Legislator Case Law & Legislation
174/2010 AI generated

174/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 174/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 16792/ΤΟ 2679/31.10.1988 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1. η υπ'αριθμ. 585/1989 πράξη του παραπάνω Δικαστηρίου που διέταξε αποδείξεις 2. μετά την περάτωση της αποδεικτικής διαδικασίας η 1608/1996 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η ως άνω αγωγή 3. Κατόπιν εφέσεως επί της ως άνω απόφασης, η υπ' αριθμ. 1246/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιά η οποία ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς όπου και εκδόθηκε η 2130/1998 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου 4. η 4607/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς 5. η υπ' αριθμ. 359/2006 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου 6. η 803/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 7. η υπ' αριθμ. 779/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της ως και τους με ιδιαίτερο από 10-7-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων.. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

174/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, η οποία και διατάχθηκε, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, με την 2130/1998 οριστική αυτού απόφαση. Μετά την από 20.11.1998 απόδοση λογοδοσίας επακολούθησε η έκδοση των 4607/1999 και 359/2006 μη οριστικών αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και μετά την διεξαγωγή των διαταχθεισών δι' αυτών αποδείξεων, η 803/2007 οριστική αυτού απόφαση, κατά παραδοχή της αγωγής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 174 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 174/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία CITIBANK INTERNATIONAL plc που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου (Citigroup Center, Canada Square Canary Wharf) και είναι εγκαταστημένη στην Ελλάδα ως ειδικής διαδόχου της CITIBANK Ν.Α Κατάστημα Ελλάδος δυνάμει του άρθρου 16 παρ. 16 Ν. 2515/1997 σε συνδιασμό με την με αριθμό .... συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Φωτοπούλου - Καλαμάρα, η οποία ενεργεί εν προκειμένω δια του υποκαταστήματός της στον ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κοσσένα.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρίας με την επωνυμία "TRENT SHIPPING LTD" ("ΤΡΕΝΤ ΣΙΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΛΙΜΙΤΕΝΤ"), που εδρεύει στην Μονροβία της Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Σκορίνη και Ιωάννη Βρέλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 16792/ΤΟ 2679/31.10.1988 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1. η υπ'αριθμ. 585/1989 πράξη του παραπάνω Δικαστηρίου που διέταξε αποδείξεις 2. μετά την περάτωση της αποδεικτικής διαδικασίας η 1608/1996 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η ως άνω αγωγή 3. Κατόπιν εφέσεως επί της ως άνω απόφασης, η υπ' αριθμ. 1246/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιά η οποία ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς όπου και εκδόθηκε η 2130/1998 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου 4. η 4607/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς 5. η υπ' αριθμ. 359/2006 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου 6. η 803/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 7. η υπ' αριθμ. 779/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της ως και τους με ιδιαίτερο από 10-7-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων.. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής , οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 4/14-1-2009 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 125/10-7-2009 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 779/31-10-2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 16792/ΤΠ 2679/1.10.1988 αγωγή η δι' αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "TRENT SHIPPING COMPANY LTD" εδίωκε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "CITIBANK Ν.Α.", στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "CITIBANK - INTERNATIONAL PLC", ως ειδικός αυτής διάδοχος δυνάμει του άρθρου 16 παρ. 16 του ν. 2515/1997, α) σε παροχή λογοδοσίας για την διαχείριση αυτής ποσού 4.941.642 δολλαρίων ΗΠΑ και β) σε καταβολή του προκύπτοντος υπολοίπου.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 585/1989 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή των διαταχθεισών δι' αυτής αποδείξεων, η 1608/1996 οριστική αυτού απόφαση, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή εφέσεως της ενάγουσας και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η 1246/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία αναπέμφθηκε η υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να υποχρεωθεί η εναγόμενη σε λογοδοσία, για την από την τελευταία διαχείριση κατά το από 9.6.1978 έως 11.9.1980 χρονικό διάστημα, συνισταμένη στην από εκείνη είσπραξη διαφόρων χρηματικών ποσών από τους ασφαλιστές του πλοίου G...H..., που βυθίσθηκε στις 8.2.1978, και τον καταλογισμό αυτών προς απόσβεση υποχρεώσεων της εταιρείας "ACCEN SHIPPING LTD", που απέρρεαν από την από 6.6.1977 σύμβαση δανείου και την ....

σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, η οποία και διατάχθηκε, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, με την 2130/1998 οριστική αυτού απόφαση. Μετά την από 20.11.1998 απόδοση λογοδοσίας επακολούθησε η έκδοση των 4607/1999 και 359/2006 μη οριστικών αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και μετά την διεξαγωγή των διαταχθεισών δι' αυτών αποδείξεων, η 803/2007 οριστική αυτού απόφαση, κατά παραδοχή της αγωγής.

Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε η εναγομένη με την 374/5.4.2007 έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, η 779/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα - εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, και με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου δικογράφου λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα:

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια".

Ως "κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς, και εκκρεμοδικία, για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της αποφάσεως. Η επαναδιατύπωση των υποβληθέντων κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τους διαδίκους ισχυρισμών ή η προβολή τούτων το πρώτον κατά την δευτεροβάθμια δίκη, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης εφόσον αναφέρονται σε κεφάλαια της πρωτόδικης αποφάσεως τα οποία μεταβιβάσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με έφεση ή αντέφεση ή πρόσθετους λόγους της έφεσης.

Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως είναι διάφορο της εννοίας του "αναγκαστικά συνεχομένου κεφαλαίου", που προβλέπεται επί των προσθέτων λόγων της εφέσεως και της αναιρέσεως (ΚΠολΔ 520 παρ. 2, 569 παρ. 2) και στην αντέφεση (ΚΠολΔ 523 παρ. 1). Ιδιαίτερο "κεφάλαιο" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια αποτελεί και το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημα και η κατ' αποδοχή αυτού αντίστοιχη διάταξη της αποφάσεως.

Με τους πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγους προβάλλονται κατά επικουρική σειρά οι από το άρθρο 559 αριθ. 9 και 1 ΚΠολΔ αναιρετικές αιτιάσεις, με την έννοια (α) της επιδικάσεως δικονομικών τόκων από την επίδοση της αγωγής, χωρίς την υποβολή δι' αυτής αντιστοίχου αιτήματος και (β) της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 342, 345, 346 ΑΚ.

Από την επιτρεπτή, όμως, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι δεν διατυπώθηκε λόγος εφέσεως κατά του κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης (εκκαλουμένης) περί τοκοδοσίας και με την έννοια αυτή δεν μεταβιβάσθηκε κατά τούτο η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να ασκεί νόμιμη επιρροή η επαναδιατύπωση με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της του προβληθέντος πρωτοδίκως σχετικού ισχυρισμού, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως αρνητικά να αξιολογούνται, προεχόντως ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ κατά το οποίο είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας ενόψει και του ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση κάποιας από τις τρεις εξαιρέσεις της ίδιας διάταξης.

ΙΙ.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 303 ΑΚ και 473 επ.

ΚΠολΔ προκύπτουν ότι σε περίπτωση διαχειρίσεως ολικά ή μερικά ξένης υποθέσεως, που συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, δημιουργείται υποχρέωση λογοδοσίας. Τέτοια μορφή διαχειρίσεως και εντεύθεν υποχρεώσεως προς λογοδοσία μπορεί να δημιουργηθεί και επί συμβάσεως ενεχυράσεως απαιτήσεως κατά τρίτου, κατά τις διατάξεις του ν.δ.

της 17.7./13.8.1923 για την εξασφάλιση απαιτήσεως ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας κατά οφειλέτη πελάτη της από παροχή πίστωσης με δανειακή σύμβαση, λειτουργούσα σε συνδυασμό με τηρούμενο από την δανείστρια τράπεζα ανοικτό λογαριασμό. Στην περίπτωση αυτήν επέρχεται εκ του νόμου εκχώρηση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως στον ενεχυρούχο δανειστή τραπεζίτη, ο οποίος υποχρεούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στον ενεχυραστή, υποχρεούμενη προς τούτο σε λογοδοσία.

Παρά την αυτοτέλεια της αξιώσεως για παροχή λογοδοσίας, δεν αναιρείται ο επιβοηθητικός αυτής χαρακτήρας, συνιστάμενος, στην τυπική, αφηρημένης μορφής της, να εξυπηρετήσει την απαίτηση που πηγάζει από την κύρια σχέση. Για τον λόγο αυτόν, η ισχύουσα κατ' αρχάς για την αξίωση παροχής λογοδοσίας εικοσαετής, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, παραγραφή κάμπτεται και υπόκειται στην τυχόν βραχύτερη παραγραφή της κυρίας αξιώσεως, που πηγάζει από την έννομη σχέση, για την εξυπηρέτηση της οποίας δημιουργείται υποχρέωση λογοδοσίας.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ, σε πενταετή παραγραφή υπάγονται οι αξιώσεις των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν. Η περιοριστική διατύπωση της εν λόγω διατάξεως αναφέρεται αποκλειστικά σε απαιτήσεις από καταβολή τιμήματος ή αμοιβής από εμπορεύματα ή εργασίες ή την επιμέλεια ξένων υποθέσεων, και δαπανών που πραγματοποίησαν στα πλαίσια της επαγγελματικής αυτής δραστηριότητάς τους έμποροι, βιομήχανοι και χειροτέχνες.

Αντίθετα, οι λοιπές αξιώσεις τους υπάγονται στην συνήθη, 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Σε ουδεμία, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, από τις εν λόγω περιοριστικά αναφερόμενες αξιώσεις του άρθρου 250 αρ. 1 ΑΚ δεν υπάγεται η έννομη σχέση, προς εξυπηρέτηση της οποίας λειτουργεί η λογοδοσία, που αφορά, πάντοτε κατά το Εφετείο, ενεχύραση υπό αίρεση απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης από ασφάλισμα πλοίου, προς εξασφάλιση κατ' αυτής αξιώσεως της αναιρεσείουσας από συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εγγυήσεως δανείου, με εκχώρηση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως και δικαίωμα εισπράξεως αυτής από την εναγομένη, ως νομέα της εκχωρούμενης απαιτήσεως από της επιδόσεως της σχετικής συμβάσεως στους ασφαλιστές, με καταλογισμό της στην υπερής η εγγύηση οφειλή και υποχρέωση της εναγομένης να αποδώσει το τυχόν υπόλοιπο στην ενάγουσα, σύμφωνα με τα άρθρα 1209, 1210, 1247, 1248 ΑΚ και 35, 36, 39, 44 που ΝΔ της 17-7-12-8-1923 και έτσι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τίμημα από εμπορεύματα ή αμοιβή για εργασίες ή υπηρεσίες από την επιμέλεια ξένης υποθέσεως ή απαίτηση από την διενέργεια δαπανών, που δημιουργήθηκαν σε συνάφεια από τις εν λόγω συναλλαγές.

Επομένως, ο απομένων προς έρευνα τρίτος και τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται ευθεία παραβίαση του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη την φερόμενη ως θεμελιούμενη στην διάταξη του άρθρου 250 περ. 1 ΑΚ ένσταση (πενταετούς) παραγραφής της αναιρεσείουσας, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή της ότι η φερόμενη προς διάγνωση αξίωση της αναιρεσίβλητης έχει το προαναφερόμενο περιεχόμενο και εντεύθεν υπόκειται στην κατά το άρθρο 249 ΑΚ εικοσαετή παραγραφή, ελέγχεται ως αβάσιμος.

Αλλά και ο πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 19 της Κ.Πολ.Δ 559 (εκ πλαγίου παραβίαση της ΑΚ 250 αρ. 1) είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα παραπάνω περιστατικά, τα οποία έχουν πληρότητα, σαφήνεια και επάρκεια και από τα οποία (ως παραδοχές) δεν δικαιολογείται εν προκειμένω η εφαρμογή της ΑΚ 250 αρ. 1, αλλ' η εφαρμογή της ΑΚ 249.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για την εκ πλαγίου παραβίαση της ΑΚ 274 είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ΑΚ 274, ούτε αυτή η διάταξη ήταν εφαρμοστέα σύμφωνα με τις παραδοχές του. Ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 8 της Κ.Πολ.Δ 559, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης κατ' αυτής υπάγεται στην πενταετή παραγραφή της ΑΚ 250 αρ. 1 προκειμένης "επιμέλειας" υπόθεσης της αναιρεσίβλητης εκ μέρους της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές του Εφετείου, το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτόν της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε στην ουσία του.

Η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική αιτίαση στοιχειοθετείται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου, σε αντιδιαστολή με τον κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παρά το νόμο ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που παρέχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως.

Επομένως, η προβαλλόμενη με τον τρίτο και τελευταίο κατά σειρά πρόσθετο λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ευθέως παραβίασε την διάταξη του άρθρου 403 παρ. 5 ΚΠολΔ του εφαρμοστέου προϊσχύσαντος δικονομικού δικαίου με την απόρριψη του προταθέντος από την αναιρεσείουσα το πρώτον κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως λόγου εξαιρέσεως του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ... (συν) εγγυητού, με την κύρια αιτιολογία ότι δεν αποδεικνύεται εγγράφως ότι ο εν λόγω μάρτυρας κέκτηται έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, η παράλληλη επάλληλη αιτιολογία της αποφάσεως ότι και σε περίπτωση παραδεκτής προβολής του λόγου αυτού εξαιρέσεως του μάρτυρα δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη εννόμου αυτού συμφέροντος από την έκβαση της δίκης, που στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό του λόγου εξαιρέσεως διατακτικό της, δικαιολογεί την απόρριψη των παράλληλα διατυπουμένων υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετικών αιτιάσεων του άρθρου 559 αριθ. 14 και 11 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) του παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και (β) της λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως μη επιτρεπομένου αποδεικτικού μέσου, ομοίως ως απαραδέκτων, ως πληττουσών ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αβασίμως αποδίδεται ευθεία παραβίαση των άρθρων 346 ΑΚ, 473 ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 του Συντάγματος, πλημμέλεια η οποία συνδέεται με το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημα, κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν μεταβιβάσθηκε με την έφεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με την έννοια αυτή δεν απετέλεσε αντικείμενο της σε δεύτερο βαθμό δίκης, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της προσβαλλόμενης οριστικής αποφάσεως.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 ευρώ ( Κ.Πολ.Δ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 4/14-1-2009 αίτηση και με τους με ιδιαίτερο, 125/10-7-2009, δικόγραφο πρόσθετους λόγους της ΑΕ CITIBANK για αναίρεση της 779/31-10-2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2010 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ