1750/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1750/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την πα-ρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την σειρά του οικείου πινακίου οι πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητες 1, το γένος Λ. Κ. και Π. - Σ. χήρα Δ. Κ., το γένος Γ., αντίστοιχα, φέρεται ότι εκπροσωπήθηκαν και αυτές, όπως και οι λοιποί ομόδικοί τους, από τον κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γεωργακαράκο.
Full text
Απόφαση 1750 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1750/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΟΣΚ ΑΕ), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Παπαθέου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-3-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Σ., 2) Ν. Τ. του Σ., 3) Ε. Π. συζ. Σ. Ψ., το γένος Λ. Κ., κατοίκων ..., 4) Β. συζ. Ν. Χ., το γένος Λ. Κ., 5) Ν συζ. Π. Γ., το γένος Λ. Κ., κατοίκων ..., 6) Π. - Σ. χας Δ. Κ., το γένος Γ., 7) Λ. - Μ. Ν. συζ. Ά. - Α., το γένος Δ. Κ., 8) Ά. - Ε. Κ. του Δ., κατοίκων ... και 9) Α. συζ. Β. Κ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γεωργακαράκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5936/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4541/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1 και 290 του Κ.ΠολΔικ. προκύπτει ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος όμως πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει την δίκη, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρείται στα πρακτικά ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως.
Αντίθετα δεν μπορεί να γίνει με τις προτάσεις, αφού αυτές δεν επιδίδονται στον αντίδικο. Η δίκη που έχει διακοπεί μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, που μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα με την περί διακοπής δήλωση, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 62, 73, 242 παρ. 1 και 313 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, διότι μετά το πέρας αυτής και μέχρι την έκδοση της αποφάσεως δεν υπάρχει στάδιο διακοπής της δίκης και η απόφαση εκδίδεται εγκύρως στο όνομα των αρχικών διαδίκων (ΑΠ 826/2005, ΑΠ 1252/2004, ΑΠ 65/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την πα-ρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την σειρά του οικείου πινακίου οι πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητες 1, το γένος Λ. Κ. και Π. - Σ. χήρα Δ. Κ., το γένος Γ., αντίστοιχα, φέρεται ότι εκπροσωπήθηκαν και αυτές, όπως και οι λοιποί ομόδικοί τους, από τον κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γεωργακαράκο.
Ως προς αυτές, ωστόσο, δεν προσκομίζονται σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις, από τις οποίες να προκύπτει χορήγηση δικαστικής πληρεξουσιότητας προς τον ως άνω δικηγόρο που παραστάθηκε και για λογαριασμό τους. Ήδη με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων δηλώνεται ότι οι προαναφερόμενες αναιρεσίβλητες απεβίωσαν η μεν πρώτη τούτων στις 24.8.2012, η δε δεύτερη εξ αυτών στις 23.6.2015 και ότι στην θέση της πρώτης παρίσταται ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της η Ε.
Γ. του Π. και Ν. και στην θέση της δεύτερης η ήδη όγδοη αναιρεσίβλητη Ά. - Ε. Κ. του Δ. και της Π. - Σ., οι οποίες συνυπέβαλαν προτάσεις με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, δηλώνοντας έτσι την πρόθεσή τους να συνεχίσουν την δίκη. Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται μόνο με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί να γίνει νομότυπη γνωστοποίηση των θανάτων.
Αντίθετα, από τα έγγραφα της δίκης δεν αποδεικνύεται γνωστοποίηση των αναφερομένων θανάτων των ως άνω αναιρεσιβλήτων με επίδοση δικογράφων, ενώ από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι δεν γνωστοποιήθηκαν, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, οι θάνατοι των προαναφερομένων διαδίκων από εκείνους που είχαν δικαίωμα να το πράξουν, ούτε δηλώθηκε (επίσης κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο) η πρόθεσή τους να επαναλάβουν την δίκη.
Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον περαιτέρω πρόκειται περί καταψηφιστικής αγωγής, ασκηθείσας μετά την δημοσίευση της τελεσίδικης περί καθορισμού της αποζημιώσεως δικαστικής αποφάσεως, για την καταβολή της καθορισθείσας αποζημιώσεως, ούσας, επομένως, της προκειμένης δίκης διαφορετικής και αυτοτελούς της δίκης καθορισμού αποζημιώσεως, διεξαγομένης, συνακολούθως, όχι κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, κατά την οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 286 έως 292 του Κ.Πολ.Δικ. (άρθρο 18 παρ. 5 του ν. 2882/2001) αλλά κατά την τακτική διαδικασία και β) εφόσον δεν αποδεικνύεται νομότυπη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής της δίκης, ούτε έγκυρη δήλωση περί επαναλήψεως αυτής, πρέπει, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τις ως άνω διαδίκους (πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητες) και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτές (άρθρο 576 παρ. 2 και 3 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δικ., που προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013). Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 29, 30 και 37 παρ. 3 εδ. 2 του ν.δ. της 17-7-1923 "περί σχεδίων πόλεων κ.λπ." προκύπτει ότι η δημοσίευση του σχετικού διατάγματος περί εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως αποτελεί πράξη κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως μόνο των ακινήτων που καταλαμβάνονται από χώρους οριζόμενους ως κοινοχρήστους, όχι δε και των ακινήτων που καταλαμβάνονται από χώρους τους οποίους το σχέδιο καθορίζει ειδικώς για την ανέγερση δημοσίων, δημοτικών κ.λ.π.
κτιρίων και για την εκτέλεση έργων κοινής ωφελείας. Διότι για τα ακίνητα αυτά είναι απαραίτητη η έκδοση ιδιαίτερης πράξεως, η οποία να καθορίζει συγκεκριμένα τον σκοπό που εκπληρώνεται με το έργο και τον φορέα του και που αποτελεί την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως (ΑΠ 655/2007, ΑΠ 1274/1995). Έτσι, στα άρθρα 16 και 17 του α.ν. 627/1968 (Α' 266), ως ισχύουν μετά την αντικατάσταση του πρώτου με το άρθρο 3 του ν. 513/1976 (Α' 356) και την τροποποίηση του δευτέρου με το άρθρο 1 παρ. 11 της Στ. 5/26 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Δημοσίων Έργων της 4/5.10.1988 (Β' 732 και Β' 778), ορίζεται ότι η κτήση ακινήτου για την ανέγερση σχολικού κτιρίου αποτελεί σκοπό δημοσίας ωφελείας για την εκπλήρωση του οποίου είναι δυνατή η επιβολή αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η οποία κηρύσσεται διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, δημοσιευομένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Ήδη, μετά την μετατροπή του Ν.Π.Δ.Δ. Ο.Σ.Κ. σε Ανώνυμη Εταιρία, στο άρθρο 1 περ. α του ν. 3027/2002, ορίζεται ότι: "Επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, καθώς και η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε βάρος ακινήτου, υπέρ της εταιρίας "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Ανώνυμη Εταιρία" (Ο.Σ.Κ. Α.Ε.) και με δαπάνες της, για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για την εξυπηρέτηση εκπαιδευτικών σκοπών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ιδίως για την ανέγερση διδακτηρίων.
Η απαλλοτρίωση ή η σύσταση του εμπράγματου δικαιώματος κηρύσσονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της Ο.Σ.Κ. Α.Ε. και διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2882/2001 (ΦΕΚ 17 Α')". Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 2 του Κ.Πολ.Δικ., τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα τακτικά δικαστήρια, δικάζοντας ιδιωτική διαφορά, που υπάγεται στην δικαιοδοσία τους, μπορούν να ερευνήσουν παρεμπιπτόντως το κύρος διοικητικής πράξεως, δηλαδή να ελέγξουν τη νομιμότητα της κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η οποία γίνεται με πράξη της διοικήσεως, που αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της κρινόμενης διαφοράς.
Έτσι, αν εισαχθεί ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου αγωγή περί καταψηφίσεως της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου υπέρ του αναγνωρισθέντος δικαιούχου αυτής και ο εναγόμενος προβάλλει ενστάσεις σχετικές με το κύρος της πράξεως κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, το πολιτικό δικαστήριο, παρόλο που αρμόδια δικαστήρια για την έρευνα του κύρους και της νομιμότητας της πράξεως κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως είναι τα διοικητικά δικαστήρια, μπορεί να ερευνήσει παρεμπιπτόντως ως προδικαστικό ζήτημα το κύρος της ως άνω πράξεως (πρβλ.
ΑΠ 794/2004, ΑΠ 1459/2004). Όμως από την απόφαση αυτή δεν παράγεται δεδικασμένο περί του παρεμπιπτόντως ερευνηθέντος ως άνω προδικαστικού ζητήματος, περί του οποίου αρμόδια να αποφασίσουν είναι τα διοικητικά δικαστήρια (πρβλ. ΑΠ 1172/1985). Εξ άλλου, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δικ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δικ.
προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των παρακάτω δικογράφων, προκύπτουν τα εξής:
Με την ένδικη από 6.8.2008 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι κατέστησαν συγκύριοι του σαφώς περιγραφομένου τμήματος ακινήτου, το οποίο κείται στον Δήμο Αμαρουσίου. Ότι για την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου Αμαρουσίου, ύστερα από την έκδοση της σχετικής πράξεως εφαρμογής του Δήμου Αμαρουσίου με αριθμό …/2002 και την κυρωτική απόφαση του Νομάρχη Αττικής με αριθμό .../ 2002, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου, με την οποία εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο και η πράξη εφαρμογής, ρυμοτομήθηκαν τμήματα του εν λόγω ακινήτου τους, εμβαδού 755,99 τ.μ.
με υπόχρεο αποζημιώσεως τον ίδιο Δήμο και εμβαδού 481,86 τ.μ., με υπόχρεη προς αποζημίωση την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Ο.Σ.Κ. Α.Ε.", για την ανέγερση σχολικών κτιρίων που θα αποδίδονταν σ' αυτήν για την συγκεκριμένη χρήση. Ότι εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 1905/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της οφειλομένης αποζημιώσεως και οι υπ' αριθμ. 1777/2004 και 4399/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, με τις οποίες καθορίστηκε τόσον η προσωρινή όσον και η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 650 ευρώ ανά τ.μ.
Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", να καταβάλει σε καθένα απ' αυτούς το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό κατ' αναλογία του ποσοστού ιδιοκτησίας ενός εκάστου επί του ρυμοτομούμενου ακινήτου και συνολικά το ποσό των 313.209 ευρώ (650 ευρώ χ 481,86 τ.μ.) ως πλήρη αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5936/2012 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, στα πλαίσια της παρεμπίπτουσας έρευνας του κύρους και της νομιμότητας της πράξεως κηρύξεως της απαλλοτριώσεως, κατά παραδοχήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας από την εναγομένη σχετικής ενστάσεως, απερρίφθη, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς της, δεχόμενο ότι:
α) οι αναφερόμενες στην αγωγή πράξη εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου και η κυρωτική απόφαση του Νομάρχη, που αφορούν στην δημιουργία χώρου για την ανέγερση σχολείου, ήτοι για την επίτευξη κοινωφελούς σκοπού και όχι σε πολεοδομική απαλλοτρίωση για την δημιουργία κοινοχρήστων χώρων, δεν συνιστούν καθ' εαυτές πράξη κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, αλλά περιέχουν προαγγελία μόνον μέλλουσας να κηρυχθεί απαλλοτριώσεως της επίδικης εκτάσεως των 481,86 τ.μ., β) για την πράξη κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που αφορά στην δημιουργία χώρου για την ανέγερση σχολείου, όπως εν προκειμένω, αρμόδιοι προς τούτο είναι, με κοινή απόφασή τους, ο Υπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και γ) μετά την έκδοση του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου, της πράξεως εφαρμογής του ρυμοτομικού διατάγματος και της κυρωτικής της πράξεως εφαρμογής αποφάσεως του Νομάρχη, με τα οποία το επίδικο τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, εμβαδού 481,86 τ.μ., χαρακτηρίστηκε ως χώρος ανεγέρσεως κοινωφελούς κτιρίου, δεν έγινε καμιά ενέργεια για την κήρυξη της εν λόγω απαλλοτριώσεως, δηλαδή δεν κινήθηκε η νόμιμη διαδικασία για να γεννηθεί το δικαίωμα των εναγόντων να ζητήσουν αποζημίωση από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία, για την κατασκευή έργου κοινής ωφέλειας (σχολείου), επομένως, δεν απαλλοτριώθηκε το εδαφικό τμήμα των 481,86 τ.μ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι δεν υπήρχε, εν προκειμένω, η απαιτουμένη διοικητική πράξη κηρύξεως της απαλλοτριώσεως, ήτοι η κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η οποία να καθορίζει συγκεκριμένα το έργο και τον φορέα και η οποία αποτελεί την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, υφισταμένης, ως εκ τούτου, πλημμέλειας στην κήρυξη αυτής (απαλλοτριώσεως) αναφορικά με το κύρος της από απόψεως τύπου, με περαιτέρω συνέπεια η εναγομένη να μην φέρει την ιδιότητα του υπέρ ου η απαλλοτρίωση και οι ενάγοντες να μην έχουν αξίωση αποζημιώσεως κατ' αυτής.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 17.6.2014 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4541/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο απέρριψε την παραδεκτώς προβληθείσα από την εναγομένη - εφεσίβλητη ένσταση περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς της, ως απαράδεκτη, χωρίς να την εξετάσει, δεχόμενο, επί λέξει, τα ακόλουθα, ουσιώδη για την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου: "Στην υπό κρίση αγωγή, εκτίθεται ότι με την υπ' αριθμόν 1905/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκαν, με ισχύ δεδικασμένου, οι ενάγοντες ως δικαιούχοι της αποζημίωσης για το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, όπως περιγράφεται στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες, η οποία (αποζημίωση) καθορίστηκε προσωρινά με την υπ' αριθμ. 1774/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οριστικά δε με την υπ' αριθμ. 4399/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών...
Με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου περί οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του επιδίκου ακινήτου κρίθηκε παρεμπιπτόντως με δύναμη δεδικασμένου και το κύρος της επίδικης απαλλοτρίωσης, αφού όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν στην υπό κρίση αγωγή υπέβαλε η εναγομένη ενώπιον του Εφετείου κατά την συζήτηση του προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδος την ένσταση παθητικής νομιμοποίησης επικαλούμενη την έλλειψη Υπουργικής Απόφασης ως αναγκαίο στοιχείο για την κήρυξη της επίδικης απαλλοτρίωσης, η οποία όμως σιγή απορρίφθηκε με την ανωτέρω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Το δεδικασμένο αυτό λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, με συνέπεια η υποβαλλόμενη από την εναγομένη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ένσταση παθητικής νομιμοποιήσεως λόγω των πλημμελειών στην κήρυξη της απαλλοτρίωσης, να είναι απαράδεκτη...". Το Εφετείο, δηλαδή, δέχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 4399/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε, κατά τα προεκτεθέντα, η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του επιδίκου ακινήτου, κρίθηκε παρεμπιπτόντως με δύναμη δεδικασμένου και το κύρος της επίδικης απαλλοτριώσεως.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση γιατί δέχθηκε ότι από την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απορρέει δεδικασμένο και ως προς το παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα του κύρους της πράξεως κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθ' όσον, το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω απόφαση δεν εκτείνεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, και στο παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα του κύρους της πράξεως κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ως άνω πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, οι οποίοι αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτη, τετάρτη, εβδόμη, ογδόη και ενάτη των αναιρεσιβλήτων και να αναιρεθεί ως προς αυτούς η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή και την εξέταση της προβαλλομένης με τον πέμπτο λόγο αυτής αιτιάσεως (που αφορά στους τόκους υπερημερίας) και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Οι πρώτος, δεύτερος, τρίτη, τετάρτη, εβδόμη, ογδόη και ενάτη των αναιρεσιβλήτων, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ (ΑΠ 515/2010).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τις πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί την 4541/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους πρώτο, δεύτερο, τρίτη, τετάρτη, εβδόμη, ογδόη και ενάτη των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ