Supreme Court overturns appeal court ruling on inadmissibility of payment defense due to vague reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the First Instance Court's dismissal of an appeal regarding the inadmissibility of a payment defense. The lower court incorrectly rejected the defense as vague, despite the appellant clearly specifying dates, amounts, and reasons for payments. The Court ruled that the defense was sufficiently defined and that the trial court must calculate the remaining balance rather than dismiss the claim outright.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A defense of payment is admissible if clearly stated, requiring the court to determine the remaining balance rather than dismissing it for lack of specificity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1749 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1749/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιολέττα Βασιλάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, τις οποίες υπογράφει και ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Γιαλλούρης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. - Π. Π. του Σ., 2) Ε. Ν. του Μ., 3) Α. Κ. του Ι., 4) Κ. Β. του Ι., κατοίκων ... και 5) Έ. Κ. του Σ., κατοίκου ... Οι 2η και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, και οι λοιπές (1η, 3η και 5η) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Βαγενά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/11/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1560/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1154/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12/10/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 10750/26.1.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών - Πειραιώς, Μ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 12.10.2020 και με αριθ. κατάθεσης 7883/934/15.10.2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την 13η Απριλίου 2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτής προς τη δικηγόρο Αθηνών Μαρία Βαγενά, η οποία εκπροσώπησε τις αναιρεσίβλητες ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτών στη δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (άρθρα 130 παρ. 1 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 1 του άρθρου 143, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).
Κατά τη δικάσιμο αυτή (13.4.2021), η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορονοϊού (ΚΥΑ 22439/10.4.21, αναστολή από 12.4.2021 έως 19.4.2021), και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 9ης Νοεμβρίου 2021 με πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του ΑΠ και τήρηση από τη γραμματέα των εκεί προβλεπομένων διατυπώσεων (άρθρο 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021).
Κατά την τελευταία δικάσιμο (9.11.2021), η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με αίτημα της αναιρεσείουσας, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10.5.2022). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην τελευταία δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και ως προς αυτές, καθόσον η με επιμέλεια της Γραμματέως του δικαστηρίου εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 575 εδ.β σε συνδυασμό προς άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ και 83 παρ. 2 εδ. β Ν. 4790/2021).
2. Με την από 12.10.2020 και με αριθ. κατάθεσης 7883/934/15.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1154/19.10.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν τυπικά δεκτές και εν μέρει δεκτές ως κατ' ουσία βάσιμες οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, ήτοι α) η από 11.10.2018 και με αριθμό κατ. 95782/6586/2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και β) η από 25.2.2019 και με αριθμό κατ. 29831/2269/2019 έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων (ισχύσασα κατά μετατροπή ως αντέφεση) και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 1560/3.9.2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΥΦΛΩΝ (Κ.Ε.Α.Τ.)" και είχε δεχθεί εν μέρει, ως προς τη δεύτερη εναγομένη αστική μη κερδοσκοπική εταιρία με την επωνυμία "..." (ήδη αναιρεσείουσα), ως ουσιαστικά βάσιμη την από 27.11.2013 και με αριθ.
κατάθ. 160980/5468/29.11.2013 αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία οι τελευταίες ζητούσαν να επιδικαστούν σε εκάστη εξ αυτών τα αναφερόμενα ποσά, για δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας, αμοιβή για νυχτερινή απασχόληση και απασχόληση κατά τις ημέρες του Σαββάτου, της Κυριακής και των αργιών.
Στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάστηκαν σε βάρος της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "...", τα αναφερόμενα για κάθε ενάγουσα ποσά. Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αυτή (αναίρεση) κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 15.10.2020, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 19.2.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
3. Σύμφωνα με την ασφαλιστική και φορολογική νομοθεσία σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο προσδιορισμός του ύψους των μισθών και των πάσης φύσεως επιδομάτων ή λοιπών εργοδοτικών χρηματικών παροχών που εμπίπτουν στην έννοια των τακτικών αποδοχών γίνεται αφηρημένα, ήτοι σε ποσά που εκφράζουν αποδοχές οι οποίες δεν καταβάλλονται πραγματικά σε κάθε συγκεκριμένο εργαζόμενο (μικτές αποδοχές).
Από τον κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμό των αποδοχών, με τις οποίες αφηρημένα δικαιούται να αμειφθεί ο εργαζόμενος, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατήσει και αποδώσει αρμοδίως τις ασφαλιστικές εισφορές και το φόρο εισοδήματος, που επιβαρύνουν τον εργαζόμενο λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες και εφαρμοζόμενες διατάξεις της ασφαλιστικής και φορολογικής νομοθεσίας.
Μόνον ύστερα από αυτό, ο εργοδότης δύναται να καταβάλει στα χέρια του δικαιούχου το εναπομένον υπόλοιπο (καθαρές αποδοχές). Εφ' όσον, λοιπόν, διεκδικούνται δικαστικώς δεδουλευμένες αποδοχές έναντι των οποίων ουδέν έχει καταβληθεί, μετά τον προσδιορισμό τους σε μικτές αποδοχές, ο εργοδότης θα υποχρεωθεί μεν να καταβάλει το ποσό που προκύπτει, αλλά κατά την εκτέλεση, αφού παρακρατήσει τις ως άνω επιβαρύνσεις, θα καταβάλει στο δικαιούχο τις καθαρές αποδοχές και θα απαλλαγεί.
Αν όμως, έναντι των δεδουλευμένων μικτών αποδοχών έχουν γίνει μερικότερες καταβολές καθαρών αποδοχών, για την εξεύρεση του οφειλόμενου υπολοίπου το δικαστήριο της ουσίας πρέπει είτε να αναγάγει τις εισέτι οφειλόμενες μικτές αποδοχές σε καθαρές και κατόπιν να αφαιρέσει τις ήδη καταβληθείσες, είτε να αναγάγει τις καταβληθείσες καθαρές αποδοχές σε μικτές και κατόπιν να τις αφαιρέσει από τις οφειλόμενες (ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 1645/2018).
Εφόσον ο εναγόμενος εργοδότης προβάλλει κατ' ένσταση ότι έχει καταβάλει τα αιτούμενα με την αγωγή επί μέρους ποσά που διεκδικεί ο εργαζόμενος, στο δικαστήριο της ουσίας εναπόκειται να κρίνει, εάν τα επί μέρους ποσά που έχουν αληθώς καταβληθεί έναντι συγκεκριμένων οφειλών αντιστοιχούν πράγματι στα καθαρά ποσά, τα οποία απομένουν από τα διεκδικούμενα ποσά μικτών αποδοχών αφού από τα τελευταία αφαιρεθούν οι νόμιμες κρατήσεις (ΑΠ 1645/2018).
Eξάλλου, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής, ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 666/2020, ΑΠ 531/2015, ΑΠ 44/2004). Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί κατ` ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008).
Και στην περίπτωση αυτή, όπως σε κάθε ένσταση, πρέπει ν` αναφέρονται από τον οφειλέτη τα γεγονότα που, κατά νόμο, τη θεμελιώνουν και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από το δικαστήριο και να έχει ο δανειστής τη δυνατότητα ν` αμυνθεί. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της ενστάσεως, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της ενστάσεως κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 658/2015).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική βάση της ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 695/2021, ΑΠ 106/2015, ΑΠ 860/2014).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται, κατ` εκτίμηση, η από τον αρ. 14 (και όχι τον αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την προταθείσα νομίμως από την αναιρεσείουσα, τόσο στον πρώτο βαθμό με καταχώρηση στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με σχετικό λόγο έφεσης, ένσταση (ολοσχερούς) εξόφλησης των αξιώσεων των εναγουσών.
Από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε προτείνει, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επιγραμματικά, την ένσταση εξόφλησης, με καταχώρηση στα πρακτικά συνεδριάσεως, την οποία εν συνεχεία ανέπτυξε με τις έγγραφες προτάσεις της, μνημονεύοντας τις ημερομηνίες καταβολής και τα επί μέρους "καθαρά" ποσά που έχει καταβάλει στις ενάγουσες για κάθε επίδικη αιτία.
Την ένσταση αυτή εξόφλησης, που έγινε εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επανέφερε με την από 11.10.2018 και με αριθμό κατ. 9015/7398/2018 έφεσή της η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, παραπονούμενη για σφάλμα της πρωτοβάθμιας απόφασης, διότι καταλόγισε στις μικτές αποδοχές των αναιρεσιβλήτων τις επί μέρους χρηματικές καταβολές της, οι οποίες αναφέρονταν ρητώς ότι καταβλήθηκαν έναντι ή προς εξόφληση "καθαρών" αποδοχών, δηλαδή μετά τις νόμιμες κρατήσεις.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ήχθη διαφορά με την οποία ζητείτο η δικαστική επιδίκαση διαφορών μικτών αποδοχών, στο πλαίσιο της οποίας, η εναγομένη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι έχει προβεί στην εξόφληση των επίδικων χρηματικών απαιτήσεων των αντιδίκων της, με μερικότερες καταβολές καθαρών ποσών, χωρίς όμως ταυτόχρονα να προτείνει παραδεκτώς και την ένσταση καταβολής στο ΙΚΑ των εργατικών εισφορών.
Πιο συγκεκριμένα, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρότεινε επιγραμματικά την ένσταση εξόφλησης, την οποία εν συνεχεία ανέπτυξε με τις έγγραφες προτάσεις της μνημονεύοντας τις ημερομηνίες και τα επί μέρους "καθαρά" ποσά που έχει καταβάλει στις ενάγουσες για κάθε επίδικη αιτία, χωρίς όμως να κάνει ουδεμία αναφορά στις εργατικές εισφορές, που όμως και αυτές αποτελούσαν τμήμα των επίδικων αποδοχών, ήτοι χωρίς να περιέχεται σ' αυτές (προτάσεις) ισχυρισμός περί καταβολής των εν λόγω εισφορών, ώστε να θεμελιωθεί σχετική ένσταση και συνεπώς υποχρέωση του δικαστηρίου να την ερευνήσει.
Παρά ταύτα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προχώρησε στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της ενστάσεως αυτής, την οποία εν συνεχεία έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη, ενώ η ένσταση αυτή ήταν απαραδέκτως προταθείσα. Και ήταν απαραδέκτως προταθείσα διότι ο ρητός ισχυρισμός της εκκαλούσας περί ολοσχερούς εξοφλήσεως των επίδικων διαφορών (μικτών) αποδοχών, μέσω της καταβολής καθαρών ποσών, εμπεριείχε ταυτόχρονα (ως αυτόθροη συνέπεια) και τον προς κατάλυση του αγωγικού αιτήματος ισχυρισμό περί αποσβέσεως των σχετικών αξιώσεων και κατά το οικείο μέρος των βαρυνουσών τις ενάγουσες παρακρατητέων και αποδοτέων στους τρίτους ως άνω εισφορών, αφού διαφορετικά δεν θα ήταν νοητή η ολοσχερής εξόφληση, χωρίς όμως ταυτόχρονα να αναφέρει ότι είχε ήδη καταβάλει τις εισφορές αυτές, και χωρίς να μνημονεύει ποιο ήταν το ύψος αυτών (εισφορών), με περαιτέρω συνέπεια να δημιουργείται σύγχυση ως προς τον προσδιορισμό του ύψους του τελικού επιδικασθέντος ποσού, και να μην καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος ως προς το εάν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση των σχετικών αξιώσεων.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μεταβιβαζόμενο και μόνο στο εφετείο μέρος, ήτοι αποκλειστικά και μόνο κατά το μέρος που απέρριψε εν μέρει την ένσταση εξόφλησης της εκκαλούσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ορθώς κατ' αποτέλεσμα, αλλά με εσφαλμένη αιτιολογία απέρριψε την ένσταση αυτή, πλην όμως η σχετική αιτιολογία της εκκαλουμένης αντικαθίσταται με την ως άνω αιτιολογία της παρούσας απόφασης, καθώς η περί ξοφλήσεως ένσταση δεν θεωρείται αυτοτελές κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, με την προσβολή του οποίου δύναται αυτή (εκκαλουμένη απόφαση) να εξαφανιστεί.....".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας την πιο πάνω ένσταση εξοφλήσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, καίτοι αυτή ήταν ορισμένη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας ως εκ τούτου στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, η ένσταση εξοφλήσεως ήταν πλήρως ορισμένη, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ανέφερε με σαφήνεια την ημεροχρονολογία εκάστης καταβολής, τον τρόπο και την αιτιολογία καταβολής του ποσού, καθώς και εάν καταβλήθηκε έναντι ή προς εξόφληση ποιου ακριβώς ποσού και για ποια αιτία.
Το γεγονός ότι η εναγομένη αναφέρει καταβολή "καθαρών" ποσών έναντι μικτών αποδοχών, δεν καθιστά αόριστη την ένσταση εξοφλήσεως, αλλά, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, γεννάται υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας για την εξεύρεση του οφειλόμενου υπολοίπου, είτε να αναγάγει τις εισέτι οφειλόμενες μικτές αποδοχές σε καθαρές και κατόπιν να αφαιρέσει τις ήδη καταβληθείσες είτε να αναγάγει τις καταβληθείσες καθαρές αποδοχές σε μικτές και κατόπιν να τις αφαιρέσει από τις οφειλόμενες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω (πρώτου και δεύτερου) λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 1154/19.2.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ