1750/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Νοεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2266/2001 μη οριστική, 4699/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1017/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Μαρτίου 2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1750/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. 4 ΚΠολΔ, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 681Α ΚΠολΔ και η οποία εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Full text
Απόφαση 1750 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1750/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. .............................. και 2. ...........................,οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καλέντη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνης Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραϊσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Νοεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2266/2001 μη οριστική, 4699/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1017/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Μαρτίου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 13 Μαΐου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. 4 ΚΠολΔ, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 681Α ΚΠολΔ και η οποία εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Από τη διάταξη αυτή και την ένταξή της στο άρθρο 671 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία των άρθρων 664-676 ΚΠολΔ (που εφαρμόζεται ανάλογα και στις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του), συνάγεται, ότι η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα.
Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικώς να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη και μάλιστα με σαφή προσδιορισμό των στοιχείων της (αριθμού, αρχής ενώπιον της οποίας έγινε). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβα υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες προς απόκρουση της προβληθείσης από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ενστάσεως διετούς παραγραφής των αξιώσεών των (άρθρ. 10 παρ.2 ν.489/1976), εν επιδικία, υπέβαλαν αντένσταση αναστολής της παραγραφής αυτής λόγω των επικαλουμένων, με τις υποβληθείσες τότε προτάσεις των, παρελκυστικών κατ' αυτούς, από της πλευράς της υποχρέου ασφαλιστικής εταιρείας συζητήσεως σχετικά με το ύψους του ποσού που θα κατέβαλε σ' αυτούς προς εξόφληση των ενδίκων αξιώσεών των, στο πλαίσιο συνολικού διακανονισμού των διαφορών των, οι οποίες (συζητήσεις) συνεχίσθηκαν και καθ΄όλο το διάστημα του τελευταίου εξαμήνου του χρόνου της παραγραφής των, κατά το οποίο αυτοί απετράπησαν δολίως εκ μέρους της να ασκήσουν τις αξιώσεις των πριν να υποκύψουν σε παραγραφή.
Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού έκρινε τον ισχυρισμό αυτό νόμιμο και ορισμένο, τον απέρριψε κατ' ουσίαν διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξή: Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ότι η απαίτηση των εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσειόντων) κατ' αυτής παραγράφηκε εν επιδικία, ενόψει του ότι από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (30.5.2002) η οποία αποτελεί την τελευταία διαδικαστική πράξη και μέχρι να αρχίσει νέα δίκη συμπληρώθηκε διετία.
Ο περί παραγραφής πιο πάνω ισχυρισμός της εκκαλούσας, ως οψιγενής (γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), παραδεκτώς προτείνεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, από την εναγομένη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με την κρινόμενη έφεση και αποδεικνύεται από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα και ως ουσιαστικά βάσιμος.
Δηλαδή αποδεικνύεται, ότι η αξίωση των ζημιωθέντων κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία υπάγεται στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή των δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος (άρθρο 10 παρ.2 Ν. 489/1976) και άρχισε να τρέχει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος (28.4.2000), διακόπηκε με την έγερση της από 17.11.2000 πιο πάνω αγωγής των ζημιωθέντων.
Από την επομένη της δημοσίευσης της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης (1.10.2002), η οποία συνιστά την τελευταία διαδικαστική πράξη, άρχισε νέα, ομοειδής προς τη διακοπείσα, παραγραφή, η οποία, μη διακοπείσα στο μεταξύ από κάποιο άλλο λόγο διακοπής, συμπληρώθηκε την 1.10.2004, ήτοι πριν από την κατάθεση της κρινομένης έφεσης.
Η κατάθεση της ένδικης έφεσης έλαβε χώρα, ως προκύπτει από τη σχετική πράξη κατάθεσης του αρμοδίου γραμματέα, στις 25.7.2005, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της κατά το άρθρο 10 παρ.2 Ν. 489/1976 διετούς παραγραφής των αξιώσεων των εφεσιβλήτων. Η εν προκειμένω με τις προτάσεις προβληθείσα υπό των εφεσιβλήτων αντένσταση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα.
Η μακρά διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ του ασφαλιστή και του ζημιωθέντος τρίτου δεν αποτελεί, μόνη της, γεγονός αναστολής της παραγραφής για όσο χρόνο αυτές διαρκούν, δηλαδή μέχρι το χρόνο που ο ασφαλιστής αρνηθεί να καταβάλει τα αιτούμενα ποσά. Εξάλλου, οι αναφερόμενες από τους εφεσιβλήτους διαπραγματεύσεις τους με την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία αφορούσαν κυρίως αξιώσεις τους για μεταγενέστερα της κρινόμενης αγωγής χρονικά διαστήματα, τα δε προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα που ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι ότι απέστειλαν στην εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, δεν αποδεικνύεται ότι απεστάλησαν.
Στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, "από επανεκτίμηση όλων των εκκαλουμένων και προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων, των δύο ενόρκων βεβαιώσεων μετά από νόμιμη κλήτευση της εκκαλούσας και της ανωμοτί κατάθεσης του πρώτου ενάγοντος .....................
που περιέχεται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου". Δεν αναφέρεται όμως έτσι ειδικά στην απόφαση ο αριθμός εκάστης ένορκης βεβαίωσης και η Αρχή (συμβολαιογράφος, ειρηνοδίκης) ενώπιον του οποίου δόθηκε αυτή, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ποίων από τους πέντε μάρτυρες, των οποίων τις ένορκες βεβαιώσεις επικαλέσθηκαν και προσήγαγαν οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι, αφορούν οι άνω μνημονευόμενες που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, ενώ, περαιτέρω, προκύπτει ευθέως ότι δεν έλαβε υπόψη, ούτε συνεκτίμησε τις υπόλοιπες.
Επομένως είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άνω αναιρετικού λόγου (άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ) και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 590 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1017/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ