Legislator Case Law & Legislation
174/2013 AI generated

174/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 174/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

174/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής ο αναιρεσείων ζητεί να του επιδικαστούν οι αναλογούντες τόκοι υπερημερίας για το κάθε επιμέρους ποσό από τότε που κατέστη απαιτητό μέχρις εξοφλήσεως, ανατοκιζομένων των οφειλομένων τόκων από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής κατ' άρθρο 296 του ΑΚ.

Keywords

AI generated
consequences of withdrawal state recovery claim export refunds deductions and refunds restoration of customs duties consumer credit revocation
AI generated
688/2015
Κατά το άρθρο 315 Κ.Πολ.Δικ., "αν από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της απόφασης, περιέχονται λάθη, γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του".
1214/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
542/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
1074/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1419/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2227/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/1/2018 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 174 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 174/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κουντουριώτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1125/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-3-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 28-12-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 του ΑΚ "Για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις με τον περαιτέρω περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσης για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσης.

Αίτημα της αγωγής με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό. Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ειδικότερα ότι για τη γένεση της αξίωσης για τόκους τόκων δεν αρκεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο άσκηση της κυρίας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλόμενου κεφαλαίου, όπως αρκεί κατ` άρθρο 346 ΑΚ η άσκηση της αγωγής αυτής για τη γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού (η απαίτηση για τους οποίους είναι παρεπόμενη του κεφαλαίου που ζητείται με την αγωγή), αλλά απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων (με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προαναφέρθηκαν), αφού το αίτημα της καταβολής τόκων επί του ποσού των καθυστερούμενων τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κυρίας απαίτησης, τούτο δε με την έννοια ότι είναι επιτρεπτή και παραδεκτή η υποβολή με το δικόγραφο της αγωγής για την κύρια απαίτηση (άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ) και του αιτήματος, με την αντίστοιχη βάση, για την καταβολή τόκων επί των καθυστερούμενων τόκων του κεφαλαίου (εφόσον συντρέχουν οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις), οι οποίοι είναι ήδη δεδουλευμένοι (ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί).

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για να είναι ορισμένη η περί ανατοκισμού οφειλομένων τόκων αγωγή πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, εκτός των άλλων, σαφή έκθεση: α) του ποσού των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους οφείλει ο οφειλέτης, καθόσον το κεφαλοποιημένο αυτό ποσό των ληξιπροθέσμων τόκων αποτελεί το κύριο αντικείμενο της δίκης περί ανατοκισμού, β) της χρονικής περιόδου της τοκογονίας, η οποία θα πρέπει να είναι, κατ` ελάχιστο, περίοδος ενός έτους και γ) της άσκησης της αγωγής μετά την συμπλήρωση του ελάχιστου, κατά τα παραπάνω, χρονικού διαστήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής ο αναιρεσείων ζητεί να του επιδικαστούν οι αναλογούντες τόκοι υπερημερίας για το κάθε επιμέρους ποσό από τότε που κατέστη απαιτητό μέχρις εξοφλήσεως, ανατοκιζομένων των οφειλομένων τόκων από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής κατ' άρθρο 296 του ΑΚ.

Το αίτημα αυτό περί ανατοκισμού των οφειλομένων τόκων επί του ως άνω κεφαλαίου από της επιδόσεως της αγωγής, είναι αόριστο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού ο αναιρεσείων δεν εκθέτει, το ποσό των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους του οφείλει η αναιρεσίβλητη, καθόσον το κεφαλαιοποιημένο αυτό ποσό των ληξιπρόθεσμων τόκων αποτελεί το κύριο αίτημα της δίκης περί ανατοκισμού, καθώς και τη χρονική περίοδο της τοκογονίας.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε ως αόριστο το αίτημα αυτό, με την ίδια ως άνω αιτιολογία, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 του ΑΚ και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιαδήποτε μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη της απόφανσης πάνω σε κάθε είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 29-2-2008 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων - ενάγων ισχυρίστηκε με αυτήν, ότι με την υπ' αριθμ. 2768/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη - εναγομένη να του καταβάλει: 1) για έξοδα κινήσεως Διευθυντού 2.970.012 δρχ. 2) για λειτουργικά έξοδα (γενικό επίδομα Διευθυντού Διεύθυνσης) 4.069.500 δρχ. 3) για οδοιπορικά 2.400.000 δρχ. 4) για πιστωτική κάρτα VISA 10.800.000 δρχ. 5) για επίδομα δικαστικών δαπανών 3.600.000 δρχ.

και για επίδομα δικαστικών ενσήμων 1.320.000 δρχ. Ότι στις 15-6-2001 η αναιρεσίβλητη του κατέβαλε τα ως άνω επιδικασθέντα επιδόματα συνολικού ποσού 25.159.502 δρχ. απομειωμένα όμως κατά ποσοστό 30,82% για εισφορές υπέρ ασφαλιστικών ταμείων και παρακράτηση φόρου εισοδήματος, συνολικά δε παρακράτησε το ποσό των 7.754.161 δρχ. (22.726,16 ευρώ).

Ότι η παρακράτηση αυτή δεν ήταν νόμιμη, αφού η αναιρεσίβλητη, κατά πάγια επιχειρησιακή συνήθεια δεν παρακρατούσε ασφαλιστικές εισφορές και φόρο εισοδήματος στα επίδικα επιδόματα, που τα χορηγούσε σταθερά και μακροχρόνια σε όλα τα διευθυντικά της στελέχη, που κατείχαν ανάλογη θέση με τη δική του και είχαν τα ίδια με αυτόν προσόντα, με αποτέλεσμα να συνιστούν μισθό, ζήτησε δε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλως με βάση την κατάχρηση δικαιώματος, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ως άνω παρακρατηθέν ποσό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 67/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επί της εφέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της απόφασης αυτής το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε καθιερώσει να χορηγεί το επίδομα για αγορά καταναλωτικών αγαθών (άλλως παροχή πιστωτικής κάρτας), σε όλους τους διευθυντές και αναπληρωτές διευθυντές των διευθύνσεών της.

Επίσης είχε καθιερώσει να χορηγεί τις δικαστικές δαπάνες και το επίδομα δικαστικών ενσήμων στους δικηγόρους, που απασχολούσε με σύμβαση έμμισθης εντολής. Τα επιδόματα αυτά τα κατέβαλλε εκτός μισθοδοσίας, χωρίς επιβάρυνση φορολογίας και χωρίς να προβαίνει σε κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων.

Την πρακτική αυτή τηρούσε τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης των διαδίκων, όσο και μετά το έτος 1990, που σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος και μέχρι τον Ιούνιο του 2001, χωρίς να έχει επιφυλάξει το δικαίωμά της για ανάκληση, ώστε να μπορεί να τη διακόψει και να προβεί σε κρατήσεις επί των ποσών των συγκεκριμένων επιδομάτων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων των δικαιούχων και για φόρο εισοδήματος.

Την ίδια πρακτική είχε τηρήσει και στον αναιρεσείοντα από τις 11.4.1990, που τον προήγαγε σε αναπληρωτή διευθυντή της Διεύθυνσης Δικαστικού. Όμως, όταν στις 15.6.2001 του κατέβαλε τα προαναφερθέντα ποσά σε εξόφληση της 2768/2001 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, από τα επιδικασθέντα κονδύλια που αφορούσαν τα πιο πάνω τρία επιδόματα, παρακράτησε ποσοστό 11,32% για εισφορά του υπέρ των ασφαλιστικών Ταμείων (δηλαδή 4,82% υπέρ Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, 3,5% υπέρ του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας - Κλάδου Πρόνοιας και 3% υπέρ του Τ ΑΠΕΤΕ - Κλάδου Ασθενείας) και ποσοστό 19,5% για φόρο εισοδήματος, δηλαδή συνολικά παρακράτησε ποσοστό 30,82%.

Η εξαίρεση αυτή του ενάγοντα από την οικειοθελή παροχή της εναγομένης να χορηγεί στα ανώτατα στελέχη των διευθύνσεών της τα συγκεκριμένα επιδόματα χωρίς να προβαίνει σε κρατήσεις δεν δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο... με βάση δε τις παραδοχές επιδίκασε στον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 11.754,30 ευρώ που αντιστοιχούσε στα πιο πάνω τρία επιδόματα, δηλαδή τα με αριθμό 4, 5 και 6 αιτούμενα με την αγωγή κονδύλια.

Για τα αιτούμενα όμως με την αγωγή κονδύλια με αριθμό 1, 2 και 3 επιδόματα, που αφορούν τα έξοδα κινήσεως, τα λειτουργικά έξοδα και τα οδοιπορικά, ουδέν διέλαβε αφήνοντας αυτά αδίκαστα. Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά τις γενόμενες κρατήσεις επί των επιδικασθέντων στον ενάγοντα ως άνω κονδυλίων της αγωγής (έξοδα κινήσεως Διευθυντού, Λειτουργικά έξοδα και Οδοιπορικά) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 1125/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά την αναφερόμενη στο αιτιολογικό έκταση.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ