Appeal dismissed for lack of specific reasoning regarding the defendant's claim of a virtuous life before conviction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a fifth-instance court's conviction, ruling that the lower court correctly rejected the defendant's claim of a virtuous life prior to imprisonment. The defendant argued this circumstance should mitigate his sentence, but the court found his assertions vague and lacking concrete proof of positive social contribution. Consequently, the court held that the lower court was not obligated to provide detailed reasoning for rejecting this unsubstantiated claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(d) and (b) of the Code of Criminal Procedure; The appeal based on lack of specific reasoning for rejecting a claim of a virtuous life is inadmissible if the claim is unsubstantiated and lacks concrete evidence of positive social conduct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1749 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1749/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Μ. του J., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …. που εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Δημήτριο Μανούση, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 134/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.3146/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντες τους:1) Σ. Μ., κάτοικο ..., 2) Δ. Σ. και 3) Ε. Σ., ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 414/2018.
Αφού άκουσε Τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο, ενώ, κατά την παρ. 2 του άρθρου 515 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 20-4-2018 και 26-4-2018 αποδεικτικά επιδόσεως της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ., οι πολιτικώς ενάγοντες της κρινόμενης υπόθεσης Μ. Σ., Σ. Δ. και Σ. Ε. με αναιρεσείοντα τον Σ. Μ. του J., κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 εδ.
β' και 2 εδ. β' του ως άνω Κώδικα, για να εμφανιστούν στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, που είχε οριστεί για να συζητηθεί η από 5-3-2018 και με αριθμό 24/2018 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντα για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3146/2017 καταδικαστικής γι'αυτόν αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πλην όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Μετά από αυτά, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.
Η επιβαλλομένη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως, που σε περίπτωση αναγνωρίσεώς της επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 του αυτού Κώδικα, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχείο Β' του ιδίου Κώδικα.
Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή του, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό.
Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ με στοιχ. α' τοιαύτη, ήτοι το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες τις μορφές της συμπεριφοράς του.
Δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.
Συνεπώς, ο έντιμος βίος απαιτεί θετική συμπεριφορά, αποδεικνυόμενη με συγκεκριμένα περιστατικά.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος α) εγκληματικής οργάνωσης, β) ληστειών κατά συρροή από κοινού με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου και μη, γ) ομαδικού βιασμού και δ) παράνομης οπλοφορίας κατ'εξακολούθηση, του επιβλήθηκε δε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι πέντε (25) ετών.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, προέβαλε το αίτημα να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ. Ειδικότερα, προέβαλε ως αυτοτελή ισχυρισμό, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε προφορικά, τα εξής κατά πιστή μεταφορά: "Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριό Σας πρέπει να μου αναγνωρίσει το ελαφρυντικό του άρθρ. 84 παρ. 2 εδ.
α', ήτοι το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Ουδέποτε στο παρελθόν υπήρξα φυγόδικος ή φυγόποινος, ούτε έχω απασχολήσει μέχρι σήμερα την ελληνική δικαιοσύνη ακόμα και για ήσσονος σημασίας πράξεις. Άλλωστε πριν την εμπλοκή μου στην συγκεκριμένη υπόθεση διαβιούσα με την μητέρα μου και τις αδελφές μου απολύτως νόμιμα στην Χώρα Σας, τηρώντας απαρέγκλιτα τις προϋποθέσεις που θέτει η ελληνική κοινωνία για την σύννομη ενσωμάτωση των αλλοδαπών υπηκόων στους κόλπους της, απολαμβάνοντας κοινωνική και προσωπική αναγνώριση και σεβασμού, ενώ ο βίος μου χαρακτηρίζεται ευυπόληπτος, καθώς πρώτιστο μέλημά μου ήταν η σύννομη διαβίωσή μου και η εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για εμένα και την οικογένειά μου.
Σημειωτέον ότι, πριν τον παρόντα εγκλεισμό μου διήγα έναν καθ' όλα σύννομο ευνομούμενο και έντιμο βίο. Συγκεκριμένα, μέχρι και τη σύλληψή μου εργαζόμουν απολύτως νόμιμα ως ηλεκτρολόγος εξασφαλίζοντας τα απαραίτητα στην οικογένειά μου.
Συνεπώς, ουδεμία αμφιβολία πρέπει να καταλείπεται αναφορικά με το γεγονός ότι συντρέχει στο πρόσωπό μου η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, κατ' άρθ. 84 παρ.2 εδ.α, καθώς δεν έχω διαπράξει άλλες αξιόποινες πράξεις, εργαζόμουν απολύτως νόμιμα και έντιμα και πριν τον εγκλεισμό μου συμπεριφερόμουν κατά τον τρόπο που θεωρείται ως ορθός σύμφωνα με τα αξιολογικά κριτήρια του κοινωνικού συνόλου, διότι επιτέλεσα κατά λειτουργικό τρόπο τις κοινωνικές σχέσεις και τους κοινωνικούς ρόλους που αναγνωρίζονται ως λειτουργικά στοιχεία του κοινωνικού συστήματος, μέσω των κοινωνικών μου συναναστροφών και απολαμβάνοντας κοινωνικής αναγνώρισης και σεβασμού.
Και αυτό διότι η έννοια του έντιμου βίου έχει αξιολογικό περιεχόμενο και προϋποθέτει ουσιαστικό έλεγχο σχετικά με την σταθερή εκπλήρωση των ατομικών, οικογενειακών και κοινωνικών υποχρεώσεων και καθηκόντων του κατηγορουμένου". Έτσι όμως ως διατυπώθηκε ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος, αφού, κατά την ως άνω σχετική νομική σκέψη, μόνον το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητάς του μέχρι την τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε και η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά του στα πλαίσια της οικογένειας και η άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν χωρίς την επί πλέον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του, τα οποία εν προκειμένω ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε. Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει πολύ περισσότερο δε να αιτιολογήσει την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού, τον οποίο, παρά ταύτα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Συνεπώς, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Β' ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη ακρόασης ως προς την απόρριψη του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2018 (αριθμ. 24/2018) αίτηση του Μ. Σ. του J., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3146/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ