Γ.1 παρ. Γ' του άρθρου 1 του Ν. 4093/2012, όπως και η υπαγωγή των διοικητικών υπαλλήλων του στο ενιαίο μισθολόγιο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες - ενάγοντες (ενν. εκκαλούντες-εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίζονται καταρχάς ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του ως πολιτικό δικαστήριο, αποφάνθηκε περί της μη υπαγωγής του πρώτου εναγόμενου Οργανισμού στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης, δεδομένου ότι η επίλυση του εν λόγω ζητήματος υπάγεται αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικράτειας.

Επικουρικά δε ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ένταξης του πρώτου από αυτούς στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης, δεδομένου ότι η επίλυση του εν λόγω ζητήματος υπάγεται αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επικουρικά δε ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ένταξης του πρώτου από αυτούς στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης καθώς και ότι η εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου ως προς το διοικητικό προσωπικό του πρώτου εναγόμενου δεν εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια του δευτέρου εναγομένου - νομίμου εκπροσώπου του (ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος), αλλά επιβλήθηκε από την ΕΛΣΤΑΤ και το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως προς αμφότερα τα σκέλη του (κύριο και επικουρικό). Ως προς το κύριο διότι σύμφωνα με το άρθρο 2 ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται μεν να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, επιτρέπεται όμως η εξέταση ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.

Επιτρέπεται επομένως η εξέταση - παρεμπιπτόντως - ζητημάτων διοικητικής φύσης, από τα οποία εξαρτάται η επίλυση της ιδιωτικής διαφοράς που εισάγεται προς κρίση ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, το δε πολιτικό δικαστήριο μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης και να μην την εφαρμόσει, ακόμη και πριν την ακύρωση, ανάκληση ή κατάργησή της, χωρίς να μπορεί όμως να αναγνωρίσει τέτοια ακυρότητα, ούτε πολύ περισσότερο να ακυρώσει διοικητική πράξη (....).

Στην προκειμένη περίπτωση ήχθη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διαφορά που αφορά την ακυρότητα της καταγγελίας σύμβασης εργασίας και συνακόλουθα την υπερημερία του εργοδότη, λόγω της άκυρης καταγγελίας, ως κύριο ζήτημα της δίκης, κατά την εξέταση της αγωγής προέκυψε, όμως, η ύπαρξη διοικητικής πράξης περί υπαγωγής του πρώτου εναγομένου στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, η νομιμότητα της οποίας ανήκουσα μεν στην ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ και μη αποτελούσα το κύριο αντικείμενο της δίκης, συνέχεται άμεσα με την ακυρότητα της καταγγελίας και την υπερημερία του εργοδότη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον δεν υφίστατο δεδικασμένο από άλλη απόφαση του ΣτΕ ως προς τους διαδίκους της κρινόμενης αγωγής και δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε αίτηση ακύρωσης της επίμαχης διοικητικής πράξης, προέβη παρεμπιπτόντως σε έλεγχο νομιμότητας αυτής, καθώς από το αποτέλεσμα του ελέγχου εξαρτιόταν η κρίση του επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή της εγκυρότητας της καταγγελίας και των συνεπειών της υπερημερίας του εργοδότη, που αποτελεί ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουδόλως υπερέβη τη δικαιοδοσία του και ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης ως προς το κύριο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί.

Ομοίως απορριπτέος τυγχάνει ο πρώτος λόγος της έφεσης ως προς το επικουρικό σκέλος του, καθώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν συνέτρεχε ως προς το πρώτο εναγόμενο κανένα από τα δύο σωρευτικά τιθέμενα στις οικείες διατάξεις κριτήρια για την κατάταξή του στον τομέα τα Γενικής Κυβέρνησης, δηλαδή της επιχορήγησής του κατά κύριο λόγο από τον κρατικό προϋπολογισμό και του ελέγχου του από το κράτος, υπό την έννοια του καθορισμού του τρόπου διοίκησής του από την Κεντρική Διοίκηση, όπως άλλωστε είχε υποστηρίξει επανειλημμένα κατά το πρόσφατο παρελθόν το πρώτο εναγόμενο και μέσω του δευτέρου εναγομένου νομίμου εκπροσώπου του.

Εξάλλου, η υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις της εποπτεύουσας το πρώτο εναγόμενο αρχής (Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού) και της ΕΛ.ΣΓΑΤ., την οποία οι εναγόμενοι επικαλούνται, για να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου στους υπαλλήλους τους από το Μάρτιο του έτους 2014, υφίστατο ήδη από το έτος 2012 (6ος/2012), οπότε το πρώτο εναγόμενο εντάχθηκε για πρώτη φορά στο Μητρώο Φορέων της ΕΛ.ΣΤΑΤ.

και δεν ανέκυψε για πρώτη φορά το έτος 2014. Περαιτέρω, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το πρώτο εναγόμενο προέβαλε προφορικά με επιγραμματική καταχώριση στα πρακτικά της δίκης και επανέλαβε με τις προτάσεις του ένσταση εξόφλησης, λόγω συμψηφισμού με ήδη καταβληθείσες αποδοχές, των ένδικων απαιτήσεων για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας εξαιτίας της επίσχεσης, επικαλούμενο ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 μέχρι 30-9-2013 είχε καταβάλει στους ενάγοντες ποσά που, συνολικά, υπερκάλυπταν τις αποδοχές που δικαιούνταν εκείνοι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 μέχρι και την καταγγελία των συμβάσεών τους στις 16-5-2014, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και οι επίδικες αξιώσεις τους, καθόσον από 1-1-2013 έπρεπε να είχε εφαρμόσει το ενιαίο μισθολόγιο και να τους είχε καταβάλει τις προβλεπόμενες σ' αυτό χαμηλότερες αποδοχές.

Η ένσταση αυτή υποβλήθηκε αόριστα, καθώς στις προτάσεις του πρώτου εναγόμενου αναφέρθηκαν τα ποσά, κατά τα οποία οι αποδοχές που κατέβαλε σε κάθε ενάγοντα υπερβαίνουν τις αποδοχές, που - κατά τους ισχυρισμούς του - δικαιούτο να λάβει καθένας από αυτούς, χωρίς όμως να αναφέρεται ούτε το ποσό που δικαιούτο ο καθένας για κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 έως 16-5-2014 ούτε, αντίστοιχα, το ποσό που τελικά κατέβαλε σε καθέναν από αυτούς για τις ως άνω αιτίες και αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-9-2013 (βλ.

σελ. 7 και 8 των προτάσεών του), ώστε να προκύπτει, εάν πράγματι εξόφλησε τις απαιτήσεις των εναγόντων και μάλιστα εάν κατέβαλε περισσότερα από όσα όφειλε, η εν λόγω δε αοριστία ουδόλως καλύπτεται με παραπομπή στο προσκομιζόμενο από το πρώτο εναγόμενο έγγραφο με τίτλο "εκτίμηση κόστους μισθοδοσίας από 1-10/31-10-2013".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που απέρριψε την εν λόγω ένσταση με την ίδια ως άνω αιτιολογία, δεν έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και επομένως ο σχετικός περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η ως άνω ένσταση αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της υπαγωγής των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο, η οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν υφίσταται εν προκειμένω (....).

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) απασχολούνταν στο πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο εκκαλούν Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" δυνάμει έγκυρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως διοικητικοί υπάλληλοι. Ο πρώτος προσελήφθη την 1-9-1995 ως επιστάτης, η δεύτερη στις 10-1-2005 ως βιβλιοθηκονόμος, η τρίτη στις 4-11-2003 ως γραμματέας, ο τέταρτος στις 12-10-1991 ως έφορος ορχήστρας, η πέμπτη στις 15-3-2005 ως υπάλληλος γραφείου τύπου και η έκτη στις 23-7-2003 ως διοικητική διευθύντρια, αλλά κατόπιν συμφωνίας της με το πρώτο εναγόμενο προβλέφθηκε ότι η προϋπηρεσία της θα αρχίζει από την αρχική πρόσληψή της στον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών στις 4-5-1998.

Όλοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους προσηκόντως στο πρώτο εναγόμενο, πλην όμως εκείνο από τις αρχές του έτους 2013 μέχρι και τον Αύγουστο του ίδιου έτους καθυστερούσε συστηματικά την καταβολή των δεδουλευμένων μηνιαίων μικτών αποδοχών τους. Οι αποδοχές αυτές, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο εκείνο, κατόπιν διαδοχικών μειώσεων, στις οποίες οι ενάγοντες είχαν συναινέσει κατά πρόταση του πρώτου εναγόμενου και συγκεκριμένα το έτος 2009 κατά ποσοστό 10-20% και το έτος 2011 κατά ποσοστό 5%, ανέρχονταν για τον πρώτο ενάγοντα στο ποσό των 1.366 ευρώ, για τη δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των 1.196,61 ευρώ, για την τρίτη ενάγουσα στο ποσό των 1.536,06 ευρώ, για τον τέταρτο ενάγοντα στο ποσό των 2.442,12 ευρώ, για την πέμπτη ενάγουσα στο ποσό των 1.426,41 ευρώ και για την έκτη ενάγουσα στο ποσό των 3.590 ευρώ.

Παρά τις ως άνω καθυστερήσεις, για τις οποίες οι ενάγοντες διαμαρτύρονταν προφορικά στα αρμόδια όργανα του εργοδότη τους, αυτοί εξακολουθούσαν να εκτελούν προσηκόντως τα καθήκοντά τους. Ωστόσο, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 το πρώτο εναγόμενο έπαυσε πλέον να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, γεγονός για το οποίο άπαντες διαμαρτυρήθηκαν και πάλι προφορικά στη διοίκησή του.

Ακολούθως, το Δεκέμβριο του έτους 2013 οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες άσκησαν σε βάρος του ως άνω εργοδότη τους αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και τακτική αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με τις οποίες του ζητούσαν να τους καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς τριών μηνών, δηλαδή Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2013.

Παρά τις προαναφερόμενες διαμαρτυρίες όλων των εναγόντων και τις σε βάρος του δικαστικές ενέργειες των τεσσάρων πρώτων εξ αυτών, το πρώτο εναγόμενο κατέβαλε το Δεκέμβριο του 2013 στους τέσσερις πρώτους ενάγοντες τα δεδουλευμένα μόνο του μηνός Σεπτεμβρίου 2013, κατόπιν έκδοσης σε βάρος του προσωρινής διαταγής επί της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.

Εξακολούθησε, όμως, να μην είναι συνεπές στις υποχρεώσεις του και δεν τους κατέβαλε ούτε τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Ιανουάριου 2014. Έτσι, στις 10-2-2014 οι πρώτος, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος, αλλά και η πέμπτη των εναγόντων, η οποία δεν είχε προβεί έως τότε σε δικαστική διεκδίκηση των απαιτήσεων της, κοινοποίησαν στο πρώτο εναγόμενο την από 10-2-2014 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία ζητούσαν την πληρωμή των δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2013 και Ιανουάριου 2014 και δήλωναν ότι ασκούν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας από το χρόνο κοινοποίησης του εξωδίκου τους (βλ.

με αριθ. 564/10-2-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιουλίας - Μιχαλίτσας Πιπίνη). Οι παραπάνω ενάγοντες διατηρούσαν κατά το χρόνο κοινοποίησης του σχετικού εξωδίκου ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις έναντι του πρώτου εναγόμενου, που συνέχιζε να τους οφείλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2013 και Ιανουάριου 2014, καθόσον η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που είχαν ασκήσει ήταν ακόμα εκκρεμής, το πρώτο εναγόμενο δεν τους είχε καταβάλει κανένα ποσό για το εν λόγω διάστημα και αυτοί αδυνατούσαν να καλύψουν τις στοιχειώδεις ανάγκες των ίδιων και των οικογενειών τους.

Εξάλλου, το πρώτο εναγόμενο είχε καταβάλει στους τέσσερις πρώτους ενάγοντες τα δεδουλευμένα του μηνός Σεπτεμβρίου 2013 όχι οικειοθελώς, αλλά κατόπιν έκδοσης σε βάρος του προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Αθηνών το Δεκέμβριο του 2013. Το παραπάνω δικαίωμα των εναγόντων να προβούν σε επίσχεση εργασίας ασκήθηκε νόμιμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 325 και 329 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 656 ΑΚ, ως μέσο εξαναγκασμού του πρώτου εναγόμενου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με απειλή την υπερημερία του.

Το πρώτο εναγόμενο ισχυρίζεται ότι οι πρώτος, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος και πέμπτη των εναγόντων άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης, διότι η καθυστέρηση στην πληρωμή των δεδουλευμένων αποδοχών τους δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητά του, αλλά στην καθυστέρηση εκταμίευσης των κρατικών επιχορηγήσεων, που αποτελούν την κύρια πηγή εσόδων του, γεγονός το οποίο εκείνοι γνώριζαν.

Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, οι κρατικές επιχορηγήσεις αποτελούσαν ποσοστό μικρότερο του ημίσεως του ετήσιου προϋπολογισμού του Οργανισμού, ο οποίος μάλιστα ισχυρίζεται στην έφεση (βλ. σελ. 16) ότι μόνο η μισθοδοσία του προσωπικού του ανήρχετο κατ' έτος στις 650.000 ευρώ περίπου, ενώ από τα προσκομιζόμενα από το ίδιο έγγραφα (βλ.

ενδεικτικά ΥΠΑΙΘΠΑ /ΓΔΟΥ/ ΔΟΥ/ Β/ Φ06/ 70049/ 9172/ 8830/ 1286 /8-5-2013, ΥΠΠΟΑ/ ΓΔΟΥ / ΔΟΥ /Β/ Φ06/9ος2013, ΥΠΠΟΑ/ ΓΔΟΥ/ ΔΟΥ/ Β/ Φ06/ 99783/ 11894/ 11259/16-4-2014) προκύπτει ότι η κρατική επιχορήγηση για τα έτη 2013 και 2014 ανήλθε σε 250.000 ευρώ κατ' έτος, δηλαδή αποτελούσε, ακόμη και μειωμένη, μικρό μόνο ποσοστό του ετήσιου προϋπολογισμού του. Επίσης, από τον προϋπολογισμό έτους 2014 και τον απολογισμό έτους 2014, που το ίδιο προσκομίζει, προκύπτει ότι στα έσοδά του για το έτος 2014 υπολογίσθηκαν αρχικά και συμπεριλήφθηκαν τελικά, πλην της ετήσιας επιχορήγησης του ΥΠ.ΠΟ., που ανέρχεται σε ποσοστό 25%-30% περίπου, έσοδα από διάφορες χορηγίες και από ίδιες παραγωγές.

Τα ίδια προκύπτουν και από τους απολογισμούς των διαστημάτων από 1-1-2013 έως 31-12- 2013 και από 1-1-2012 έως 31-12-2012, που προσκομίζονται από τους ενάγοντες. Εξάλλου, το πρώτο εναγόμενο ουδόλως αμφισβητεί ότι τα περί μικρού ποσοστού κρατικών επιχορηγήσεων έχει υποστηρίξει επανειλημμένα και το ίδιο, και μέσω του δεύτερου εναγόμενου, με σωρεία εγγράφων που είχε απευθύνει προς τις δημόσιες και διοικητικές Αρχές εντός του έτους 2013 (βλ.

σελ. 15 της έφεσης και προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες έγγραφα με ημερομηνίες 3-1-2013, 24-1-2013, 27-2-2013, 18-9-2013, καθώς και πρακτικά Δ.Σ. της 4-3-2013, στα οποία διατυπώνεται η άποψη ότι το πρώτο εναγόμενο δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, καθόσον δεν ελέγχεται ούτε χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από το Κράτος).

Επομένως, η μη καταβολή των δεδουλευμένων στους ενάγοντες δεν οφειλόταν σε ανυπαίτια αδυναμία του, λόγω της μη εκταμίευσης των κρατικών επιχορηγήσεων, αφού αυτές κάλυπταν μικρό μόνο μέρος των εσόδων του, αλλά και σε δική του υπαιτιότητα και συγκεκριμένα στη μη ορθή διαχείριση των οικονομικών του, στη μη εξασφάλιση χορηγιών και στη μη διοργάνωση ίδιων παραγωγών.

Όπως, μάλιστα, προαναφέρθηκε, όλοι οι ενάγοντες είχαν ήδη συναινέσει δύο φορές, κατά τα έτη 2009 και 2011, σε μείωση των αποδοχών τους προς διευκόλυνση του εργοδότη τους. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι η επίσχεση εργασίας των εναγόντων παρεμπόδισε την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία του Οργανισμού ούτε ότι του προκάλεσε τελικά οποιαδήποτε ζημία.

Και αυτό διότι, πέραν του προσκομιζόμενου από 21-3-2014 εγγράφου του Τομέα Πολιτισμού Μονάδας Β του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού προς το πρώτο εναγόμενο, όπου αναφέρεται ότι η κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού, που διατάχθηκε με τη με αριθμό 1492/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δημιουργεί πρόβλημα στη χρηματοδότηση συγκεκριμένου έργου από το ΕΣΠΑ, το οποίο όμως δεν σχετίζεται με την επίσχεση εργασίας των εναγόντων, αφού η ανωτέρω απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών αφορά δεδουλευμένες αποδοχές των εναγόντων των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2013, δεν αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγόντων το πρώτο εναγόμενο απώλεσε χορηγίες, υπέστη κυρώσεις ή επιβαρύνθηκε με πρόστιμα από διοικητικές αρχές.

Ως εκ τούτου, το πρώτο εναγόμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος και αξιόχρεος εργοδότης, από τον οποίο όφειλαν οι ενάγοντες να αναμένουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την υποβληθείσα από το πρώτο εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης των πέντε πρώτων εναγόντων, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, με αποτέλεσμα ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της έφεσης να τυγχάνει απορριπτέος.

Επομένως, το πρώτο εναγόμενο εξακολουθεί να οφείλει στους πέντε πρώτους ενάγοντες τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Δεκεμβρίου 2013 και Ιανουάριου 2014, όπως επίσης και τις δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-2-2014 έως 10-2-2014, οπότε και αυτοί προέβησαν σε επίσχεση εργασίας. Σημειωτέον ότι, όπως συνομολογείται στην αγωγή, δυνάμει αναγκαστικής κατάσχεσης που επέβαλαν στο πρώτο εναγόμενο οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες εισέπραξαν τον Ιούνιο του έτους 2014 τα δεδουλευμένα των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2013.

Επομένως, το πρώτο εναγόμενο οφείλει για δεδουλευμένες αποδοχές: 1) Στον πρώτο ενάγοντα (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) το ποσό των 3.259,84 ευρώ (1.366 ευρώ X 2 μήνες + 200 ευρώ για έξοδα συμμετοχής στην εκτός έδρας συναυλία που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο 2014, κονδύλι που αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα απόδειξη πληρωμής Ιανουάριου 2014 που εξέδωσε το πρώτο εναγόμενο = 2.932 ευρώ + 327,84 ευρώ από 1-2-2014 έως 10-2-2014), 2) στη δεύτερη ενάγουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 1.884,38 ευρώ, δεδομένου ότι έναντι της οφειλής του ποσού των 2.680,38 ευρώ (1.196,61 ευρώ X 2 μήνες = 2.393,22 ευρώ + 287,16 ευρώ από 1-2-2014 έως 10-2-2014), μετά την απόλυσή της κατέβαλε σ' αυτήν το ποσό των 796 ευρώ, 3) στην τρίτη ενάγουσα (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) οφείλει το ποσό των 1.465,41 ευρώ έναντι της αρχικής οφειλής των 3.440,76 ευρώ (1.536,06 ευρώ X 2 μήνες = 3.072,12 ευρώ + 368,64 ευρώ από 1-2-2014 έως 10-2-2014), αφού, όπως συνομολογείται, μετά την απόλυσή της το πρώτο εναγόμενο της κατέβαλε το ποσό των 1.975,35 ευρώ, 4) στον τέταρτο ενάγοντα (ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο) οφείλει το ποσό των 5.070,32 ευρώ (2.442,12 ευρώ X 2 μήνες = 4.884,24 ευρώ + 586,08 ευρώ από 1-2-2014 έως 10-2- 2014), 5) στην πέμπτη ενάγουσα (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), η οποία δεν είχε προβεί προηγουμένως σε δικαστική διεκδίκηση των οφειλομένων της, οφείλει το ποσό των 4.565,71 ευρώ, αφού όπως συνομολογείται, μετά την απόλυσή της κατέβαλε σ' αυτήν το ποσό των 1.482,29 ευρώ, έναντι της αρχικής οφειλής ποσού 6.048 ευρώ (1.426,41 ευρώ X 4 μήνες, δηλαδή Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2013, Ιανουάριο 2014 = 5.705,64 ευρώ + 342,36 ευρώ από 1-2-2014 έως 10-2-2014) και 6) στην έκτη ενάγουσα (ήδη έκτη αναιρεσίβλητη), η οποία δεν προέβη σε επίσχεση εργασίας, οφείλει το ποσό των 3.053,56 ευρώ, δοθέντος ότι έναντι της αρχικής οφειλής των 8.903,20 ευρώ (3.590 ευρώ X 2 μήνες, δηλαδή Μάρτιο και Απρίλιο 2014 + 1.723,20 ευρώ για χρονικό διάστημα από 1-5-2014 έως 16-5-2014, οπότε και η σύμβαση εργασίας της καταγγέλθηκε), έλαβε κατά την απόλυσή της από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 5.849,64 ευρώ.

Επίσης, με την υπ' αριθ. 1457/18-9-2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών το πρώτο εναγόμενο υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ανωτέρω (ενν. έκτη ενάγουσα) το ποσό των 17.949,60 ευρώ για δεδουλευμένα των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2013, Ιανουάριου και Φεβρουάριου 2014. Περαιτέρω, στους πέντε πρώτους ενάγοντες, οι οποίοι νόμιμα προέβησαν σε επίσχεση εργασίας στις 10-2-2014, οφείλει τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την επομένη της επίσχεσης (11-2-2014) μέχρι και την απόλυσή τους (16-5-2014), καθώς και το δώρο Πάσχα 2014.

Ειδικότερα, στον πρώτο ενάγοντα οφείλει το ποσό των 4.864,09 ευρώ (764,96 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 11-2-2014 έως 28-2-2014 + 1.366 ευρώ για Μάρτιο 2014 + 1.366 ευρώ για Απρίλιο 2014 + 711,45 ευρώ για δώρο Πάσχα + 655,68 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-5-2014 έως 16-5-2014). Στη δεύτερη ενάγουσα οφείλει το ποσό των 4.260,81 ευρώ (670,04 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 11-2-2014 έως 28-2-2014 + 1.196,61 ευρώ για Μάρτιο 2014 + 1.196,61 ευρώ για Απρίλιο 2014 + 623,23 ευρώ για δώρο Πάσχα + 574,32 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-5-2014 έως 16-5-2014).

Στην τρίτη ενάγουσα οφείλει το ποσό των 5.469,59 ευρώ (860,16 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 11-2- 2014 έως 28-2-2014 + 1.536,06 ευρώ για Μάρτιο 2014 + 1.536,06 ευρώ για Απρίλιο 2014 + 800,03 ευρώ για δώρο Πάσχα + 737,28 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-5-2014 έως 16-5-2014). Στον τέταρτο ενάγοντα οφείλει το ποσό των 8.295,79 ευρώ (1.367,52 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 11-2-2014 έως 28-2-2014 + 2.442,12 ευρώ για Μάρτιο 2014 + 2.442,12 ευρώ για Απρίλιο 2014 + 1.271,87 ευρώ για δώρο Πάσχα + 1.172,16 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-5-2014 έως 16-5-2014).

Στην πέμπτη ενάγουσα οφείλει το ποσό των 5.078,26 ευρώ (798,84 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 11-2-2014 έως 28-2-2014 + 1.426,41 ευρώ για Μάρτιο 2014 + 1.426,41 ευρώ για Απρίλιο 2014 + 741,88 ευρώ για δώρο Πάσχα + 684,72 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-5-2014 έως 16-5-2014). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μέσα σε σύντομο χρόνο από την δικαστική διεκδίκηση των απαιτήσεών τους στα πολιτικά δικαστήρια και την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης και συγκεκριμένα στις 28-2-2013 (ενν. 28-2-2014) οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες προσέφυγαν και στο κατά τόπον αρμόδιο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, όπου κατήγγειλαν τη μη καταβολή των δεδουλευμένων τους για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2013, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2014.

Κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς ενώπιον της Επιθεωρήτριας Εργασίας, που έλαβε χώρα στις 18-3-2014, το πρώτο εναγόμενο ισχυρίστηκε ότι η μη πληρωμή των εργαζομένων του οφείλεται στη δυσμενή οικονομική του κατάσταση, ελλείψει κρατικής επιχορήγησης, και δήλωσε για πρώτη φορά ότι επιφυλάσσεται ως προς την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου.

Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με τις συστάσεις της Επιθεωρήτριας Εργασίας προς τον εργοδότη για εξόφληση των εργαζομένων και με την παράλληλη υπόμνηση προς τους προσφεύγοντες εργαζόμενους ότι, πέραν της δικαστικής διεκδίκησης των αξιώσεών τους στα πολιτικά δικαστήρια, την οποία είχαν δρομολογήσει, είχαν δικαίωμα να ζητήσουν και την ποινική δίωξη του νόμιμου εκπροσώπου του εργοδότη τους - δεύτερου εναγόμενου (βλ.

το με αριθ. 160/28-2-2014 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας - Τμήμα Ανατολικού Τομέα Αθηνών). Το πρώτο εναγόμενο διατύπωσε επιφύλαξη ως προς το ζήτημα εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου στο προσωπικό του για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας στις 18-3- 2014.

Έως τότε, το Δ.Σ. και οι εργαζόμενοι του πρώτου εναγόμενου Ν.Π.Ι.Δ. διατηρούσαν κοινή γραμμή και αρνούνταν επίμονα την υπαγωγή του τελευταίου στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης και κατ' επέκταση την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου στο προσωπικό του, παρόλο που το Υπουργείο Πολιτισμού, το Υπουργείο Οικονομικών και η ΕΛ.ΣΤΑΤ., ήδη από το έτος 2012, είχαν εντάξει το πρώτο εναγόμενο στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης.

Ειδικότερα, από τις αρχές του έτους 2013 ο δεύτερος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος του πρώτου εναγόμενου, με συνεχή έγγραφά του προς το εποπτεύον αυτό Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, το Υπουργείο Οικονομικών και την ΕΛ.ΣΓΑΤ. αρνείτο ρητά την υπαγωγή του στους εν λόγω Φορείς, επικαλούμενος τη μη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, υποβάλλοντας, μάλιστα, την από 9-10-2013 υπεύθυνη δήλωσή του, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, προς το Υπουργείο Πολιτισμού, στην οποία αναφέρεται επί λέξει ότι "Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ & ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ δεν πληροί τους όρους υπαγωγής στο Μητρώο Γενικής Κυβέρνησης της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, καθώς είναι νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου που δεν αποτελεί δημόσιο φορέα, δεν ανήκει στο κράτος και δεν λαμβάνει ετήσια επιχορήγηση πάνω από το 50% του προϋπολογισμού του".

Εξάλλου, η ένταξη του πρώτου εναγόμενου στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης τίθετο υπό σοβαρή αμφισβήτηση, καθώς κατά το χρόνο εκείνο συζητήθηκε και εκδόθηκε η με αριθ. 2497/2013 απόφαση του ΣτΕ, που έκρινε ότι ο Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, που είχε ιδρυθεί και λειτουργούσε κατά πανομοιότυπο τρόπο με το πρώτο εναγόμενο, δεν υπαγόταν στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης.

Στην απόφαση αυτή στήριζαν οι ενάγοντες την πεποίθησή τους περί μη υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολόγιο, αλλά την ίδια απόφαση είχαν επικαλεστεί στο παρελθόν και οι εναγόμενοι, προκειμένου να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό τους ότι τα ίδια πρέπει να ισχύσουν και για το πρώτο εναγόμενο, ώστε να μην υπαχθεί στους ανωτέρω Φορείς και στο ενιαίο μισθολόγιο.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι λίγες ημέρες μετά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, όπου για πρώτη φορά οι εναγόμενοι επιφυλάχθηκαν για την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, και συγκεκριμένα στις 27-3-2014, το πρώτο εναγόμενο, μέσω του δεύτερου εναγόμενου, ως νόμιμου εκπροσώπου του, απέστειλε μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ενημέρωσε όλο το προσωπικό του, μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες, ότι δυνάμει της από 26-3-2014 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του επρόκειτο να εφαρμόσει το ενιαίο μισθολόγιο αναδρομικά από 1-1-2013, όπως είχε υποχρεωθεί με το από 18-3-2014 με αρ.

πρωτ. ΥΠΠΟΑ/ΓΔΟΥ/21/ΕΠ/1231 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού από το εποπτεύον Υπουργείο υπό την απειλή κυρώσεων. Κατόπιν τούτων, το πρώτο εναγόμενο δεν προέβη σε καμία καταβολή έναντι των οφειλομένων προς τους ενάγοντες ούτε κατέβαλε σ' αυτούς το δώρο Πάσχα έτους 2014.

Έτσι, ένα μήνα μετά την ως άνω γνωστοποίηση περί εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου και συγκεκριμένα στις 29-4-2014, όλοι οι ενάγοντες, εξεταζόμενοι ενόρκως ενώπιον του αρμόδιου αστυνομικού οργάνου του Α.Τ. Συντάγματος, υπέβαλαν εγκλήσεις σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου, ως νόμιμου εκπροσώπου του πρώτου των εναγομένων, επικαλούμενοι τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, αλλά και του δώρου Πάσχα του 2014, που έπρεπε να τους είχε καταβληθεί από 16-4-2014.

Κατά το χρόνο υποβολής των ως άνω εγκλήσεων, όλοι οι ενάγοντες διατηρούσαν έναντι του πρώτου εναγόμενου - εργοδότη τους όλες τις παραπάνω ληξιπρόθεσμες οφειλές, τις οποίες εκείνο δεν είχε εξοφλήσει. Επομένως, οι ενάγοντες καταμήνυσαν το δεύτερο εναγόμενο, έχοντας νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, προκειμένου να διεκδικήσουν τις νόμιμες και βάσιμες αξιώσεις τους, ενόψει της σημαντικής καθυστέρησης στην καταβολή των αποδοχών τους, καθόσον διατηρούσαν έναντι του εργοδότη τους ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις για τα δεδουλευμένα των μηνών από Οκτώβριο 2013 μέχρι και Μάρτιο 2014 και το δώρο Πάσχα 2014, το οποίο, όπως αποδείχθηκε, πράγματι δικαιούνταν, λόγω της μη εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου.

Άλλωστε, λίγο πριν από την υποβολή των μηνύσεών τους, περί τα τέλη Μαρτίου 2014, ο δεύτερος εναγόμενος για πρώτη φορά εκδήλωσε την σαφή πρόθεσή του να αποδεχθεί την υπαγωγή του Οργανισμού στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης και να εφαρμόσει στο προσωπικό του το ενιαίο μισθολόγιο, παρά το ότι επί μακρό χρόνο υποστήριζε σθεναρά την αντίθετη άποψη, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε.

Η ξαφνική αυτή μεταστροφή του δεύτερου εναγόμενου, σε συνδυασμό με τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρώτου εναγόμενου για την καταβολή των οφειλομένων τους, κλόνισε την εμπιστοσύνη των εναγόντων σ' αυτούς και τους ώθησε στην υποβολή μήνυσης. Στην παραπάνω ενέργεια οι εναγόμενοι αντέδρασαν άμεσα και στις 13-5-2014 κατέθεσαν σε βάρος των εναγόντων την από 7-5-2014 με ΑΒΜ Α/2014/110 έγκλησή τους για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Στην εν λόγω έγκλησή τους διέλαβαν ότι οι εγκαλούμενοι - ενάγοντες γνώριζαν ήδη από τις 27-3-3014, ότι λόγω της ένταξης του εργοδότη τους - πρώτου εγκαλούντος - πρώτου εναγόμενου στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης είχαν υπαχθεί στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου αναδρομικά από 1-1-2013, και ότι, επομένως, δεν δικαιούνταν δώρο Πάσχα, όπως ψευδώς, κατά τους δικούς τους ισχυρισμούς, κατήγγειλαν, με σκοπό να προκαλέσουν την δίωξη του δεύτερου εγκαλούντος - δεύτερου εναγόμενου και να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του, καθώς και τη φήμη του πρώτου εγκαλούντος - πρώτου εναγόμενου.

Επιπλέον, λίγες ημέρες μετά την υποβολή της ως άνω έγκλησης σε βάρος των εναγόντων και συγκεκριμένα στις 16-5-2014, το πρώτο εναγόμενο κοινοποίησε στους ενάγοντες την με ίδια ημερομηνία έγγραφη εξώδικη δήλωσή του, με την οποία κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, δηλώνοντάς τους ταυτόχρονα ότι η απόλυσή τους λαμβάνει χώρα, λόγω της σε βάρος τους υποβληθείσας έγκλησης, εξαιτίας της οποίας μπορούσε να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους χωρίς να τους καταβάλει αποζημίωση απόλυσης.

Σύμφωνα όμως με τα παραπάνω αποδειχθέντα, οι ενάγοντες - εργαζόμενοι υπέβαλαν τις ως άνω μηνύσεις σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου, ως νόμιμου εκπροσώπου του εργοδότη τους, υποδεικνύοντάς τον ως υπεύθυνο για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων τους και του δώρου Πάσχα 2014, ασκώντας νόμιμο δικαίωμά τους, διότι διατηρούσαν πράγματι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις για δεδουλευμένες αποδοχές τους έναντι του πρώτου εναγόμενου, για μέρος των οποίων μάλιστα είχαν ήδη ασκήσει αγωγές στα αρμόδια δικαστήρια και προσφύγει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, όπου και είχαν ενημερωθεί για τη δυνατότητά τους να αιτηθούν και την ποινική δίωξη του νόμιμου εκπροσώπου του εργοδότη τους.

Ενόψει των ανωτέρω, ουδόλως προέκυψε ότι τελέστηκαν οι αποδιδόμενες στους ενάγοντες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης των εναγομένων, αφού όσα αυτοί υποστήριξαν ενόρκως ενώπιον της αρμόδιας αρχής ήταν αληθή, περαιτέρω δε τα παραπάνω δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν ούτε το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, αφού, ως ισχυρισμοί γεγονότων, ήταν μεν αντικειμενικά ικανοί να βλάψουν τη φήμη και να προσβάλουν την τιμή του πρώτου και του δεύτερου των εναγομένων, αντίστοιχα, πλην όμως κατά τη συγκεκριμένη περίοδο το κλίμα στο χώρο εργασίας των εναγόντων ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο, λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε το πρώτο εναγόμενο (συνομολογείται), της μη πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων επί σειρά μηνών, που δημιουργούσε ακόμη και πρόβλημα βιοπορισμού τους, και της αιφνίδιας απόφασης της διοίκησης του πρώτου εναγόμενου να εφαρμόσει το ενιαίο μισθολόγιο, ενώ επί σειρά ετών αντιτίθετο στην εφαρμογή του, με συνέπεια η ενέργειά τους να προβούν σε υποβολή μήνυσης να εντάσσεται αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο της προστασίας των εργασιακών τους συμφερόντων.

Επίσης, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα ανωτέρω γεγονότα, δεν προέκυψε και σκοπός εξύβρισης των εναγομένων, δηλαδή σκοπός που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της φήμης του πρώτου και της τιμής του δεύτερου των εναγομένων, αφού η υποβολή της μήνυσης αποτελούσε προβλεπόμενο από το νόμο δικαίωμα για την προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων των εναγόντων και δεν υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο.

Από το ίδιο παραπάνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι το πρώτο εναγόμενο, ενεργώντας μέσω του δεύτερου εναγόμενου, που το εκπροσωπούσε, προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό τους, εξαιτίας της προηγούμενης άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων τους και με σκοπό να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης σε εργαζομένους που είχαν επιδείξει μη αρεστή συμπεριφορά προς το δεύτερο εναγόμενο.

Αυτό προκύπτει σαφώς τόσο από το περιεχόμενο της από 7-5-2014 με ABM Α/2014/110 έγκλησης που υπέβαλαν οι εναγόμενοι σε βάρος των εναγόντων, στο οποίο εμφαίνεται η έντονη δυσαρέσκεια του δεύτερου εναγόμενου για την καταμήνυσή του από τους ενάγοντες, όσο και από το ότι οι εναγόμενοι προέβησαν στην υποβολή έγκλησης εντός μόλις ολίγων ημερών από τη γνώση της καταμήνυσής τους (στις 3-5-2014 ο δεύτερος εναγόμενος έλαβε γνώση της μήνυσης των εναγόντων και στις 7-5-2014 συντάχθηκε η έγκληση των εναγομένων, η οποία κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 13-5-2014).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, διότι υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούσαν το σκοπό του δικαιώματος και συγκεκριμένα διότι έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης, λόγω της προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στο δεύτερο εναγόμενο - εκπρόσωπο του πρώτου εναγόμενου, συμπεριφοράς των εναγόντων, με αποτέλεσμα να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εφόσον κατά τα παραπάνω η καταγγελία υπήρξε άκυρη, το πρώτο εναγόμενο κατέστη υπερήμερος εργοδότης και οφείλει στους ενάγοντες μισθούς υπερημερίας από την επομένη της καταγγελίας (17-5-2014) μέχρι και τις 16-3-2015 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής κατά το αίτημα αυτής), ως εξής: 1) Στον πρώτο ενάγοντα οφείλεται το ποσό των 15.709 ευρώ (1.366 ευρώ χ 10 μήνες + 683 ευρώ επίδομα αδείας + 1.366 ευρώ δώρο Χριστουγέννων). 2) Στη δεύτερη ενάγουσα οφείλεται το ποσό των 13.761,02 ευρώ (1.196,61 ευρώ χ 10 μήνες + 598,30 ευρώ επίδομα αδείας + 1.196,61 ευρώ δώρο Χριστουγέννων). 3) Στην τρίτη ενάγουσα οφείλεται το ποσό των 17.664,69 ευρώ (1.536,06 ευρώ χ 10 μήνες + 768,03 ευρώ επίδομα αδείας + 1.536,06 ευρώ δώρο Χριστουγέννων). 4) Στον τέταρτο ενάγοντα οφείλεται το ποσό των 28.084,38 ευρώ (2.442,12 ευρώ χ 10 μήνες + 1.221,06 ευρώ επίδομα αδείας + 2.442,12 ευρώ δώρο Χριστουγέννων).

Από το παραπάνω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί, κατά μερική παραδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης έκπτωσης της ωφέλειας που αποκόμισε από την εργασία του σε άλλον εργοδότη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του πρώτου εναγόμενου, που προέβαλε επικουρικά ως προς αυτόν το τελευταίο (άρθρο 656 ΑΚ), το συνολικό ποσό των 3.559,50 ευρώ (1.582 + 1.582 + 395,50), που ο τέταρτος ενάγων εισέπραξε από την παροχή υπηρεσιών του στη ΝΕΡΙΤ (βλ.

με αριθ. πρωτ. 2530/20-11-2014 και 315/22-1-2015 έγγραφα έγκρισης δαπάνης της ΝΕΡΙΤ). Αντίθετα, από τις προσκομιζόμενες με αριθ. πρωτ. 1171/31-7-2014 και 344/23-1-2015 αποφάσεις ανάθεσης υπηρεσιών φροντιστή για τη λειτουργία της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας και καλλιτεχνικής φροντίδας ορχήστρας της ΝΕΡΙΤ ΑΕ προκύπτει μεν η σύναψη συμβάσεων μεταξύ της ΝΕΡΙΤ ΑΕ και του τέταρτου εναγόμενου, όχι όμως και η είσπραξη αμοιβών - επιπλέον των ανωτέρω - από τον τελευταίο.

Επομένως, σ' αυτόν οφείλεται το ποσό των 24.524,88 (28.084,38 - 3.559,50) ευρώ. 5) Στην πέμπτη ενάγουσα οφείλεται το ποσό των 16.403,72 ευρώ (1.426,41 ευρώ χ 10 μήνες + 713,20 ευρώ επίδομα αδείας + 1.426,41 ευρώ δώρο Χριστουγέννων) και τέλος 6) Στην έκτη ενάγουσα οφείλεται το ποσό των 41.285 ευρώ (3.590 χ 10 μήνες + 1.795 ευρώ επίδομα αδείας + 3.590 ευρώ δώρο Χριστουγέννων).

Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε μεν εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ' άρθρο 656 ΑΚ ένσταση ως προς τον τέταρτο των εναγόντων ως προς το ίδιο παραπάνω ποσό των 3.559,50 ευρώ, πλην όμως κατά την επιδίκαση των ποσών εσφαλμένα αφαίρεσε αυτό από τα επιδικασθέντα στον πρώτο και όχι στον τέταρτο των εναγόντων ποσά.

Επομένως, έσφαλε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ο σχετικός έκτος λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός, ακολούθως δε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η έφεση και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, να εξετασθεί περαιτέρω η αγωγή (....).

Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες οι εναγόμενοι μεθόδευσαν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων με την υποβολή σε βάρος τους της προαναφερθείσας ψευδούς έγκλησης, οι εναγόμενοι προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα των εναγόντων, καθώς οι τελευταίοι μειώθηκαν ηθικά έναντι των συναδέλφων τους και εθίγη η επαγγελματική και κοινωνική τους υπόσταση και ως εκ τούτου δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, οι εναγόμενοι υπέβαλαν σε βάρος τους και την από 7-5-2014 και με ΑΒΜ Α/2014/110 έγκληση για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ισχυριζόμενοι ότι οι ενάγοντες κατάθεσαν ψευδώς ότι δικαιούνταν δώρο Πάσχα 2014. Όπως, όμως, αποδείχθηκε, αυτοί δικαιούνταν πράγματι δώρο Πάσχα 2014 και οι καταθέσεις τους ήταν αληθείς.

Ωστόσο, ενόψει του ότι κατά το χρόνο υποβολής της εν λόγω έγκλησης το πρώτο εναγόμενο είχε υποχρεωθεί από τις εποπτεύουσες αυτό αρχές να εφαρμόσει το ενιαίο μισθολόγιο, οι εναγόμενοι δεν τέλεσαν σε βάρος των εναγόντων το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού δεν πληρούται για τη στοιχειοθέτησή του το υποκειμενικό στοιχείο της γνώσης του ψεύδους.

Όσα όμως ισχυρίσθηκαν στην ως άνω έγκληση ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψη των εναγόντων, αφού τους εμφάνισαν στο επαγγελματικό και κοινωνικό τους περιβάλλον ως εργαζομένους που προβαίνουν σε ψευδείς καταγγελίες, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται σε βάρος τους το αδίκημα της απλής δυσφήμησης.

Η κατ' άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ ένσταση των εναγομένων ότι προέβησαν στην υποβολή της ανωτέρω μήνυσης, με αποκλειστικό σκοπό να προασπίσουν το κύρος και τη φήμη του πρώτου και την τιμή και υπόληψη του δεύτερου εξ αυτών, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς αποδείχθηκε ότι η έγκληση υποβλήθηκε κυρίως από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπο των εναγόντων.

Επομένως, οι ενάγοντες υπέστησαν προσβολή της προσωπικότητάς τους εξαιτίας της καταχρηστικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από το πρώτο εναγόμενο μέσω της υποβολής ψευδούς έγκλησης από αμφότερους τους εναγομένους. Συνακόλουθα, αυτοί δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, το ύψος της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση και το είδος της προσβολής, το βαθμό πταίσματος του δεύτερου εναγόμενου - αρμόδιου οργάνου του πρώτου εναγόμενου, τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία μέσω της ψευδούς μήνυσης και επήλθε η προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, την οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 4.000 ευρώ για τον καθένα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα, συνολικά οφείλονται στον πρώτο ενάγοντα 27.832,93 ευρώ (3.259,84 + 4.864,09 + 15.709 + 4.000), στη δεύτερη ενάγουσα 23.906,21 ευρώ (1.884,38 + 4.260,81 + 13.761,02 + 4.000), στην τρίτη ενάγουσα 28.599,69 ευρώ (1.465,41 + 5.469,59 + 17.664,69 + 4.000), στον τέταρτο ενάγοντα 41.890,91 ευρώ (5.070,32 + 8.295,79 + 24.524,88 + 4.000), στην πέμπτη ενάγουσα 30.017,69 ευρώ (4.565,71 + 5.078,26 + 16.403,72) και στην έκτη ενάγουσα 48.338,56 ευρώ (3.053,56 + 41.285 + 4.000).

Πρέπει, επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη....". Στην προκειμένη περίπτωση το πρώτο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με τους πρώτο και δεύτερο, εκ των αριθμών 19 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της εκ πλαγίου και ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.6 Ν. 3429/2005, 50 παρ.1α Ν. 3943/2011, 10 και 11 του Ν. 3832/2010, 126 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης, 1, 3, 16 του υπ'αριθμ. 479/2009 Κανονισμού (ΕΚ), 1, 5 του υπ'αριθ. 223/2009 Κανονισμού (ΕΚ), Κεφαλαίου 1 παρ.1.01 του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών (ΕΣΛ 95), της παρ. 20.15 (για τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα)σε συνδυασμό με τις παρ.20.309 και 20.310 ESA 2010 Κανονισμού (ΕΕ) και ειδικότερα ότι με το να κρίνει ότι αυτό (πρώτο αναιρεσείον) δεν υπάγεται στους Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης με την αιτιολογία α) ότι δεν επιλέγεται η πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ από το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά τρία από τα έξι μέλη του και β) ότι δεν χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος των πόρων του από το Δημόσιο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, εφόσον η εξουσία της κρίσης και της απόφασης περί υπαγωγής στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης ανήκει στην ΕΛΣΤΑΤ και δεδομένου ότι αυτό έχει ενταχθεί στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης ήδη από το έτος 2012 με απόφαση της ΕΛΣΤΑΤ, όπως δέχθηκε και το Εφετείο (δεύτερος αναιρετικός λόγος) και παράλληλα ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ως άνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (πρώτος αναιρετικός λόγος), αφού αυτό (πρώτο αναιρεσείον) ανήκει τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης με συνέπεια την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου και τη μη οφειλή επιδομάτων εορτών, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Ν. 4024/2011 και το άρθρο πρώτο της παραγράφου Γ, υποπαραγράφου Γ1 περ. 12 του Ν. 4093/2012.

Οι ως άνω δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης, κατά το σκέλος με το οποίο το πρώτο αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα έκρινε ότι δεν εφαρμόζονται ως προς τους αναιρεσίβλητους υπαλλήλους αυτού οι προεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 4024/2011 και της περ. 12 υποπαρ.Γ παρ.Γ.1 του άρθρου πρώτου του Ν 4093/2012, με την οποία υπήχθησαν από 1.1.2013 στις διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του Ν. 4024/2011 το προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι το πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. α) συνεστήθη με το άρθρο 1 της από 29-7-1994 σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Οι Φίλοι της Μουσικής", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 2273/1994, από το οποίο (άρθρο 1) προκύπτει ότι απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπόκειται σε κρατικό έλεγχο σκοπιμότητας, αλλά μόνο σε έλεγχο νομιμότητας της διαχείρισης των κρατικών επιχορηγήσεων, και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού, β) ότι από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7 της ιδρυτικής σύμβασης του πρώτου εναγόμενου προκύπτει ότι ως προς τον έλεγχο αυτού από κρατικά όργανα περιέχεται μόνον μία γενική μνεία περί του ότι ο Οργανισμός τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού χωρίς να θεσπίζονται, όμως, ρυθμίσεις, με τις οποίες να προβλέπονται συγκεκριμένα μέσα άσκησης της ως άνω εποπτείας και ότι ειδικότερα δεν προβλέπεται η υποβολή προς έγκριση στον Υπουργό Πολιτισμού πράξεων του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού σχετικών με την διοίκηση και λειτουργία του, παρά μόνον η υποβολή προς ενημέρωση στον Υπουργό Πολιτισμού του προϋπολογισμού, του απολογισμού εσόδων και εξόδων και του ισολογισμού κάθε χρήσης, γ) ότι στο ως άνω ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει την λειτουργία του πρώτου εναγόμενου δεν περιέχονται όροι ή διατάξεις, βάσει των οποίων να εξασφαλίζεται η δυνατότητα των οργάνων της Κεντρικής Διοίκησης να καθορίζουν την γενική πολιτική του Οργανισμού, δ) ότι ο Οργανισμός διοικείται από εξαμελές διοικητικό συμβούλιο, όπου τα μέλη του διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, τα τρία, όμως, από τα έξι αυτά μέλη διορίζονται υποχρεωτικά κατόπιν προηγούμενης έγγραφης υπόδειξης από το σύλλογο με την επωνυμία "Σύλλογος Οι Φίλοι της Μουσικής", ενώ σε περίπτωση που ο σύλλογος παραλείπει να προβεί στην υπόδειξη των μελών, προβλέπεται ότι ο Υπουργός Πολιτισμού συμπληρώνει τον ελλείποντα αριθμό συμβούλων επιλέγοντας υποχρεωτικά από τα μέλη του συλλόγου, δηλαδή ο Υπουργός μπορεί να επιλέξει τα μισά μόνο μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού, ενώ δεν προβλέπεται καν δυνατότητα αυτού να αρνηθεί τον διορισμό των επιλεγέντων από τον προαναφερθέντα σύλλογο μελών ή να ζητήσει από το σύλλογο να επιλέξει άλλα μέλη και ότι μόνη η ως άνω πρόβλεψη για την έκδοση της πράξης διορισμού των μελών του διοικητικού συμβουλίου από τον Υπουργό Πολιτισμού δεν συνεπάγεται και τον έλεγχο του Οργανισμού από το Δημόσιο, αφού κατά τη λήψη αποφάσεων από το διοικητικό συμβούλιο δεν εξασφαλίζεται ότι τα μέλη που επιλέγονται απευθείας από τον Υπουργό Πολιτισμού διαθέτουν την πλειοψηφία, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν τη γενική πολιτική του Οργανισμού, ούτε, άλλωστε, προβλέπεται ότι ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου προέρχεται, οπωσδήποτε, από τα μέλη που επιλέγονται από τον ως άνω Υπουργό, ε) ότι από το περιεχόμενο της κυρωθείσας με το Ν. 2273/1994 ιδρυτικής σύμβασης του Οργανισμού προκύπτει ότι βούληση των συμβαλλόμενων μερών ήταν να ρυθμίσουν με κοινή συμφωνία τα βασικά ζητήματα, που συνδέονται με τη λειτουργία του Οργανισμού, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται αφενός μεν η ισότιμη συμμετοχή στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού των μελών που υποδεικνύονται από το σωματείο "Σύλλογος Οι Φίλοι της Μουσικής" με τα μέλη που διορίζονται απευθείας από τον Υπουργό Πολιτισμού, αφετέρου δε η διοικητική αυτοτέλεια του Οργανισμού και η, ενόψει του υπ' αυτού επιδιωκόμενου σκοπού, απαλλαγή του από την υποχρέωση έγκρισης των πράξεων του από κρατικά όργανα, κατά τρόπο ώστε η πολιτική του Οργανισμού να καθορίζεται ελευθέρως από το διοικητικό του συμβούλιο, χωρίς να ασκείται αποφασιστική επιρροή στη διοίκηση αυτού από κρατικά όργανα, στ) ότι το πρώτο εναγόμενο, δεν χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από το Δημόσιο, δοθέντος ότι η συγκεκριμένη πηγή χρηματοδότησης σε καμία περίπτωση δεν ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον 50%, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του προέρχεται από χορηγίες, ορθά δεν εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 4024/2011 και της περ. 12 υποπαρ.Γ παρ.Γ.1 του άρθρου 1 του Ν 4093/2012, καθόσον με βάση τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι το πρώτο αναιρεσείον δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό τους πεδίο (στο οποίο, όπως προεκτέθηκε, εμπίπτουν τα Ν.Π.Ι.Δ.

που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους) και συνακόλουθα οι αναιρεσίβλητοι, υπάλληλοι του πρώτου αναιρεσείοντος δεν υπόκεινται ως προς τον καθορισμό του ύψους των αποδοχών τους στις μισθολογικές ρυθμίσεις των ως άνω διατάξεων, με τις οποίες αρχικά μειώθηκαν οι αποδοχές και των μισθωτών των ΝΠΙΔ που ανήκουν στο Κράτος κλπ (άρθρο 31 Ν. 4024/2011) και στη συνέχεια με τη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, εντάχθηκαν οι μισθωτοί τους από 1-1-2013 στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που είχε θεσπιστεί με το Ν.4024/2011 .

Εξάλλου, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι το πρώτο αναιρεσείον ως ΝΠΙΔ δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των προαναφερθεισών διατάξεων των νόμων 4024/2011 και 4093/2012 και συνακόλουθα ότι οι αναιρεσίβλητοι, υπάλληλοι του πρώτου αναιρεσείοντος δεν υπόκεινται στις μισθολογικές ρυθμίσεις των ως άνω διατάξεων.

Οι επί μέρους αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο παρέλειψε να εκτιμήσει για την πληρότητα της αιτιολογίας του α) ότι ο διορισμός του συνόλου των μελών του διοικητικού συμβουλίου γίνεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, β) ότι το καταστατικό του πρώτου αναιρεσίβλητου κυρώθηκε με νόμο και οποιαδήποτε τροποποίησή του δεν είναι δυνατή άνευ της σύμπραξης του Υπουργού Πολιτισμού, γ) ότι υπάρχει υποχρέωση υποβολής των προϋπολογισμών και απολογισμών του στο Υπουργείο Πολιτισμού, δ) ότι υπάρχει τακτική χρηματοδότηση και εποπτεία του από το Υπουργείο Πολιτισμού και με έλεγχο της ως άνω χρηματοδότησης και των χορηγιών των τρίτων προς αυτό (πρώτο αναιρεσείον), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες καθότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι γίνεται αναφορά αα) στο διορισμό των έξι (6) μελών του διοικητικού συμβουλίου από τον Υπουργό Πολιτισμού, με την επισήμανση ότι η επιλογή των τριών (3) μελών γίνεται από το συμβαλλόμενο σωματείο "Σύλλογος οι φίλοι της μουσικής" που είναι υποχρεωτική για τον Υπουργό Πολιτισμού και ως εκ τούτου μόνη η πράξη διορισμού δεν συνεπάγεται τον έλεγχο της Διοίκησής του από το Δημόσιο, αφού τα διοριζόμενα από τον Υπουργό μέλη δεν διαθέτουν την πλειοψηφία στο Δ/Σ, ούτε προβλέπεται ότι από τα ως άνω μέλη εκλέγεται ο Πρόεδρος του Δ/Σ αυτού, ββ) στην κύρωση της σύμβασης σύστασης του πρώτου αναιρεσίβλητου με νόμο, γγ) ότι δεν θεσπίζονται συγκεκριμένα μέτρα άσκησης εποπτείας από τον Υπουργό Πολιτισμού, ότι οι αποφάσεις του Δ/Σ δεν υποβάλλονται προς έγκριση στον Υπουργό Πολιτισμού και ότι υποβάλλονται μόνο για ενημέρωση οι προϋπολογισμοί και απολογισμοί του πρώτου αναιρεσείοντος, δδ) ότι επιδοτείται το πρώτο αναιρεσείον από τον Υπουργείο Πολιτισμού με την επισήμανση ότι σε καμία περίπτωση δεν ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον 50% (2η σελίδα έβδομου φύλλου), ότι τα έτη 2013 και 2014 ανήλθε σε ποσοστό 25%-30% του ετήσιου προϋπολογισμού του και ότι το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων προέρχεται από χορηγίες τρίτων και από ίδιες παραγωγές (2η σελιδα 11ου φύλλου), χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η επί μέρους αναφορά των δωρητών και των ποσών που κατέβαλε ο καθένας από τους χορηγούς στο πρώτο αναιρεσείον.

Επιπρόσθετα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επί σχετικού λόγου έφεσης του πρώτου αναιρεσείοντος με τον οποίο επανέφερε στο Εφετείο τον απορριφθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του ότι λόγω της υπαγωγής του στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης με την από 26.3.2014 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου αποφάσισε ομόφωνα, όπως υποχρεούταν, την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου στους υπαλλήλους του από 1.1.2013, ότι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ανέρχονται οι μηνιαίες αποδοχές των αναιρεσίβλητων από 1.1.2013 στα αναγραφόμενα στις πρωτόδικες προτάσεις του ποσά (σελ. 4,5,6 πρωτόδικων προτάσεων του πρώτου εναγομένου), πλεοναστικά αυτό (Εφετείο) έκρινε ότι ως προς το πρώτο αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ.

δεν συνέτρεχαν τα δύο σωρευτικά τιθέμενα από τις οικείες διατάξεις κριτήρια κατάταξης στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης [άρθρο 1Β του Ν. 2362/1995, όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3871/2010 και ορισμοί και διατάξεις του Κανονισμού 2223/1996 με τον οποίο θεσπίσθηκε το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών της Κοινότητας (ESA 95)], δηλαδή της επιχορήγησής του κατά κύριο λόγο από τον κρατικό προϋπολογισμό και του ελέγχου του από το Κράτος, η δε ως άνω κρίση του δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης που αφορά αποκλειστικά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των αναιρεσίβλητων (ως καταχρηστικής) και της καταβολής στους αναιρεσίβλητους μισθών υπερημερίας, επιδομάτων εορτών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, ως προς το αγωγικό αίτημα των αναιρεσίβλητων για επιδίκαση μισθών υπερημερίας και επιδομάτων εορτών το Εφετείο έκρινε ότι δεν εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των αποδοχών των αναιρεσίβλητων υπαλλήλων του πρώτου αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ οι προαναφερθείσες μισθολογικές διατάξεις των νόμων 4024/2011 και 4093/2012, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, δεν προϋποθέτουν, για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό τους πεδίο των Ν.Π.Ι.Δ.

που ανήκουν στο Κράτος, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, τα εν λόγω Ν.Π.Ι.Δ. να ανήκουν στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης ή να έχουν συμπεριληφθεί στο Μητρώο των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ), εφόσον οι ίδιες ως άνω διατάξεις ορίζουν περιοριστικά ότι υπάγονται σ'αυτές τα Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος κλπ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.

Συνεπώς, εφόσον πλεοναστικά, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το πρώτο αναιρεσείον δεν υπάγεται στους Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, αφού η υπαγωγή ή μη υπαγωγή του στους Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την ένταξη ή μη ένταξή του προσωπικού του στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα που θεσπίσθηκε με το ν. 4024/2011 και η ως άνω (πλεοναστική) κρίση δεν στηρίζει το προαναφερθέν διατακτικό αυτής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των αναιρεσίβλητων και επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, επιδομάτων εορτών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αυτών, οι ως άνω δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης, κατά το σκέλος που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου (πρώτος λόγος) και ευθέως (δεύτερος λόγος) τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.6 του Ν. 3429/2005, 50 παρ.1α Ν. 3943/2011, 10 και 11 του Ν. 3832/2010, 126 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης, 1, 3, 16 του υπ'αριθμ. 479/2009 Κανονισμού (ΕΚ), 1, 5, του υπ'αριθ. 223/2009 Κανονισμού (ΕΚ), Κεφαλαίου 1 παρ.1.01 του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών (ΕΣΛ 95), παρ. 20.15 σε συνδυασμό με τις παρ.20.309 και 20.310 ESA 2010 Κανονισμού ΕΕ [εννοεί τον Κανονισμό (ΕΕ) 549/2013 (ΕΕ L 174) "Για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης" με τον οποίο θεσπίσθηκε το "Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών 2010" (ΕΣΛ 2010)], είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της Διοίκησης (ή Ν.Π.Δ.Δ.), εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Η έρευνα αυτή των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της .εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Ειδικότερα, το πολιτικό δικαστήριο όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως μία διοικητική πράξη ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.λ.π., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 2/2018). Υπέρβαση, δε, δικαιοδοσίας, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.4 του ΚΠολΔ, υπάρχει στις περιπτώσεις που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης, η οποία κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου από τη φύση της, ή υπόθεσης, η οποία κατ' αρχήν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, όμως με ρητή διάταξη νόμου έχει εξαιρεθεί από αυτή.

Περίπτωση, όμως, τέτοιας υπέρβασης δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν το πολιτικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία, αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης, δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία του, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται στο νόμο (άρθρα 2 και 282 ΚΠολΔ) με την απλή εξέταση αλλά όχι και τη διάγνωση του ζητήματος, το οποίο αποτελεί το παρεμπίπτον (όταν το δικαστήριο στερείται σχετικής δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας), οπότε η απόφαση του για το παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 331 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 2/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο εκ του αριθμού 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το πρώτο αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να προβεί στην ουσιαστική έρευνα των στοιχείων και κατόπιν τούτου να κρίνει ότι αυτό ως ΝΠΙΔ δεν υπαγόταν στους Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του, υπερέβη τη δικαιοδοσία του καθότι η σχετική εξουσία ανήκει εκ του νόμου στην Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία (ΕΛ.ΣΤΑΤ).

Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αλυσιτέλειάς του, καθότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κατά την έρευνα των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης, η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι δεν συνέτρεχε ως προς το πρώτο αναιρεσείον κανένα από τα δύο σωρευτικά τιθέμενα στις οικείες διατάξεις κριτήρια για την κατάταξή του στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του.

Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο με το να κρίνει ότι κατά την εξέταση των κυρίων ζητημάτων της υπόθεσης, που αφορούσαν την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εναγόντων και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας επιδομάτων εορτών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, προέκυψε η ύπαρξη διοικητικής πράξης περί υπαγωγής του πρώτου εναγομένου στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και ότι εφόσον δεν υφίστατο δεδικασμένο από απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μπορούσε να εξετάσει, ως παρεμπίπτον ζήτημα, τη νομιμότητα της διοικητικής αυτής πράξης περί κατάταξης του πρώτου αναιρεσείοντος στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, στα πλαίσια εξέτασης των ως άνω κύριων αγωγικών αιτημάτων που υπαγόταν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπερέβη στη δικαιοδοσία του, καθότι το ζήτημα της κατάταξης του πρώτου αναιρεσείοντος στο ως άνω Μητρώο, που αν αποτελούσε το κύριο αντικείμενο της δίκης δεν θα υπήγετο στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων αλλά στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 1224/2022, ΣτΕ 2308/2020, ΣτΕ 2497/2013), μπορούσε να εξετασθεί παρεμπιπτόντως (στα πλαίσια εξέτασης του κυρίου ζητήματος), χωρίς να παράγεται δεδικασμένο από την ως άνω εξέτασή του, σύμφωνα με το άρθρο 331 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 2/2018).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η (άτακτη) καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1889/2017).

Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι' αξιόποινον πράξιν, διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ' αυτού κατηγορία δι` αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος", με την παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Υπάλληλος απαλλαγείς διά βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών, δικαιούται να ζητήσει την κατά το άρθρον 3 αποζημίωσιν", με το άρθρο 6 παρ.2 του Β.Δ/τος 16/18.7.1920 ορίζεται ότι "Δύναται ωσαύτως να καταγγελθεί άνευ προθεσμίας η σύμβασις, εάν εναντίον εργάτου ή υπηρέτου υπεβλήθη μήνυσις δι' αξιόποινον πράξιν εν τη εκτελέσει της εργασίας ή απηγγέλθη κατ' αυτού κατηγορία δι` αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Εάν ο εργάτης ή υπηρέτης απηλλάγη έστω και δια βουλεύματος δικαιούται να ζητήσει την κατ' άρθρο 3 αποζημίωσιν" και τέλος με το άρθρο 7 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι "Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ' αυτών μηνύσεως, συμφώνως προς τα υπό της παρ.1 του άρθρου 5 του ν. 2112 ή της παρ.1 του άρθρου 6 του β.δ της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζόμενα.

Εάν, όμως, επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσι εφαρμογήν και επ` αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μήνυσης ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ' αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της σύμβασης. Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής απόφασης, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης.

Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του Ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 725/2020, ΑΠ 1340/2018, ΑΠ 930/2017, ΑΠ 444/2016).

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 250 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αναβολή της συζήτησης για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου,η δε παραδοχή ή απόρριψη του σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 716/2019, ΑΠ 522/2012, ΑΠ 1366/2011, ΑΠ 58/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, τον οποίο οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν στους εκ των αριθμών 1, 4 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ.1,2 του ν. 2112/1920, 6 παρ.2 του β.δ/τος της 16/18.7.1920 και 7 του ν. 3198/1955 προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης και δεν ανέμενε την έκδοση της ποινικής απόφασης ή του βουλεύματος επί της υποβληθείσας από το πρώτο αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ, μέσω του δευτέρου αναιρεσείοντος, νομίμου εκπροσώπου του, στις 13.5.2014 μήνυσης κατά των αναιρεσίβλητων για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφήμισης που διέπραξαν, κατόπιν της υποβολής εκ μέρους των αναιρεσίβλητων μήνυσης εναντίον του δεύτερου αναιρεσείοντος για την μη καταβολή επιδόματος Πάσχα 2014, ενώ γνώριζαν ότι δεν το δικαιούνταν, λόγω της υπαγωγής τους στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου (Ν. 4024/2011), με σκοπό να προκαλέσουν τη δίωξη του δεύτερου αναιρεσείοντα, που είχε ως συνέπεια την από 16.5.2014 έγγραφη καταγγελία, εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, της σύμβασης εργασίας των αναιρεσίβλητων, λόγω της σε βάρος τους υποβληθείσας στις 13.5.2014 μήνυσης.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί αναβολής ή μη της δίκης, κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ, που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια, δεν θεμελιώνει κανένα αναιρετικό λόγο απ' αυτούς που προσδιορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1366/2011) με συνέπεια η κρίση αυτή να μην υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 444/2016, ΑΠ 583/2013).

Στη συνεχεία το πρώτο αναιρεσείον με τον έκτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να κρίνει ότι η καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων εργασίας των αναιρεσίβλητων έγινε καταχρηστικά από λόγους εκδίκησης και εναντίον των χρηστών ηθών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 281, 672 του ΑΚ 1 και 5 του ν. 2112/1920, 6 του β.δ/τος 16/18.7.1920, εφόσον τόσον η υποβληθείσα στις 13.5.2014 μήνυση εναντίον των αναιρεσίβλητων και η με βάση τη μήνυση αυτή καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους έγιναν νόμιμα και σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές.

Ο ως άνω νόμος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να κρίνει ότι α) οι αναιρεσίβλητοι καταμήνυσαν στις 29.4.2014 το δεύτερο αναιρεσείοντα, νόμιμο εκπρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, έχοντας νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, προκειμένου να διεκδικήσουν τις νόμιμες και βάσιμες αξιώσεις τους, ενόψει της σημαντικής καθυστέρησης στην καταβολή των αποδοχών τους και ενόψει της μη καταβολής του επιδόματος εορτής Πάσχα 2014 που δικαιούνταν, β) ότι όσα ισχυρίσθηκαν οι αναιρεσείοντες στην από 7.5.2014 έγκλησή τους κατά των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν στις 13-5-2014 ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψη αυτών, αφού τους εμφάνισαν στο επαγγελματικό και κοινωνικό τους περιβάλλον ως εργαζομένους που προβαίνουν σε ψευδείς καταγγελίες, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται σε βάρος του δεύτερου αναιρεσείοντος το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, γ) ότι το πρώτο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, ενεργώντας μέσω του δεύτερου αναιρεσείοντος, που το εκπροσωπούσε, προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό τους, εξαιτίας της προηγούμενης άσκησης εκ μέρους τους των νόμιμων δικαιωμάτων τους και με σκοπό να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης σε εργαζομένους που είχαν επιδείξει μη αρεστή συμπεριφορά προς το δεύτερο αναιρεσείοντα, δ) ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των αναιρεσίβλητων ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, διότι υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούσαν το σκοπό του δικαιώματος και συγκεκριμένα διότι έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης, λόγω της προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στο δεύτερο αναιρεσείοντα - νόμιμο εκπρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων, με αποτέλεσμα να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των αναιρεσίβλητων λόγω της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος (άρθρο 281 ΑΚ) και ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ, που δεν είναι εφαρμοστέα στην περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για την οποία δεν απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου (ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 2006/2014, ΑΠ 541/2014, ΑΠ 341/2011), όπως, επίσης, ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 5 του Ν. 2112/1920 και 6 του Β.Δ/τος 16/18.7.2020 που προβλέπουν τη δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, που δεν ήταν εφαρμοστέες, καθότι η βάση της αγωγής των αναιρεσίβλητων, στηριζόταν στην ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους λόγω καταχρηστικής άσκησης του ως άνω δικαιώματος εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, την οποία (αγωγική βάση) έκανε δεκτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 16.5.2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των αναιρεσίβλητων (ως καταχρηστικής), με την αιτιολογία ότι η από 7.5.2014 μήνυση του πρώτου αναιρεσείοντος, που υποβλήθηκε στις 13-5-2014 δια του δευτέρου αναιρεσείοντος, ήταν ψευδής (2η σελίδα 18ου φύλλου) και ότι έγινε με σκοπό να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στους αναιρεσίβλητους και από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό τους (1η σελίδα 16ου φύλλου).

Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά, που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου, κατά το χρονικό σημείο της προσβολής (ΑΠ 463/2021, ΑΠ 474/2020).

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά (ΑΠ 463/2021, ΑΠ 474/2020). Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της(ΑΠ 474/2020, ΑΠ 712/2011).

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΠ 474/2020). Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη, που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιό τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή (ΑΠ 474/2020, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 257/2017).

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως ψευδή καταμήνυση, εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 229 παρ.1, 361, 362 και 363 του ΠΚ, αντίστοιχα (ΑΠ 474/2020, ΑΠ 265/2015). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ ορίζεται ότι "το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.

Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον". Με τη διάταξη αυτή καθιερούται ευθύνη από πράξη ή παράλειψη των καταστατικών οργάνων νομικού προσώπου, η οποία πρέπει να είναι παράνομη και να ανάγεται σε πράξεις ή παραλείψεις των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Αν υπάρχει και υπαιτιότητα του οργάνου αυτού, παραλλήλως προς την ευθύνη του νομικού προσώπου συντρέχει και τοιαύτη του υπαιτίου οργάνου, υφισταμένης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (ΑΠ 706/2020, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 1723/2014).

Ως υπαίτιο πρόσωπο ευθυνόμενο εις ολόκληρο νοείται το όργανο εκείνο, το οποίο με τη συμπεριφορά του, δηλαδή με πράξη ή παράλειψη, που μπορεί να καταλογισθεί στο ίδιο, δημιούργησε για το νομικό πρόσωπο την υποχρέωση αποζημίωσης (ΑΠ 472/2018). Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος αναιρεσείων με τον πέμπτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το κρίνει ότι υπάρχει και δική του αδικοπρακτική ευθύνη και να επιδικάσει σε βάρος του και υπέρ των αναιρεσίβλητων, κατ' εφαρμογή των άρθρων 71, 914 και 932 του ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθότι και αν υπάρχει σχετική αστική ευθύνη, αυτή αφορά το πρώτο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο και μόνο, για λογαριασμό του οποίου και στα πλαίσια των καθηκόντων του ενήργησε υποβάλλοντας την επίδικη έγκληση (ενν.

την από 7.5.2014 έγκληση που υποβλήθηκε στις 13.5.2014) κατά των αναιρεσίβλητων, με συνέπεια να μην ευθύνεται ατομικά για την υποτιθέμενη δυσφήμισή τους, με την υποβολή της ως άνω μήνυσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με το να κρίνει α) ότι το πρώτο αναιρεσείον, ενεργώντας μέσω του δεύτερου αναιρεσείοντος, που το εκπροσωπούσε, προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσίβλητων από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό τους, εξαιτίας της προηγούμενης άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων τους και με σκοπό να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης σε εργαζομένους που είχαν επιδείξει μη αρεστή συμπεριφορά προς το δεύτερο αναιρεσείοντα, όπως αυτό προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο της από 7-5-2014 έγκλησης που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες σε βάρος των αναιρεσίβλητων, στο οποίο εμφαίνεται η έντονη δυσαρέσκεια του δεύτερου αναιρεσείοντος για την καταμήνυσή του από τους αναιρεσίβλητους, β) ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των αναιρεσίβλητων ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, διότι υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούσαν το σκοπό του δικαιώματος και συγκεκριμένα διότι έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης, λόγω της προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στο δεύτερο αναιρεσείοντα- νόμιμο εκπρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος, συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων, με αποτέλεσμα να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, γ) ότι από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες οι αναιρεσείοντες μεθόδευσαν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας των αναιρεσίβλητων με την υποβολή σε βάρος τους της προαναφερθείσας ψευδούς έγκλησης, προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα των αναιρεσίβλητων, καθώς οι τελευταίοι μειώθηκαν ηθικά έναντι των συναδέλφων τους και εθίγη η επαγγελματική και κοινωνική τους υπόσταση, δ) ότι όσα ισχυρίσθηκαν οι αναιρεσείοντες στην ως άνω έγκληση ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψη των αναιρεσίβλητων, αφού τους εμφάνισαν στο επαγγελματικό και κοινωνικό τους περιβάλλον ως εργαζομένους που προβαίνουν σε ψευδείς καταγγελίες, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται σε βάρος των αναιρεσειόντων το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, ε) ότι η κατ' άρθρο 367 παρ. 1 περ.

γ' ΠΚ ένσταση των αναιρεσειόντων ότι προέβησαν στην υποβολή της ανωτέρω έγκλησης, με αποκλειστικό σκοπό να προασπίσουν το κύρος και τη φήμη του πρώτου αναιρεσείοντος και την τιμή και υπόληψη του δεύτερου αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς αποδείχθηκε ότι η έγκληση υποβλήθηκε κυρίως από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπο των αναιρεσίβλητων, και στ) ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν προσβολή της προσωπικότητάς τους εξαιτίας της καταχρηστικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από το πρώτο αναιρεσείον, μέσω της υποβολής ψευδούς έγκλησης από τους αναιρεσείοντες και ότι έκαστος δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ύψος της οποίας ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 4.000 ευρώ, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 914, 932 και 71 του ΑΚ, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας των αναιρεσίβλητων εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσείοντος με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, ως νομίμου εκπροσώπου του πρώτου αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, δηλαδή ως υπαιτίου οργάνου του, ευθυνόμενου εις ολόκληρον με αυτό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 648 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει επομένως προς ευθεία ικανοποίηση της απαίτησης εκείνου που το ασκεί (εργαζομένου), αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή (εργοδότη) προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής (ΑΠ 1096/2018, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 1342/2014).

Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.

Η κατά τα άνω καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας καθιστά την επίσχεση παράνομη, με συνέπεια να μην παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αυτής, δηλαδή να μην καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη, ο οποίος δεν οφείλει να καταβάλει στον μισθωτό που ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης τις αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 1044/2020, ΑΠ 1096/2018, ΑΠ 766/2018, ΑΠ 940/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το πρώτο αναιρεσείον με τον έβδομο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ, έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι νομίμως προέβησαν στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από την εργασία τους για οφειλόμενες αποδοχές, απορρίπτοντας την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας των εναγόντων που προέβαλε με σχετικό λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Ο ως άνω έβδομος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι οι πέντε (5) πρώτοι αναιρεσίβλητοι προέβησαν νόμιμα στις 10-2-2014 σε επίσχεση εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 325, 329 και 656 του ΑΚ, αφού διατηρούσαν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2013 και Ιανουάριου 2014, ως μέσο εξαναγκασμού του πρώτου αναιρεσείοντος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με απειλή την υπερημερία του και ότι ο ισχυρισμός αυτού ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης, διότι η καθυστέρηση στην πληρωμή των δεδουλευμένων αποδοχών τους δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητά του, αλλά στην καθυστέρηση εκταμίευσης των κρατικών επιχορηγήσεων, που αποτελούν την κύρια πηγή εσόδων του, γεγονός το οποίο εκείνοι γνώριζαν, δεν είναι βάσιμος, καθότι η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους δεν οφειλόταν σε ανυπαίτια αδυναμία του, αφού οι κρατικές επιχορηγήσεις κάλυπταν μικρό μόνο μέρος των εσόδων του, αλλά σε δική του υπαιτιότητα και συγκεκριμένα στη μη ορθή διαχείριση των οικονομικών του, στη μη εξασφάλιση χορηγιών και στη μη διοργάνωση ίδιων παραγωγών, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν ήδη συναινέσει δύο φορές, κατά τα έτη 2009 και 2011, σε μείωση των αποδοχών τους προς διευκόλυνση του πρώτου αναιρεσείοντος και ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ότι η επίσχεση εργασίας παρεμπόδισε την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία του, ούτε ότι του προκάλεσε οποιαδήποτε ζημία, ούτε ότι απώλεσε χορηγίες, υπέστη κυρώσεις ή επιβαρύνθηκε με πρόστιμα, δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δικαιολογούν την κρίση του ότι δεν ήταν καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους των αναιρεσίβλητων.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Νοεμβρίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 10660/869/21.11.2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 4315/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ