Dismissal of appeal: termination compensation capped at 20 months when salary exceeds 8x unskilled worker rate.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding termination compensation. The appellant, a high-salary IT director, argued that the employer's unilateral contract termination required full payment of twenty months' salary. The court upheld the lower court's ruling that the compensation was legally capped because the appellant's monthly income exceeded the statutory limit calculated based on the unskilled worker's daily wage. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 3(1), 3(2) of Law 2112/1920; Articles 5(1), 5(3) of Law 3198/1955: Termination compensation is invalid if the employer fails to pay the statutory severance, which is capped at twenty months' salary when the employee's income exceeds eight times the unskilled worker's daily wage multiplied by thirty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1750 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1750/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ασλανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "VIVODI TELECOMUNICATIONS (ΒΙΒΟΝΤΙ ΤΕΛΕΚΟΜΙΟΥΝΙΚΕΪΣΙΟΝΣ) Εταιρία Τηλεπικοινωνιακών Υποδομών - Υπηρεσιών και Εμπορίας Ανώνυμη Εταιρία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1559/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7464/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-8-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 26-8-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920, και 5 παρ. 1 και 3 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, αν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του έγγραφου τύπου, δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως.
Ως τέτοια θεωρείται η αποζημίωση, η οποία ορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ότι είναι κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών, που θα λάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (εδ.
α'). Με τη διάταξη όμως του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3198/1955 τίθεται για όλους τους υπαλλήλους, γενικός περιορισμός, κατά τον οποίο, αν οι εν λόγω μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30, τότε αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το υπερβάλλον.
Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημιώσεως - και όχι των αποδοχών- των υπαλλήλων, που έχουν ιδιαίτερα μεγάλες μηνιαίες αποδοχές και δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1β και 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, αφού ισχύει για όλους τους υψηλόμισθους υπαλλήλους, η ανάπτυξη της προσωπικότητας των οποίων και η συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή της Χώρας, δεν παρεμποδίζεται ασφαλώς από το ότι θα λάβουν μειωμένη αναλογικά αποζημίωση, αν καταγγελθεί η σύμβασή της (βλ.
σχ. ΑΠ 227/2006, 803/2003). Εξάλλου, ο περιορισμός αυτός απορρέει από διάταξη αναγκαστικού δικαίου, που θεσπίστηκε χάριν του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και επομένως δεν είναι επιτρεπτή η ευνοϊκότερη για το μισθωτό ρύθμιση με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας, ακόμη και αν ο μισθωτός έχει την ιδιότητα του "διευθύνοντος συμβούλου".
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: O αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία στις 2-4-2001 με την από 2-4-2001 έγγραφη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί σ' αυτήν ως Διευθυντής Τεχνολογίας Συστημάτων Πληροφορικής στα γραφεία της έδρας της, θέση κατ' εξοχήν ιδιάζουσας εμπιστοσύνης (διευθύνων υπάλληλος).
Με τη σύμβαση αυτήν ορίστηκε και ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος μετά όλες τις νόμιμες κρατήσεις (ασφαλιστικές εισφορές παρακράτηση φόρου εισοδήματος κλπ) από 1-1-2002 θα ανέρχονται σε 4.255,32 ευρώ και ότι οι καθαρές αποδοχές του θα αυξάνονται ετησίως το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους κατά ελάχιστο ποσοστό 10% επί των εκάστοτε καταβαλλόμενων αποδοχών.
Το ακριβές ποσοστό αύξησης άνω του 10% θα προσδιορίζεται από την εταιρεία σύμφωνα με την πολιτική μισθών που θα ακολουθεί. Επίσης ορίστηκε ότι "τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούνται να καταγγείλουν τη σύμβαση σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα εργατική νομοθεσία και τον όρο 20 της σύμβασης" και ότι "σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της εταιρείας, αυτή οφείλει ως αποζημίωση στο Διευθυντή ενόψει των υψηλών απαιτήσεων, ευθυνών και κινδύνων, που εμπεριέχονται στη θέση και στα καθήκοντα του Διευθυντή, να του καταβάλει ποσό ίσο με είκοσι μηνιαίους μισθούς, με βάση υπολογισμού τις υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης μικτές αποδοχές, όπου θα συνυπολογίζονται οι προσαυξήσεις δώρων εορτών και επιδόματος αδείας κατά τον τελευταίο μήνα απασχόλησής του".
Ο αναιρεσείων προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη ως Διευθυντής Τεχνολογίας Συστημάτων Πληροφορικής και από 1-1-2002 οι καθαρές αμοιβές ανέρχονταν σε 4.254,63 ευρώ και οι μικτές (μετά υπολογισμό 299,68 € για ΙΚΑ - ΤΕΑΜ και 2.079,69 € για παρακράτηση φόρου) σε 6.634 ευρώ για 25 εργάσιμες ημέρες κατά μήνα.
Από 1-1-2003 οι καθαρές αποδοχές του αναιρεσείοντος δεν αυξήθηκαν κατά 10% όπως είχε συμφωνηθεί με το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και στις 17-1- 2003 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως απρόθεσμα και αναιτιολόγητα τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση και κατέβαλε σ' αυτόν και υποσχέθηκε να του καταβάλει ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας 130.424 ευρώ.
Ειδικότερα κατά την ημέρα της απολύσεως καταβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη 32.501,76 ευρώ (ως έξι μηνιαίοι μισθοί) και η ίδια ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό σε πέντε μηνιαίες δόσεις, ο δε αναιρεσείων δεν επιφυλάχθηκε ρητά ως προς το κύρος της καταγγελίας και το ύψος της αποζημίωσης κατά την υπογραφή της σχετικής απόδειξης είσπραξης.
Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης για περιορισμό του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης ήταν νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος, εφόσον το ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη την 1-1-2003 ανερχόταν σε 23,29 ευρώ και έτσι (8 Χ 30 Χ 23,29 €) = 5.589,60 ευρώ) και μετά την πρόσθετη κατά το 1/6 για αναλογία επιδόματος άδειας και δώρων (από 931,60 ευρώ) το όριο ανερχόταν σε 6.521,2 ευρώ, με αποτέλεσμα η συμφωνηθείσα αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από είκοσι μισθούς να μην μπορεί να υπερβεί το όριο του ποσού των (20 Χ 6.521,2 =) 130.424 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, εφόσον πράγματι, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, το ποσό των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσείοντος που υπερέβαινε το οκταπλάσιο του νόμιμου ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμό 30, δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Αυγούστου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 7464/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ