Legislator Case Law & Legislation
1749/2017 AI generated

1749/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1749/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1749/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1749 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1749/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ι. του Π., 2) Ε. Λ. συζ. Μ. Ι., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4062/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4448/2014 μη οριστική και 3443/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της.

Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.

Περαιτέρω, 1) κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "...Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 19 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες... κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων". 2) Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 16 παρ. 1 και 4 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο, δεν επιτρέπεται δε να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία..., εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν. 3) Στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 ΚΟΚ ορίζεται ότι ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους και 4) σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΚΟΚ για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές".

Κατά δε το άρθρο 26 του ΚΟΚ, η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (παρ. 4). Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση ή προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Κατ’ εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα, β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα, δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα (παρ. 5).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιονδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του ανθρώπου. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.

Το ποσόν του επιδικαζομένου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειές της αφενός και την ηλικία του παθόντος, αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεώς του όπως συμβαίνει και στην περίπτωσή της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Περαιτέρω με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Ενόψει τούτων δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα παραπάνω συνάγεται ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ελέγχονται ως πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Εξάλλου, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, ή την ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας των οδηγών των οχημάτων, που συγκρούσθηκαν στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 1.8.2009 και περί ώρα 20.10 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... 1ΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας αυτού και της δεύτερης εναγόμενης, που ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για αποζημίωση στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινείτο στην Ν.Ε.Ο.

Αθηνών-Κορίνθου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κόρινθο στο ύψος του 23ου χιλιομέτρου αυτής με κανονική ταχύτητα. Στην ως άνω χιλιομετρική θέση η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, ευθεία, οριζόντια, με διαχωριστική νησίδα ασφαλείας και με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 80 χλμ/ώρα.

Το ρεύμα πορείας προς Κόρινθο της ως άνω οδού έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και πλάτος 10.50 μέτρων. Μετά το πέρας του οδοστρώματος του εν λόγω ρεύματος κυκλοφορίας υπάρχει συνεχής μονή διαχωριστική γραμμή, η οποία χωρίζει το οδόστρωμα του εν λόγω ρεύματος από την ακραία δεξιά λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α), πλάτους 3 μέτρων, δηλαδή αποτελεί οριογραμμή του άκρου του οδοστρώματος με την έννοια του άρθρου 5 παρ. 6 του ΚΟΚ και δεν αποτελεί οριζόντια διαγράμμιση κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΟΚ.

Το εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας χωρίζεται με υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα, πλάτους 4,30 μέτρων από την παράλληλη οδό της Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Κορίνθου. Η ως άνω υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα διακόπτεται σε μήκος 35 μέτρων στη συμβολή του παραπάνω ρεύματος κυκλοφορίας με την παράλληλη οδό. Το άνοιγμα μήκους 35 μέτρων αποτελεί έξοδο των κινουμένων στην παράλληλη οδό στο παραπάνω ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω Εθνικής Οδού και είσοδο των κινουμένων οχημάτων στο παραπάνω ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού προς την παράλληλη οδό με δυνατότητα αφού τη διασχίσουν κάθετα να φθάσουν στη κεντρική είσοδο και στον χώρο στάθμευσης του πολυκαταστήματος "...".

Κατά τον ως άνω χρόνο ήταν ημέρα, με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων και ανύπαρκτη πεζών. Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο ο ενάγων, οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κινείτο στην παράλληλη οδό της Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Κορίνθου με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κόρινθο καταλαμβάνοντας μικρό τμήμα του αντιθέτου για την πορεία του ρεύματος κυκλοφορίας (προς Αθήνα) με ταχύτητα 100 χλμ/ώρα, όπως αυτή προσδιορίζεται από τα δεδομένα μετά την σύγκρουση των ως άνω οχημάτων, που θα αναφερθούν κατωτέρω.

Η παράλληλη οδός της ΝΕΟ Αθηνών-Κορίνθου είναι διπλής κατεύθυνσης, χωρίς διαγράμμιση, ευθεία, οριζόντια, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,30 μέτρα. Στην ως άνω χιλιομετρική θέση δεξιά σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος υπάρχουν δύο τσιμεντένιες ζαρντινιέρες, που απέχουν μεταξύ τους απόσταση 8 μέτρα, η οποία (απόσταση) αποτελεί τη δίοδο για την είσοδο στο χώρο στάθμευσης του ως άνω πολυκαταστήματος.

Πλησιάζοντας στο διάκενο της νησίδας ο πρώτος εναγόμενος, προτιθέμενος να εισέλθει στον ως άνω χώρο στάθμευσης, μείωσε την ταχύτητα με την οποία κινείτο και αφού έθεσε σε λειτουργία το δεξιό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας) διήλθε την οριογραμμή, εισήλθε στη βοηθητική λωρίδα της ΝΕΟΑΚ και στη συνέχεια κινήθηκε στο διάκενο της νησίδας ασφαλείας, όπου υπάρχει στο οδόστρωμα μία συνεχής αποχρωματισμένη γραμμή, η οποία συνδέει διαγωνίως τα άκρα της νησίδας ασφαλείας στο σημείο που αυτή διακόπτεται, όπως επίσης και μία διακεκομμένη αποχρωματισμένη γραμμή, λοξή από το άκρο της νησίδας προς τη δεξιά οριογραμμή της Ν.Ε.Ο.Α.Κ, η οποία συνεχής πλάγια γραμμή, αλλά και η διακεκομμένη πλάγια γραμμή δεν αποτελεί οριζόντια διαγράμμιση, και αφού διήλθε το διάκενο, εισήλθε στην παράλληλη οδό, προκειμένου να τη διασχίσει κάθετα χωρίς να ελέγξει προηγουμένως αν μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρησιμοποιούντων την παράλληλη οδό και κινούντο στο πλάι του ή εμπρός του λαμβάνοντας υπόψη την ταχύτητα με την οποία κινούντο.

Ενώ βρισκόταν στο ρεύμα της οδού αυτής με κατεύθυνση προς Αθήνα σε επαφή σχεδόν στο εμπρόσθιο τμήμα του με το ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς Κόρινθο συγκρούστηκε η εμπρόσθια γωνία του αυτοκινήτου που οδηγούσε με το εμπρόσθιο τμήμα της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων. Η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή ώστε αποκολλήθηκε ο προφυλακτήρας του αυτοκινήτου, η δε δίκυκλη μοτοσικλέτα εκτράπηκε της πορείας της προς τα δεξιά κινούμενη λοξά περί τα 20 μέτρα και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της στην εμπρόσθια αριστερή γωνία της υπάρχουσας δεύτερης ζαρντινιέρας.

Ακολούθως ανατράπηκε αριστερά της πορείας της και στη συνέχεια αφού σύρθηκε στο οδόστρωμα σε απόσταση 28 μέτρων προσέκρουσε στο κράσπεδο της νησίδας της Ν.Ε.Ο.Α.Κ και της παράλληλης οδού όπου και ακινητοποιήθηκε. Εξαιτίας της ανωτέρω σύγκρουσης ο ενάγων τραυματίστηκε σοβαρά και καταστράφηκε ολοσχερώς η μοτοσικλέτα που οδηγούσε.

Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο ως άνω οδηγών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις. Η αμέλεια του ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, σε ποσοστό 60%, συνίσταται ειδικότερα στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν ασκούσε την εποπτεία και τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε ώστε να είναι σε θέση σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, κινείτο με ταχύτητα 100 χλμ/ώρα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο άκρο αριστερό του ρεύματος πορείας με κατεύθυνση προς Κόρινθο καταλαμβάνοντας και τμήμα του αντιθέτου για την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας (προς Αθήνα), την οποία ταχύτητα, όταν έφθασε στον ως άνω ισόπεδο οδικό κόμβο, εκλαμβάνοντας ότι έχει προτεραιότητα, δεν μείωσε για να βεβαιωθεί ότι μπορεί να διέλθει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, αλλά συνέχισε με την ως άνω ταχύτητα την πορεία του, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 32 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 16 του ΚΟΚ, που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Η αμέλεια του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, σε ποσοστό 40%, συνίσταται ειδικότερα στο δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, προτιθέμενος δε να εισέλθει σε ισόπεδο οδικό κόμβο και να διασχίσει κάθετα την παράλληλη οδό δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού λαμβάνοντας υπόψη του τη θέση τους και την ταχύτητα με την οποία κινούντο, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 5 του ΚΟΚ, που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.... (Ακολουθεί αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων).

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κινείτο με πολλή μικρή ταχύτητα (κατά την αγωγή) την οποία σύμφωνα με την κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθόρισε στα 40 χλμ/ώρα και με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής του στα 60-70 χλμ/ώρα και ότι κινείτο στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος.

Και τούτο διότι η πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας μετά τη σύγκρουση μόνο σύννομη ταχύτητα δεν υποδηλώνει. Εξάλλου οι διαγώνιες κινήσεις της δίκυκλης μοτοσικλέτας μετά την ένδικη σύγκρουση δεν δικαιολογούνται αν η σύγκρουση είχε γίνει στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας προς Κόρινθο. Επίσης, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι είχε προτεραιότητα κινούμενος από δεξιά σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγόμενου και ότι ο τελευταίος παραβίασε την προτεραιότητά του δεν αποδείχθηκε βάσιμος.

Και είναι μεν αληθές ότι το άρθρο 26 παρ. 5 του ΚΟΚ ορίζει ότι στους κόμβους χωρίς σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, η προτεραιότητα ανήκει σ’ αυτόν που έρχεται από τα δεξιά πλην όμως το εν λόγο άρθρο εισάγει εξαίρεση στο εδ. α’ της παρ. 5 του ΚΟΚ που ορίζει "κατ’ εξαίρεση: α) αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, Εθνικές οδούς και ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα", δηλαδή στο συγκεκριμένο σημείο της ένδικης σύγκρουσης δεν ισχύει ο κανόνας της εκ δεξιών προτεραιότητας και ως εκ τούτου ο πρώτος εναγόμενος είχε προτεραιότητα σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος...

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μετά την ένδικη σύγκρουση διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου Ελευσίνας "..." στο τμήμα επειγόντων περιστατικών, απ’ όπου μεταφέρθηκε στο Γ.Ν.Α. "...", όπου έγινε εισαγωγή του στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και παρέμεινε νοσηλευόμενος καταστολή έως την 9.9.2009.

Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Β’ Ορθοπεδική Κλινική του άνω Νοσοκομείου, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως την 24.9.2009. Κατά την εισαγωγή του στο "..." διαπιστώθηκε από τους ιατρούς ότι ο ενάγων υπέστη υποκεφαλικό κάταγμα δεξιού μηριαίου, συνδεσμική κάκωση δεξιού γόνατος με ρήξη οπισθίου χιαστού, συντριπτικό κάταγμα άνω και μέσου τριτημορίου διαφύσεων κνήμης, διαϋπερκονδύλιο κάταγμα, εξάρθρημα δεξιού αγκώνα, μεγάλο έλλειμμα ραχιαίας επιφάνειας δεξιού άκρου ποδός με διατομή του κοινού εκτείνοντα τους δακτύλους και συντριπτικό κάταγμα επιγονατίδας δεξιού γόνατος.

Για την αντιμετώπιση των ανωτέρω καταγμάτων ο ενάγων υποβλήθηκε στις ακόλουθες χειρουργικές επεμβάσεις: κοχλίωση για το υποκεφαλικό κάταγμα του ισχίου, εξωτερική οστεοσύνθεση για το κάταγμα του μηριαίου, εσωτερική οστεοσύνθεση για το κάταγμα της επιγονατίδας, εξωτερική οστεοσύνθεση για το κάταγμα της κνήμης με ταυτόχρονη γεφύρωση των εξωτερικών οστεοσυνθέσεων μηρού-κνήμης για αντιμετώπιση της συνδεσμικής κάκωσης του γόνατος, εσωτερική οστεοσύνθεση για το κάταγμα του αγκώνος και συρραφή του τένοντα των εκτεινόντων και κάλυψη της περιοχής με δερματικό μόσχευμα από τους πλαστικούς χειρουργούς.

Στις 24.9.2009 εξήλθε από το ως άνω Νοσοκομείο με οδηγίες για επανέλεγχο στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία, όπου παρακολουθήθηκε ανά μηνιαία διαστήματα, ενώ στο μεταξύ παρέμεινε κλινήρης. Στις 25.1.2010 επανεισήχθη στο ως άνω Νοσοκομείο, όπου έγινε αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης του μηρού, στις 10.3.2010 έγινε εξωτερική οστεοσύνθεση της κνήμης μετά την πώρωση των καταγμάτων, την 23.4.2010 υποβλήθηκε σε ανοικτή αρθρόλυση δεξιού γόνατος με ταυτόχρονη αφαίρεση υλικών οστεοσύνθεσης επιγονατίδας και εξήλθε την 3.5.2010 με οδηγίες για εντατική φυσιοθεραπεία βάδιση με βακτηρίες.

Την 2.3.2011 επανεισήχθη στο άνω Νοσοκομείο όπου υποβλήθηκε σε νέα επέμβαση οστεοτομίας βλαισότητας ισχίου και εξήλθε την 9.3.2011 με οδηγίες για βάδιση με μερική φόρτιση και επανέλεγχο στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου. Σύμφωνα με την από 11.11.2014 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού-χειρουργού Ν.

Π., που διορίστηκε πραγματογνώμων με την υπ’ αρ. 4448/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που εκτιμάται ελεύθερα, ο ενάγων εξαιτίας των σωματικών κακώσεων που υπέστη από τον ένδικο τραυματισμό του κατέστη μόνιμα πλήρως ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του βοηθού μηχανικού όσο και για την άσκηση οιουδήποτε άλλου κοινωνικά και οικονομικά ισοδυνάμου λόγω της βράχυνσης του δεξιού σκέλους του κατά 1,5 έως 1,8 cm και της σημαντικής παραμόρφωσης του δεξιού γόνατος λόγω απώλειας της κίνησης και της οπίσθιας παρεκτόπισης.

Αντίθετα σύμφωνα με την ιατρική πραγματογνωμοσύνη του χειρουργού - ορθοπεδικού Κ. Σ. τεχνικού συμβούλου της ασφαλιστικής εταιρείας, που εκτιμάται ελεύθερα, ο ενάγων εμφανίζει μόνιμη μερική ανικανότητα σε συνολικό ποσοστό 44,5%, λόγω ανισοσκελίας που δεν ξεπερνά το 1-1,5 cm, και απώλειας κάμψης 30° του δεξιού γόνατος, είναι σε θέση να ασκεί το επάγγελμά του ως βοηθός μηχανικός ή οιουδήποτε άλλο κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμου.

Με την από 19.11.2009 και υπ’ αρ. πρωτ. .../2009 Γνωμάτευση της Α’ Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος για εργασία για το χρονικό διάστημα από 15.5.2010 έως 31.7.2010. Την 12.1.2011 εξετάστηκε εκ νέου από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ και κρίθηκε ανίκανος από 15.7.2010 μέχρι 31.7.2011 και με την υπ’ αρ.

Γνωμάτευση Πιστοποίησης Αναπηρίας και την από 11.4.2012 απόφαση του Διευθυντή κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% από 1.12.2011 έως 30.11.2013. Από την υπ’ αρ. πρωτ. ...21.4. 2015 Βεβαίωση του ΙΚΑ Υπ/μα Ελευσίνας προκύπτει ότι ο ενάγων για το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 έως 13.12.2010 επιδοτήθηκε με το ποσό των 7.853,11 ευρώ. Επίσης, από την υπ’ αρ.

πρωτ. .../9.4.2015 Βεβαίωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ προκύπτει ότι στον ενάγοντα χορηγήθηκε σύνταξη λόγω αναπηρίας με ποσοστό αναπηρίας 80% για το χρονικό διάστημα από 15.7.2010 έως 31.7.2011, η οποία σύνταξη παρατάθηκε για το διάστημα από 1.8.2011 έως 30.11.2013 με ποσοστό αναπηρίας 67% και από 1.11.2013 έως 31.12.2015 με επίσης ποσοστό αναπηρίας 67%...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του, σύμφωνα με την από 2.10.2010 ιατρική γνωμάτευση του πλαστικού χειρουργού Λ. Π., εμφανίζει τις ακόλουθες βλάβες: α) κατά το δεξιό οπίσθιο βραχίονα και πήχυ ουλή χειρουργικής αιτιολογίας μήκους 20 εκ. και εύρους 2,5 εκ., β) στην περιοχή του δεξιού ριζομηρίου ουλή μήκους 14 εκ., γ) στη μεσότητα του δεξιού προσθίου μηρού ουλή μήκους 24 εκ., δ) στο μηρό, το γόνυ και την κνήμη πολλαπλές δίκην δερματικών οπών βάθους 1 εκ., ε) κατά τον πρόσθιο αριστερό μηρό υπόχρωμος περιοχή με διευρυμένους τους δερματικούς πόρους και υπερπληθυσμό τριχικών θυλάκων σχήματος ορθογωνίου και διαστάσεων 12 χ 8 εκ., στ) στη ράχη του άκρου ποδός ουλή ανώμαλος, γεωγραφικής υφής 14 χ 7 εκ., ζ) στο πέλμα ουλή 12 εκ., η) τραυματική δερμοστιξία με τρεις μελαγχρωστικές γραμμοειδείς εστίες διαστάσεων 1 εκ., θ) δυσχρωσία του δεξιού ώμου διαστάσεων 7 χ 4 εκ., ι) στη μεσότητα του άνω χείλους και την ανατομική περιοχή του φίλτρου ουλή μήκους 0,8 εκ.

και τέλος το ακρορρίνιο εμφανίζεται παρεκτοπισμένο, λόγω ελλείμματος χόνδρου από την αριστερή πλευρά. Οι ανωτέρω βλάβες χρήζουν αποκατάστασης, επειδή εκτός της δυσμορφίας προκαλούν άλγος και λειτουργικά προβλήματα ιδίως στα κάτω άκρα... Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού πταίσματος του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου, το είδος της προσβολής του ενάγοντος από την εκτεθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, την ηλικία του ενάγοντος (23 ετών) κατά το χρόνο του ατυχήματος, την έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σ’ αυτόν από τον τραυματισμό του (συνεκτιμωμένου του γεγονότος ότι ο ενάγων απαιτείται να υποβληθεί σε δύο πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις για τη βελτίωση της εμφάνισης και της λειτουργικότητας του ποδιού του) και των συνεπειών της απ’ αυτόν, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική) ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης ποσού 30.000 ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο...

Τέλος, από τα ως άνω προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα και την από 10.4.2014 Γνωστοποίηση Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας του ΙΚΑ προκύπτει ότι ο ενάγων συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του κατέστη ανάπηρος κατά ποσοστό 67% τουλάχιστον μέχρι 31.12.2015. Ας σημειωθεί ότι και με προηγούμενες αποφάσεις της Α’ Υγειονομικής Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α, ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος προς εργασία σε ποσοστό 67% κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα (από 1.7.2009).

Συνεπώς εξαιτίας της ανωτέρω) βλάβης της υγείας του ο ενάγων κατέστη ανίκανος προς εργασία σε ποσοστό 67% τουλάχιστον μέχρι 31.12.2015. Η ως άνω αναπηρία του επιδρά δυσμενώς από το χρόνο του τραυματισμού του μέχρι και την 31.12.2015 στην οικογενειακή, επαγγελματική, οικονομική, ατομική και κοινωνική του ζωή λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας του και λαμβανομένων υπόψη και των προσδιοριστικών στοιχείων που κατά τα ανωτέρω λήφθηκαν υπόψη για τη θεμελίωση της αξίωσης από το άρθρο 932 ΑΚ.

Έτσι, ο ενάγων δικαιούται χρηματικής παροχής κατ’ άρθρο 931 ΑΚ, ποσού 10.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε αποζημίωση για τη θετική ζημία, το διαφυγόν, κέρδος, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από το ένδικο ατύχημα και εύλογη αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, αφού έκρινε ότι ο ενάγων είναι συνυπαίτιος του ατυχήματος και του τραυματισμού του, σε ποσοστό 60% κατά παραδοχή σχετικής περί συνυπαιτιότητας αυτού ένστασης των εναγομένων.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν τις συνεκδικασθείσες αντίθετες εφέσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και της εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος η αγωγή, αφού κρίθηκε συνυπαίτιος ο ενάγων κατά το ίδιο παραπάνω ποσοστό και είχαν επιδικασθεί διαφορετικά ποσά αποζημίωσης, απορρίφθηκε δε κατ’ ουσίαν η αντέφεση του πρώτου και δεύτερου των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ιδίως των άρθρων 914, 300 ΑΚ και 26 του ΚΟΚ ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας των διαδίκων οδηγών στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και της αναγκαίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας συνυπαιτιότητάς τους και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους.

Ειδικότερα τη συνυπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου, που κάλυπτε ασφαλιστικά η τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αποδίδει το δικαστήριο της ουσίας στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και ενώ είχε πρόθεση κινούμενος επί της Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Κορίνθου με κατεύθυνση προς Κόρινθο να εισέλθει δεξιά σε ισόπεδο κόμβο, όπου δεν υπάρχει σήμανση και να διασχίσει κάθετα την παράλληλη οδό της Ν.Ε.Ο.

και είχε την προτεραιότητα σε σχέση με την κινούμενη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων στην παράλληλη αυτή οδό, δεν έλεγξε προηγουμένως ότι μπορούσε να προβεί στην ενέργεια αυτή χωρίς κίνδυνο των λοιπών οδηγών που εκινούντο στην ίδια παράλληλη οδό. Περαιτέρω το Εφετείο τη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού αποδίδει στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε, εκινείτο με ταχύτητα 100 χιλ./ώρα, που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, στο άκρο αριστερό του ρεύματος προς Κόρινθο, καταλαμβάνοντας και τμήμα του αντιθέτου ρεύματος προς Αθήνα, την οποία δε μείωσε, όταν έφθασε στον ισόπεδο κόμβο, για να βεβαιωθεί ότι μπορεί να διέλθει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών οδηγών, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας των διαδίκων οδηγών και ο τρίτος λόγος κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, σε σχέση με το ίδιο ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας των οδηγών, είναι αβάσιμοι.

Ειδικότερα το Εφετείο σε σχέση με την προτεραιότητα του εναγόμενου οδηγού στον παραπάνω ισόπεδο κόμβο, όπου δεν υπάρχει σήμανση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 4 και 5 του ΚΟΚ, καθ’ όσον τα ανελέγκτως παραπάνω γενόμενα δεκτά περιστατικά ότι στον οδικό αυτό κόμβο είχε την προτεραιότητα ο τελευταίος, ως κινούμενος επί της Ν.Ε.Ο.

και συνεπώς υπάρχει εξαίρεση από τον κανόνα της εκ δεξιών προτεραιότητας, πληρούν το πραγματικό αυτών των διατάξεων, αφού η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει μόνο για τους οδηγούς που κινούνται σε αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έναντι εκείνων που επιθυμούν να εισέλθουν σ’ αυτές, αλλά ισχύει και όταν οι ίδιοι οδηγοί που κινούνται στις παραπάνω οδούς (αυτοκινητοδρόμους κ.λπ.) εξέρχονται από αυτές, ενόψει του ότι τέτοια διάκριση δε γίνεται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΟΚ.

Δεν ήταν αναγκαίο δε, το Δικαστήριο δεχόμενο ότι έβαινε με ταχύτητα 100 χιλ/ώρα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, να προσδιορίσει ποιο ήταν αυτό, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, καθόσον οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ότι πλησίαζε σε κόμβο, στον οποίο μάλιστα δεν είχε προτεραιότητα, του επέβαλαν, ανεξάρτητα από το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, να μειώσει την ταχύτητά του, ώστε να δύναται να διακόψει την πορεία του, για να διέλθει το όχημα που είχε προτεραιότητα.

Περαιτέρω το Εφετείο καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από το ένδικο ατύχημα στο ποσόν των 30.000 ευρώ, καθώς και την εύλογη αποζημίωσή του λόγω της αναπηρίας του κατ’ άρθρο 931 ΑΚ στο ποσόν των 10.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, αφού τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας δηλαδή παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη ως προς τις συνθήκες του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και την υπαιτιότητα των διαδίκων οδηγών 1) το .../8-11-2012 κατηγορητήριο του Αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών Δ.

Ν., 2) την από 1-7-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, 3) το ...-2-2014 έγγραφο του Δήμου ..., 4) το .../17-4-2014 έγγραφο της Τροχαίας Αττικής και το φωτοαντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας του αναιρεσείοντος, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας.

Από την υπάρχουσα όμως στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ως αποδειχθέντα σε σχέση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και από τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και χωρίς να τα μνημονεύει ειδικώς και να τα αξιολογεί χωριστά, πλην της έκθεσης αυτοψίας η οποία ρητώς αναφέρεται στις αιτιολογίες της.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. .../2012 παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-5-2016 αίτηση του Σ. Μ. περί αναιρέσεως της 3443/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ