174/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 174 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 174/2011
Legislator headnote
AI generated174/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 174 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 174/2011
Full text
Απόφαση 174 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 174/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Π. και 2. Α. Β. - Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", η οποία μετονομάσθηκε σε "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" μετά την συγχώνευσή της, με απορρόφησή τους από εκείνη, με τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) ΑΕ" και "MARFIN BANK AE" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη - Γιατρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαΐου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19743/ 2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 960/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Μαΐου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 8 Μαΐου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 9963, 9964Η /30-9-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή της νομίμως παρισταμένης ως πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η οποία μετονομάσθηκε σε "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", μετά τη συγχώνευσή της, με απορρόφησή τους από εκείνη, με τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε." και "MARFIN BANK Α.Ε.", Αικατερίνης Κοκκαλιάρη-Γιατρά, η οποία επισπεύδει την κρινόμενη 152/29-5-2007 αίτηση για αναίρεση της 960/2-5-2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες, μετά της περί αναβολής βεβαιώσεως της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, κλήση προς συζήτηση για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (6-12-2010), κατά την οποία αναβλήθηκε από εκείνη της 20-9-2010, παρισταμένου κατ' αυτήν του πρώτου τούτων δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κορφιάτη, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο τελευταίος διέθετε την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα, και απολιπομένης της δεύτερης τούτων, Κατά την εν λόγω όμως δικάσιμο (6-12-2010), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 § 1, 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την κρινόμενη 152/29-5-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 960/2-5-2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 19743/31-5-2002 αγωγή, με την οποία εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης των ήδη αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι διετείνοντο, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ότι "η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη Τράπεζα, στις 6.3.2002, κοινοποίησε στον πρώτο από αυτούς, εξώδικη γνωστοποίηση, στην οποία αναφερόταν ο αριθμός της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε συναφθεί μεταξύ αυτής και της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΕΠΕ" και την οποία αυτός είχε υπογράψει ως εγγυητής, το ύψος της χορηγηθείσας πίστωσης, η δήθεν επιδοθείσα προς αυτόν καταγγελία, οι αριθμοί των κοινών τραπεζικών λογαριασμών σε συνάλλαγμα, που τηρούσαν οι ενάγοντες στο Υποκατάστημα ... της εναγομένης και το ποσό της απαίτησής της, καθώς και τα ακριβή ποσά που αυτή αφαίρεσε από τους λογαριασμούς αυτούς στις 4.3.2002, ήτοι συνολικά 8.349,96 ευρώ, προκειμένου να συμψηφίσει την απαίτησή της σε βάρος του πρώτου ενάγοντα. Ότι η εναγομένη με την παράνομη πιο πάνω ενέργεια αυτής, κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και των εναγόντων και προκάλεσε ηθική βλάβη σ' αυτούς, αφού όφειλε να γνωρίζει ότι υπήρχε πιθανότητα να επέλθει βλάβη στους ενάγοντες με τη δημοσιοποίηση των τραπεζικών τους λογαριασμών, του νομίσματος στο οποίο αυτοί τηρούντο, καθώς και των μνημονευόμενων συμβάσεων, η οποία πράγματι επήλθε διότι τρίτοι, όπως οι δικαστικοί επιμελητές, οι δικηγόροι και οι γραμματείς που κατέγραψαν, έλαβαν γνώση προσωπικών στοιχείων και δεδομένων των εναγόντων. Ισχυρίσθηκαν επίσης ότι και άλλοι τρίτοι, θα μπορούσαν να εκμεταλλεύονται τα προσωπικά στοιχεία που δημοσιοποίησε η εναγομένη, διότι πλέον γνωρίζουν ότι οι ενάγοντες διαθέτουν συγκεκριμένους λογαριασμούς στην εναγομένη και κατά συνέπεια, να εκμεταλλευτούν τη γνώση αυτή με ενδεχόμενες αξιώσεις κατά των εναγόντων και να προχωρήσουν ευχερώς στην αξιοποίηση των στοιχείων που αυτή δημοσιοποίησε. Τέλος ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση, η εναγομένη ενήργησε καταχρηστικά και παράνομα, ενώ είχε τη δυνατότητα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της με συστημένη επιστολή και να κάνει εξώδικη δήλωση με απλή αναφορά στο νόμιμο των αξιώσεών της." Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 4470/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό ύστερα από την 351/25-1-2005 έφεση των εναγόντων, η 960/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, με την αξιολόγηση της αγωγής ως μη νόμιμης. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εξεδόθη ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο άρθρο 2 ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β)... γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο, στ)..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ' του παρόντος νόμου". Στο άρθρο 3 "1. οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν στο αρχείο. 2. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δε εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών".
Στο άρθρο 4 ότι: "1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ)... Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...". Στο άρθρο 5 ότι: "1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α)... β)... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών ...". Στο άρθρο 7Α§1ε "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή οι εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών στους πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος, και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη". Στο άρθρο 11 ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. ... 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς ...". Στο άρθρο 12 ότι: "1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως ...". Στο άρθρο 13 ότι: "1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν ...". Στο άρθρο 15 ότι: "1. Συνιστάται Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά...". Στο άρθρο 19 ότι: "1. Η αρχή έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες: α)... β)... γ)... δ)... ε)... στ)... ζ)... η)... θ)... ι) εκδίδει κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση ειδικών, τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος ...". Στο άρθρο 23 ότι: "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ' ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη ...".
Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύονται με βάση α) το σκοπό του ν. 2472/1997, συνιστάμενο στη διασφάλιση του φιλελεύθερου και δικαιοκρατικού χαρακτήρα της τεχνολογικής αναπτύξεως και στην προστασία του ατόμου από την πληροφορική και ψηφιακή τεχνολογία, η οποία παρέχει θεωρητικώς και πρακτικώς απεριόριστες δυνατότητες συσσωρεύσεως και συσχετισμού πληροφοριών για όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημοσίας ζωής του ανθρώπου, και επιτρέπει την παραγωγή, με βάση τις ιδιότητες του ως πολίτη, εργαζομένου, ασφαλισμένου, καταναλωτή κλπ, μιας ανάγλυφης εικόνας της προσωπικότητας του, η οποία τον καθιστά διαφανή και κατά τούτο ελέγξιμο αν όχι και χειραγωγήσιμο και β) υπό το φως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, συναγομένων επαγωγικώς εκ των επί μέρους εκδηλώσεων της ζωής, της επιστήμης και της τέχνης και χρησιμοποιουμένων προς εξειδίκευση της αορίστου νομικής εννοίας "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Σε περίπτωση δε παραβιάσεως τους εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει : α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1977 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ)αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατ' ελάχιστο όριο, ποσό 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων αυτών η απλή γνωστοποίηση με δικαστικό επιμελητή, ο οποίος δεν είναι τρίτος, στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων εκ μέρους του φυσικού ή νομικού προσώπου που τηρεί αρχείο αυτών, με τη συγκατάθεση αυτού, μονομερούς ενέργειας, η οποία μάλιστα είναι αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, όπως η εξώδικη δήλωση για πρόταση συμψηφισμού αμοιβαίων απαιτήσεων (ΑΚ 441), χωρίς να συνοδεύεται και συνδέεται με άλλες ενέργειες αναγόμενες στη συλλογή, επεξεργασία και συσχέτιση πληροφοριών, οι οποίες αναφέρονται στις διάφορες εκφάνσεις της ιδιωτικής ή δημόσιας ζωής αυτού, που αποτελεί συνήθη και πολλές φορές επιβαλλόμενη από τα συναλλακτικά ήθη πρακτική στην οικονομική και εμπορική ζωή δεν αποτελεί παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, που δικαιολογεί την προβλεπόμενη από τα άρθρα 23 των ν. 2472/1997 και 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2δ, 3§§1, 2α, 7Α § ε, 23 του ν. 2472/1997 και 932 ΑΚ, αξιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη η αγωγή, θεμελιούμενη στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, με εξώδικη δήλωσή της προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων, πρότεινε προς συμψηφισμό απαίτησής της κατ' αυτού από σύμβαση εγγυήσεως με αξίωση του ιδίου κατ' εκείνης από τηρούμενο σε κατάστημά της λογαριασμό των αναιρεσειόντων, παραθέτοντας παράλληλα στοιχεία αυτού, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από το γεγονός ότι του περιεχομένου της εξώδικης αυτής δηλώσεως έλαβαν γνώση ο δικαστικός επιμελητής, που πραγματοποίησε την επίδοσή της, και ο δικηγόρος και ο γραμματέας που συνέταξε και κατέγραψε, αντίστοιχα, το κείμενο αυτής, εφόσον, ενεργούντες στα πλαίσια νόμιμης εντολής της αναιρεσίβλητης, δεν είναι τρίτοι, κατά την έννοια των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων των άρθρων 2 περ. η, θ και 7α §1 ε του ν. 2472/1997. Επομένως, οι τέσσερις πρώτοι κατά σειρά λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, με αναφορά στο άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ευθεία παραβίαση των διατάξεων αυτών αντίστοιχα και του όμοιου περιεχομένου διατάξεων της Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 και της 95/46/ΕΚ οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24-10-1995, ελέγχονται ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση, ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ως και όταν ο ισχυρισμός ήταν νόμω αβάσιμος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν ασκεί οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με αναφορά στην αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πέμπτο κατά σειρά και τελευταίο λόγο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του και τους αντίστοιχους λόγους εφέσεως ότι με την κοινοποίηση εξωδίκου δηλώσεως για την πρόταση συμψηφισμού, έννομη συνέπεια του οποίου μπορούσε να επιτευχθεί με την αποστολή συστημένης επιστολής, παραβιάστηκαν οι αρχές (α) της αναγκαιότητας της επεξεργασίας και (β) της ασφάλειας των δεδομένων, ως και εκείνους (γ) περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και (δ) ηθικής βλάβης που υπέστη ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων από την παράβαση του ν. 2472/1997 εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τράπεζας. Από την επιτρεπτή, κατά άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνονται στο κείμενο αυτής οι με στοιχ. (α) και (β) αυτοτελείς ισχυρισμοί, η τυχόν δε προβολή αυτών με την έφεση συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΚΠολΔ 224 εδ. 1, 527 εδ. 1α). Περαιτέρω ο ισχυρισμός περί ηθικής βλάβης λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως αβάσιμος από νομική άποψη. Τέλος τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, με άμεση δικονομική συνέπεια να μην ιδρύεται η προσβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη και εκτιμήσει τον εν λόγω αγωγικό ισχυρισμό. Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται στο σύνολό του ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 152/29-5-2007 αίτηση για αναίρεση της 960/2-5-2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στη Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ