Legislator Case Law & Legislation
174/2019 AI generated

174/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 174/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις 3220-θ/30-10-2017, 3219-θ/30-10-2017, 3221-θ/30-10-2017 και 3250-θ/31-10-2019 εκθέσεις επιδόσεως του Θ. Τ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αιγίου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτούς (ΚΠολΔ 568 παρ.4). Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσίβλητων.

Legislator headnote

AI generated

174/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρόκειται, δηλαδή, για διατάξεις οι οποίες αποβλέπουν στην προστασία των πολιτών. Γι' αυτό, θεωρούνται κανόνες αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια και υπερισχύουν των τυχόν ευνοϊκότερων όρων των ΣΣΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.3 του ν. 1876/1990 (ΟλΑΠ 10/1998, ΑΠ 614/2018, ΑΠ 597/2017).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 174 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 174/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου εκ διασπάσεως της εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μάρκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Μ. του Μ., 2) Ι. Μ. του Α., 3) Α. Π. του Α., 4) Ν. Μ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν η 33/ 2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις 3220-θ/30-10-2017, 3219-θ/30-10-2017, 3221-θ/30-10-2017 και 3250-θ/31-10-2019 εκθέσεις επιδόσεως του Θ. Τ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αιγίου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτούς (ΚΠολΔ 568 παρ.4). Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσίβλητων.

2. Στο άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή τράπεζα ή επιχείρηση και οργανισμός κοινής ωφέλειας ή επιχείρηση επιχορηγούμενη από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται σύμφωνα με το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, δεν δύναται να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών και ότι καταργείται κάθε αντίθετη ειδική διάταξη νόμου ή συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχον έθιμο.

Το ως άνω ανώτατο όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη, με το άρθρο 21 παρ.13 του εισέτι ισχύοντος ν. 3144/2003, έχει προσδιορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ. Ακόμη, στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αναφερόμενη σε ανώνυμες εταιρίες ή κοινωφελείς επιχειρήσεις, προβλέπει κατά το χρόνο της απομάκρυνσης υπαλλήλων από την εργασία την καταβολή σε αυτούς και κάποιας πρόσθετης αποζημίωσης εκτός από την προβλεπόμενη από το ν. 2112/1920, η αποζημίωση αύτη δεν δύναται να υπερβαίνει το 15% εκείνης που καθορίζεται από το ως άνω άρθρο 2 παρ.2 του ίδιου νόμου.

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ. 618/1970 ορίσθηκε ότι τα ανώτατα όρια αποζημιώσεως, που καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, ισχύουν για κάθε περίπτωση αποζημίωσης που οφείλεται με γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως σε υπαλλήλους ή εργάτες, οι οποίοι συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος και αποχωρούν ή απομακρύνονται ή απολύονται από την εργασία και ότι καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.

Οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στις αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους μισθωτούς ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι δεν υπόκεινται σε κρατήσεις κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας για την εν όλω ή εν μέρει δημιουργία κεφαλαίου προς άντληση των εν λόγω αποζημιώσεων. Ο σκοπός των διατάξεων έγκειται στον περιορισμό του ύψους του καταβαλλόμενου ποσού, προς ανακούφιση του εκάστοτε εργοδότη, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν, τελικώς, τους φορολογούμενους ή το κόστος των υπηρεσιών που παρέχονται στους πολίτες.

Πρόκειται, δηλαδή, για διατάξεις οι οποίες αποβλέπουν στην προστασία των πολιτών. Γι' αυτό, θεωρούνται κανόνες αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια και υπερισχύουν των τυχόν ευνοϊκότερων όρων των ΣΣΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.3 του ν. 1876/1990 (ΟλΑΠ 10/1998, ΑΠ 614/2018, ΑΠ 597/2017).

3. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.3 του Κεφαλαίου Β' της από το έτος 2001 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΣΣΕ) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των απασχολούμενων στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας που επιχορηγείται από το Κράτος, στο τακτικό προσωπικό αυτής, που αποχωρεί είτε προς συνταξιοδότηση για οποιαδήποτε αιτία είτε ύστερα από καταγγελία της σύμβασης εργασίας, χορηγείται ως πρόσθετη παροχή το ισόποσο δύο μηνιαίων μισθών, εφ' όσον ο εργαζόμενος έχει συμπληρώσει μέχρι 10 έτη υπηρεσίας ή το ισόποσο τριών μηνιαίων μισθών, εφ' όσον ο εργαζόμενος έχει συμπληρώσει περισσότερα από 10 έτη υπηρεσίας. Η χορηγούμενη παροχή αυτή δεν έχει χαρακτήρα μισθολογικό, συνδεόμενο με την εργασία, αλλά αποζημιωτικό, διότι αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός όταν αποχωρεί ή χάνει τη θέση του. Ως εκ τούτου, ανεξάρτητα από το όνομα ή το χαρακτηρισμό που της έχουν προσδώσει τα μέρη, συνιστά πρόσθετη αποζημίωση πέραν αυτής του ν. 2112/1920 και εμπίπτει στην εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967. Συνιστά, δηλαδή, εγκύρως συμφωνηθείσα παροχή, με την επιφύλαξη ότι δεν μπορεί να είναι υψηλότερη από το 15% της αποζημίωσης του άρθρου 2 παρ.2 του ίδιου νόμου, ήτοι να υπερβαίνει το ποσό των 2.250 ευρώ (ΑΠ 614/2018).

4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, που δίκασε κατ' έφεση επί της 33/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, δέχθηκε ότι ο πρώτος από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους υπήρξε υπάλληλος στην επιχείρηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, από την οποία αποχώρησε την 30-9-2011 προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, έχοντας συμπληρώσει χρόνο απασχόλησης 25 ετών.

Ότι κατά το χρόνο της αποχώρησής του οι μηνιαίες αποδοχές αυτού ήσαν 2.809,39 ευρώ και, σύμφωνα με αυτές, η πρόσθετη παροχή, που προβλεπόταν με την από 2001 ΕΣΣΕ, η οποία είχε καταγγελθεί αλλά εξακολουθούσε να ισχύει μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας (άρθρο 9 παρ.5 του ν. 1846/1990), θα έπρεπε να υπολογιστεί στο ποσό των 8.428,17 ευρώ (τρεις μηνιαίοι μισθοί).

Και ότι, παρά ταύτα, με εφαρμογή του ποσοτικού περιορισμού του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, θα έπρεπε να επιδικασθεί στον πρώτο από τους ενάγοντες το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 επί 15%). Γι' αυτό και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας (βλ.

αρ. 2 και 3) και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με το πρώτο και δεύτερο μέρος του οποίου υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

5. Στο άρθρο 2 παρ.5 της 6/28-02-2012 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής: ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012 ("Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρη-ματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" και εντός του πλαισίου της χορηγη-θείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν".

Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-02-2012 ΠΥΣ ορί-σθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ.1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ.2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λή-γουν [την] 14-2-2013".

Στην παρ.3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλή-ρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης [της] ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990". Και στην παρ.4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα κα-ταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την κα-ταγγελία [της].

Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύ-ουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-02-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".

Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.

Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες της ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ.5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".

Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεως στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 876/2018).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, που δίκασε κατ' έφεση επί της 33/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, δέχθηκε ότι οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους υπήρξαν, επίσης, υπάλληλοι στην επιχείρηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, από την οποία αποχώρησαν, αντιστοίχως, την 31-7-2012, την 20-8-2012 και 20-8-2012 προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν, έχοντας συμπληρώσει χρόνο απασχόλησης 30 ετών. Κατόπιν αυτού, έκρινε ότι ορθώς είχε επιδικασθεί και σ' αυτούς η ως άνω πρόσθετη παροχή (βλ. αρ.4), παρά το γεγονός ότι η αποχώρησή τους είχε γίνει μετά την εκπνοή του τριμήνου από την ισχύ του ν. 4046/2012 κατά το οποίο και μόνο εξακολουθούσε να μετενεργεί η ήδη προ πολλού καταγγελθείσα ΕΣΣΕ που την προέβλεπε. Με τον τρόπο αυτό παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις που αναφέρονται στη σκέψη αρ.5 της παρούσας. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με το τρίτο μέρος του οποίου επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει α) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους και β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους λοιπούς από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους. Περαιτέρω, ως προς το αναιρούμενο μέρος και σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.

α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η εκκαλούσα επιδίωκε την απόρριψή της.

Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι η πρόσθετη αποζημίωση, που ζητείται με αυτήν, είχε καταργηθεί κατά το χρόνο αποχώρησης των ως άνω εναγόντων από την υπηρεσία της εναγομένης. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή.

Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω των ερμηνευτικών δυσχερειών που υπήρξαν ως προς την αληθινή έννοια των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-6-2017 αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, Δ. Μ..

Αναιρεί την 8/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου ως προς τους λοιπούς από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους.

Κρατώντας την υπόθεση.

Δικάζοντας εκ νέου επί της εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και Δεχόμενο αυτήν.

Εξαφανίζει την 33/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας.

Απορρίπτει την από 6-12-2012 αγωγή ως προς τους ενάγοντες Ι. Μ., Α. Π. και Ν. Μ..- Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ