174/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 174 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 174/2016
Legislator headnote
AI generated174/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 174 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 174/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 174 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 174/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Σ., κατοίκου ..., 2)Θ. Σ., κατοίκου ... και 3)Ν. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Κωνσταντόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου : Δ. Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος Ευαγγελία Περράκη δήλωσε ότι ο αναιρεσείων έχει αποβιώσει και κληρονομήθηκε από τους 1)Λ. Α. του Δ. και 2)Α. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και παρίστανται με την ίδια, η οποία κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/1999 αγωγή του αρχικού διαδίκου Δ. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 235/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6887/2001 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 332/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και 212/2004 που αναίρεσε την 6887/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 7446/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε εκ νέου αναίρεση και εκδόθηκε η 189/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 5915/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/9/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 12/2/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή του, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ.1 περ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 αυτού εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης, που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατ' αυτού είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, με οποιοδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ 31/2009, 27/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι, ο αναιρεσίβλητος Δ. Α. του Ι., απεβίωσε την 1-3-2012, αφήνοντας ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε., το γένος Ν. Θ., και τα τέκνα του Λ. Α. και Α. Α. [βλ. το .../22-6-2012 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Κρωπίας Αττικής, το .../25-11-2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, το .../25-11-2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας και το .../27-3-2012 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Πειραιά). Η σύζυγος του αναιρεσιβλήτου Ε. Α. αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομία του συζύγου της (βλ. την .../7-6-2012 έκθεση αποποίησης κληρονομίας ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών) και έτσι πλέον μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού είναι τα δύο τέκνα του. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, κατά την άσκηση της υπό κρίση, από 22-9-2014 (αριθμ. κατ. 715/23-9-2014) αιτήσεως για αναίρεση της 5915/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών γνώριζαν το θάνατο του παραπάνω αρχικού αναιρεσιβλήτου Δ. Α., που επήλθε την 1-3-2012, μετά τη δημοσίευση της προσβαλόμενης απόφασης (21-11-2011) και πριν την άσκηση της αναίρεσης. Οι ως άνω κληρονόμοι του Δ. Α., με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ευαγγελίας Περράκη, ως δικαιούμενα γι' αυτό πρόσωπα, παρέστησαν στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και πρόβαλαν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση είναι έγκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση μετά των ως άνω κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσιβλήτου Δ. Α..
2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1,104, 105 και 665 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο κατά την επί των εργατικών διαφορών διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου πρέπει να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1,498 παρ. 1 και 672 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οι αναιρεσείοντες Σ. Σ., Θ. Σ. και Ν. Λ. εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Κωνσταντόπουλο, πλην, όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι χορήγησαν σχετική πληρεξουσιότητα, με κάποιον από τους προαναφερόμενους τρόπους, στον εν λόγω δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει στη δίκη αυτή, με συνέπεια οι αναιρεσείοντες να θεωρούνται δικονομικά απόντες. Περαιτέρω, από τις .../5-12-2014, .../ 5-12-2014 και .../5-12-2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Π., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 5915/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω απ' αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 24-2-2015, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε με εντολή της πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σε κάθε ένα από τους αναιρεσείοντες νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, εφόσον δεν απαιτείται νέα κλήτευση αυτών για την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 575 ΚΠολΔ), πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 672 ΚΠολΔ.
3. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε προβληθεί με την αγωγή με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και τη συνακόλουθα νομική αιτία. Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις, οι οποίες θα ήταν δυνατόν να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες δεν προβλήθηκαν με την αγωγή και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικής διάγνωσης. Ως εκ τούτου, ο ενάγων, που είχε στηρίξει το αίτημα προηγούμενης αγωγής σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να ασκήσει νέα αγωγή και να στηρίξει το ίδιο αίτημα σε διαφορετική ιστορική αιτία (ΑΠ 212/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και αρχικά αναιρεσίβλητος δικηγόρος Δ. Α., με την από 17-1-1997 αγωγή του είχε ζητήσει έναντι των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων πελατών του, καθώς και άλλων εντολέων αυτού, που δεν μετέχουν στην αναιρετική δίκη, την επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής ''για την εκτέλεση εκ μέρους του κάθε αναγκαίας δικαστικής ή εξώδικης ενέργειας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της 6231/1989 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την επίτευξη συμβιβασμού και το πέρας της αντιδικίας των σε εκείνη την υπόθεση διαδίκων'', συνισταμένης: α) στη μεταβίβαση ποσοστών κυριότητας εξ αδιαιρέτου επί των τριών εκ των τεσσάρων (τότε) επίδικων προς διανομή ακινήτων, β) στην καταβοή ποσού 20.868.840 δραχμών, που αντιστοιχούσε στο 27% του τιμήματος, το οποίο οι εναγόμενοι πελάτες του είχαν εισπράξει από την πώληση (ρευστοποίηση, χάριν της διανομής) του τετάρτου εκ των εν λόγω ακινήτων, γ) στην καταβολή 366.650 δραχμών, για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, τις οποίες περιέγραφε στο δικόγραφο της αγωγής εκείνης και οι οποίες ήταν αναγκαίες για την περάτωση της δικηγορικής εντολής, που είχε λάβει από τους εναγόμενους και δ) στην καταβολή 905.000 δραχμών, για δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε προς εκτέλεση της εντολής. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 69/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αμοιβή μόνο 570.000 δραχμές και ως έξοδα το αιτηθέν ποσό των 905.000 δραχμών. Κατά τα λοιπά, η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη (η αξίωση για την αμοιβή των 366.650 δραχμών κρίθηκε ως καταχρηστικώς ασκούμενη). Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος, εκδόθηκε η 2289/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η αξίωση της από 15-1-1997 αγωγής για μεταβίβαση, αντί αμοιβής σε χρήμα, ποσοστών συγκυριότητας επί των τριών ακινήτων ήταν μη νόμιμη, ενώ η αξίωση για καταβολή αμοιβής επί του τιμήματος πώλησης του τέταρτου από τα επίδικα, στη δίκη διανομής, ακίνητα ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά τα λοιπά εξαφανίσθηκε η 69/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην της διάταξης για την απόρριψη του κονδυλίου των 366.650 δραχμών. Ακολούθως ο ενάγων δικηγόρος άσκησε την ένδικη, από 25-8-1999, αγωγή, με την οποία ζητεί αναλογική αμοιβή αφ' ενός για την κατάθεση και συζήτηση της αγωγής διανομής μέχρι την έκδοση της 6231/1989 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφ' ετέρου για τη συμβολή του στη μετά ταύτα επίτευξη του συμβιβασμού, υπολογιζόμενη, κατ' αυτόν, με τις προσαυξήσεις του Κώδικα Δικηγόρων λόγω σπουδαιότητας της διαφοράς και πλειόνων εντολέων, σε συνολικό ποσοστό 19% επί της πραγματικής αξίας του μεριδίου των πελατών του επί των διανεμητέων ακινήτων κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής διανομής, δηλαδή στο ποσό των 29.416.009 δραχμών και, κατόπιν διορθωτικής αυξήσεως του αρχικού αιτήματος με δήλωση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, των 42.226.568 δραχμών, που ήδη αντιστοιχεί στο ποσό των 123.922 ευρώ. Επί πλέον ζητεί με την αγωγή αυτή και πάλι την καταβολή 366.650 δραχμών, για αναγκαίες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προς εκτέλεση της εντολής. Επί της νέας αγωγής εκδόθηκε η 235/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνων, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, που, όπως δέχθηκε το δικαστήριο εκείνο, απέρρεε από την προηγηθείσα 69/1998 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος κατά της 235/2000 πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η 6887/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίσθηκε, στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη. Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε αναίρεση κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η 212/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε εν μέρει και η υπόθεση παραπέμφθηκε ως προς το αναιρεθέν μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που μπορούσε να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Μετά την αναίρεση το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε, διαδοχικά, την 7446/2005 απόφαση, που αναιρέθηκε με την 189/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, διότι δημιουργήθηκε αμφιβολία ως προς το αν, κατά τον υπολογισμό της αξίας του αντικειμένου του συμβιβασμού, είχαν ληφθεί υπόψη συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία και την ήδη προσβαλλόμενη 5915/2011 απόφαση, με την οποία, αφού λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω στοιχεία, κατέληξε στον προσδιορισμό της αμοιβής του ενάγοντος για την επίτευξη του συμβιβασμού μόνο και όχι για τις προ αυτού δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, στο ποσό των 23.181,36 ευρώ, το οποίο επιδίκασε νομιμοτόκως από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Από τα προαναφερόμενα καθίσταται σαφές ότι: α) Από την 69/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 2289/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, παρέμεινε σε ισχύ μόνο η διάταξη, με την οποία κρίθηκε ότι η αξίωση για την αμοιβή των 366,650 δραχμών ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος και β) το αίτημα της ένδικης (δεύτερης) αγωγής, αν και έχει ως ιστορική αιτία την ίδια δικηγορική εντολή, είναι τελείως διαφορετικό από εκείνο της προηγούμενης. Ως εκ τούτου, το Εφετείο, το οποίο αφενός μεν δεν επιδίκασε το κονδύλιο των 366.650 δραχμών και αφετέρου ερεύνησε κατ' ουσία το νέο αίτημα για επιδίκαση αναλογικής αμοιβής μόνο για την επίτευξη του συμβιβασμού, ορθά αξιολόγησε το δεδικασμένο που απέρρεε από την 69/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί Δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ ΑΠ 10/2012, 8/2001).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'' νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Πράγμα, επομένως, υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης (Ολ ΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, καθώς και οι συγκληρονόμοι αυτών, οι οποίοι δεν μετέχουν στην αναιρετική δίκη, με το από 23-1-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό, έδωσαν στον ενάγοντα και αρχικά αναιρεσίβλητο δικηγόρο την εντολή να προβεί στις αναγκαίες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την αναγνώριση των δικαιωμάτων εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας, τα οποία είχαν αποκτήσει από κληρονομιά του Ν. Γ. σε τέσσερα ακίνητα, που βρίσκονται στις κτηματικές περιοχές … και …και τη διανομή αυτών. Ότι ως αμοιβή και έξοδα του ενάγοντος για τις ενέργειες αυτές συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή το ποσό των 570.000 δραχμών. Ότι, σε εκτέλεση της εντολής, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 28-1-1985 αγωγή περί αναγνωρίσεως των εξ αδιαιρέτου ποσοστών συγκυριότητας των εντολέων του στα εν λόγω ακίνητα και περί διανομής αυτών. Ότι επί της αγωγής αυτής, μετά τη διεξαγωγή αποδείξεων, εκδόθηκε η 6631/1989 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκαν οι εντολείς του ενάγοντος συγκύριοι των διανεμητέων ακινήτων κατά το αναφερόμενο για τον καθένα ποσοστό εξ αδιαιρέτου και διατάχθηκε η δια πλειστηριασμού πώλησή τους. Ότι, κατά της αποφάσεως αυτής, οι αντίδικοι των εντολέων του ενάγοντος άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 24-4-1990 έφεση, από την οποία στη συνέχεια παραιτήθηκαν, με συνέπεια η ως άνω οριστική απόφαση να καταστεί τελεσίδικη. Ότι, μετά την τελεσιδικία, οι πελάτες του ενάγοντος έδωσαν σ' αυτόν την εντολή να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους αντιδίκους προς συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Ότι, μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις και χάρη στην αποφασιστική συμβολή του ενάγοντος, οι τότε αντίδικες πλευρές συμβιβάστηκαν και οι εντολείς του ενάγοντος πώλησαν και μεταβίβασαν στους αντιδίκους τους το ήμισυ των εξ αδιαιρέτου ποσοστών συγκυριότητας αυτών επί του ενός εκ των διανεμητέων ακινήτων. Ότι κατόπιν αυτών (και σύμφωνα με την προεκδοθείσα 212/2004 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), ο ενάγων δικηγόρος για μεν τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του μέχρι την τελεσιδικία της παραπάνω απόφασης δεν δικαιούται αμοιβή, για την συμβολή του, όμως, στο συμβιβασμό δικαιούται τη νόμιμη, αναλογική αμοιβή που προβλέπεται από το άρθρο 124 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954). Ότι η αμοιβή αυτή, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής και την αξία των ακινήτων κατά το χρόνο του συμβιβασμού (έτος 1991), ανέρχεται στο ποσό των 7.899.047 δραχμών, που ήδη αντιστοιχεί σε 23.181,36 ευρώ. Ότι η αξίωση του ενάγοντος δεν ασκείται καταχρηστικά, παρά το γεγονός ότι, όπως ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι και εμμέσως πλην σαφώς δέχεται το δικαστήριο, ο ενάγων: α) κατά το χρόνο της ανάθεσης της εντολής (1983-1984) γνώριζε ότι η κατά νόμο αναλογική αμοιβή που δικαιούται υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό των 570.000 δραχμών, στο οποίο μόνος του προσδιόρισε το ύψος της συνολικής αμοιβής του, β) από το έτος 1984 έως το έτος 1994, δηλαδή επί μία ολόκληρη δεκαετία, κατά την οποία δεν είχε ενημερώσει τους εντολείς του ως προς το αληθινό ύψος της αμοιβής που δικαιούται, ποτέ δεν έθεσε ζήτημα ακυρότητας της συμφωνίας περί αμοιβής, την οποία, αν γνώριζαν οι εντολείς του, θα συνήπταν συμφωνία με άλλους όρους, γ) με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους εντολείς του την πεποίθηση ότι η συμφωνία περί αμοιβής είναι έγκυρη, δ) με τη συμπεριφορά του και την κατάσταση που με αυτή δημιουργήθηκε, η πληρωμή από τους εναγομένους αναλογικής αμοιβής θα επιφέρει σ' αυτούς σημαντική και απρόβλεπτη ζημία, αφού θα υποχρεωθούν να καταβάλουν ως νόμιμη αμοιβή ποσό πολλαπλάσιο του συμφωνηθέντος. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος ένσταση των εναγομένων και έκανε δεκτή την αγωγή στην έκταση που αναφέρθηκε. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, ως στοιχείο της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως των αναιρεσειόντων, το περιστατικό ότι ο αναιρεσίβλητος μόνος του είχε προσδιορίσει την αμοιβή του στο ποσό των 570.000 δραχμών και με αντίφαση προς τη δική του συμπεριφορά ζήτησε αναλογική αμοιβή μετά την πάροδο δέκα ετών από τη σχετική περί αμοιβής συμφωνία και με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2014 αίτηση των Σ. Σ., Θ. Σ. και Ν. Λ. για αναίρεση της 5915/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ