174/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ από 31-10-2018 και με αριθμό κατάθεσης 9722/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 4766/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο έφεσης κατά της 1393/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 1-10-2013 (με αριθμό κατάθεσης 130937/4753/2013) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Legislator headnote
AI generated174/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
Full text
Απόφαση 174 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 174/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Ξ. του Ν., κατοίκου... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιορδάνη Προυσανίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Αλληλοβοηθητικού σωματείου με την επωνυμία "Ταμείο Υγείας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας (Τ.Υ.Π.Α.Τ.Ε.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Ντάση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1393/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4766/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 31-10-2018 και με αριθμό κατάθεσης 9722/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 4766/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο έφεσης κατά της 1393/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 1-10-2013 (με αριθμό κατάθεσης 130937/4753/2013) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 1.10.2013 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του προαναφερόμενου Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι στις 4.8.1980 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Υγείας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος", στο οποίο απασχολήθηκε, εξελιχθείς μέχρι το βαθμό του Διευθυντή, έως την 13.5.2013, οπότε και αποχώρησε, κατόπιν εγγράφου παραιτήσεώς του, έχοντας θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους συνταξιοδοτήσεως. Ότι το εναγόμενο δεν του κατέβαλε την προβλεπόμενη από το άρθρο Μ της ισχύουσας από 27.10.2010 συλλογικής σύμβασης εργασίας μεταξύ αυτού και του συλλόγου των εργαζομένων του αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται στο 90% της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του ν. 2112/1920 αποζημίωσης, προσαυξημένης κατά τέσσερις μηνιαίους μισθούς, την οποία αυτός δικαιούτο, καθόσον, κατά τον χρόνο της αποχώρησής του είχε θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους συνταξιοδοτήσεως, και η οποία ανερχόταν στο ποσό των 125.538,29 Ευρώ, άλλως στο ποσό των 96.936,17 Ευρώ.
Ότι το εναγόμενο του έχει καταβάλει μέρος μόνο της οφειλόμενης αποζημίωσης ποσού 61.755 Ευρώ, και ως εκ τούτου του οφείλει τη διαφορά οφειλόμενης και καταβληθείσας αποζημίωσης, που ανέρχεται στο ποσό των 63.783,29 Ευρώ, άλλως στο ποσό των 35.181,17 Ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, επικαλούμενος
περαιτέρω ότι λόγω της μη καταβολής της οφειλόμενης προς αυτόν αποζημίωσης υπέστη ηθική βλάβη, ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει για την ως άνω αιτία το ποσό των 20.000,00 ευρώ, καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ίδιου να του καταβάλει το ποσό των 43.783,29 Ευρώ, άλλως το ποσό των 15,181,17 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 13.5.2013, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επιπλέον δε το ποσό των 3.000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδίκασε στον ενάγοντα νομιμοτόκως, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται σ' αυτή, το ποσό των 63.783,29 Ευρώ. Κατά της απόφασης ασκήθηκε από το εναγόμενο έφεση και το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την αγωγή.
3. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' και γ' του Ν. 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν το 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.
της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου Μ "Αποζημιώσεις - Ασφαλίσεις" της ισχύουσας από 27-10-2010 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των εργαζομένων στο "Ταμείο Υγείας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας" στους υπαλλήλους που αποχωρούν ή απομακρύνονται από την υπηρεσία του Ταμείου με δικαίωμα απονομής συντάξεως θα καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το 90% αντί της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 αποζημίωσης.
Για τον υπολογισμό του ύψους της ως άνω αποζημίωσης προσαυξάνονται κατά τέσσερις (4) μήνες, οι μήνες που προβλέπονται από το άρθρο 3 του ν. 2112/1920. Ακολούθως στο αρθ. 10 Ν 3863/2010 ορίζεται ότι " "1. Ο ασφαλισμένος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δικαιούται σύνταξης, αν κατά την υποβολή της αίτησης έχει πραγματοποιήσει 10.500 τουλάχιστον ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και έχει συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας του". 4.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για την καταβολή της ως άνω αυξημένης αποζημίωσης που προβλέπει η παρ. 1 του άρθρου Μ της ισχύουσας από 27-10-2010 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των εργαζομένων στο εναγόμενο πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο του αποχωρούντος εργαζομένου οι προϋποθέσεις απονομής συντάξεως, όπως άλλωστε τούτο προκύπτει και από το σαφές γράμμα της πιο πάνω διατάξεως της εν λόγω ΣΣΕ που αναφέρεται σε δικαίωμα απονομής συντάξεως.
Δηλαδή ο εργαζόμενος θα πρέπει να έχει συμπληρώσει τόσο τον απαιτούμενο χρόνο ασφαλίσεως, όσο και το απαιτούμενο από το νόμο όριο ηλικίας και ως εκ τούτου κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του να έχει δικαίωμα απονομής σύνταξης και όχι απλά να έχει συμπληρώσει κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του μόνο τον απαιτούμενο χρόνο ασφαλίσεως, όχι όμως και το απαιτούμενο όριο ηλικίας, με αποτέλεσμα να δικαιούται τη λήψη συντάξεως όχι κατά τον χρόνο της αποχωρήσεως του, αλλά μετά τη συμπλήρωση της οριζομένης από το νόμο ηλικίας.
5. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 4.8.1980 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Υγείας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος", προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, εξελίχθηκε δε στη βαθμολογική ιεραρχία έως το βαθμό του Διευθυντή. Στις 17.4.2013 ο ενάγων κοινοποίησε στο εναγόμενο τη με αριθμό πρωτ. .../17.4.2013 έγγραφη δήλωσή του, απευθυνόμενη προς το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, με την οποία γνωστοποιούσε στο τελευταίο ότι θα αποχωρήσει οριστικά από την υπηρεσία του στις 13-5-2013, μετά από 33 έτη υπηρεσίας στο εναγόμενο και με θεμελιωμένο δικαίωμα λήψης σύνταξης.
Ακολούθως, ο ενάγων στις ... κοινοποίησε στο εναγόμενο το με αριθμό πρωτ. ../31.5.2013 έγγραφό του, με το οποίο υπέβαλε συνημμένα στο τελευταίο ετήσια και ανά μήνα κατάσταση ενσήμων του από την ημέρα της προσλήψεώς του στο εναγόμενο μέχρι την 31.12.2012, καθώς και βεβαίωση για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Χριστοδουλέλλη.
Ειδικότερα στην εν λόγω βεβαίωση αναγραφόταν ότι ο ενάγων είχε θεμελιώσει, με τη δυναμένη εξαγορά του πλασματικού χρόνου, συνταξιοδοτικό δικαίωμα το έτος 2012, πλην όμως είχε τη δυνατότητα να συνταξιοδοτηθεί στην ηλικία των 59 ετών.
Συνεπώς, ο ενάγων κατά το χρόνο της αποχωρήσεως του από την υπηρεσία του εναγομένου, δηλαδή στις .., δεν είχε το δικαίωμα να συνταξιοδοτηθεί, καθόσον αυτός ήταν ηλικίας 56 ετών, ως γεννηθείς το έτος 1957, το δε δικαίωμα για τη λήψη συντάξεως θα το αποκτούσε μετά τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του. Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του ενάγοντος, κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του από την υπηρεσία του εναγομένου οι προϋποθέσεις για την καταβολή της αυξημένης αποζημιώσεως που προβλέπει η παρ. 1 του άρθρου Μ της ισχύουσας από 27.10.2010 Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας των εργαζομένων στο εναγόμενο, καθόσον αυτός, όπως προαναφέρθηκε, είχε μεν συμπληρώσει κατά τον χρόνο της αποχωρήσεως του τον απαιτούμενο χρόνο ασφαλίσεως, όχι όμως και το απαιτούμενο όριο ηλικίας, μ' αποτέλεσμα να μην έχει δικαίωμα απονομής συντάξεως, όπως απαιτεί η πιο πάνω διάταξη.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το εναγόμενο Ταμείο του έχει ήδη καταβάλει από τις 6.8.2012 το 50% της ως άνω αυξημένης αποζημίωσης, που προβλέπει το πιο πάνω άρθρο της από 27.10.2010 ΣΣΕ και ως εκ τούτου αυτό έχει αναγνωρίσει ότι υφίσταται το δικαίωμά του για καταβολή της εν λόγω αυξημένης αποζημίωσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον κατά τον χρόνο της καταβολής του ως άνω ποσοστού της αυξημένης αποζημίωσης το εναγόμενο Ταμείο δεν γνώριζε ότι ο ενάγων δεν θα έχει δικαίωμα απονομής συντάξεως κατά τον χρόνο αποχωρήσεως του, γεγονός που πληροφορήθηκε όταν ο τελευταίος υπέβαλε στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού την προαναφερθείσα βεβαίωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του περί θεμελιώσεως του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος.
Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του από την υπηρεσία του εναγομένου δεν είχε δικαίωμα απονομής συντάξεως, δεν συντρέχει η τιθέμενη από την παρ. 1 του άρθρου Μ της ισχύουσας από 27.10.2010 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των εργαζομένων στο εναγόμενο προϋπόθεση για την καταβολή σ' αυτόν της προβλεπόμενης από την εν λόγω ΣΣΕ αυξημένης αποζημίωσης και συνεπώς η υπό κρίση αγωγή με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του εναγομένου ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την αγωγή.
6. Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο με το να δεχτεί ότι κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του ο ενάγων είχε μόνο τον απαιτούμενο χρόνο ασφαλίσεως, όχι όμως και το απαιτούμενο όριο ηλικίας, με αποτέλεσμα να δικαιούται τη λήψη συντάξεως όχι κατά τον χρόνο της ως άνω αποχωρήσεως του, αλλά μετά τη συμπλήρωση της οριζομένης από το νόμο ηλικίας, ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια του αρθ. 559 παρ 1, είναι αβάσιμοι.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-10-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 4766/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιανουαρίου 2020. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Φεβρουαρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ