174/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 174 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated174/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 174 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 174 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 174/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΡΦΟΥΡ - ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 278/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2004 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 20-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και η αγωγή, καθώς και το ένδικο μέσο της εφέσεως,. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστα τα αναφερόμενα αγωγικά κεφάλαια και δη α) το αίτημα για καταβολή του ποσού των 50.232 δραχμών για "διαφορές μισθών" του δεύτερου εξαμήνου του έτους 1998, β) το αίτημα για καταβολή των αναφερόμενων στην ένδικη αγωγή χρηματικών ποσών "για αμοιβή 6ης ημέρας" και γ) το αίτημα για καταβολή των αναφερόμενων στην ίδια αγωγή χρηματικών ποσών για την πέραν του νόμιμου ωραρίου απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά τη δεύτερη ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεώς του, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως διαλαμβανόμενα, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην ως άνω πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 9 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως έχον αφήσει αιτήσεις αδίκαστες. Το Εφετείο όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν άφησε αδίκαστα τα ως άνω αγωγικά κεφάλαια. Και αυτό γιατί, ερευνώντας την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της υπ΄ αριθ. 278/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, δέχτηκε ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν δικαιούται τα αιτούμενα με την ένδικη από 19-2-2003 αγωγή του χρηματικά ποσά, επομένως και εκείνα τα οποία αφορούν τα ως άνω, φερόμενα ως αφεθέντα αδίκαστα, αγωγικά κεφάλαια, ακολούθως δε, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 534 ΚΠολΔ, αφού προέβη σε αντικατάσταση των σχετικών αιτιολογιών της πιο πάνω εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, με την οποία η ένδικη αγωγή του ίδιου είχε απορριφθεί ως έχουσα ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Επομένως ο προαναφερόμενος, από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ : Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ο αναιρεσείων προσλήφθηκε, στις 5-8-1996, από την ανώνυμη εταιρεία "ΝΙΚΗ ΑΕ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (η οποία, στη συνέχεια, απορροφήθηκε, κατόπιν συγχωνεύσεως, από την αναιρεσίβλητη εταιρία), που διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων (ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ) σε όλη την Ελλάδα και απασχολεί μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, προκειμένου να εργαστεί στο κατάστημα της Κέρκυρας. Η σύμβαση ήταν, αρχικά, δίμηνης διάρκειας, που μετά από διαδοχικές ανανεώσεις, μετατράπηκε, στις 5-12-1996, σε αόριστου χρόνου. Στον αναιρεσείοντα ανατέθηκαν αρχικά, καθήκοντα πωλητή, αλλά, με την πάροδο του χρόνου, λόγω των ιδιαίτερων ικανοτήτων που επέδειξε, εξελίχθηκε σε διευθυντή του πιο πάνω καταστήματος (δυναμικότητας 44 υπαλλήλων), με καθαρές μηνιαίες αποδοχές που διαμορφώθηκαν, κατ΄ έτος, στα ποσά των δραχμών 175.000 για το 1998, 250.000 για το 1999, 265.000 για το 2000, 310.000 για το 2001 και 335.000 για το 2002, οπότε και αποχώρησε από την επιχείρηση της αναιρεσίβλητης με δική του πρωτοβουλία. Το ύψος των αποδοχών του αναιρεσείοντος ήταν μεγαλύτερο σε σχέση με αυτές των λοιπών υπαλλήλων σε ποσοστό 30% περίπου. Στα πλαίσια δε των καθηκόντων του είχε αναλάβει τη διαχείριση και συντονισμό της εργασίας του υποκαταστήματος όπου εργαζόταν. Ειδικότερα, κατεύθυνε την εργασία των άλλων υπαλλήλων, μεριμνούσε για την τήρηση του ωραρίου εργασίας από μέρους των (αντίθετα, το δικό του ωράριο ήταν ελαστικό και δεν ελεγχόταν στην τήρησή του από κανέναν), εισηγείτο στους ανωτέρους του για την πρόσληψη ή μετακίνηση προσωπικού, διατηρούσε στο χώρο της επιχείρησης χωριστό γραφείο, στο οποίο διεκπεραίωνε τα ζητήματα που ανέκυπταν για την εύρυθμη λειτουργία του υποκαταστήματος, κρατούσε τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου και υποκαταστήματος, ήταν αγορανομικά υπεύθυνος για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας του υποκαταστήματος που διεύθυνε, φρόντιζε για τις προμήθειες και παραλαβές των προϊόντων, αλλά και την προβολή ορισμένων απ΄ αυτά, κατά την κρίση του, συναλλασσόμενος με προμηθευτές, μέσα στα όρια, βέβαια, που έθετε ο γενικός επιχειρησιακός σχεδιασμός της αναιρεσίβλητης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν είχε αποφασιστικές αρμοδιότητες στα οικονομικά θέματα της επιχείρησης (διαχείριση χρημάτων, σύναψη δανείων κ.λ.π.). Δεν κατείχε, συνεπώς, θέση εποπτείας ή διευθύνσεως της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης, αλλά ήταν ένα διευθυντικό στέλεχος μέσης κατηγορίας με διευθυντικές βέβαια αρμοδιότητες που περιορίζονταν όμως σε ένα υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης, χωρίς ευρύτερες αρμοδιότητες σε ολόκληρη την επιχείρηση ή σε σημαντικό τμήμα της, ώστε να επηρεάζει αποφασιστικά τις δραστηριότητες, την πορεία και την εξέλιξη της επιχείρησης, ούτε οι αποδοχές του υπερέβαιναν κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης αποδοχές, αφού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι προαναφερόμενες αποδοχές του αναιρεσείοντος αποτελούν αποδοχές υπαλλήλου μέσης στάθμης, με κάποια προϋπηρεσία και όχι διευθυντικού στελέχους μεγάλης επιχειρήσεως όπως η αναιρεσίβλητη. Στη συνέχεια, όμως δεν αποδείχθηκε ο χρόνος υπερεργασίας και υπερωρίας που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησε ο αναιρεσείων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1998-2002). Και τούτο γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ο τελευταίος δεν είχε υποχρέωση τήρησης ωραρίου εργασίας, αλλά το καθόριζε μόνος του, με κριτήριο της επιχειρησιακές ανάγκες του υποκαταστήματος που διεύθυνε. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε περαιτέρω ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται τα αιτούμενα με την ένδικη αγωγή χρηματικά ποσά για διαφορές αποδοχών (υπερεργασία, υπερωρίες κ.λ.π.) και ακολούθως, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 534 ΚΠολΔ, αφού προέβη σε αντικατάσταση των σχετικών αιτιολογιών της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τελευταίας, με την οποία η ένδικη αγωγή του ίδιου είχε απορριφθεί, ως έχουσα ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτεθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με τα χρονικά όρια εργασίας του αναιρεσείοντος και τη μη απόδειξη πραγματοποιήσεως υπερεργασίας και υπερωριών εκ μέρους ίδιου (αναιρεσείοντος), είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, κρίνεται επαρκής η αιτιολογία κατά την οποία "δεν αποδείχθηκε ο χρόνος υπερεργασίας και υπερωρίας που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησε ο ενάγων (αναιρεσείων) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1998-2002)", χωρίς να χρειάζεται να αναφερθεί και το επί πόσες ώρες απασχολούνταν αυτός ημερησίως και εβδομαδιαίως, αφού υπονοείται ότι οι ώρες αυτές δεν υπερέβαιναν τα νόμιμα χρονικά όρια. Δεν υφίσταται δε οποιαδήποτε αντίφαση από το ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων "δεν είχε υποχρέωση τήρησης ωραρίου εργασίας, αλλά το καθόριζε μόνος του, με κριτήριο τις επιχειρησιακές ανάγκες του υποκαταστήματος που διηύθυνε", αφού η παραδοχή αυτή, σε συνδυασμό με όσα λοιπά πιο πάνω αναφέρονται ως δεκτά γενόμενα, έχει την έννοια του εκ μέρους του αναιρεσείοντος καθορισμού του ωραρίου του κατά το δοκούν, αλλά μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια εργασίας. Επομένως, ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρος τους, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των ζητημάτων που αναφέρονται πιο πάνω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται, όπως εκτιμάται, αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Απριλίου 2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 113/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ