Legislator Case Law & Legislation
1750/2018 AI generated

1750/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1750/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κυριάκο Οικονόμου και Σοφία Τζουμερκιώτη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1750/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 4 παρ.3 εδ. α' του ν. 3213/2003, όπως αυτό ίσχυε πριν από τα άρθρα 1 παρ.5 και 2 του ν. 3849/2010 (ΦΕΚ Α' 80/26-5-2010), οριζόταν ότι: "Ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή".

Keywords

AI generated
filing of tax return submission of financial documents undeclared gainful employment failure to keep accounts customs declaration obligation misappropriation of withholding tax
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1750 / 2018 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1750/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κυριάκο Οικονόμου και Σοφία Τζουμερκιώτη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Π. Χ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της 912-913/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (για τα πλημμελήματα).

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2018 αίτησή του, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2018.

Αφού άκουσε

τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και μόνο ως προς την πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και συνακόλουθα κατά το περί ποινής ως προς τη πράξη αυτή και συνολικής ποινής κεφάλαιό της και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.

Η από 15-5-2018 και με αριθμό πρωτ. .../16-5-2018 αίτηση αναίρεσης του Π. Χ. του Χ., στρεφόμενη κατά της 912-913/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (για τα πλημμελήματα), που ασκήθηκε με δήλωση προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16-5-2018, είναι εμπρόθεσμη (η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 27-4-2018) και παραδεκτή (άρθρα 465 παρ.1α', 473 παρ.2, 3, 474 παρ.1, 2 και 507 παρ.1α' ΚΠΔ).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. 2.

Με το άρθρο 4 παρ.3 εδ. α' του ν. 3213/2003, όπως αυτό ίσχυε πριν από τα άρθρα 1 παρ.5 και 2 του ν. 3849/2010 (ΦΕΚ Α' 80/26-5-2010), οριζόταν ότι: "Ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή".

Ακολούθως, μετά από τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο ν. 3213/2003 με τα άρθρα 1 παρ.5, 2 και 4 του ν. 3849/2010, με το άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3213/2003, οριζόταν ότι: "Υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ".

Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 6 του ν. 3213/2003, όπως ίσχυε, με το άρθρο 227 του ν. 4281/2014 (ΦΕΚ Α' 160/8-8-2014, με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 253 αυτού, την 1-1-2015), ορίζεται στην παρ.1α' του άρθρου 6 του ως άνω νόμου ότι: "Υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ".

Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία επιβάλλει μικρότερες ποινές από τις προγενέστερες διατάξεις για το πλημμέλημα της με πρόθεση παράλειψης υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις και είναι εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 ΠΚ (ΑΠ 1909/2016).

Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3213/2003, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 27 παρ.2α' ΠΚ, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης με εν γνώσει ανακριβή στοιχεία απαιτείται, αντικειμενικώς, η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης), ότι τα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία δεν έχουν συμπεριληφθεί στην ανωτέρω δήλωσή του, σύμφωνα προς την ενδόμυχη πεποίθησή του και τη θέληση του υπόχρεου προς δήλωση να προβεί στην πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος.

Επομένως, στο εν λόγω έγκλημα της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, στην οποία ο υπόχρεος δράστης δήλωσε εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια του εγκλήματος και την τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, επειδή απαιτείται άμεσος δόλος από μέρους του υπαιτίου και δεν αρκεί απλός ή ενδεχόμενος δόλος και διώκεται το εν λόγω έγκλημα και από αμέλεια, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή της ανακρίβειας και παράλειψης δήλωσης περιουσιακών στοιχείων, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση και την ηθελημένη ενέργεια απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων, εν γνώσει του δράστη ότι υποβάλλει ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης (ΑΠ 611/2010).

Αντίθετα, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της μη υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, αλλά απαιτείται ο δόλος (ως πρόθεση), ο οποίος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού (ΑΠ 1553/2016, ΑΠ 1236/2014). 3.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.

Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 842/2010). 4.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη επισκόπηση της προσβαλλόμενης 912-913/2017 απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών (για τα πλημμελήματα), που δίκασε μετά από άσκηση έφεσης κατά της 1376/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του και που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με πρόθεση, στη ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, δεν υπέβαλε δήλωση της περιουσιακής κατάστασης στην αρμόδια αρχή και υπέβαλε δήλωση ανακριβή.

Ειδικότερα, Α) στις 30-6-2010 και 30-6-2012, ως πρώην ... και υπέχοντας εκ του νόμου την υποχρέωση να υποβάλει δήλωση περιουσιακής κατάστασης στη Γ' Μονάδα της Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008 (Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες), δεν υπέβαλε δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης, όπως όφειλε, για τα έτη 2010 και 2012.

Β) Στον ίδιο τόπο, στις 25-7-2011, υπέβαλε ανακριβή δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης για το έτος 2011, καθώς δεν δήλωσε καθόλου λογαριασμούς καταθέσεων και αμοιβαία κεφάλαια, που τηρούσε ο ίδιος από κοινού και με τρίτους στις Τράπεζες Εμπορική, Εθνική, Αγροτική και ..., συνολικού ύψους 57.313 ευρώ και 105.974 δολαρίων ΗΠΑ (βλ.

ιδίως την με αριθμό πρωτ. ...-2-2011 έκθεση άρθρου 3 παρ.4 ν. 3213/2003 της Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του αδικήματος, όπως προεκτέθηκε και ορίζεται στο διατακτικό". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με βάση τις παραδοχές αυτές, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της μη υποβολής δήλωσης και υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαέξι (16) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, η δε στερητική της ελευθερίας ποινή των 16 μηνών μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως.

Ειδικότερα, τον κήρυξε ένοχο "κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, σε μη υποβολή δήλωσης και υποβολή ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης κατ' εξακολούθηση, του ότι: Στη ..., στους πιο κάτω χρόνους, τέλεσε περισσότερα του ενός αδικήματα, τα οποία τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα:

Α) Στις 30-6-2010 και 30-6-2012, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, δεν υπέβαλε δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης στην αρμόδια αρχή. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνους, ως πρώην ..., και εκ του νόμου 3213/2003 άρθρο 1 υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, από πρόθεση δεν υπέβαλε δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης στην αρμόδια προς τούτο Αρχή, δηλαδή στη Γ' Μονάδα της Αρχής του άρθ.7 του ν. 3691/2008 (Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης), για τα έτη 2010 και 2012.

Β) Στις 25-7-2011, ως πρώην ..., από πρόθεση υπέβαλε ανακριβή δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης στην αρμόδια προς τούτο Αρχή. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ ήταν εκ του νόμου 3213/2003 άρθρο 1 υπόχρεος σε υποβολή ακριβούς δηλώσεως της περιουσιακής του κατάστασης στην αρμόδια προς τούτο Αρχή, ήτοι στη Γ' Μονάδα της Αρχής του άρθ. 7 του ν. 3691/2008 (Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης), εν τούτοις ο κατηγορούμενος και ενώ όφειλε να δηλώσει στην ανωτέρω αρμόδια Αρχή τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιριών, ομόλογα και κάθε είδους ομολογίες, αμοιβαία κεφάλαια και παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, εντούτοις ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε λογαριασμούς καταθέσεων και αμοιβαία κεφάλαια, που τηρούσε ο ίδιος και από κοινού με τρίτους στις τράπεζες ..., Αγροτική, Εθνική και Εμπορική, συνολικού ύψους 57.313 ευρώ και 105.974 δολαρίων ΗΠΑ".

5. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση παρίσταται ελλιπής και ασαφής, σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης.

Ειδικότερα, δεν δικαιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος αναφορικά με το εν λόγω έγκλημα, διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται η κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης γνώση αυτού περί της ύπαρξης σε κοινό λογαριασμό των καταθέσεων και η ηθελημένη ενέργεια αυτού απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων, προσέτι δεν προσδιορίζεται ποια ήταν τα πρόσωπα με τα οποία ο αναιρεσείων τηρούσε κοινούς λογαριασμούς στις Τράπεζες ..., Αγροτική, Εθνική και Εμπορική, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται της απαιτούμενης, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Οι προαναφερόμενες ουσιώδεις και κρίσιμες ελλείψεις καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 27 παρ.2α' ΠΚ και 6 παρ.1α' του ν. 3213/2013, που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου για την επιμέρους πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε. Αντίθετα, ως προς την ενοχή και καταδίκη του κατηγορουμένου για το αδίκημα της μη υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, κατ' εξακολούθηση, το οποίο απαιτεί, για τη στοιχειοθέτησή του, πρόθεση με την έννοια του άρθρου 27 παρ.1α' ΠΚ, που ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και εκδηλώνεται με την πραγμάτωσή τους, χωρίς να είναι αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολόγηση, η απόφαση έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και, συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την ανωτέρω κατηγορία της μη υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, κατ' εξακολούθηση.

Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, με την οποία ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να στοιχειοθετούν την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια. 6.

Από τις διατάξεις των άρθρων 358 και 141 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 170 παρ.2, 171 παρ.1 εδ. δ' , 333 παρ.2 και 357 παρ.3 ΚΠΔ, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ, μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει από το νόμο υποχρέωση στο δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο. Αντίθετα, επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για έλλειψη ακρόασης του άρθρου 170 παρ.2 ΚΠΔ, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Β' ΚΠΔ, στις περιπτώσεις που παρέχεται από το νόμο στον κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του η ευχέρεια να ζητήσουν, αν το θελήσουν, την άσκηση δικαιώματος που παρέχεται ρητά σε αυτούς, όπως είναι και το δικαίωμα των διαδίκων για σχολιαστικές ή άλλες δηλώσεις σχετικές με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν, που αποσκοπούν στον έλεγχο της αξιοπιστίας τους και την αποκάλυψη της αλήθειας.

Για να προκληθεί, όμως, η εν λόγω ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του να κάνουν παρατηρήσεις σχετικές με τις καταθέσεις των μαρτύρων και την αξιοπιστία τους ή με έγγραφα που προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν, πρέπει να έχει υποβληθεί και απορριφθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του με διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση και να ασκήθηκε αμέσως κατ' αυτής προσφυγή στο δικαστήριο, το οποίο να μην απάντησε ή να απέρριψε την προσφυγή παρά το νόμο και όχι για λόγους ουσίας, αφού η εκτίμηση πραγμάτων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 68/2017).

7.Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτος μέρος, προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, επειδή, μετά την ανάγνωση των αναγνωστέων εγγράφων, ο διευθύνων τη συζήτηση της υπόθεσης δεν έδωσε το λόγο στον κατηγορούμενο, προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του από το άρθρο 358 ΚΠΔ, για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αξιολογήθηκαν κατά τη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης για την ενοχή του κατηγορουμένου. Όμως, ουδόλως γίνεται επίκληση, ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι είχε υποβληθεί αίτημα από τον κατηγορούμενο να του δοθεί ο λόγος, προκειμένου να προβεί σε σχολιαστικές δηλώσεις και παρατηρήσεις ως προς τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, το οποίο να απορρίφθηκε από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και στη συνέχεια να ασκήθηκε αμέσως προσφυγή στο δικαστήριο κατά της απορριπτικής διάταξης του διευθύνοντος τη συζήτηση, η οποία (προσφυγή) να μην απαντήθηκε ή να απορρίφθηκε παρά το νόμο. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

8.Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση τού, κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το κάθε έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε.

Αρκεί μόνο να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί, ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, δεδομένου ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.

Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το πιο έγγραφο αναγνώσθηκε.

Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του (ΑΠ 176/2017, ΑΠ 180/2014).

9.Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του, μεταξύ άλλων, και στα εξής έγγραφα: "... 4) την Διαπιστωτική Πράξη ..., 10) έγγραφο της Τράπεζας ..., 11) έγγραφο της Τράπεζας ...", τα οποία όμως δεν προσδιορίζονται με επάρκεια κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, με συνέπεια να μην έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του και εξ αυτού του λόγου να επέλθει απόλυτη ακυρότητα.

Με την ανωτέρω αναφορά των εγγράφων αυτών ενόψει και της αρίθμησής τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο που αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επιπλέον δε, τα έγγραφα αυτά ήταν ήδη γνωστά, αφού είχαν αναγνωσθεί και στην πρωτόδικη δίκη και ο κατηγορούμενος ή η συνήγορός του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν προέβαλε καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, η επιμέρους αιτίαση με την οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' ΚΠΔ, συνιστάμενη στο ότι από την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, η ταυτότητα των οποίων δεν προσδιορίζονταν επακριβώς, παραβιάσθηκαν οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης, που περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, είναι απαράδεκτη ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν υφίσταται η επικαλούμενη έλλειψη προσδιορισμού της ταυτότητας των ως άνω αναγνωσθέντων εγγράφων. 10.

Συνακόλουθα των ανωτέρω, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο της ενοχής για υποβολή ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και της ποινής που επιβλήθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 98 ΠΚ, καθόσον για την επιμέτρηση αυτής ελήφθη υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μεταξύ των οποίων και η ως άνω πράξη ως προς την οποία αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς το κεφάλαιο, που αφορά την ενοχή για τις λοιπές πράξεις της μη υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, κατ' εξακολούθηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 912-913/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (για τα πλημμελήματα), μόνο α) ως προς την καταδικαστική διάταξή της για την επιμέρους πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και συγκεκριμένα του ότι: "Στις 25-7-2011, ως πρώην ..., από πρόθεση υπέβαλε ανακριβή δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης στην αρμόδια προς τούτο Αρχή. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ ήταν εκ του νόμου 3213/2003 άρθρο 1 υπόχρεος σε υποβολή ακριβούς δηλώσεως της περιουσιακής του κατάστασης στην αρμόδια προς τούτο Αρχή, ήτοι στη Γ' Μονάδα της Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008 (Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης), εν τούτοις ο κατηγορούμενος και ενώ όφειλε να δηλώσει στην ανωτέρω αρμόδια Αρχή τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιριών, ομόλογα και κάθε είδους ομολογίες, αμοιβαία κεφάλαια και παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, εντούτοις ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε λογαριασμούς καταθέσεων και αμοιβαία κεφάλαια, που τηρούσε ο ίδιος και από κοινού με τρίτους στις τράπεζες ..., Αγροτική, Εθνική και Εμπορική, συνολικού ύψους 57.313 ευρώ και 105.974 δολαρίων ΗΠΑ", και β) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που μετείχαν στη σύνθεση που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. -Και

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15-5-2018 και με αριθμό πρωτ. .../16-5-2018 αίτηση για αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 14η Σεπτεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 29η Οκτωβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ