1750/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1750/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απόφαση αυτή πλήττεται ήδη με την κρινομένη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1750 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1750/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. Β. Ι., κατοίκου ..., 2. Π. Κ. του Γ., 3. Ι. του Π. και 4. Δ. συζ. Π. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κοσμά Στραβόλαιμο.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1875/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 619/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 13-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τεσσάρων πρώτων και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' ... έκθεση του δικαστικού επιμελητού Αθηνών Α. Τ., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (27-1-2014) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν την συζήτηση, στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ,Δ.). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, προσέβαλαν παρανόμως και υπαιτίως την προσωπικότητα του με τα αναφερόμενα σ' αυτήν ψευδή, συκοφαντικά και καταφρονητικά για την τιμή και τη υπόληψή του γεγονότα, αναφερόμενα και σε ευαίσθητα προσωπικά του δεδομένα, τα οποία συμπεριέλαβαν σε ένορκες βεβαιώσεις των ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, και εζήτησε, μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού του αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να τον καταβάλουν, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, έκαστος μεν των τεσσάρων πρώτων το ποσό των 60.000 ευρώ, έκαστος δε των λοιπών το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί πλέον δε εζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν πάσα ενεστώσα και μελλοντική προσβολή της προσωπικότητας του, με απειλή εις βάρος των χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως για κάθε παράβαση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στο οποίο εισήχθη προς εκδίκαση η αγωγή, με την εκδοθείσα απόφαση του, κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, λόγω του σωρευομένου μη περιουσιακής φύσεως αιτήματος της για παράλειψη μελλοντικής προσβολής της προσωπικότητας τον ενάγοντος.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο ενάγων άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση του, έκρινε εσφαλμένη και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, εκράτησε δε την υπόθεση και εχώρησε στην εκδίκαση της αγωγής, την οποία δέχθηκε εν μέρει, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση εκάστου των εναγομένων να καταβάλει στον ενάγονται ως χρηματική τον ικανοποίηση το ποσό των 4.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.
Η απόφαση αυτή πλήττεται ήδη με την κρινομένη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ. Α.Π. 1/1999). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.
Π. 62/2002). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ,.
Α. Π. 11/1996. Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 Α.Κ: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλ.ογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 Α.Κ., πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 Π.Κ.. Περαιτέρω, το άρθρο 367 Π.Κ. ορίζει στην παρ. 1 αυτού ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ...
καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στη δευτέρα παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο δε ενδιαφέρον έχει και κάθε πρόσωπο κατά την υπεράσπιση των έννομων συμφερόντων του επί δικαστηρίου.
Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ή όταν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει τη τιμή άλλου (ΑΠ 1231/2004, 967/2011,179/2011).
Η τελευταία αυτή διάταξη (367 Π.Κ.) για την ενότητα της εννόμου τάξεως εφαρμόζεται αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των ως άνω αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της Π Κ 367παρ.2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιου συμπεριφοράς, ως όρου της αντιστοίχου αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ. αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμός καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή, από τον προσβληθέντα, ισχυρισμού από την διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της, από την διάταξη της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου ενστάσεως (Α.Π. 354/2012, 121/2012).
Τέλος, κατά το άρθρο 1 του ν. 2472/1997 που αφορά την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρος "αντικείμενο αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής".
Εξάλλου στο άρθρο 2 του αυτού νόμου ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής : " Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως ....ε) Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια". Επίσης , κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, "οι διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".
Τέλος στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2 αυτού καθορίζονται οι προϋποθέσεις επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, η οποία επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων, στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα, και δεν θίγονται θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάποιος κάνει χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς αυτός να ερευνήσει κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου.
Τούτο συνάγεται ευθέως και από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με το οποίο απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παρανόμου επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρος ή αυθαιρέτου χρησιμοποιήσεως του προϊόντος τοιαύτης επεμβάσεως, όχι. όμως, και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα. (Α.Π. 2053/2010, 1587/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε αρχικώς ως προς την καθ' ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η ένδικη αγωγή υπαγόταν στην κατά τις γενικές διατάξεις καθ'ύλην αρμοδιότητα αυτού, αφού κατά το κύριο αγωγικό αίτημα της η διαφορά ήταν αποτιμητή σε χρήμα και το αξιούμενο υπό του ενάγοντος παρ' εκάστου των εναγομένων λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως ποσό δεν υπερέβαινε το τοιούτο των 120.000 ευρώ και επομένως έπρεπε να εκδικαστεί από αυτό κατά την τακτική διαδικασία, ενόψει τον ότι η δια της χρήσεως προσωπικών δεδομένων προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος δεν έγινε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με επεξεργασία συγκεκριμένου αρχείου προσωπικών δεδομένων που τηρείται από το Δημόσιο ή ενώσεις φυσικών ή νομικών προσώπων κατά την έννοια του άρθρου 2 περ.
ε' του ν.2472/1997, ώστε να έχουν εφαρμογή οι διατάζεις του νόμου τούτου, και η διαφορά να εκδικαστεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 επ. Κ.Πολ.Δ.. Ακολούθως το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, εκράτησε την υπόθεση και εχώρησε στην εκδίκαση της ενδίκου αγωγής , την οποία έκρινε νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59. 299, 346, 480, 914, 932 Α.Κ., 361, 362, 363 Π.Κ., 70, 218 παρ. 1, 946 παρ.1 και 947 του Κ.Πολ,Δ., μετά δε την κατ' ουσίαν έρευνα αυτής δέχθηκε ανελέγκτως, κατά τον ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής : "0 ενάγων είναι έγγαμος, πατέρας δύο τέκνων και κατοικεί με την οικογένεια του και την υπερήλικη μητέρα του σε διαμέρισμα ...
πολυκατοικίας... στο ...... Οι εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων στην ίδια πολυκατοικία και από το έτος περίπου 2003 βρίσκονται σε έντονη αντιδικία με τον επίσης συνιδιοκτήτη στην ίδια πολυκατοικία Ε. Τ. για διαφορές από τη σχέση της οροφοκτησίας, με αφορμή τις οποίες ασκήθηκαν εκατέρωθεν αγωγές και υποβλήθηκαν μηνύσεις.
Στα πλαίσια αντίκρουσης των αγωγών του Ε. Τ.... οι εναγόμενοι έδωσαν στις 10-1-2006 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ένορκες βεβαιώσεις ... Στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις... κατά πανομοιότυπο τρόπο συμπεριέλαβαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Στην αντιδικία του με τους συνιδιοκτήτες (ο Ε. Τ.) έχει επιστρατεύσει ως μάρτυρες όλους όσους αποτελούν την "αυλή" του, του οποίους για διάφορους λόγους τον καθένα ελέγχει απόλυτα.
Συνεπώς ως μάρτυρες δεν είναι αξιόπιστοι, διότι άλλα πιστεύουν για τον Ε.Τ..,.Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής 1984 ο Κ. Δ. έχει συλληφθεί και καταδικαστεί στο παρελθόν για χρήση και εμπορία ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης) και έχει νοσηλευτεί στο ψυχιατρικό κατάστημα των φυλακών Κορυδαλλού". Αναφορικό, με όσα περιλαμβάνονται στο πρώτο σκέλος των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων, κατά τα οποία ο ενάγων φέρεται να έχει επιστρατευτεί ως μάρτυρας στις δίκες του Ε.
Τ. κατά των εναγομένων, ότι ανήκει στην " αυλή" του και ελέγχεται απόλυτα από αυτόν, δεν δύνανται να συγκροτήσουν τα θεμελιωτικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής ή έστω της απλής δυσφήμησης, κατά τα άρθρα 362 και 363 του Π.Κ., γιατί δεν συνιστούν την έννοια "γεγονότων", ούτε συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με συγκεκριμένα ψευδή και προσβλητικά για την προσωπικότητα του ενάγοντος γεγονότος, αλλά αποτελούν χαρακτηρισμούς και αξιολογικές κρίσεις των εναγομένων για τη συμπεριφορά του ενάγοντος ως μάρτυρα στις δίκες με τον παραπάνω αντίδικο τους.
Συνιστούν όμως την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της εξύβρισης του άρθρου 361 του Π.Κ., γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί των εναγομένων ήταν ικανοί να προκαλέσουν και προκάλεσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, αφού ενέχουν έντονη αμφισβήτηση της ηθικής του υπόστασης, της κοινωνικής προσωπικής και επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεδομένου, ότι εμφανίζεται αυτός ενώπιον τρίτων ως άτομο εντελώς αναξιόπιστο, με μειωμένες ηθικές αντιστάσεις, χωρίς ελεύθερη βούληση και κρίση, καθοδηγούμενο και ελεγχόμενο απόλυτα από τον Ε.
Τ.. Τα διαλαμβανόμενα στο δεύτερο σκέλος των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων περιστατικά, των οποίων οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση από δημοσιεύματα των εφημερίδων ΑΥΡΙΑΝΗ, ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ και ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ της 4-1-1984 και από το 953/6-10-1977 πληρεξούσιο του ενάγοντος ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών...., που καταρτίστηκε στο ψυχιατρικό κατάστημα κράτησης των φυλακών Κορυδαλλού, είναι αληθινά, καθόσον ο ενάγων πράγματι καταδικάστηκε το έτος 1984 για χρήση και εμπορία ναρκωτικών ουσιών και κατά το έτος 1977 είχε νοσηλευτεί στο ψυχιατρικό κατάστημα κράτησης των φυλακών Κορυδαλλού.
Συνεπώς δεν στοιχειοθετείται μεν συκοφαντική ή απλή δυσφήμηση, αλλά το αδίκημα της εξύβρισης του άρθρου 361 Π. Κ. σε βάρος του ενάγοντος, καθόσον τα περιστατικά αυτά αναγόμενα στην προσωπική υγεία και την ποινική τον κατάσταση, αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2472/1997, η χρήση τους έλαβε χώρα παράνομα χωρίς γνώση και συναίνεση του ενάγοντος και χωρίς άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και αποσκοπούσε στην καταφρόνηση του ενάγοντος και στην πλήρη απαξίωση της τιμής και της ηθικής του υπόστασης.
Παραβιάστηκε έτσι παράνομα και υπαίτια η σφαίρα της ιδιωτικής του ζωής και προσβλήθηκε η προσωπικότητα του, στην προστασία των αγαθών της οποίας συμπεριλαμβάνονται και αυτά της τιμής και της υπόληψης του ατόμου. Γνώση των περιστατικών αυτών έλαβαν όχι μόνο τα πρόσωπα που συνέπραξαν κατά τη λήψη των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων, αλλά και άλλοι τρίτοι, όπως οι λοιποί ιδιοκτήτες διαμερισμάτων της ως άνω πολυκατοικίας.
Οι παριστάμενοι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι αναγκάστηκαν να συμπεριλάβουν στις ένορκες βεβαιώσεις του τα προαναφερόμενα από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ειδικότερα για την προστασία του δικαιώματος τους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να αμυνθούν αποτελεσματικά στην επιθετικότητα του αντιδίκου τους Ε.
Τ.. Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι νόμιμος, στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 εδ. γ' του Π.Κ. και συνιστά ένσταση, η οποία όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον για την προστασία του παραπάνω δικαιώματος τους και προκειμένου να κλονίσουν την αξιοπιστία του ενάγοντος ως μάρτυρα είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν ηπιότερες εκφράσεις και όχι να καταφύγουν στη χρήση των παραπάνω μειωτικών για την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ισχυρισμών, ενώ σε κάθε περίπτωση ουδόλως ήταν αναγκαία και όφειλαν να αποφύγουν τη χρήση των παραπάνω περιστατικών, που ανάγονται στα ευαίσθητα προσωπικά του δεδομένα και η αναφορά του σ' αυτά ήταν παράνομη και έλαβε χώρα με αποκλειστικό σκοπό να πληγεί η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος...
Επίσης μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα είναι και η ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος (άρθ. 281 Α.Κ.), για τη θεμελίωση της οποίας δεν αρκούν όσα παραπάνω ισχυρίστηκαν οι ίδιοι για τη συγκρότηση της ένστασης του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την αδικοπραξία των εναγομένων ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη.
Ενόψει του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, το βαθμό πταίσματος των εναγομένων, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα από τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ ο καθένας ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από της επίδοση της αγωγής...".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 του Α.Κ. και 361 και 367 του Π.Κ.. Ειδικότερα, ενώ αρχικώς το Εφετείο, αναφερόμενο στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε ότι δεν τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι διατάξεις του ν 2742:1997, διότι η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν έλαβε χώρα με την επεξεργασία συγκεκριμένου αρχείου προσωπικών δεδομένων, ακολούθως ήχθη σε αντίθετες παραδοχές, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι με τα διαληφθέντα στις ένορκες βεβαιώσεις των περιστατικά ετέλεσαν το αδίκημα της εξυβρίσεως σε βάρος του ενάγοντος, καθόσον τα περιστατικά αυτά αναγόμενα στην προσωπική υγεία και την ποινική κατάσταση τούτου, αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2472/1997, η χρήση των οποίων έλαβε χώραν/ παρανόμως χωρίς γνώση και συναίνεση του ενάγοντος και χωρίς άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρας και αποσκοπούσε στην καταφρόνηση του ενάγοντος και στην πλήρη απαξίωση της τιμής και της ηθικής του υποστάσεως.
Η παραδοχή δε αύτη του Εφετείου πέραν της αντιφάσεως της με την προηγηθείσα τοιαύτη, αντιτίθεται και προς την ετέρα παραδοχή του, ότι τα ίδια ως άνω περιστατικά περιήλθαν σε γνώση των εναγομένων από δημοσιεύματα των ημερησίων εφημερίδων και από συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του ενάγοντος, καταρτισθέν στο ψυχιατρικό Κατάστημα Κράτησης των Φυλακών Κορυδαλλού.
Η τελευταία δε αυτή παραδοχή δεν συμβιβάζεται με την εφαρμογή του ν. 2472/1997, αφού τα επίμαχα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση των εναγομένων, χωρίς αυτοί να προβούν σε επεξεργασία ή έρευνα κάποιου αρχείου.
Επί πλέον Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. ενστάσεως των εναγομένων περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρας της τελεσθείσης υπ' αυτών εξυβρίσεως, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος των για την προστασία των δικαιωμάτων τους και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της επιθετικότητας του αντιδίκου των στη σχετική δίκη Ε.
Τ.. Έτσι το Εφετείο ενώ δέχθηκε ότι τα περιληφθέντα στις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις των εναγομένων, ως άνω, πραγματικά περιστατικά είναι αληθή, καθόσον ο ενάγων πράγματι καταδικάστηκε το έτος 1984 για χρήση και εμπορία ναρκωτικών ουσιών και κατά το έτος 1977 είχε νοσηλευτεί στο Ψυχιατρικό Κατάστημα Κράτησης των φυλακών Κορυδαλλού, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται εις βάρος των το αδίκημα της συκοφαντικής ή απλής δυσφημήσεως, έκρινε ωστόσο ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της εξυβρίσεως και ότι η προρρηθείσα ένσταση των εναγομένων περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως αυτής τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον για τον κλονισμό της αξιοπιστίας του ενάγοντος ως μάρτυρος και την προστασία των δικαιωμάτων τους "είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν ηπιότερες εκφράσεις και όχι να καταφύγουν στη χρήση των παραπάνω μειωτικών για την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ισχυρισμών, ενώ σε κάθε περίπτωση ουδόλως ήταν αναγκαία και όφειλαν να αποφύγουν τη χρήση των παραπάνω περιστατικών, που ανάγονται στα ευαίσθητα προσωπικά του δεδομένα και η αναφορά τους σ' αυτά ήταν παράνομη και έλαβε χώρα με αποκλειστικό σκοπό να πληγεί η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος".
Η αιτιολογία αυτή είναι ασαφής και ελλιπής αφού δεν διευκρινίζεται ποιες από τις επίμαχες φράσεις, των οποίων η χρήση δεν ήταν κατά τα προλεχθέντα παράνομη, δεν ήταν εξ αντικειμένου αναγκαίες για την προσήκουσα απόδοση του εκ δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος προβληθέντος ισχυρισμού των εναγομένων ότι ο ενάγων λόγω καταδίκης του για εμπορία και χρήση ναρκωτικών ουσιών και νοσηλείας του στο Ψυχιατρικό Κατάστημα Κρατήσεως των Φυλακών Κορυδαλλού, ήταν μειωμένης αξιοπιστίας μάρτυρας καθοδηγούμενος και ελεγχόμενος από τον ως είρηται αντίδικο τους και αν οι εναγόμενοι, μολονότι εγνώριζαν τούτο, την κατ' άλλο τρόπο δηλαδή απόδοση του ανωτέρω ισχυρισμού των, επέλεξαν τον συγκεκριμένο με αποκλειστικό σκοπό να πλήξουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος.
Ωσαύτως το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στην απόφαση του και ως τις παραδοχές που αφορούν την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ως πλέγματος αγαθών που συνθέτουν την προσωπική, ηθική , επαγγελματική και κοινωνική υπόσταση τούτου. Περί των στοιχείων δε τούτων ουδεμία αναφορά γίνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως επίσης δεν γίνεται ειδικότερα αναφορά στην τρωθείσα, κατά την απόφαση, τιμή του, η οποία αρρήκτως συνάπτεται με την ηθική του αξία λόγω συμμορφώσεως του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις.
Οι ελλείψεις δε αυτές ως προς την αιτιολογία τυγχάνουν ιδιαιτέρως σημαντικές στην προκειμένη περίπτωση ενόψει των εκατέρωθεν προβληθέντων σχετικώς εντελώς αντιθέτων ισχυρισμών και δη του μεν ενάγοντος ότι μετά την έκτιση της ποινής του , διήγε καθ' όλα σύννομο και έντιμο βίο , αφοσιώθηκε στην οικογένεια του και δεν έδωσε οποιαδήποτε αφορμή για αρνητικά εις βάρος του σχόλια, των δε εναγομένων ότι η εγκληματική του δραστηριότητα σε σχέση με τα ναρκωτικά συνεχίσθηκε και κατά το έτος 2005 συνελήφθη με συνεργούς του στο διαμέρισμα του στην κοινή των πολυκατοικία να εμπορεύεται ναρκωτικά, τα οποία είχε εισαγάγει από την Τουρκία.
Περί όλων αυτών των ισχυρισμών που ήταν καθοριστικοί για την διαμόρφωση της κρίσεως του περί της προσωπικότητας του ενάγοντος, αλλά και περί της βασιμότητος της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 του Π. Κ. εντάσεως των εναγομένων, το Εφετείο ουδεμία διέλαβε στην απόφαση του σκέψη ή αιτιολογία.
Επομένως, οι τρεις πρώτοι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως με τους οποίους προσάπτονται αντιστοίχως στην προσβαλλομένη απόφαση οι προδιαληφθείσες αναιρετικές αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες τυγχάνουν βάσιμοι. Αντιθέτως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 5 Κ.Πολ,Α. έβδομος λόγος του αναιρετηρίου, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της ενδίκου αγωγής, ενώ λόγω του μη αποτιμητού σε χρήμα παρεπομένου αιτήματος της έπρεπε να κρίνει ως αρμόδιο το εις ό παρεπέμφθη Πολυμελές Πρωτοδικείο και να απορρίψει την ασκηθείσα έφεση, τυγχάνει αβάσιμος, αφού η αγωγή κατά το κύριο αίτημά της, που είναι και το καθοριστικό για τον προσδιορισμό της καθ' ύλην αρμοδιότητος, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όπως ορθώς έκρινε το Εφετείο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει , κατά παραδοχήν της αιτήσεως ως προς τους βάσιμους ως άνω λόγους της και παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών,, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ,Δ., όπως ισχύει, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ,Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την υπ' αριθ.619/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων , τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ