Supreme Court dismisses appeal on property ownership claim regarding state-held land without prior judicial review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decisions regarding a property ownership dispute involving state-held land. The appellant argued the lower court made contradictory findings and violated procedural rules, but the court found the initial lawsuit was admissible because the appellant held the property at the time of filing. Consequently, the court rejected the appeal as unfounded and inadmissible, ordering the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticle 8 of Law 1539/1938; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Prior judicial review is mandatory for ownership claims against state-held property unless the claimant already held the property at the time of filing, in which case the lawsuit is admissible without such review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1749 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1749/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Βασιλική Παπαθεοδώρου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και 2. Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΣΑΛΜΑΣ - ΜΑΡΜΑΡΑ - ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ", νομίμως εκπροσωπουμένη, που εδρεύει στην Λάρισα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1978 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 19-2-1979 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/1979, 428/1983 προδικαστικές, 123/1987 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/1992 προδικαστική, 252/1996 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-12-1996 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 873/2006, 966/2008 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που κήρυξαν την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 18-7-2008 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 15-10-1999 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Στυλιανού Πατεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης... και .... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτησή της υπό κρίση από 2-12-1996 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 18-7-2008 κλήσης του, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία "Τσάλμας-Μάρμαρα-Δομικά υλικά ΑΕ" για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους συνεκκαθαριστές της ... (την παρέλαβε η ίδια) και ... (έγινε θυροκόλληση και παράδοση αντιγράφου της κλήσης στις 19-12-2008 στο Αστυνομικό τμήμα Α' ...και στις 22-12-2008 στο Ταχυδρομικό γραφείο ....).
Ακόμη, όπως προκύπτει από τις 516 και ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας .... και ακριβές αντίγραφο της από 2-12-1996 υπό κρίση αναίρεσης επιδόθηκε νόμιμα κατά τον ίδιο ακριβώς ως άνω τρόπο στους ανωτέρω συνεκκαθαριστές της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Όμως τελευταία δεν παρέστη κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Εξάλλου επί διεκδικητικής αγωγής, λόγω του απόλυτου χαρακτήρα του δικαιώματος κυριότητας, ο εναγόμενος μπορεί να προλάβει τον ισχυρισμό ότι κύριος του πράγματος έγινε τρίτος, το ίδιο μπορεί να πράξει και ο ενάγων αμυνόμενος σε προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου.
Ο ισχυρισμός αυτός, αν, σύμφωνα με όσα εκθέτονται στην αγωγή ή την ένσταση ιδίας κυριότητας, στηρίζεται σε γεγονότα προγενέστερα ή σύγχρονα με εκείνα που θεμελιώνουν τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του ενάγοντος ή του ενιστάμενου εναγομένου, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή ενστάσεως ιδίας κυριότητας και της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της.
Αν όμως τα προαναφερόμενα γεγονότα είναι μεταγενέστερα από εκείνα που επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του ή ο προβάλλων ένσταση ιδίας κυριότητας ότι κύριος του πράγματος έγινε τρίτος, αποτελεί, αντίστοιχα ένσταση ή αντένσταση, η οποία δεν πηγάζει από δικαίωμα τρίτου (πρβλ ΑΠ 282/1993). Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων έγινε κύριος, με έκτακτη χρησικτησία, όχι ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου το οποίο, κατά την αγωγή, έχει έκταση διακοσίων (200) στρεμμάτων, αλλά μόνο τριών διακεκριμένων τμημάτων συνολικής εκτάσεως 21,705 στρεμμάτων.
Η απόρριψη της αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιμης, ως προς το υπόλοιπο διεκδικούμενο τμήμα, δεν έγινε κατ' αποδοχή της προβληθείσας από το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο ενστάσεως ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, αλλά διότι το Εφετείο δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι στο επίδικο τμήμα, που είναι δασική έκταση, τόσον ο ενάγων όσον και οι φερόμενοι στην αγωγή ως δικαιοπάροχοί του, δεν ασκούσαν πράξεις νομής, στο πριν από την 11-9-1915 χρονικό διάστημα.
Μετά τη μερική απόρριψη της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω μη αποδείξεως της κυριότητας του ενάγοντος και τώρα αναιρεσείοντος, δεν απομένει περιθώριο λειτουργίας στην ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και τώρα αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει του ότι το αποτέλεσμα στο οποίο αυτή κατέτεινε, δηλονότι η απόρριψη της αγωγής, επήλθε ήδη λόγω του αβασίμου της τελευταίας (ΑΠ 1192/1978).
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθεί ως αλυσιτελής ο διαλαμβανόμενος στο αναιρετήριο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά την εκ του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίασή του, με την οποία μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη λαβούσα υπόψη, τον νόμιμα προταθέντα ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμό του, ότι το εναγόμενο δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την προβολή ενστάσεως ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ενόψει του ότι, με την υπ' αριθμ. 62/11-6-1930 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, αναγνωρίστηκαν ως κοινοτικές, οι δασικές εκτάσεις που βρίσκονται στην περιφέρεια της Κοινότητας Αργαλαστής και συνεπώς και η επίδικη έκταση.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο, υπό το πρόσχημα πλημμέλειας από το άνω εδάφιο, βάλλεται η εκ των αποδείξεων ουσιαστική επί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών αυτών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Και έχει μεν την υποχρέωση σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικαστικής του πεποιθήσεως όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Τα ανωτέρω βέβαια δεν αποκλείουν στο δικαστήριο τη δυνατότητα να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικλήθηκαν και προσκομίσθηκαν νόμιμα (ΑΠ 190/1995).
Εξάλλου όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 372 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να διορίσει ως πραγματογνώμονες, πρόσωπα, μη περιλαμβανόμενα στον, κατά το άρθρο 371 ΚΠολΔ, κατάλογο των πραγματογνωμόνων αν κρίνει, κατά την μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του, ότι είναι κατάλληλα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, η δε έκθεση που συντάσσεται από τους πραγματογνώμονες της κατηγορίας αυτής είναι έγκυρη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο όπως και οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων του καταλόγου (ΑΠ 1508/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτή αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν εκείνοι. Από τη βεβαίωση αυτή και την όλη αιτιολογία της αποφάσεως γίνεται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και: 1) η 62/1930 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, 2) η 4/1964 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αργαλαστή, 3) η 1032/1964 απόφαση του Πρωτοδικείου Βόλου, 4) η...
αναφορά του Οικονομικού εφόρου Βόλου, 5) η ... έκθεση του Δασάρχη Βόλου, 6) η ... έκθεση του Δασάρχη Βόλου, 7) το με αριθ. ...έγγραφο της ΔΧ Μαγνησίας, γ) τα με αριθ. ... και ... πιστοποιητικά του Α' Οικονομικού Εφόρου .... Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των ανωτέρω εγγράφων, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, κατά τις αιτιάσεις αυτού απ' τα εδάφια 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις οποίες προβάλλεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα έλαβε υπόψη του και εκτίμησε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ1 που είναι άκυρη και στερείται αποδεικτικής αξίας, επειδή ο πραγματογνώμονας αυτός δεν αναγράφεται στον ως ανωτέρω κατάλογο.
IV. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μουχαρέμ 1293 περί εξ ελέγξεως τίτλων δασών και το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεως της 15 Σαπάν 1276, η κυριότητα των δασών της Θεσσαλίας και της Αρτας ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και μετά την προσάρτηση στην Ελλάδα (1882), περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, με την από 20-6/2-7-1881 σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας για την προσάρτησή τους, που κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΖ της 11/13-3-1882 (ΑΠ 418/71).
Εξάλλου κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν.9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν.6 παρ.πανδ.(44.3), ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαικού Δικαίου που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου σε χρονικό διάστημα μιάς συνεχούς τριακονταετίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του Ν. της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 1ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του Ν.ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτόν, και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από τον κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου, στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 690/1996, ΑΠ 1256/1997).
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι, για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου η οποία εφαρμόστηκε και εξ αιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 30/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται ανελέγκτως τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση ",,," της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., έχει έκταση εξήντα δύο στρεμμάτων και καλύπτεται από πυκνή βλάστηση. Το είδος των φυτών της, ανήκει στην κατηγορία των αειφύλλων-πλατυφύλλων και αποτελείται κυρίως από ερείκη και σε μικρότερο ποσοστό από φιλύκια, κοκορεβυθιές, σχίνους, πλατάνους, αγριελιές, αριές, γκορτζιές, φρύγανα και θάμνους καθώς επίσης και παρεδαφιαία βλάστηση από λαβανιές, θυμάρια, αλογοθύματα και ασπάλιθους.
Από τα ξυλώδη φυτά της ) ερείκη, κουμαριές κλπ), μέσης ηλικίας τριάντα πέντε περίπου ετών, κατά το χρόνο διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης, κατά μέσο όρο, παράγονται δασικά προϊόντα, όπως ξυλάνθρακες καυσόξυλα, ρίζες ερείκης και φυτόχρωμα, το δε φύλλωμά τους χρησιμεύει για τροφή κτηνοτροφικών ζώων. Η υφή του εδάφους και το είδος της βλαστήσεως, όπως βεβαιώνεται τόσο από τον πραγματογνώμονα δασολόγο Δ1 , όσο και από τον μάρτυρα του Δημοσίου Κω. ...
πείθει για την ιδιότητα της εκτάσεως ως δάσους και κατά το χρόνο της ελευθερώσεως της Θεσσαλίας (1881) και έκτοτε, έως την έγερση της αγωγής του αναιρεσείοντος, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν.ΑΧΝ/1888 "περί δασικού κώδικος" του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4173/1929, του άρθρου 1 του ν.δ 86/1969, όπως ισχύει πλέον και μετά την τροποποίησή του με το ν.998/79, εκτός από τρία διακεκριμένα τμήματα που προσδιορίζονται στο από 30-10-1980 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα ...., στο ανατολικό και νότιο μέρος της επίδικης εκτάσεως.
Τα τμήματα αυτά, όπως διαπιστώθηκε και από τις αεροφωτογραφίες της γεωγραφικής υπηρεσίας του Στρατού, η παλαιότερη των οποίων ανάγεται στο έτος 1945, καλύπτονταν από χαμηλή και πενιχρή δασική βλάστηση, η οποία δικαιολογεί τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι χρησιμοποιούσαν για γεωργική καλλιέργεια.
Τα εν λόγω τμήματα, συνολικής εκτάσεως 21,705 στρεμμάτων, είναι τα μόνα, επί των οποίων ασκούνταν πράξεις νομής ) καλλιέργεια με σιτάρι και άλλα δημητριακά) από τη μητέρα και δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος ..., όσο και από τον δικαιοπάροχο πατέρα της ..., στην κατοχή του οποίου διατελούσαν από του έτους 1881 έως την 24.10.1946, που αποβίωσε χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από την προαναφερόμενη θυγατέρα του.
Εκτός από τα τμήματα αυτά, όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, σε κανένα άλλο τμήμα του επιδίκου, δεν ασκούνταν πράξεις νομής, στο πριν και από την 11-9-1915 χρονικό διάστημα. Τούτο ενισχύεται κατά τις παραδοχές του Εφετείου, και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος δασολόγου Δ1, ο οποίος, μελετώντας τις αεροφωτογραφίες του 1945, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έκταση αυτή ήταν δασική, χωρίς την ύπαρξη λατομείων, τα οποία για πρώτη φορά λειτουργούν από το έτος 1955, με αφορμή τις ανάγκες οικοδομήσεως της ....
Βάσει των παραδοχών τούτων, κατέληξε το Εφετείο στο συμπέρασμα, ότι ο ενάγων έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία, μέρους μόνον (κατά τμήματα) της επίδικης έκτασης με εμβαδόν από 21,705 στέμματα προς το ανατολικό και νότιο μέρος της, όπως η έκταση αυτή προσδιορίζεται στο διάγραμμα του πραγματογνώμονα, καθόσον την έκταση αυτή νεμήθηκε ο ίδιος και οι δικαιοπάροχοί του από το 1881 και στο εξής.
Για την υπόλοιπη επίδικη έκταση από 140,300 στρέμματα, όπως επίσης η έκταση αυτή αποτυπώνεται στο ίδιο παραπάνω σχεδιάγραμμα, έγινε δεκτό ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη καθόσον η έκταση αυτή είναι δημόσια δασική έκταση και δεν αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί μία τριακονταετία μέχρι την 11-9-1915.
Τα ως άνω γενόμενα δεκτά απ' το Εφετείο, βάσει των οποίων αυτό απέρριψε την έφεση του εναγομένου και τώρα αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου καθώς και την αντέφεση του ενάγοντος και τώρα αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου που είχε δεχθεί τα ίδια, συνιστούν επαρκείς, σαφείς και συνάδουσες μεταξύ τους αιτιολογίες ως προς τη φύση του επιδίκου, την καλή πίστη των απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος, περαιτέρω δε και ως προς το είδος των πράξεων της απαιτούμενης για την έκταση χρησικτησία νομής, τα πρόσωπα που τις διενέργησαν και το μέρος της επίδικης έκτασης επί της οποίας, κατά το άνω χρονικό διάστημα συνεχώς και αδιαλείπτως αυτές διενεργήθηκαν.
Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ακόμη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία επαναφέρθηκε και με λόγο εφέσεως για απαράδεκτο ασκήσεως της αγωγής λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 ΑΝ 1539/1938 προδικασίας, ότι η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα για τους ακόλουθους λόγους τους οποίους διέλαβε σε μείζονα και ελάσσονα πρόταση:
από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του Εισαγ. Ν. ΑΚ προκύπτει με σαφήνεια ότι η τήρηση της από αυτήν επιβαλλόμενης προδικασίας, απαιτείται και στην περίπτωση εγέρσεως αναγνωριστικής της κυριότητας επί ακινήτου αγωγής, εφόσον όμως το επίδικο κατέχεται από το Δημόσιο.
Αν το τελευταίο αμφισβητεί την κατοχή του επιδίκου από τον ενάγοντα, πρέπει να τάσσονται σε βάρος του αποδείξεις, και στην περίπτωση ακόμη που η κατοχή, δεν αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής, αφού συνιστά περιστατικό που καθιστά παραδεκτή την άσκηση της τελευταίας και χωρίς την τήρηση της προδικασίας, η έρευνα της οποίας γίνεται και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκείμενη περίπτωση όμως ο ενάγων, σύμφωνα με όσα έγιναν πιο πάνω δεκτά βρισκόταν στην κατοχή των τμημάτων του επιδίκου για τα οποία γίνεται δεκτή η αγωγή κατά το χρόνο εγέρσεώς της και δεν είχε υποχρέωση να ακολουθήσει την προδικασία αυτή. Τα γενόμενα ως άνω δεκτά από το Εφετείο σχετικά με το παραδεκτό της ασκήσεως της αγωγής δεν περιέχουν αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τα γενόμενα δεκτά ως προς τη φύση του επιδίκου και την άσκηση διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του.
Πρέπει, επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, κατά το στηριζόμενο στο εδάφιο 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ μέρος του, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος μεν κατά το μέρος του που μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως στηριζόμενος δε σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ως προς την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο (σε ορισμένα σημεία υπό το ένδυμα πλημμέλειας απ' το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για σφάλματα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί αγνόησε θεμελιωτικούς της ένδικης αγωγής ισχυρισμούς και συγκεκριμένα ότι ενώ επικαλέστηκε ότι τυγχάνει κύριος ολόκληρης της επίδικης έκτασης στην οποία, ως ενιαία έκταση, διενεργήθηκαν από τον ίδιο και τους δικαιοπαρόχους του όλες οι προσιδιάζουσες στη φύση αυτής πράξεις νομής και κατοχής, έγινε δεκτό ότι ενεργήθηκαν πράξεις νομής μόνο σε προσδιοριζόμενα διαιρετά τμήματα της όλης επίδικης έκτασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η προβαλλόμενη αιτίαση δεν συνιστά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και αν καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα μειωμένες του πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-1996 αίτηση του Χ1 για αναίρεση των 252/1996 (οριστικής) και 11/1992 (προδικαστικής) αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ