Supreme Court dismisses appeal on lawyer fee calculation error due to lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State and the Archaeological Resources Fund against a lower court's determination of lawyer fees. The appellants argued the court calculated fees exceeding 1.5% of the compensation, violating specific statutory limits, but the court found the actual calculation was lower than the claimed threshold. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because it lacked legal interest given the facts contradicted the appellants' own assertions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate legal interest, particularly when the contested decision contradicts the appellant's own allegations regarding the calculation of legal fees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 174 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 174/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πολλάλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. H ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2019 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδoς απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων (μετά την έκδοση της 6/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου και συνεκδικάστηκε με την από 20-3-2019 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων.
Εκδόθηκε η 3/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 5-3-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το 1ο των αναιρεσειόντων και οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, τη συζήτηση της κρινόμενης, με αριθμό καταθέσεως 5/5-3-2020, αιτήσεως αναιρέσεως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-10-2021), επισπεύδουν το Ελληνικό Δημόσιο και το Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. 6087/19-10-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Ε. Α., σύμφωνα με την οποία, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσειόντων Μαρίας Οικονόμου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς τον, θεωρούμενο, κατ' άρθρο 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προσετέθη με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Δημήτριο Πολλάλη, Δικηγόρο Αθηνών, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως, στις 13-11-2019, δηλ.
στην δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 3/2020 απόφασή του. Κατά συνέπεια, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, το δεύτερο των αναιρεσειόντων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", το οποίο, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατατέθηκαν από το πρώτο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά την παρούσα συζήτηση, μετονομάστηκε, με το άρθρο 1 του ν. 4761/2020, σε Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων [Ο.Δ.Α.Π.], δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική δίκη, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Επισημαίνεται ότι, η ως άνω υπογράφουσα την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως πληρεξούσια των αναιρεσειόντων (Ελληνικού Δημοσίου και "Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων"), είναι μέλος του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) και σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3087/2002, η τελευταία "έχει από τη θέση της και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την πληρεξουσιότητα από το νόμο, για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών, του Δημοσίου και των οργάνων που το εκπροσωπούν κατά περίπτωση, καθώς και των Νομικών Προσώπων και των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, των οποίων η νομική υπηρεσία, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις, διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.
ή από μέλος του" (ΑΠ 475/2019, ΑΠ 799/2019). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από τη συζήτηση για προσωρινό καθορισμό) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α` και β` του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ`, ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α'και β'του ν. 2882/2001, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 751/2018, ΑΠ 635/2017).
Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α`90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, πλην όμως αν το Δικαστήριο αποκλίνει από την αντικειμενική αξία ή από την τιμή της αρμόδιας Επιτροπής ή του ανεξάρτητου εκτιμητή, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικά τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (ΑΠ 125/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 645/2020, ΑΠ 759/2020).
Τέλος, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, που βαρύνθηκε με περιορισμούς σχετικούς, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 εδ.α'και 6 του Συντάγματος 1975 (2001) και το Ν. 3028/2002 "Προστασία Αρχαιοτήτων-Πολιτιστικής Κληρονομίας", με τη προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος (μνημεία, παραδοσιακές περιοχές, αρχαιολογικούς χώρους, παραδοσιακά στοιχεία), η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος, για τη διάγνωση δε της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.1-2 του Ν. 2882/2001(Κ.Α.Α.Α.), θα συγκριθεί αυτό με όμορα ομοειδή ακίνητα που δεν βαρύνονται με τέτοιους περιορισμούς, ή αν βαρύνονται, θα εκτιμηθούν αυτά σαν ελεύθερα, αφού παρακολουθούνται από ισόποση αξίωση αποζημιώσεως για τον περιορισμό που θα βαρύνει (Ολ.ΑΠ 3/1996, ΑΠ 153/2012, ΑΠ 1898/1999).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 52/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 872/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλoμένη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως των ακινήτων των αιτούντων-καθών η αίτηση (ασκήθηκαν οι υπ'αριθμ. 1/1-2-2019 και 3/26-3-2019 αντίθετες αιτήσεις) και ήδη αναιρεσιβλήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για αρχαιολογικούς σκοπούς, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''Δυνάμει της υπ' αριθ.
ΔΔΠΓ 0004688 ΕΞ 2018 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθ. 56/23-3-2018 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΑΠ) και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 44 με αριθ. 134, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για αρχαιολογικούς σκοπούς, δύο (2) ακίνητα με αριθμούς κτηματολογικού διαγράμματος 1 και 2 στη θέση "..." της Δημοτικής Ενότητας ...
του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας ... της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, συνολικού εμβαδού 1.934,69 τ.μ., όπως αυτά απεικονίζονται στο, από τον Οκτώβριο του 2014, κτηματολογικό διάγραμμα, με αριθμό ... (κλίμακας 1:500) με στοιχεία: Ακίνητο 1. (1, Δ9, Δ25, 2, 3, 1), εμβαδού 580,02 τ.μ. και Ακίνητο 2. (2, Δ25, Δ24, Δ23, Δ22, 4, Δ7, 2), εμβαδού 1.354,67 τ.μ., με τον επ' αυτού πίνακα της Διεύθυνσης Αποτυπώσεων και Συντήρησης Κτηρίων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, τα οποία θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της Ν.
Τ. στις 14-10-2014. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του πρώτου των αιτούντων - καθών Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του δεύτερου των αιτούντων-καθών ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ" (ΤΑΠΑ). Τα εν λόγω δύο (2) συνεχόμενα ακίνητα, εμβαδού 580,02 τ.μ. και 1.354,67 τ.μ. και συνολικά 1.934,69 τ.μ., ανήκουν κατά κυριότητα στους Α.
Γ. και Ν. Π., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, περιήλθαν δε, στον μεν πρώτο από αυτούς δυνάμει της με αριθμό ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Αντιόπης Κυρούση, νόμιμα μεταγεγραμμένης, στον δε δεύτερο δυνάμει της με αριθμό 4912/26-10-2010 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Πειραιά, Αικατερίνης Τσιγκάνου, νόμιμα μεταγεγραμμένης.
Τα ως άνω δύο ακίνητα, ως συνεχόμενα και ανήκοντα κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου στους ιδιοκτήτες τους, συνιστούν ένα ενιαίο ακίνητο, που βρίσκεται εντός του οριοθετημένου οικισμού ..., προϋφιστάμενου του έτους 1923, σύμφωνα με την ΤΔ ... απόφαση Νομάρχη ... (ΦΕΚ 147Δ/13-5-1977), και εντός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (ΓΠΣ), σύμφωνα με την ΥΑ ...
απόφαση έγκρισης του ΓΠΣ ... Ν. ... (ΦΕΚ 32Δ/13-2-1986). Βρίσκεται, επίσης, εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου ..., σύμφωνα με την ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/13948/746/28-3-1991 (ΦΕΚ 257/Β/25-4-1991) "περί κηρύξεως περιοχών Ν. ... ως αρχαιολογικών χώρων-..., ..., ..." και την ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1Φ43/13948/746/28-3-1991 (ΦΕΚ 257Β'/25-4-1991) "Χαρακτηρισμός θέσεων ... - ... - ...- - ... - ... - ...
ως αρχαιολογικών χώρων". Το ακίνητο απέχει από την παραλία "..." περί τα 30 μέτρα και από τη θάλασσα 66 μέτρα, ενώ βρίσκεται σε απόσταση 150 μέτρων από τις παραλίες του ... και των ... και 350 μέτρων από την παραλία του .... Η περιοχή είναι πολύ αναπτυγμένη τουριστικά, καθώς τη διασχίζει παραλιακή οδός που ξεκινά από το ...
και προχωρά κατά μήκος του ..., ενώ, εκτός από τις προαναφερόμενες παραλίες, που αποτελούν πόλο τουριστικής έλξης, στην περιοχή έχουν κτισθεί μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες (..., ..., ...). Στην περιοχή αυτή ισχύει το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας ακινήτων, η δε εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του Κ.Α.Α.Α., τόσο στην από 8-6-2016 έκθεσή της όσο και στην τροποποιητική από 31-5-2019 έκθεση, προσδιορίζει την αντικειμενική του αξία σε 199.689,74 ευρώ, δηλαδή σε 103,21 ευρώ/τ.μ., και την εμπορική του αξία σε 139.782,28 ευρώ, δηλαδή σε 72,25 ευρώ/τ.μ., δηλαδή ορίζει την αξία του μειωμένη κατά 30%, λόγω της μειωμένης αγοραστικής κίνησης στο νησί.
Στην ίδια ως άνω έκθεση (αρχική και τροποποιητική) αναφέρεται ότι οι τιμές για το επίδικο ακίνητο προκύπτουν, μεταξύ άλλων, α) από στοιχεία που διατηρεί η οικεία Υπηρεσία, συγκεκριμένα δε δικαστικές αποφάσεις και αναφέρεται ενδεικτικά μόνο η 86/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία δεν προσκομίζεται, β) αγγελίες πωλήσεων στο site ''spitogatos.gr'', όπου ευρέθησαν οικόπεδο 32.000 τ.μ.
στη ... ... με τιμή 1.024.000 ευρώ, δηλαδή 32 ευρώ/τ.μ. και οικόπεδο 200 τ.μ. στη ... ... με τιμή 100.000 ευρώ, δηλαδή 500 ευρώ/τ.μ., χωρίς να αναφέρονται επιπλέον στοιχεία και γ) τη μειωμένη αγοραστική κίνηση στην περιοχή, όπως προκύπτει από το ... έγγραφο της Δ.Ο.Υ. ... και νεώτερα στοιχεία από την ΓΓΠΣ Τμήμα Μεταβιβάσεων ακινήτων, εκ των οποίων το πρώτο ουδόλως προσκομίζεται, ενώ το δεύτερο αποτελεί μία απλή εκτύπωση μεταβιβάσεων ακινήτων, χωρίς να προκύπτει η αρχή που την εξέδωσε.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το με αριθ. πρωτ. 100900ΑΠΑ/13-11-2019 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας ..., λόγω μεταβολής της τιμής ζώνης (ΤΖ) στην περιοχή του ακινήτου από 900 σε 1.100 ευρώ, η αντικειμενική του αξία έχει ανέλθει σε 269.721,78 ευρώ, δηλαδή σε 139,41 ευρώ/τ.μ. και η εμπορική (μειωμένη κατά 30%) σε 188.805,24 ευρώ, δηλαδή σε 97,58 ευρώ/τ.μ.
Εξάλλου, με την 6/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου με κρίσιμο χρόνο την 5η-12-2018 καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας για το επίδικο σε 700 ευρώ/τ.μ. Η μάρτυρας του Δημοσίου κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου ότι η περιοχή, όπου βρίσκεται το ενιαίο ακίνητο, είναι εξαιρετική και πολύ κοντά στη θάλασσα, αλλά η αγοραστική κίνηση στην περιοχή είναι πολύ μικρή, καθώς αυτή αποτελεί τμήμα ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου.
Ο μάρτυρας των δικαιούχων της αποζημίωσης κατέθεσε ότι η περιοχή είναι ιδιαίτερα τουριστική, ότι το επίδικο ακίνητο είναι πρόσφορο προς εκμετάλλευση και μάλιστα προς ανέγερση τουριστικού καταλύματος και ότι στις τουριστικές περιοχές της ... γίνονται αρκετές αγοραπωλησίες. Περαιτέρω, οι αιτούντες προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία σχετικά με ακίνητα που βρίσκονται στην ίδια περιοχή:
α) τη με αριθμό 74/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας της γειτονικής του επιδίκου ιδιοκτησίας Π. και Χ. Γ. στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο στη θέση "..." της ... σε 600 ευρώ/τ.μ. με κρίσιμο χρόνο την 6η-3-2019 (δεν προέκυψε, ωστόσο, ότι η ως άνω τιμή κατέστη και οριστική), β) τη με αριθμό 33/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας 450 ευρώ/τ.μ.
για την όμορη ιδιοκτησία Μ. Σ. και Μ. - Ο. Σ., που βρίσκεται στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο στα "..." ..., γ) το με Α.Π. ΥΠΑΙΘΠΑ/ΓΓΠ/ΓΔΑΠΚ/ΔΑΑΠ/Φ47/101192/ 27132/1340/3.12.2012 έγγραφο της Δ/νσης Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού προς το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο αναφέρεται ότι αποστέλλεται σχέδιο ΚΥΑ, που αφορά αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου για αρχαιολογικούς σκοπούς στα ... ..., φερόμενης ιδιοκτησίας Ε.
Σ., επιφάνειας 611,86 τ.μ., η αξία του οποίου ανέρχεται περίπου σε 490.000 ευρώ και βαρύνει τον προϋπολογισμό του ΤΑΠΑ.
Συνεπώς, από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι η αξία του τ.μ. του ως άνω ακινήτου ανέρχεται σε 800,83 ευρώ, δ) τη με αριθμό 69/1997 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Μυτιλήνης), με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης ποσού 120.000 δραχμών/τ.μ. για ακίνητο που απαλλοτριώθηκε για αρχαιολογικούς σκοπούς, ευρισκόμενο στη θέση "..." στη ..., και το με αριθμό 5647/1992 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της Συμβολαιογράφου ...
Φωτεινής - Παρασκευής Κοπανέλλου, σύμφωνα με το οποίο οικόπεδο επιφάνειας 29,60 τ.μ. στην Κεντρική Αγορά του Δήμου ... πωλήθηκε αντί τιμήματος 2.000.000 δραχμών. Τα υπό στοιχεία α', β' και γ' έγγραφα είναι πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, καθώς αφορούν γειτονικά ακίνητα που βρίσκονται στην ίδια με το επίδικο αρχαιολογική περιοχή, ενώ τα υπό δ' και ε' στοιχεία αφορούν μεν ακίνητα που βρίσκονται σχετικά κοντά στο επίδικο, ωστόσο η αξία τους αναφέρεται σε χρόνους πολύ παλαιότερους.
Πρόσφατα συγκριτικά στοιχεία από συγκεκριμένες αγοραπωλησίες δεν υπάρχουν, καθώς ήδη από το έτος 1993 κατά την εκσκαφή θεμελίων ανέγερσης ξενοδοχείου εντοπίστηκαν αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή ..., με αποτέλεσμα να μην γίνονται αγοραπωλησίες ακινήτων στην περιοχή αυτή, ενώ, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, δυνάμει της ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/60973/3093/22.12.1992 απόφασης του Υπουργείου Πολιτισμού (ΦΕΚ Β 25/27.1.1993) η περιοχή της ...
νήσου ..., μεταξύ άλλων περιοχών της ..., χαρακτηρίστηκε ως αρχαιολογικός χώρος για λόγους προστασίας λειψάνων οικισμών προϊστορικών, αρχαϊκών και ελληνιστικών χρόνων, που διασώζονται στην περιοχή. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα κατά το λόγο της τοπικής και χρονικής τους προσφορότητας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, που, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, είναι ο χρόνος συζήτησης ενώπιον του Δικαστηρίου καθορισμού της προσωρινής τιμής (5-12-2018), ενόψει της θέσης, της έκτασης, του είδους, της πραγματικής κατάστασης και της χρησιμότητάς του, σύμφωνα με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς οι αναφερθείσες αρχαιολογικές δεσμεύσεις του απαλλοτριωθέντος ακινήτου να λαμβάνονται υπόψη ως μειωτικός συντελεστής για την εύρεση της πραγματικής του αξίας [......], τις δυσμενείς συνθήκες στην αγορά ακινήτων, οι οποίες δεν αποδείχθηκε ότι έχουν βελτιωθεί στη Λήμνο, παρά τη μεγάλη αύξηση της τουριστικής κίνησης στο νησί, χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτής (αξίας), λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης, και συνεπώς η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το επίδικο και τα επικείμενά του, ανέρχεται στα ακόλουθα ποσά:
Α) Για το έδαφος στο ποσό των 550 ευρώ/τ.μ. και Β) Για τα επικείμενα αυτού [.........]. Τα ανωτέρω ποσά, όπως και η απόκλιση προς τα άνω από την προαναφερθείσα αντικειμενική αξία και την εκτίμηση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, δικαιολογούνται από το γεγονός ότι πρόκειται για ακίνητο σε πολύ μικρή απόσταση από τη θάλασσα, στην καλύτερη περιοχή της ... (δεν αμφισβητείται), από τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά του ακινήτου και την απόφαση, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος για γειτονικό ακίνητο''.
Και υπό τις ως άνω παραδοχές, δέχθηκε εν μέρει τις ως άνω αιτήσεις των δικαιούχων της αποζημίωσης (αναιρεσιβλήτων) και του Ελληνικού Δημοσίου και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" (αναιρεσειόντων) ως και ουσιαστικά βάσιμες και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριούμενων ακινήτων, καθώς και των επικειμένων τους, στα προαναφερόμενα ποσά.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παράβασης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 13 παρ. 1 και 15 του ν. 2882/2001 και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, διότι, ''με το να ορίσει το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, την οριστική μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων, στο ποσό των 550 ευρώ/τ.μ., γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχει τεράστια, διαφορά ανάμεσα στην ορισθείσα ως οριστική τιμή και την πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ότι η κρίση της προσβαλλομένης δεν ανταποκρίνεται στην εκτιμώμενη αξία των απαλλοτριωθέντων όπως αυτή προσδιορίζεται με βάση το αντικειμενικό σύστημα αλλά και την πραγματικότητα, όπως αυτή προκύπτει Α) από την από 8-6-2016 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, Β) από την εκτύπωση της ΑΑΔΕ (ΔΟΥ ...) που αναφέρεται στη πτωτική πορεία των μεταβιβάσεων ακινήτων τόσο στο νησί της ...
όσο και ειδικότερα στην περιοχή "... ..." δηλαδή στη περιοχή (...) που αφορά η προαναφερθείσα απαλλοτρίωση κατά τη χρονική περίοδο 2017, 2018, 2019, Γ) από την με αριθμ. 33/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου που αφορά απαλλοτρίωση ακινήτου στην ίδια περιοχή η οποία έλαβε υπόψη και την υπάρχουσα δυσχερέστατη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας κατά την οποία οι πραγματικές - αγοραίες τιμές των ακινήτων είναι ενίοτε κατώτερες από τις αντικειμενικές αξίες, οι οποίες είχαν υπολογιστεί σε καιρό οικονομικής ανάπτυξης και Δ) την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι λόγω της κήρυξης της περιοχής ως αρχαιολογικού χώρου, ήδη από το έτος 1993, δεν πραγματοποιούνται αγοραπωλησίες στην περιοχή ώστε να ληφθεί υπόψη η αγοραία αξία παρακείμενων ακινήτων''.
Με τις ως άνω παραδοχές του, όμως, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω μνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 και 15 παρ. 6 του ν. 2882/2001 και ορθά προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως, συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, σε ποσό μεγαλύτερο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (Α.1.1, Α.1.2 και Α.3).
Εξάλλου, το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αιτούντων - αναιρεσιβλήτων, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ενώ αιτιολογεί ειδικώς την απόκλιση της ως άνω οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όπως αυτή περιέχεται στην έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη εφαρμοσθεισών διατάξεων και έτσι δεν στερείται αυτή νόμιμης βάσης, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται.
Ειδικότερα, με σαφήνεια αναφέρει τα χαρακτηριστικά της περιοχής, στην οποία βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα (ουσιαστικά πρόκειται για ένα ενιαίο ακίνητο), επισημαίνοντας ότι το ακίνητο απέχει από την παραλία "..." περί τα 30 μέτρα και από τη θάλασσα 66 μέτρα, ενώ βρίσκεται σε απόσταση 150 μέτρων από τις παραλίες του ...
και των ... και 350 μέτρων από την παραλία του ..., καθώς και ότι η περιοχή είναι πολύ αναπτυγμένη τουριστικά, καθώς τη διασχίζει παραλιακή οδός που ξεκινά από το ... και προχωρά κατά μήκος του ..., ενώ, εκτός από τις προαναφερόμενες παραλίες, που αποτελούν πόλο τουριστικής έλξης, στην περιοχή έχουν κτισθεί μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες (..., ..., ...).
Αναφέρει, επίσης, και αξιολογεί όλα τα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη και ότι τα πιο πρόσφατα χρονικά συγκριτικά στοιχεία (ΑΠ 465/2020) είναι: α) η με αριθμό 74/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος της γειτονικής του (ενιαίου) απαλλοτριούμενου, ιδιοκτησίας Π.
και Χ. Γ., στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο στη θέση "..." της ..., σε 600 ευρώ/τ.μ., με κρίσιμο χρόνο την 6η-3-2019, β) η με αριθμό 33/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος 450 ευρώ/τ.μ. για την όμορη ιδιοκτησία Μ. Σ. και Μ.-Ο. Σ., που βρίσκεται στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο στα "..." ...
και γ) το με Α.Π. ΥΠΑΙΘΠΑ/ΓΓΠ/ΓΔΑΠΚ/ΔΑΑΠ/Φ47/101192/ 27132/1340/ 3.12.2012 έγγραφο της Δ/νσης Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού προς το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο αναφέρεται ότι αποστέλλεται σχέδιο ΚΥΑ, που αφορά αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου για αρχαιολογικούς σκοπούς στα ... ..., φερόμενης ιδιοκτησίας Ελένης Σωτηροπούλου, επιφάνειας 611,86 τ.μ., η αξία του οποίου ανέρχεται περίπου σε 490.000 ευρώ και βαρύνει τον προϋπολογισμό του ΤΑΠΑ και ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι η αξία του τ.μ.
του ως άνω ακινήτου ανέρχεται σε 800,83 ευρώ. Συνεκτιμώντας δε και τις καταθέσεις των ενώπιόν του (Εφετείου) εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, την από 8-6-2016 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 και την από 31-5-2019 τροποποιητική της, χωρίς να είναι υποχρεωτική, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, η κρίση της εκτιμητικής επιτροπής, τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και ειδικότερα τις συνθήκες στην αγορά ακινήτων στη Λήμνο, αλλά και χωρίς, οι αναφερθείσες από τους αναιρεσείοντες αρχαιολογικές δεσμεύσεις του (ενιαίου) απαλλοτριωθέντος, να λαμβάνονται υπόψη ως μειωτικός συντελεστής για τον καθορισμό της πραγματικής του αξίας, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας, για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.1-2 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), θα συγκριθεί αυτό με όμορα ομοειδή ακίνητα που δεν βαρύνονται με τέτοιους περιορισμούς (αρχαιολογικοί περιορισμοί, πολιτιστικά στοιχεία), προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως του (ενιαίου) απαλλοτριουμένου, στο ποσό των 550 ευρώ/τ.μ., αξιολογώντας και αιτιολογώντας ειδικά την απόκλιση της εν λόγω αξίας από την αξία αυτών που προκύπτει κατά το αντικειμενικό σύστημα και ανέρχεται στο ποσό των 103,21 ευρώ/τ.μ.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο και κατά το υπόλοιπο μέρος του, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, υπό την επίφαση των εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμελειών, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά ζητήματα και συνεπώς, ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως το πρώτο εδάφιό της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 1 του ν. 4070/2012 και το τρίτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011, αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου...".
Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα α) 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο και παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης που ασκήθηκαν με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ` ου.
Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 18 του ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ.
γ` του ν. 2882/2001 και που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ` των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη ισχύος του, η οποία συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 10-4-2012 (ΦΕΚ A`/10-4-2012, κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου (ΑΠ 125/2021, ΑΠ 948/2020, ΑΠ 751/2018).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο αυτό συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο γενικά, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικά, για κάθε ένα λόγο αναίρεσης.
Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται, αλλά και είναι δυνατή, η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Βλάβη του αναιρεσείοντος υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και, επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη (ΑΠ 49/2020, ΑΠ 235/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με το κεφάλαιό της που αφορά τη δικαστική δαπάνη που επιδικάσθηκε στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι άσκησαν αυτοτελή αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως [αριθμ. καταθέσεως 1/2019) και παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, και ειδικότερα την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, δέχθηκε τα ακόλουθα: ''Κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και του άρθρου 63 παρ. 1 του ν. 4194/2013 "Κώδικα Δικηγόρων", πρέπει να επιδικασθούν σε βάρος του υπόχρεου σε αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη ως άνω ιδιοκτησία και τα επικείμενα αυτής τα δικαστικά έξοδα των αιτούντων της Α' αίτησης - δικαιούχων της αποζημίωσης κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία καθορίζονται ενιαία, τόσο για την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διαδικασία όσο και για εκείνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης και τα οποία, κατά τα προαναφερόμενα, περιλαμβάνουν:
α) την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους για την παράστασή του στη δίκη του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και σ' αυτήν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τα γενόμενα, για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση των δικών, έξοδα, συνολικού ποσού 600 ευρώ, και β) την προσδιοριζόμενη ενιαία, στις δύο δίκες, αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, για τη σύνταξη της αίτησης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και των προτάσεών τους ενώπιον του ανωτέρω Μονομελούς Εφετείου και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δηλαδή σε ποσοστό 3% (2% για τη σύνταξη της αίτησης και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων) επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης για το ποσό μέχρι τις 200.000 ευρώ, σε ποσοστό 2,25% επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης για το ποσό από 200.001 ευρώ μέχρι τις 750.000 ευρώ και σε ποσοστό 1,5% για το ποσό από 750.001 ευρώ μέχρι τις 1.500.000 ευρώ, καθόσον αυτή (αποζημίωση) υπερβαίνει το ποσό των 750.000 ευρώ.
Η εν λόγω αμοιβή, ωστόσο, θα επιδικασθεί μειωμένη κατά το ήμισυ, δηλαδή σε ποσοστό 1,5% [3%/2] επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης για το ποσό μέχρι τις 200.000 ευρώ, σε ποσοστό 1,125% επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης για το ποσό από 200.001 ευρώ μέχρι τις 750.000 ευρώ και σε ποσοστό 0,75% επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης για το ποσό από 750.001 ευρώ μέχρι τις 1.500.000 ευρώ, με βάση τον περιορισμό της δικαστικής δαπάνης επί απαλλοτριώσεων, όταν υπόχρεος για καταβολή της αποζημίωσης είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως εν προκειμένω, ο περιορισμός που εισήχθη με τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82 Α'/10-4-2012), με την οποία αντικαταστάθηκε το τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό''.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι, με το να υπολογίσει, το Εφετείο, την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων της αποζημιώσεως όπως ανωτέρω αναφέρεται, υπολόγισε αυτήν σε ποσοστό μεγαλύτερο του 1,5% επί της αναλογούσας αποζημιώσεως, παραβιάζοντας έτσι τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 4 εδ.
γ' του ν. 2882/2001 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995. Με τις ως άνω παραδοχές του, όμως, το Εφετείο, είναι προφανές ότι καθόρισε την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων-δικαιούχων της αποζημιώσεως σε ποσοστό μικρότερο του 1,5% επί της αναλογούσας αποζημιώσεως, αντί του 1,5% και, επομένως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι προτείνεται από τους αναιρεσείοντες χωρίς την συνδρομή εννόμου συμφέροντος, αφού με βάση τα άνω εκτιθέμενα στον οικείο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίστηκε η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων της αποζημιώσεως σε ποσοστό μεγαλύτερο του 1,5% επί της αναλογούσας αποζημιώσεως.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 5-3-2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ