Legislator Case Law & Legislation
1750/2016 AI generated

1750/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1750/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1750/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι της έφεσης. Η κρινόμενη με αρ. καταθ. 8/26-9-2016 έφεση του εκζητούμενου A. S. K. του K. και H., υπηκόου Γουινέας ή Λιβάνου, κατά της απόφασης με αρ. 93/26-9-2016 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση του από 10-3-2016 Ε.Ε.Σ.

Keywords

AI generated
removal european Commissioner european political cooperation resignation of the government exile political activities protection of the euro
AI generated
1973/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
1406/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1110/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο, Μαρία Τατσέλου-Εισηγήτρια και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
1528/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
105/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1750 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1750/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 και 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την έφεση και τους συμπληρωματικούς προσθέτους λόγους αυτής του εκκαλούντος-εκζητουμένου A. S. (ov.) K. H. (επ.) του S. και N., που γεννήθηκε την 10-6-1960 ή την 10-4-1958 στο Λίβανο ή στη Νιγηρία (ή κατά δήλωσή του γεννήθηκε την 5-5-1962 στη Γουϊνέα), υπηκόου Γουϊνέας ή Λιβάνου, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα-Μαρία Νικολοπούλου, κατά της υπ’ αριθμ. 93/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του με στοιχεία φακέλου αρ. 15/00/1945 από 10-3-2016 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως της Εισαγγελίας Εφετών Παρισιού Γαλλίας προκειμένου ο ως άνω εκζητούμενος να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής φυλακίσεως των έξι (6) ετών που του έχει επιβληθεί για τις αναφερόμενες στο ανωτέρω ένταλμα σύλληψης πράξεις.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε α) την με αριθμό και ημερομηνία 8/26-9-2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών Ν. Χ. και β) τους με αριθμό 9/27-9-2016 συμπληρωματικούς προσθέτους λόγους έφεσης που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1013/2016.

Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε τον εκζητούμενο δια του διερμηνέως, την πληρεξούσια δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004, με τον οποίο η ελληνική νομοθεσία προσαρμόστηκε στην από 13-6-2002 Απόφαση - Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ. (εφεξής Ε.Ε.Σ.), σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητούμενου, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου από αυτόν ή από τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευσή της.

Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι της έφεσης. Η κρινόμενη με αρ. καταθ. 8/26-9-2016 έφεση του εκζητούμενου A. S. K. του K. και H., υπηκόου Γουινέας ή Λιβάνου, κατά της απόφασης με αρ. 93/26-9-2016 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση του από 10-3-2016 Ε.Ε.Σ.

με στοιχεία φακέλου 15/001945, που εξέδωσε η Αντεισαγγελέας Helene Katton της Εισαγγελίας Εφετών Παρισίων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει αυτή να γίνει τυπική δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία της. Αντίθετα, η από 27-9-2016 συμπληρωματική έφεση κατά της ίδιας απόφασης, που άσκησε ο δικηγόρος Αθηνών Γ.

Φ. με σχετική δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών για λογαριασμό αλλά χωρίς σχετική εντολή του εκζητούμενου, από την οποία (συμπληρωματική έφεση) ο τελευταίος παραιτήθηκε με ρητή δήλωσή του πριν αρχίσει η συζήτηση της έφεσης σε δημόσια συνεδρίαση ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 ΚΠΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3251/2004, το Ε.Ε.Σ. είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε πρόσωπο, στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, που στερούν την ελευθερία.

Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του Ε.Ε.Σ., το οποίο ειδικότερα (πρέπει να) περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία : α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, β) το όνομα, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και την ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) τη φύση και τον νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη, στ) την ποινή που επιβλήθηκε, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής, που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.

Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος.

Ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου από τον εκζητούμενο ή από τον εισαγγελέα μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ν. 3251/2004, το Ε.Ε.Σ. εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας που στερούν την ελευθερία, για καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.

Κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3251/2004, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ε.Ε.Σ. εκτελείται α) εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό του, το οποίο, κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και β) εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικά της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα.

Επίσης, κατά την παρ. 2 του άρθρου 10, η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.

Μεταξύ αυτών των πράξεων περιλαμβάνονται και οι πράξεις με στοιχεία θ’ και κ’ (νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και απάτης). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ν. 3251/2004 καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. και η δικαστική αρχή, που αποφασίζει για την εκτέλεσή του, αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος.

Τέλος, με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες η δικαστική αρχή, που αποφασίζει για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ., μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το Ε.Ε.Σ. εκδίδεται για τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας.

Αφορά δε αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στον νόμο με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό τους ή εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, ενώ μπορεί να αναφέρεται σε αλλοδαπούς και σε ημεδαπούς.

Έτσι, με βάση το Ε.Ε.Σ. μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο κράτος μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του ν. 3251/2004, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερόμενες θετικές προϋποθέσεις και δεν συντρέχουν οι τασσόμενες από τα άρθρα 11 και 12 περιπτώσεις υποχρεωτικής ή δυνητικής άρνησης, αντίστοιχα..

Σημειώνεται ότι με τη θέσπιση του Ε.Ε.Σ. και την εισαγωγή της από 13-6-2002 Σύμβασης-Πλαίσιο στην ελληνική έννομη τάξη, επιδιώκεται η προώθηση της ενωσιακής δικαστικής συνεργασίας με την κοινή τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία με την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο έχουν αναλάβει ομόφωνα σχετικές δεσμεύσεις στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης με απώτερο στόχο την από κοινού εγκαθίδρυση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελο της δικογραφίας σε συνδυασμό με όσα εκθέτει ο εκκαλών - εκζητούμενος στο από 15-11-2016 υπόμνημά του, που καταχωρίστηκε στα οικεία πρακτικά και αναπτύχθηκε προφορικά από την πληρεξούσια δικηγόρο του κατά τη συζήτηση της έφεσης, καθώς και στο από 17-11-2016 υπόμνημά του, που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Με την απόφαση 93/26-9-2016 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών αποφασίστηκε η εκτέλεση του από 10-3-2016 Ε.Ε.Σ. με στοιχεία φακέλου 15/001945, που εξέδωσε η Εισαγγελέας (Helene Katton) του Εφετείου Παρισίων και αφορά τον υπήκοο Γουϊνέας ή Λιβάνου A. S. K. A. K. H. του S. και της N. (ή, κατά δήλωσή του, L. K. του K. και S.), που γεννήθηκε στις 10-6-1960 ή 10-4-1958 στον Λίβανο ή στη Νιγηρία (ή, κατά δήλωσή του, στις 5-5-1962 στο Konakry της Γουϊνέας), με το οποίο ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή του ενώπιον της Δικαστικής Αρχής που εξέδωσε το Ε.Ε.Σ., με σκοπό την εκτέλεση υπολοίπου ποινής φυλάκισης πέντε (5) ετών έξι (6) μηνών και έξι (6) ημερών για τις πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της απάτης, που τελέστηκαν μέσω οργανωμένης συμμορίας που εξαπατούσε επιχειρηματίες και τιμωρείται καθεμία από αυτές με ποινή φυλάκισης δέκα (10) ετών (ανώτατο όριο) από τις οικείες διατάξεις του ποινικού κώδικα της Γαλλίας, που θα αναφερθούν παρακάτω..

Ειδικότερα, ο εκζητούμενος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο υπό εκτέλεση Ε.Ε.Σ., έχει καταδικαστεί για απάτη σε βάρος α) του επιχειρηματία W. R., από τον οποίο απέσπασε ένα (1) εκατομμύριο δολλάρια ΗΠΑ το έτος 2008 στο Παρίσι και β) του επιχειρηματία J. V. S. M., από τον οποίο απέσπασε οκτώ (8) εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, από τον Ιανουάριο έως τον Μάϊο 2009, στο Παρίσι, στην Ελβετία και στη Μεγάλη Βρεττανία.

Προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του συνεργαζόταν με διάφορα άτομα, όπως ο H. A. S. και παρουσιαζόταν στα θύματά του με ψευδή στοιχεία σαν δήθεν επιχειρηματίας της εταιρείας T. W., νομικός σύμβουλος διευθυντής της ιδιωτικής τράπεζας ...", Υπουργός Οικονομικών της Νιγηρίας, με στόχο να πειστούν τα θύματά τους να υπογράψουν συμβόλαια και να τους καταθέσουν κεφάλαια.

Όταν τα θύματα κατέθεταν τα χρήματα, είτε σε μετρητά είτε σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ανοιγμένους ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό, ο εκζητούμενος τα μετέφερε σε λογαριασμό M. S. με την οποία συνεργαζόταν και η οποία τα δεχόταν και τα μετέφερε στον ίδιο, κυρίως, και στη σύζυγό του, οι οποίοι τα χρησιμοποιούσαν για να καλύπτουν προσωπικές ανάγκες τους.

Για τις πράξεις αυτές, που τελέστηκαν τα έτη 2008 και 2009, σε γαλλικό έδαφος, ο εκζητούμενος καταδικάστηκε από το Εφετείο Παρισίων, στις 4 Νοεμβρίου 2015, σε ποινή φυλάκισης έξι ετών. Οι παραπάνω πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 132-71, 313-1, 313-2 τελευταίο εδάφιο, 313-7 και 313-8 (η απάτη σε εγκληματική οργάνωση) και από τα άρθρα 132-71, 324-1, 324-2, 324-3, 324-7 και 324-8 (η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες σε εγκληματική οργάνωση) του γαλλικού ποινικού κώδικα, επισύρουν κατά ανώτατο όριο ποινή στερητική της ελευθερίας δέκα ετών η καθεμία, ενώ είναι αξιόποινες και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρα 2 παρ. 1, 2γ και 3 του ν. 3691/2008 και 386 παρ. 1-3α του ελληνικού ποινικού κώδικα).

Ο εκζητούμενος, αφού κρατήθηκε προσωρινά επτά μήνες και αντικαταστάθηκε η προσωρινή κράτησή του με τον περιοριστικό όρο εγγυοδοσίας 2.200.000 ευρώ, δικάστηκε ενώπιον του Εφετείου Παρισίων εκπροσωπούμενος από συνήγορο της επιλογής του και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών. Στη συνέχεια ο εκζητούμενος συνελήφθη στις 24-8-2016 στη ... (...) δυνάμει της 42/24-8-2016 εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και φυλακίστηκε στις 26-8-2016, κατόπιν σχετικής εντολής του ίδιου εισαγγελέα) προκειμένου να εκδοθεί στις Γαλλικές Αρχές, σύμφωνα με το προαναφερόμενο Ε.Ε.Σ.

Ο Εισαγγελέας Εφετών, στον οποίο αυτός προσήχθη μετά τη σύλληψή του, αφού βεβαίωσε την ταυτότητά του, τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα, καθώς και για τη δυνατότητά του να συγκατατεθεί στην προσαγωγή του στις Αρχές της Γαλλίας, ο δε τελευταίος δήλωσε ότι δεν συγκατατίθεται στην προσαγωγή του, όπως προκύπτει από τις από 25-8-2016 και 26-8-2016 σχετικές εκθέσεις Δικαστικής Αρχής.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι το ένδικο Ε.Ε.Σ. πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 20 του Συντάγματος και όλους τους όρους τυπικής νομιμότητας αυτού κατά τον ν. 3251/2004. Ειδικότερα αυτό φέρει στο πρωτότυπό του ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστικού οργάνου που το εξέδωσε (αντεισαγγελέα Helene Katton του Εφετείου Παρισίων), και περιέχει όλα τα στοιχεία του άρθρου 2 του ν. 3251/2004, μεταξύ των οποίων και τα εξής: Ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου. Τα στοιχεία (όνομα, ταχυδρομική και ηλεκτρονική διεύθυνση, αριθμός τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης) της δικαστικής αρχής που εξέδωσε το Ε.Ε.Σ.. Μνεία των διατάξεων στις οποίες βασίστηκε η δίωξη και η έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο. Το είδος και το ανώτατο όριο της ποινής που επισύρουν οι πράξεις αυτές, κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης του Ε.Ε.Σ.. Περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των εγκληματικών πράξεων με επαρκή παράθεση, μεταξύ άλλων, του τόπου και χρόνου τέλεσης τους και της μορφής συμμετοχής του εκζητούμενου σ’ αυτές, ώστε να προκύπτει σαφώς η ταυτότητά τους και η εμπλοκή του εκζητούμενου στην τέλεσή τους, καθώς και η τελεσίδικη καταδίκη του γι’ αυτές σε εξαετή φυλάκιση.

Εξάλλου, οι προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις ανήκουν σε εκείνες τις πράξεις, που, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 (περ. θ’ και κ’ ) του ν. 3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών ετών ως προς το ανώτατο όριό τους. Επιπλέον η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. με την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3251/2004 δεν προσβάλλει θεμελιώδη δικαιώματα και θεμελιώδεις αρχές του Ελληνικού Συντάγματος (άρθρα 2 παρ. 1, 6 παρ. 1, 20 παρ. 1), ούτε τις διατάξεις του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο εκκαλών επικαλείται περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3251/2004, επειδή με την εκτελεστέα εφετειακή απόφαση επιβλήθηκε ποινή μεγαλύτερη από εκείνη που επιβλήθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, την οποία είχε εφεσιβάλει ο εκζητούμενος, και παραβιάστηκε έτσι η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου στο εφετείο.

Όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση, ο εκκαλών, μέσω της συνηγόρου του, υπέβαλε και το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να προσκομιστούν μεταφρασμένες οι αποφάσεις του Γαλλικού Πρωτοδικείου και Εφετείου, που θα αποδείκνυαν τον ισχυρισμό του, ότι παραβιάστηκε η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου (σελ. 2 και 3 αποφ.).

Το σχετικό αίτημα ορθά απορρίφθηκε, καθόσον ο αντίστοιχος ισχυρισμός είναι απαράδεκτος (αλυσιτελής), αφού κατά τη διαδικασία εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. το αρμόδιο δικαστικό όργανο του κράτους εκτέλεσης ελέγχει την τυπική, εξωτερική και εσωτερική, νομιμότητά του Ε.Ε.Σ. (νομότυπη έκδοσή του για αξιόποινες πράξεις και ποινές που επιτρέπουν, κατά τον ν. 3251/2004, την παράδοση του εκζητούμενου) και τη συνδρομή ή μη λόγων υποχρεωτικής ή δυνητικής άρνησης της εκτέλεσής του, στις οποίες δεν εμπίπτει η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου.

Ούτε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3251/2004, καθώς η προαναφερόμενη αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου δεν έχει συνταγματική κατοχύρωση, ούτε η μη τήρησή της προσβάλλει θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή ένωση και κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.

Επομένως, ο λόγος αυτός της έφεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση καμία από τις περιπτώσεις υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτέλεσης Ε.Ε.Σ., που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12 του ν. 3251/2004. Ειδικότερα, ως προς τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Στο άρθρο 12 περ. ε’ του ν. 3251/2004 ορίζεται ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του, αν αυτό έχει εκδοθεί για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με τους ποινικούς νόμους της.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ελληνική δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος, προκειμένου να αποφασίσει, αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του σχετικού δυνητικού λόγου μη εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ., ερευνά αρχικά αν ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα και ακολούθως αν υπάρχει στο πρόσωπό του εύλογο συμφέρον να εκτελεστεί στην Ελλάδα η ποινή που επιβλήθηκε από δικαστήριο του κράτους που ζητεί την έκδοση.

Σημειώνεται ότι στην εισηγητική έκθεση του ν. 3251/2004, σχετικά με τη συναφή διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 (Ε.Ε.Σ για την άσκηση δίωξης κατά εκζητούμενου που κατοικεί στην Ελλάδα), διευκρινίζεται ότι, ως πρόσωπα που κατοικούν στην Ελλάδα νοούνται εκείνα που η διαμονή τους έχει το στοιχείο της μονιμότητας. Έτσι, ο εκζητούμενος, κατά την έννοια του νόμου, "κατοικεί" στην Ελλάδα, αν έχει εγκατασταθεί σε ορισμένο τόπο μέσα στην Ελληνική Επικράτεια, τον οποίο έχει καταστήσει κύριο και μόνιμο κέντρο των βιοτικών σχέσεών του και "διαμένει" στην Ελλάδα αν, χωρίς να έχει πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης, διαβιώνει σταθερά και για μακρότερο χρόνο σε ορισμένο τόπο της Ελληνικής Επικράτειας και έχει δημιουργήσει δεσμούς ανάλογους με εκείνους που δημιουργεί όποιος έχει την κατοικία του στην Ελλάδα.

Η αξιολόγηση από το αρμόδιο δικαστικό όργανο της συνδρομής ή μη των όρων ύπαρξης κατοικίας ή διαμονής του εκζητούμενου στην Ελλάδα και της συνδρομής ή μη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό του για την έκτιση της ποινής στην Ελλάδα και τη μη έκδοσή του, γίνεται μετά από συνολική εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του εκζητούμενου, όπως η διάρκεια, η φύση και οι συνθήκες παραμονής του εκζητουμένου και των μελών της οικογενείας του στην Ελλάδα, οι προσωπικοί, οικογενειακοί και κοινωνικοί δεσμοί, οι επαγγελματικές και λοιπές ενασχολήσεις ταυ σ’ αυτή κλπ..

Επιπλέον, για την ενεργοποίηση της διάταξης του άρθρου 12 περ. ε’ , τάσσεται, ως πρόσθετη προϋπόθεση, η Ελλάδα να αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με τους ποινικούς νόμους της. Αυτό έχει την πρόδηλη έννοια ότι, κατά τον χρόνο που κρίνεται από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστικό όργανο η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ., πρέπει να υπάρχει ρητή και έγγραφη διαβεβαίωση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ως Κεντρικής Αρχής της Ελληνικής Πολιτείας επιφορτισμένης (κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3251/2004) να ενεργεί τη διοικητική διακίνηση του Ε.Ε.Σ.

και να επικουρεί τις αρμόδιες δικαστικές αρχές κατά την εκτέλεση του σε ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο της λειτουργικής αποστολής της, όπως είναι και η στάθμιση των εκάστοτε δυνατοτήτων του σωφρονιστικού συστήματος της Χώρας να ανταποκριθεί στην εκτέλεση περιοριστικών της ελευθερίας ποινών, που έχουν επιβληθεί από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε βάρος εκζητουμένων που κατοικούν ή διαμένουν στην Ελλάδα.

Έτσι, εάν κριθεί ότι συντρέχουν όλες οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, το αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, που αποφασίζει για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ., έχει την ευχέρεια να διατάξει τη μη παράδοση του εκζητούμενου στο κράτος που ζητεί την έκδοσή του και την εκτέλεση της ποινής στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.

Ο εκζητούμενος, τόσο κατά τη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών όσο και κατά την προκείμενη δίκη, υπέβαλε αίτημα έκτισης της ποινής του στην Ελλάδα, ισχυριζόμενος ότι ήρθε στην Αθήνα (για λόγους τουρισμού) μαζί με την οικογένειά του (σύζυγο και ανήλικο τέκνο) τον Αύγουστο του έτους 2015, ότι διέμενε μέχρι τη σύλληψη του σε μισθωμένο διαμέρισμα στη ... (...), που προτίθεται να αγοράσει και ότι σκόπευε να εγγράψει το ηλικίας εννέα ετών τέκνο του σε σχολείο κατά το τρέχον σχολικό έτος. Τα στοιχεία αυτά δεν στοιχειοθετούν "κατοικία" ή "διαμονή" του εκζητούμενου στην Ελλάδα με την έννοια που προαναφέρθηκε, ούτε θεμελιώνουν στο πρόσωπό του έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την έκτιση στην Ελλάδα της ποινής, για την οποία ζητείται η έκδοση του. Εξάλλου, δεν προσκομίστηκε, ούτε ο εκζητούμενος επικαλέστηκε έγγραφη δήλωση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία να αναλαμβάνεται η υποχρέωση για την έκτιση της ποινής του στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Επομένως, ο παραπάνω ισχυρισμός και ο σχετικός μ’ αυτόν πρώτος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών το αίτημά του να αναβληθεί η δίκη, προκειμένου να μεταφραστεί το ένδικο Ε.Ε.Σ. στην Αγγλική γλώσσα, που αυτός κατανοεί και ότι έτσι παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του από το άρθρο 6 παρ. 1 του Συντάγματος, από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και από το άρθρο 236 Α’ του ΚΠΔ.

Σχετικά με αυτόν το λόγο έφεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής: Στο άρθρο 15 του ν. 3251/2004, όπως τροπ. με τα άρθρα 7 και 11 του ν. 4236/2014 (που μετέφεραν στην εθνική έννομη τάξη τη ρύθμιση των άρθρων 2 παρ. 7 και 3 παρ. 6 της Οδηγίας 2010/64/ΕΕ και του άρθρου 5 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ, αντίστοιχα) ορίζεται ότι: "1. Όταν ο εκζητούμενος συλλαμβάνεται βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, του χορηγείται αμέσως έγγραφο με πληροφορίες για τα δικαιώματά του και οδηγείται χωρίς αναβολή στον εισαγγελέα εφετών.

Ο εισαγγελέας εφετών, αφού βεβαιώσει την ταυτότητά του, τον ενημερώνει για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα, καθώς ..... 2. Ο συλληφθείς δικαιούται ο ίδιος ή μέσω του συνηγόρου του να ζητήσει και να λάβει αντίγραφα όλων των εγγράφων με δική του δαπάνη. 3.

Με την καταχώριση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (818), σύμφωνα με το άρθρο 95 της Σύμβασης περί εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν του έτους 1985, η οποία δεν αποτελεί ακόμη ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι δυνατό να γίνει σύλληψη του εκζητουμένου με εντολή του εισαγγελέα εφετών. Η κράτηση του εκζητουμένου μπορεί να διαρκέσει δεκαπέντε ημέρες, εντός των οποίων πρέπει να παραληφθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.

Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί από τον εισαγγελέα εφετών, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι... Σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από τη σύλληψη, ο κρατούμενος απολύεται ..... 5. Τα άρθρα 233 παρ. 1 και 236Α ΚΠΔ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση συλληφθέντος εκζητουμένου βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.".

Ως ανάλογη δε εφαρμογή νοείται εκείνη που λαμβάνει υπόψη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμφανίζει η φύση και η διαδικασία για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Επίσης στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1...., 2. Στην περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται στην προσαγωγή του, η τελεσίδικη απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος λαμβάνεται εντός εξήντα ημερών από τη σύλληψη του εκζητούμενου. 3.

Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να εκτελεστεί εντός των προβλεπομένων στις παραγράφους 1 και 2 προθεσμιών... οι προθεσμίες μπορεί να παραταθούν μέχρι τριάντα ημέρες". Εξάλλου, στο άρθρο 233 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροπ. με το άρθρο 2 του ν. 4236/2014, ορίζεται ότι "Σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, όταν πρόκειται να εξεταστεί ύποπτος, κατηγορούμενος ...

ο οποίος δεν ομιλεί ή δεν κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, του παρέχεται χωρίς καθυστέρηση διερμηνεία...". Επίσης στο άρθρο 236 Α ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4236/2014, ορίζονται τα εξής :"1. Στους υπόπτους ή στους κατηγορουμένους που δεν κατανοούν τη γλώσσα της ποινικής διαδικασίας παρέχεται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος γραπτή μετάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων ή χωρίων εγγράφων της διαδικασίας.

Τα ουσιώδη έγγραφα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση συνεπάγεται τη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση σχετική με την κατηγορία.... 2. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις η έγγραφη μετάφραση μπορεί να αντικατασταθεί από προφορική μετάφραση ή προφορική σύνοψη του περιεχομένου των ουσιωδών εγγράφων. 3.

Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει αντιρρήσεις κατά της απόφασης με την οποία κρίνεται ότι δεν απαιτείται μετάφραση εγγράφων ή χωρίων εγγράφων ή όταν η ποιότητά της δεν είναι επαρκής. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως το έκτο εδάφιο του άρθρου 233 παρ.1....".

Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκζητούμενος κατά τη συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ζήτησε, μέσω της συνηγόρου του, τη μετάφραση του υπό εκτέλεση Ε.Ε.Σ. στην Αγγλική γλώσσα, την οποία κατανοεί. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών με την αιτιολογία ότι ο εκζητούμενος είχε λάβει γνώση των εγγράφων της δικογραφίας σε γλώσσα που κατανοεί με προφορική μετάφραση, η οποία κρίθηκε προκριτέα, ενόψει της εξαιρετικά επείγουσας διαδικασίας της έκδοσης μέσα στα στενά χρονικά περιθώρια του ν. 3251/2004.

Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η σύλληψη του εκζητουμένου έγινε, κατόπιν σχετικής εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, στις 24-8-2016 στη ... με βάση το από 17-3-2016 τηλεομοιοτυπικό έγγραφο με στοιχεία ... του Τμήματος S.I.R.E.N.E. Γαλλίας (το οποίο, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3251/2004, επέχει θέση Ε.Ε.Σ. και ισοδυναμεί με Ε.Ε.Σ., εφόσον περιέχει και τα στοιχεία του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου), για εκτέλεση του ενδίκου Ε.Ε.Σ.

και παράδοση του εκζητούμενου στις Γαλλικές Δικαστικές Αρχές, προκειμένου να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής που επιβλήθηκε σε βάρος του με την απόφαση 15/001945 του Εφετείου Παρισίων. Στη συνέχεια ο εκζητούμενος οδηγήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, όπου, αφού διορίστηκε ως διερμηνέας της Αγγλικής και Γαλλικής γλώσσας ο Ε.

Κ., ο εκζητούμενος ενημερώθηκε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ. (όπως αυτό αποτυπώνεται στο 17-3-2016 S.I.R.E.N.E. Γαλλίας), το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα, ενώ αναγνώστηκε και έγγραφο στην Αγγλική και Γαλλική γλώσσα, για να γνωρίζει τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 15 παρ. 1 και 5 του ν. 3251/2004, όπως τροπ.

με τα άρθρα 11 και 7 του ν. 4236/2014 (βλ. την από 26-8-2016 έκθεση δικαστικής αρχής). Το προαναφερόμενο έγγραφο S.I.R.E.N.E. Γαλλίας ισοδυναμεί με το υπό εκτέλεση Ε.Ε.Σ., καθώς περιέχει και καλύπτει όλα τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το Ε.Ε.Σ. κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3251/2004, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και μνεία της εκτελεστής καταδικαστικής απόφασης του Εφετείου των Παρισίων, με βάση την οποία και για την εκτέλεση της οποίας εκδόθηκε το υπό εκτέλεση Ε.Ε.Σ., η ποινή που επιβλήθηκε και το υπόλοιπο που μένει να εκτιθεί, οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο εκζητούμενος, ο χρόνος και ο τόπος τέλεσής τους, συνοπτική περιγραφή των περιστατικών που τις στοιχειοθετούν κλπ..

Επίσης από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο εκζητούμενος δεν εμφανίστηκε ο ίδιος κατά τη δίκη στο Εφετείο Παρισίων, αλλά αντιπροσωπεύτηκε από συνήγορο της επιλογής του, από τον οποίο προδήλως έλαβε από τότε σχετική ενημέρωση για την έκδοση και το περιεχόμενο της σε βάρος του καταδικαστικής απόφασης, κατά της οποίας επέλεξε να μην ασκήσει ένδικα μέσα και να μην προβάλει αιτιάσεις για τυχόν πλημμέλειες αυτής σύμφωνα με τη νομοθεσία της Γαλλίας.

Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει με βεβαιότητα ότι ο εκκαλών -εκζητούμενος έλαβε την επιβαλλόμενη (για την άμυνά του κατά της εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ.) ενημέρωση και γνώση με προφορική μετάφραση στη γλώσσα που αυτός κατανοεί για τα ουσιώδη έγγραφα της διαδικασίας εκτέλεσης του ενδίκου Ε.Ε.Σ., η οποία κρίνεται επαρκής και ανταποκρινόμενη στη φύση και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας εκτέλεσης Ε.Ε.Σ., για τη διεξαγωγή και ολοκλήρωση της οποίας τάσσονται οι εξαιρετικά βραχυπρόθεσμες προθεσμίες από τη σύλληψη του εκζητούμενου που προβλέπονται στα άρθρα 15 παρ. 3 και 21 παρ. 2 και 3 του ν. 3251/2004.

Επομένως, δεν παραβιάστηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις, ούτε έσφαλε το Συμβούλιο Εφετών, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος, ο δε τρίτος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ’ ουσία. Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ (η πρόβλεψη του άρθρου 37 του ν. 3251/2004, ότι οι δαπάνες εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. που προκαλούνται σε ελληνικό έδαφος βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο, δεν αφορά και τα δικαστικά έξοδα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσία την από 26-9-2016 έφεση με αρ. 8/2016 του A. S. K. του K. A. K. H. του S. L. K. του K., υπήκοου Γουινέας ή Λιβάνου και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού κατά της απόφασης 93/26-9-2016 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση του από 10-3-2016 με στοιχεία φακέλου 15/001945 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εξέδωσε η Αντεισαγγελέας Helene Catton της Εισαγγελίας Εφετών Παρισίων.

Απορρίπτει την από 27-9-2016 συμπληρωματική έφεση με αρ. 9/2016 του ίδιου εκκαλούντος.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ...