1749/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1749/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί που φέρεται ότι έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της αγωγής και η λήψη ή μη λήψη υπόψη αυτών από το Εφετείο δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1749 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1749/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "DAIMLER A.G" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Carsten Niemer, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10369/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 794/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-1-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 26-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγου του αναιρετηρίου και να την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1116 γ /26-4-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Λ. Κ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, μετά της κάτω απ' αυτήν πράξεως του Προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο. Κατά την αρχική δικάσιμο της 9ης Δεκεμβρίου 2013 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Η αναβολή αυτή επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων (άρθρα 226 παρ.4 και 575 εδ. β' ΚΠολΔ). Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 β' και γ ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο αφενός δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε τον απορριφθέντα ως αβάσιμο αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, ότι η βλάβη που εμφάνισε το αυτοκίνητο του ενάγοντος οφείλεται αποκλειστικά στη χρήση και τη φυσιολογική φθορά του αυτοκινήτου και δεν συνιστά κατασκευαστικό ελάττωμα, ενώ τέτοιο ισχυρισμό δεν προέβαλε η αναιρεσείουσα, και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι " όπως διαπιστώθηκε δεν υφίστατο οποιοδήποτε πρόβλημα και μάλιστα ούτε με την ευθυγράμμιση ούτε με τη γεωμετρία των αξόνων του αυτοκινήτου".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί που φέρεται ότι έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της αγωγής και η λήψη ή μη λήψη υπόψη αυτών από το Εφετείο δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι το αυτοκίνητο που αγόρασε ο ενάγων έφερε εκ κατασκευής "λανθασμένη γεωμετρία" στον εμπρόσθιο άξονα, που αποτελεί πραγματικό ελάττωμα, ενώ δεν υπήρχε τέτοιο αποδεικτικό μέσο από το οποίο το δικαστήριο άντλησε την απόδειξη της εκ κατασκευής ύπαρξης του ελαττώματος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το δικαστήριο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει στην απόφασή του (μάρτυρες, έγγραφα). Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση, ότι ανακύπτει αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος : α) το από 27-3-2001 "δελτίο τελικού ποιοτικού ελέγχου" της αναιρεσείουσας, που αφορά τους διενεργηθέντες από αυτήν τεχνικούς και ποιοτικούς ελέγχους καθ' όλα τα στάδια της κατασκευής του αυτοκινήτου, β) το από 15-5-2001 πρακτικό ελέγχου, το λεγόμενο PDI της εισαγωγέως εταιρίας Merscedes- Benz Ελλάς και γ ) το από 14-5-2001 πρακτικό ελέγχου, το λεγόμενο PDI της τελικής πωλήτριας "ΤΑΣΤΑ ΑΕΒΕ", από τα οποία έγγραφα προκύπτει ότι το αυτοκίνητο δεν είχε κανένα κατασκευαστικό ελάττωμα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και μνημονεύει ρητά τα δύο πρώτα ως άνω έγγραφα, από τη βεβαίωση δε ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών του δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το φερόμενο ως αγνοηθέν τρίτο ως άνω έγγραφο.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής : "Η πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Daimler Chrysler A. G." είναι η κατασκευάστρια εταιρεία των οχημάτων μάρκας "Mercedes-Benz" και δραστηριοποιείται στην Ελλάδα μέσω της θυγατρικής της εταιρείας με την επωνυμία "Mercedes-Benz Ελλάς Α.Ε.Ε.", η οποία είναι ο γενικός διανομέας των ανωτέρω οχημάτων της με έδρα της την Αθήνα Το ανωτέρω αυτοκίνητο κατασκευάστηκε στο εργοστάσιο της πρώτης εφεσίβλητης στην πόλη Στουτγάρδη της Γερμανίας και καθ' όλα τα στάδια της κατασκευής του, όσο και μετά την ολοκλήρωση αυτής και πριν από την έξοδό του από το εργοστάσιο και την παράδοσή του στην εταιρεία με την επωνυμία "Mercedes-Benz Ελλάς Α.
Ε.Ε. ", υποβλήθηκε σε εξονυχιστικούς ποιοτικούς ελέγχους από τεχνικούς της κατασκευάστριας εταιρείας με χρήση ηλεκτρονικών διαγνωστικών μηχανημάτων, προκειμένου να αποκλεισθεί, κατά το δυνατόν, η ύπαρξη ελαττώματος ή δυσλειτουργίας στα μηχανολογικά ή ηλεκτρονικά τμήματα του. Μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής και των επιμέρους, κατά το στάδιο αυτής, ελέγχων, συντάχθηκε για το εν λόγω αυτοκίνητο το από 27-3-2001 "δελτίο ποιοτικού ελέγχου", σύμφωνα με το οποίο βεβαιώθηκε ο πλήρης έλεγχος όλων των επιμέρους τμημάτων του οχήματος, κατά τη διαδικασία παραγωγής του και η άρτια λειτουργία όλων των μηχανολογικών, τεχνικών και ηλεκτρολογικών τμημάτων του, καθώς και των ηλεκτρονικών εγκεφάλων του...
Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι την 1-10-2001, ήτοι τέσσερις (4) μήνες και εννέα (9) ημέρες από την παράδοση του εν λόγω αυτοκινήτου στον εκκαλούντα, που όπως προαναφέρθηκε έλαβε χώρα στις 22-5-2001, ο τελευταίος μετέβη στο συνεργείο της δεύτερης εφεσίβλητης και παραπονέθηκε ότι το αυτοκίνητό του, το οποίο μέχρι τότε είχε διανύσει 9.138 χιλιόμετρα, παρουσίαζε κατά την οδήγηση έντονη ροπή προς τα δεξιά.
Το ίδιο δε παράπονο εξέφρασε και στις 14-11-2001, με διανυθέντα από το αυτοκίνητο χιλιόμετρα 10.840 ...Τόσο την 10-1-2001 όσο και την 14-11-2001, το αυτοκίνητο του εκκαλούντος υπεβλήθη χωρίς οικονομική του επιβάρυνση, λόγω της συμφωνηθείσας προθεσμίας ευθύνης (εγγύησης) της δεύτερης εφεσίβλητης, διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, σε εργασίες ηλεκτρονικού ελέγχου και ευθυγράμμισης από τις οποίες ωστόσο δεν διαπιστώθηκε, όπως προκύπτει και από το προαναφερόμενο "Ιστορικό τεχνικών εργασιών" πρόβλημα στη γεωμετρία των αξόνων του αυτοκινήτου.
Παρά ταύτα το αυτοκίνητο του εκκαλούντος εξακολούθησε να εμφανίζει κατά την οδήγηση έντονη ροπή προς τα δεξιά, ήτοι παρουσίαζε βλάβη που συνιστούσε μόνιμο και διαρκή κίνδυνο πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος. Για το λόγο αυτόν ο τελευταίος απέστειλε στη δεύτερη εφεσίβλητη την από 28-5-2002 επιστολή του, με την οποία της γνωστοποίησε ότι παρά τη διενέργεια δύο ευθυγραμμίσεων το ανωτέρω ελάττωμα του οχήματός του, ήτοι της ροπής των εμπρόσθιων τροχών να το κατευθύνουν προς τα δεξιά της πορείας του δεν αποκαταστάθηκε και επιφυλάσσεται για κάθε αξίωσή του.
Επειδή δε το συνεργείο της δεύτερης εφεσίβλητης, το οποίο ανέλαβε τη συντήρηση του οχήματος του εκκαλούντος, δεν κατόρθωσε να εντοπίσει και να αποκαταστήσει τη βλάβη, ο τελευταίος προσέφυγε στο μάρτυρα ανταπόδειξης Γ. Σ. Δ., μηχανολόγο μηχανικό, υπάλληλο της δεύτερης εφεσίβλητης, με τον οποίο διατηρούσε σχέση φιλίας, προκειμένου να φροντίσει για την αποκατάστασή της.
Αυτός ως ειδικός, του συνέστησε να προβεί στην αλλαγή των ελαστικών του αυτοκινήτου του. Ο εκκαλών, στις 22-10-2002 και ενώ το όχημά του είχε διανύσει μόνον 28.690 χιλιόμετρα, αντικατέστησε τα τέσσερα ελαστικά του αυτοκινήτου του, δαπανώντας γι' αυτά το ποσό των 410,00 ευρώ, πλην όμως η βλάβη δεν αποκαταστάθηκε. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι προσπάθειες της δεύτερης εφεσίβλητης, όπως αποδεικνύεται από την από 3-6-2004 επιστολή της προς τον εκκαλούντα που αυτός επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, προς αποκατάσταση του ως άνω ελαττώματος του αυτοκινήτου συνεχίστηκαν, χωρίς να καταχωρούνται στο "Ιστορικό τεχνικών εργασιών" τα παράπονά του προς τούτο, αφού ήδη είχαν καταχωρηθεί σ' αυτό δύο φορές στο παρελθόν....
Το ως άνω μηχανικό ελάττωμα του αυτοκινήτου του εκκαλούντος της λανθασμένης γεωμετρίας στον εμπρόσθιο άξονά του, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει κατά την οδήγησή του έντονη ροπή προς τα δεξιά, ήτοι σε καίριο και ζωτικό τμήμα του αυτοκινήτου, όπως είναι ο εμπρόσθιος άξονάς του, κατέστησε το εν λόγω όχημα προϊόν που δεν παρείχε την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια στην οδήγησή του.
Ενόψει δε όλων των ειδικών συνθηκών που προαναφέρθηκαν και ιδίως της κατασκευής του από καταξιωμένη κατασκευάστρια αυτοκινήτων, της εξωτερικής εμφάνισής του και του ύψους του τιμήματός του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποίησής του με ασφάλεια και του χρόνου κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία, αφού εμφανίσθηκε την 10.10.2001, ήτοι τέσσερις μήνες και εννέα ημέρες από την παράδοσή του στον εκκαλούντα, που όπως προαναφέρθηκε έλαβε χώρα στις 22.05.2001, και ότι αυτό μέχρι τότε είχε διανύσει 9.138 χιλιόμετρα, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι το ουσιώδες αυτό ελάττωμα του αυτοκινήτου οφειλόταν σε κατασκευαστική αστοχία, η οποία υπήρχε σε λανθάνουσα κατάσταση, τόσο κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης μεταξύ της δεύτερης εφεσίβλητης και του εκκαλούντος, όσο και κατά την παράδοση του αυτοκινήτου στον αγοραστή, πλην όμως από αμέλειά τους και λόγω της λανθάνουσας κατάστασής του, δεν έγινε αντιληπτό κατά τους ελέγχους που προαναφέρθηκαν από την κατασκευάστρια εταιρία, την εταιρία που το εισήγαγε και την πωλήτρια εταιρία, οι οποίες όφειλαν να το γνωρίζουν.
Επομένως, οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί των εφεσίβλητων ότι και η βλάβη αυτή οφείλεται αποκλειστικά στη χρήση και τη φυσιολογική φθορά του αυτοκινήτου και ότι δεν συνιστά κατασκευαστικό ελάττωμα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω συμπεριφορά της πρώτης εφεσίβλητης προς τον εκκαλούντα είναι υπαίτια γιατί έλαβε χώρα από αμέλεια των αρμοδίων οργάνων της κατά την κατασκευή του οχήματος, αλλά και παράνομη, διότι εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών και συνιστά παράβαση της γενικής αρχής, η οποία διέπει τις ενέργειές της ως άνω κατασκευάστριας αυτοκινήτων και συγκεκριμένα τις γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που υπέχει προς τους αγοραστές των αυτοκινήτων της και στη συγκεκριμένη περίπτωση του εκκαλούντος, λήψης των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των εννόμων αγαθών της σωματικής ακεραιότητας του ιδίου και της οικογενείας του, ο οποίος και την εμπιστεύθηκε αγοράζοντας του αυτοκίνητό του.
Συνακόλουθα, η συμπεριφορά της αυτή συνιστά αδικοπραξία. Επομένως ως αβάσιμη στην ουσία της πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση απαλλαγής από την ευθύνη της πρώτης εναγομένης που ασκείται επικουρικά από αυτήν, με την οποία υποστηρίζει ότι και αν ακόμη η βλάβη αυτή συνιστά κατασκευαστικό ελάττωμα, αυτό δεν οφείλεται στην από μέρους της έλλειψη μέτρων προνοίας, αφού κατά την κατασκευή του και τους ενδελεχείς, μετά την ολοκλήρωση, ελέγχους εξασφάλισε για το συγκεκριμένο προϊόν τη μέγιστη ασφάλεια, ποιότητα και τεχνική αρτιότητα, με αποτέλεσμα να θέσει στην κυκλοφορία ένα αυτοκίνητο απόλυτα ασφαλές για τον καταναλωτή"....
Σύμφωνα επίσης με όσα προαναφέρθηκαν, η πρώτη εφεσίβλητη ως κατασκευάστρια του αυτοκινήτου οφείλει στον εκκαλούντα το ως άνω ποσό των 3.410,00 ευρώ, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Τέλος, αποδείχθηκε ότι από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων - αρμοδίων οργάνων της πρώτης εφεσίβλητης, τα οποία κατά παράβαση της υποχρέωσής της να λάβει τα αναγκαία προς τούτο μέτρα πρόνοιας και ασφάλειας, κατασκεύασαν το εν λόγω ελαττωματικό αυτοκίνητό του με αποτέλεσμα να κινδυνεύσει η σωματική ακεραιότητα του εκκαλούντος οδηγού του, ο τελευταίος υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και εξ αυτής ηθική βλάβη που είναι σημαντική.
Για την αποκατάσταση της βλάβης του αυτής δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση 2.000 ευρώ... Επομένως, η πρώτη εφεσίβλητη οφείλει στον εκκαλούντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των (3.410,00 + 2.000,00) 5.410,00 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σχετικώς με το ζήτημα της υπαιτιότητας της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας-παραγωγού του αυτοκινήτου που αγόρασε ο ενάγων και παρουσίασε κατασκευαστικό ελάττωμα, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 922, 932 Α.Κ. Ειδικότερα, δεν υφίσταται ουδεμία αντίφαση μεταξύ της αιτιολογίας ότι το ελάττωμα της λανθασμένης γεωμετρίας του αυτοκινήτου οφείλεται σε κατασκευαστική αστοχία, δηλαδή σε λανθασμένη κατασκευή του, που οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά των αρμοδίων για τη σχεδίαση και κατασκευή του αυτοκινήτου υπαλλήλων της κατασκευάστριας εταιρίας και της αιτιολογίας ότι το εν λόγω ελάττωμα δεν διαπιστώθηκε από τους τεχνικούς ελέγχους που πραγματοποίησε η ίδια εταιρία. Ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, και όταν, παρά το γενόμενο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτήν (αγωγή) σαν να ήταν στο σύνολό της καταψηφιστική.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι, παρά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό με τις από 10-11-2008 έγγραφες προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η προσβαλλομένη που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και δέχθηκε κατά ένα μέρος την απορριφθείσα από την τελευταία (πρωτόδικη απόφαση) ένδικη αγωγή, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό 5.410 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επιδικάζοντας έτσι περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις ως άνω έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ο ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με αυτές ο ενάγων περιόρισε πράγματι το αίτημα της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και, επομένως, το Εφετείο, που όχι μόνο αναγνώρισε ως οφειλόμενο, αλλά και επιδίκασε το ποσό των 5.410 ευρώ, επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, δηλαδή κατά την καταψηφιστική της διάταξη, καθώς και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων, για το ενιαίο της εκτέλεσης, δεδομένου δε ότι δεν απολείπεται άλλο ζήτημα για διευκρίνιση πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το παρόν δικαστήριο ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ), να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Daimler Chrysler A. G." οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων δέκα (5.410 ) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.
Κατά το άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν προαποδεικνύεται εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων όμως μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Αντίθετα δεν μπορούν να ζητηθούν τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής κ.λ.π., διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνον εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση και όχι επομένως και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης αυτής, τα οποία οφείλονται από τον καθού η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά από το νόμο (932 Κ.Πολ.Δ.).
Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της που κατέθεσε εμπροθέσμως (15-11-2013) υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση, και συγκεκριμένα ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το ποσό των 10.901,32 ευρώ, το οποίο του κατέβαλε με επιφύλαξη εξαιτίας της απειλούμενης εις βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης της αναιρεθείσης αποφάσεως, και ειδικότερα α) για επιδικασθέν κεφάλαιο 5.410 ευρώ, β) για τόκους 4.159,58 ευρώ, γ) για δικαστική δαπάνη 600 ευρώ, δ ) για εκδοθέν αντίγραφο και κοινοποίηση της επιταγής 85 ευρώ, ε ) για τέλος απογράφου 346,74 ευρώ και στ') για σύνταξη της επιταγής 300 ευρώ..
Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, είναι νόμιμη, εκτός του αιτήματος για καταβολή εξόδων εκδόσεως αντιγράφου και κοινοποίηση της επιταγής, τέλος απογράφου και σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση, το οποίο δεν είναι νόμιμο, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν τα εν λόγω ποσά δεν επιδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι αποδοτέα, αλλά αποτελούν έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης που οφείλονται από το νόμο.
Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 31-10-2012 εξοφλητική απόδειξη αποδεικνύεται ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα κατέβαλε στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρείται 5.410 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 4.159,58 ευρώ για επιδικασθέντες τόκους και 600 ευρώ για δικαστική δαπάνη, δηλαδή κατέβαλε συνολικά 10.169,58 ευρώ, ποσό που πρέπει αν υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 794/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της αγωγής του Ε. Α. κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εταιρίας με την επωνυμία "Daimler Chrysler A. G."".
Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Daimler Chrysler A. G." οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων δέκα (5.410 ) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.
Δέχεται εν μέρει το αίτημα της αναιρεσείουσας για την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δέκα χιλιάδων εκατό εξήντα εννέα και πενήντα οκτώ (10.169,58) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ