174/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2245/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/9/2007 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated174/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): νοείται η κατά τα ανωτέρω πλήρης αποζημίωση, μέρος της οποίας αποτελεί και η επιδικαζόμενη με την απόφαση περί καθορισμού της αποζημιώσεως δικαστική δαπάνη, στην οποία υποβάλλεται αναγκαίως, δεδομένου ότι στη σχετική συζήτηση είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου, με συνέπεια να αποτελεί παρακολούθημα αυτής και χωρίς την καταβολή της να μην επέρχεται η συντέλεση της απαλλοτριώσεως (βλ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 174 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 174/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. ΜΟΞΕΛ Α.Ε." με έδρα στο ......, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Καλούδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Γιαννόπουλο και Κωνσταντίνο Γερογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2245/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/9/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 8/9/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως, λαμβάνεται υπόψη και κάθε δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, η οποία, ναι μεν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του ακινήτου, είναι όμως συνέπεια της απαλλοτριώσεως και επομένως ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως και τη δυνατότητα καταλήψεως του απαλλοτριουμένου.
νοείται η κατά τα ανωτέρω πλήρης αποζημίωση, μέρος της οποίας αποτελεί και η επιδικαζόμενη με την απόφαση περί καθορισμού της αποζημιώσεως δικαστική δαπάνη, στην οποία υποβάλλεται αναγκαίως, δεδομένου ότι στη σχετική συζήτηση είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου, με συνέπεια να αποτελεί παρακολούθημα αυτής και χωρίς την καταβολή της να μην επέρχεται η συντέλεση της απαλλοτριώσεως (βλ.
ΑΠ 269/2003, Ολ.ΑΠ 19/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α του Ν. 2282/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ίσχυε πριν τη συμπλήρωση τουμε το άρθρο 31 παρ. 1 εδ. α και β του Ν. 3130/2003, η οποία είναι όμοια με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 Ν.Δ 797/1971, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή τον αληθινό δικαιούχο της αποζημιώσεως που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποιήσεως ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8.
Με το άρθρο 31 εδ. α και β του Ν. 3130/2003 προστέθηκε στην παραπάνω διάταξη ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται "... ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποιήσεως ότι η αποζημίωση, η δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε κατά το άρθρο 18 παρ. 4, καθώς και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8".
Με το άρθρο 7 παρ 6 του Ν. 1730/1999, που περιέχει ειδικές ρυθμίσεις για απαλλοτριώσεις, που αφορούν Ολυμπιακά έργα και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 29 παρ. 12 εδ. ε του ΚΑΑΑ, η συντέλεση της απαλλοτριώσεως επέρχεται μόνο με την παρακατάθεση ή την καταβολή της αποζημιώσεως χωρίς να απαιτείται δημοσίευση της σχετικής ειδοποιήσεως στο ΦΕΚ.
Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 4, 21, 29 παρ. 3 του Ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις του Ν. 2882/2001 ενόψει και του ότι από το προϊσχύσαν Ν.Δ 797/1971, δεν προβλεπόταν προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις, που έχουν κηρυχθεί από 1-2-1971 και εφεξής, ο δε χρόνος ενάρξεως είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκειμένη περίπτωση που δεν προβλεπόταν τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο, από της ισχύος του Ν. 2882/2001, δηλαδή από 7-5-2001.
Γι' αυτό, ο βραχύτερος χρόνος των έξι μηνών από της γνώσεως αρχίζει και αυτός από της ισχύος του Ν. 2882/2001, ενώ η γνώση αναφέρεται στον καθορισμό της αποζημιώσεως και όχι στη συντέλεση της απαλλοτριώσεως. Σύμφωνα με αυτά, οι απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί μετά την 1-2-1971 και η συντέλεση έλαβε χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2882/2001, η προθεσμία για την άσκηση της αξιώσεως για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημιώσεως εκείνου που δεν έλαβε μέρος, ούτε κλήθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως είναι πενταετής και αρχίζει από 7-5-2001 και στην περίπτωση που αποδεικνύεται ότι έχει λάβει γνώση είναι εξάμηνη και αρχίζει και πάλι από 7-5-2001, εκτός αν η γνώση ανάγεται σε χρόνο μετά τη χρονολογία αυτή, οπότε αρχίζει από της γνώσεως (Ολ.ΑΠ 17/2006).
Η ανωτέρω πενταετής προθεσμία ισχύει σε κάθε περίπτωση, ήτοι και στην περίπτωση κατά την οποία η εξάμηνη προθεσμία που άρχισε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας εκείνης (πενταετίας), συμπληρώνεται μετά την πάροδο αυτής κι' επομένως η άσκηση της αξίωσης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης από εκείνον, που δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέτρα στην προηγούμενη σχετική δίκη, πριν μεν από την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας από τη γνώση του καθορισμού της αποζημίωσης, αλλά μετά τη συμπλήρωση της πενταετούς προθεσμίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, είναι εκπρόθεσμη.
Οι πιο πάνω διατάξεις περί προθεσμιών για την άσκηση της αξιώσεως για οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης απαλλοτριούμενων θεσπίστηκαν προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα για την ταχεία άρση των εμποδίων για την εκτέλεση έργων αναγκαίων για την κάλυψη άμεσων και βασικών αναγκών μεγάλου αριθμού ή και του συνόλου των πολιτών και γενικά για την διευκόλυνση της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας και ανάπτυξης της χώρας και των πολιτών της, δεν στερούν τον ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου της περιουσίας του χωρίς αποζημίωση, εφόσον σε κάθε περίπτωση προβλέπεται η καταβολή πλήρους αποζημίωσης με την καταβολή της δικαστικής δαπάνης, που επιδικάστηκε από το δικαστήριο για τον δικαιούχο, εφόσον βεβαίως αυτός υποβλήθηκε σε τέτοια δαπάνη, διότι διαφορετικά δεν υφίσταται αντίστοιχη μείωση της περιουσίας του, που πρέπει να αποκατασταθεί, δεν στερούνταν δικαιούχο της αποζημιώσεως από το δικαίωμα ακροάσεώς του από τα δικαστήρια, αφού αυτός έχει τη δυνατότητα εντός των ανωτέρω προθεσμιών, που έχουν οριστεί για τη υποβολή αίτησης οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης, από εκείνον ο οποίος δεν κλητεύτηκε και δεν έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης, να ασκήσει την ως άνω αξίωση νομότυπα και εμπρόθεσμα με όλα τα δικονομικά μέσα που προβλέπονται και για τους υπόλοιπους πολίτες, με αυτές δεν γίνεται καμία διάκριση, δεδομένου ότι ισχύουν για όλους όσοι βρίσκονται στην ίδια κατάσταση και κατά συνέπεια δεν προσκρούουν σε καμία από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ 2, 4 παρ. 1, 28 του Συντάγματος, 1 και 6 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα : "... Η παρακατάθεση της προσωρινής αποζημιώσεως που καθορίστηκε με την υπ αριθμ. 779/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την έκταση που απαλλοτριώθηκε, γνωστή ως ...... για την κατασκευή του Ολυμπιακού Χωριού και των συνοδευτικών αυτού εγκαταστάσεων και λειτουργιών, έγινε υπέρ αυτών που θα αναγνωριστούν δικαιούχοι στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 12-6-2000 με το υπ' αριθμ. ......
γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης και δημοσιεύτηκε και στο φύλλο με αριθμ. 370/τ.Δ'/21-6-2000 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, σχετική γνωστοποίηση, ανεξαρτήτως του ότι το τελευταίο, ενόψει του ότι επρόκειτο περί εκτελέσεως έργου που αφορούσε Ολυμπιακό έργο δεν ήταν υποχρεωτικό. Με την παρακατάθεση, κατά τα άνω, της καθορισθείσας προσωρινής αποζημιώσεως, επήλθε η συντέλεση της απαλλοτριώσεως, κατ' άρθρο 7 παρ. 1 του Ν.Δ 797/1971 που ίσχυε κατά το χρόνο της παρακαταθέσεως, αφού η παρακατάθεση για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται κατ' άρθρο 18 παρ. 4 του ΚΑΑΑ και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων προβλέφθηκε αργότερα δια της συμπληρώσεως του ταυτόσημου, με το παραπάνω άρθρο, άρθρου 7 παρ 1 του ΚΑΑΑ που ισχύει από 7-5-2001, με το άρθρο 31 του Ν. 3 130/2003.
Με βάση αυτά και τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον πρόκειται περί απαλλοτριώσεως που κηρύχτηκε μετά την 1-2-1971 και η συντέλεση της έλαβε χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) και συγκεκριμένα στις 12-6-2000, η προθεσμία για την άσκηση από την αιτούσα, η οποία δεν κλητεύτηκε, ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, της αξιώσεως της για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημιώσεως ήταν πενταετής που άρχισε από την ισχύ του Ν. 2882/2001, στις 7-5-2001 και έληγε στις 7-5-2006.
Η άσκηση της άνω αξιώσεως της αιτούσας με την υπό κρίση αίτηση που κατατέθηκε και επιδόθηκε στις 24-7-2006 έγινε μετά την πάροδο της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας ...". Μετά από αυτά, απέρριψε τον ισχυρισμό της αιτούσας ότι η ως άνω προθεσμία δεν είχε αρχίσει, δεδομένου ότι κατατέθηκε μόνο η προσωρινή αποζημίωση που είχε καθορίσει το δικαστήριο, χωρίς να κατατεθεί και η αντίστοιχη δικαστική δαπάνη και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, με συνέπεια η αποζημίωση να μην είναι πλήρης και να μην έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση, με την αιτιολογία ότι κατά το χρόνο που κατατέθηκε η προσωρινή αποζημίωση και γνωστοποιήθηκε η παρακατάθεση αυτή ίσχυε το άρθρο 7 του Ν.Δ 797/1971 με το οποίο δεν προβλέπονταν και η καταβολή της δικαστικής δαπάνης και με την επάλληλη σκέψη ότι η αιτούσα δεν είχε λάβει μέρος στη δίκη του καθορισμού της αποζημιώσεως και δεν είχε υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη, ακολούθως δε έκανε δεκτή την σχετική ένσταση του καθού περί παρόδου της ως άνω προθεσμίας και απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 28 του Συντάγματος 1 και 6 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 7 παρ. 1 του Ν. 797/1971 και 9 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 αναφορικά με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την άσκηση της αίτησης της αναιρεσείουσας εκπρόθεσμα κι επομένως με το να απορρίψει την αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και οι πρώτος κατά το πρώτο και τρίτο μέρος και δεύτερος κατά το πρώτο μέρος λόγοι της αναίρεσης από τις διατάξει του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα του χρόνου έναρξης τη ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας και της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Αναφορά του χρόνου που έλαβε γνώση η αναιρεσείουσα του καθορισμού της αποζημίωσης ενόψει του ισχυρισμού της ότι άσκησε την αίτηση εντός της εξάμηνης προθεσμίας από τη γνώση αυτή, που συμπληρώθηκε μετά την πάροδο της πενταετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κι επομένως η αίτησή του ήταν εκπρόθεσμη, δεν ήταν αναγκαία διότι στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ότι η απόσβεση της αξιώσεως της αναιρεσείουσας επήλθε λόγω της παρόδου πενταετίας από της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως, πέραν της οποίας δεν μπορεί να επεκταθεί η εξάμηνη προθεσμία.
Συνακόλουθα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. γι' αυτό και οι αντίθετες αιτιάσεις των ίδιων ως άνω λόγων της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμες. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Α. ΜΟΞΕΛ Α.Ε." για αναίρεση της 2245/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ