Supreme Court quashes lower court decision for procedural error and remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court's judgment due to a procedural violation under Article 560 of the Code of Civil Procedure. The lower court incorrectly required additional specific details in the complaint that were not legally necessary to establish the claim's sufficiency. Consequently, the case was remanded to the same court for a new trial with a different judge, and the losing parties were ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1)(a) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A lower court judgment must be quashed if it erroneously demands more factual elements than the law requires to determine the legal sufficiency of a claim, necessitating remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 174 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 174/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: B. (Μ.) T. (Τ.) του A., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υπεισελθούσης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και 2)εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΞΟΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ -ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/04/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 330/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2337/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/6/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παρασταθείσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 §§ 3 & 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως για να ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων η αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ώστε να μη χρειάζεται νέα κλήση των διαδίκων, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η έλλειψη ή ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 499/2018, ΑΠ 720/2017, ΑΠ 592/2017). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 8528ΣΤ/7-10-2019 έκθεση επιδόσεως τον δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α.
Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 10-12-2019, κατά την οποία, όπως φαίνεται στο φωτοαντίγραφο της οικείας σελίδας του πινακίου, η συζήτηση αναβλήθηκε, με αναγραφή στο πινάκιο, με αίτημα της 2ης αναιρεσίβλητης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην 2η αναιρεσίβλητη.
Κατά συνέπεια, εφόσον, η αναιρεσίβλητη αυτή (2η) κλητεύθηκε αλλά και παρέστη (χωρίς εναντίωση στην κλήτευση και ζήτησε αναβολή) κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την παρούσα συζήτηση, αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ (που ισχύει και στον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 702 ΑΚ "Οι εργάτες που χρησιμοποιούνται από τον εργολάβο στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης έχουν για το μισθό τους απαίτηση απευθείας κατά του εργοδότη έως το ποσό που αυτός οφείλει στον εργολάβο. Αφότου ο εργάτης δήλωσε στον εργοδότη πως ασκεί την απαίτησή του, αυτός δεν μπορεί πια να καταβάλει στον εργολάβο ή στο διάδοχό του ή να συμβιβαστεί μαζί τους έτσι ώστε να ζημιωθεί ο εργάτης.
Η συμφωνία που περιορίζει προκαταβολικά αυτά τα δικαιώματα του εργάτη είναι άκυρη". Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής της διάταξης είναι: 1) Κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης, που ως τέτοια νοείται, κάθε έργο που χαρακτηρίζεται νομικά ως ακίνητο, κατά τρόπο ώστε η ύπαρξή του να είναι νοητή όχι αυτοτελώς, αλλά μόνο σε διαρκή σύνδεσμο με το έδαφος ή άλλο ακίνητο, αποτελώντας με αυτά ένα ενιαίο πράγμα (ΑΚ 948 επ). 2) Οφειλή του εργοδότη προς τον εργολάβο, δικαστικώς επιδιώξιμη κατά το χρόνο ενάσκησης της απαίτησης του εργάτη, σε αντίθεση με τη δήλωση του εδαφίου β', η οποία μπορεί να γίνει και όταν η οφειλή του εργοδότη δεν είναι ακόμη δυνατόν να επιδιωχθεί δικαστικώς, 3) Χρησιμοποίηση των εργατών στην κατασκευή του οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης.
Και 4) Απαιτήσεις των εργατών σχετικές με την παροχή της εργασίας τους, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται αξιώσεις αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αδικοπραξίας και εργατικού ατυχήματος (ΑΠ 883, 885/2018). Η προστατευτική ρύθμιση της διάταξης καταλαμβάνει και τις απαιτήσεις των εργατών που απασχολεί με σχέση εξαρτημένης εργασίας ο υπεργολάβος, οι οποίοι μπορούν να δεσμεύσουν με την ανωτέρω δήλωση, όχι μόνο την αμοιβή που οφείλει ο εργολάβος (ως εργοδότης) στον υπεργολάβο, αλλά και την αμοιβή που οφείλει ο εργοδότης στον εργολάβο.
Με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, παρέχεται στους εργάτες ευθεία απαίτηση, στρεφόμενη κατά του εργοδότη, για την πληρωμή των μισθών που τους οφείλει ο εργολάβος, η οποία γεννάται απευθείας από το νόμο στο πρόσωπο των εργατών. Παράλληλα, διατηρούνται και οι αξιώσεις των εργατών κατά του εργολάβου από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια να δημιουργείται ανάμεσα στον εργολάβο και τον εργοδότη παθητική εις ολόκληρον ενοχή και οι εργάτες να μπορούν να στραφούν είτε κατά του ενός είτε και κατά των δύο μαζί, συνδεόμενων μεταξύ τους με απλή ομοδικία, κατά το άρθρο 74 του ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου....
Η διάταξη αυτή είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αρ. 1 ίδιου κώδ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 εδ. 4 και 216 § 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο κατά τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία της αγωγής μπορεί να είναι νομική, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, οπότε αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 (560 αρ. 1) ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ΟλομΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 121/2019, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015).
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εκ του άρθρου 562 § 2 περ. β' ΚΠολΔ, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 562 § 2 εδ. α' ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημόσια τάξη (ΑΠ 373/2008, 259/2008).
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, η εκ του άρθρου 702 ΑΚ αγωγή, με την οποία αξιώνονται από τον κύριο του έργου οι μισθοί εργάτη που χρησιμοποίησε ο εργολάβος στην εκτέλεση του έργου, απαιτείται και αρκεί η επίκληση των προαναφερόμενων προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 702 ΑΚ και συγκεκριμένα της απασχόλησης του ενάγοντος ως εργάτη, συνδεόμενου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τον εργολάβο στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή ακίνητης εγκατάστασης, της ύπαρξης ληξιπρόθεσμης οφειλής του εργοδότη προς τον εργολάβο και τέλος, των απαιτήσεων, του εργάτη ενάγοντος από την παροχή της εργασίας του.
Αντιθέτως, δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αγωγής η μνεία του ποσού της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, του τρόπου καταβολής της, η περιγραφή του εκτελεσθέντος έργου και μνεία της ληξιπρόθεσμης οφειλής του εργοδότη προς τον εργολάβο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 24-4-2012 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών με αρ. καταθ. 882/2012, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων (μεταξύ πλειόνων εναγόντων), εξέθεσε ότι προσλήφθηκε και εργάστηκε, αρχικά ως εργάτης οικοδόμος και στη συνέχεια ως βοηθός χειριστής μηχανήματος εκτέλεσης τεχνικών έργων, στην τεχνική εταιρία ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ (2η εναγομένη μη διάδικος κατά την παρούσα δίκη), η οποία εκτελούσε έργο της ΔΕΗ και ήδη ΔΕΔΔΗΕ (1η εναγομένη και ήδη 1η αναιρεσίβλητη) κατασκευής και συντήρησης τεχνικών έργων του δικτύου της, αρχικά ως εργολάβος και στη συνέχεια ως υπεργολάβος της 3ης εναγομένης και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης.
Ότι έχει αξιώσεις από την εργασία του για δεδουλευμένες αποδοχές, αποζημίωσης Σαββατοκύριακων και για αποδοχές άδειας κατά της ΕΝΤΕΧΝΟΣ. Ότι τις αξιώσεις του αυτές δήλωσε ότι ασκεί και κατά της πρώτης και τρίτης των εναγομένων κατ' άρθρο 702 ΑΚ, καθότι υπάρχουν ανεξόφλητες οφειλές από το εργολαβικό αντάλλαγμα εκτέλεσης του έργου από την πρώτη εναγομένη προς τη δεύτερη και τρίτη εξ αυτών και από την τρίτη προς τη δεύτερη για τις ήδη εκτελεσθείσες εργολαβίες μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή λόγω περαιώσεως των έργων.
Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες (όπως και η 2η εναγομένη) να του καταβάλουν το ποσό αυτό σε ολόκληρο η καθεμιά. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών δικάζοντας σε πρώτο βαθμό, με την 330/2014 απόφαση απέρριψε την αγωγή αυτή του αναιρεσείοντος κατά των δύο αναιρεσιβλήτων ως αόριστη (δέχθηκε αυτή κατά της 2ης εναγομένης ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ).
Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την από 15-7-2014 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων -αναιρεσείων κατά των εναγομένων -αναιρεσιβλήτων, παραπονούμενος για την απόρριψη της αγωγής του πρωτοδίκως ως αόριστης και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη 2337/2017 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν κρίνοντας την αγωγή ομοίως ως αόριστη.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το ως εφετείο δικάσαν πρωτοδικείο, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "... Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η ανωτέρω αγωγή, κατά το μέρος που αφορά στην πρώτη και τρίτη των εναγομένων, είναι, ...
αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, διότι δεν αναφέρεται σε αυτήν (ούτε και στις προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) ποιο ακριβώς ήταν το συμφωνηθέν για εκτέλεση οικοδομικό έργο από την εργοδότρια εταιρεία - δεύτερη εναγόμενη, ποια ήταν η συμφωνηθείσα αμοιβή της τελευταίας, αφενός ως εργολάβου για τη σύμβαση έργου μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης και αφετέρου ως υπεργολάβου για τη σύμβαση με την τρίτη εναγόμενη, ποιος ήταν ο συμφωνηθείς τρόπος καταβολής της αμοιβής αυτής, και ιδίως ποια ήταν, κατά το χρόνο της γνωστοποίησης της δήλωσης του άρθρου 702 ΑΚ, η υπάρχουσα οφειλή από την εργολαβική αμοιβή, η οποία αναλογεί στο εκτελεσθέν έως τότε έργο, ενώ μόνη η γενική αναφορά ότι υπάρχουν ανεξόφλητες οφειλές από το εργολαβικό αντάλλαγμα των εν λόγω συμβάσεων έργου δεν αρκεί για το ορισμένο της ένδικης αγωγής αναφορικά με την επικαλούμενη εις ολόκληρον ευθύνη των πρώτης και τρίτης των εναγομένων...".
Έτσι που έκρινε το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη έσφαλε κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο και συγκεκριμένα από την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 702 ΑΚ και υπέπεσε ούτω στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, παραβιάζοντας κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής. Συγκεκριμένα, ενώ, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, αρκούσε η επίκληση στην αγωγή της απασχόλησης του ενάγοντος ως εργάτη, συνδεόμενου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τον εργολάβο στην κατασκευή ακίνητης εγκατάστασης, της ύπαρξης ληξιπρόθεσμης οφειλής του εργοδότη προς τον εργολάβο και από τον τελευταίο προς τον υπεργολάβο και τέλος, των απαιτήσεων, του εργάτη ενάγοντος από την παροχή της εργασίας του, στοιχεία που περιέχονται στην αγωγή, αυτό (εφετείο) εσφαλμένα αξίωσε για το ορισμένο της αγωγής περισσότερα στοιχεία στο περιεχόμενό της, ήτοι μείζονα περιγραφή του συμφωνηθέντος για εκτέλεση οικοδομικού έργου, μνεία του ποσού της συμφωνηθείσας εργολαβικής και υπεργολαβικής αμοιβής, του τρόπου καταβολής της, περιγραφή του εκτελεσθέντος έργου και μνεία του ύψους της ληξιπρόθεσμης οφειλής του εργοδότη προς τον εργολάβο.
Συνεπώς, κατά παραδοχή του μοναδικού σχετικού λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι που ηττήθηκαν στη δίκη να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2337/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ