1749/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1749/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως, η μ` αυτήν επιβαλλόμενη ως άνω κύρωση διατυπώνεται ως γενική και προβλέπεται για τη μη χορήγηση αυτούσιας της άδειας σε σχέση με όλες τα εργασιακές σχέσεις, είναι ένα είδος "ποινικής ρήτρας" κατά τη χαρακτηριστική έκφραση της εισηγητικής έκθεσης του ν.δ. 3755/1957, που αφορά όλους του εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους μισθωτούς.
Full text
Απόφαση 1749 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1749/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας - Ανώνυμη Μεταφορική Τουριστική και Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς επίσης και του Α, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 666/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 776/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 9-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του τρίτου λόγου αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του και την παραδοχή όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του α.ν. 539/1945, "Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται υπέρ των αντί μισθού απασχολουμένων εις επιχειρήσεις ή εργασίας, ασκουμένας επί κέρδει, βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής φύσεως, διενεργείας μεταφορών ή φορτοεκφορτώσεων, ασχέτως της μορφής ή του χαρακτήρος (δημοσίου ή ιδιωτικού ) της οργανώσεώς των, ως και εις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εις νοσηλευτικά ή άλλα ιδρύματα ή οργανισμούς, ή οιαδήποτε άλλα έργα διεξαγόμενα δια λογαριασμόν ιδιωτών, νομικών προσώπων, οργανισμών δημοσίου δικαίου ή του Δημοσίου, εις σωματεία, συνεταιρισμούς, θεάματα και λέσχας".
Στην παρ. όμως 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "δεν υπόκεινται εις τα διατάξεις του παρόντος τα πρόσωπα τα αντί μισθού απασχολούμενα εις δημοσίας ή δημοσίου χαρακτήρος υπηρεσίας ή εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εφ` όσον οι σχετικοί κανονισμοί δίδουν εις αυτά δικαίωμα εις ετησίαν άδειαν μετ` αποδοχών, διαρκείας τουλάχιστον ίσην προς εκείνην της αδείας, της προβλεπομένης υπό του παρόντος νόμου".
Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ.1 του νόμου αυτού (α.ν.539/1995) ορίζεται ότι "Πάσα συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, περιλαμβάνουσα την εγκατάλειψιν των εις άδειαν δικαιώματος του μισθωτού ή την παραίτησιν τούτου από του εν λόγω δικαιώματος, και αν προβλέπει την καταβολή εις αυτόν επαυξημένης αποζημιώσεως, θεωρείται ανύπαρκτος".
Εξ άλλου με τη με αριθ. 52/1936 Διεθνή Σύμβαση "Περί κανονικών κατ` έτος αδειών μετά αποδοχών" η οποία κυρώθηκε με το ν.2081/1952 και η οποία κατά το άρθρο 1 παρ.1 στοιχ. γ' αυτή έχει εφαρμογή και στο προσωπικό των επιχειρήσεων μεταφοράς προσώπων ή εμπορευμάτων, ορίζεται στο άρθρο 4 αυτής ότι "Δέον να θεωρείται άκυρος πάσα συμφωνία περί εγκαταλείψεως του δικαιώματος της κατ` έτος αδείας μετ` αποδοχών ή περί παραιτήσεως από της εν λόγω αδείας", στο άρθρο 8 αυτής ότι "Παν μέλος επικυρούν την παρούσαν σύμβασιν δέον όπως θεσπίζει σύστημα κυρώσεως δια την εξασφάλισιν της εφαρμογής της και στο άρθρο 9 αυτής ότι "η παρούσα σύμβασις ουδόλως θίγει οιονδήποτε νόμον, απόφασιν, έθιμον ή συμφωνία μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων εφ` όσον δι` αυτών εξασφαλίζονται όροι ευνοϊκώτεροι των εν τη παρούση συμβάσει προβλεπομένων".
Επακολούθησε το ν.δ. 3755/1957, με το άρθρο 3 του οποίου προστέθηκε στην παρ.1 του άρθρου 5 του α.ν.539/1945, ως δεύτερο εδάφιο η ακόλουθη διάταξη: "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ` έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους, καθ`ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, να καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%".
Η ένταξη της νέας αυτής διάταξης στην παρ.1 του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945 είναι τυχαία και δεν μεταβάλει την αυτοτέλεια της ρύθμισης που θεσπίζεται με αυτήν, σε σχέση με τις ρυθμίσεις του α.ν.539/1945. Δεν υπάρχει δε κανένας σύνδεσμος της με τη διάταξη αυτή προβλεπόμενης ως άνω κυρώσεως με τον α.ν.539/1945 και δεν θεσπίζεται καμία εξαίρεση από τη ρύθμιση, ούτε διατηρείται καμία επιφύλαξη ως προς την έκταση εφαρμογή της προβλεπόμενης μ` αυτήν κύρωσης σε σχέση με κάποια κατηγορία εργοδοτών ή μισθωτών.
Αντιθέτως, η μ` αυτήν επιβαλλόμενη ως άνω κύρωση διατυπώνεται ως γενική και προβλέπεται για τη μη χορήγηση αυτούσιας της άδειας σε σχέση με όλες τα εργασιακές σχέσεις, είναι ένα είδος "ποινικής ρήτρας" κατά τη χαρακτηριστική έκφραση της εισηγητικής έκθεσης του ν.δ. 3755/1957, που αφορά όλους του εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους μισθωτούς.
Βεβαίως με την ως άνω διάταξη της παρ.3 εδ. α του άρθρ.1 του α.ν. 539/1945 θεσπίζεται εξαίρεση από τις διατάξεις του εν λόγω α.ν. για τα πρόσωπα που απασχολούνται αντί μισθού σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, στις οποίες υπάγεται και το αναιρεσίβλητο Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ) Νομού Αχαϊας, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί δίνουν σ` αυτά το δικαίωμα για ετήσια άδεια με αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη της άδειας που προβλέπεται από τον α.ν. 539/1945.
Η εξαίρεση όμως αυτή αναφέρεται στις αρχικές διατάξεις του α.ν. 539/1945 και δεν καταλαμβάνει την αυτοτελή ρύθμιση (κύρωση) που θεσπίζεται γενικά για όλες τις εργασιακές σχέσεις, χωρίς καμία διάκριση, με το ως άνω άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957. Η παραπάνω ερμηνευτική εκδοχή στηρίζεται επί πλέον και : α) στην ως άνω παρ.1 του άρθρου 1 του α.ν.539/1945, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και υπέρ των αντί μισθού απασχολουμένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, στις οποίες περιλαμβάνονται προφανώς και τα Κ.Τ.Ε.Λ. , β) στην παρ.1 στοιχ.
γ' του άρθρου 1 της παραπάνω με αριθ. 52/1936 Διεθνούς Σύμβασης "περί κανονικών κατ` έτος αδειών μετ` αποδοχών", που κυρώθηκε με το ν.2081/1952, σύμφωνα με την οποία η διεθνής αυτή σύμβαση έχει εφαρμογή και στο προσωπικό που απασχολείται σε επιχειρήσεις μεταφοράς προσώπων κ.λ.π. και γ) στο άρθρο 8 της ίδιας διεθνούς σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο κάθε μέλος που την επικυρώνει πρέπει να θεσπίζει σύστημα κυρώσεων για την εξασφάλιση της εφαρμογής της.
Η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 3755/1957 είναι ακριβώς η κύρωση που ο εθνικός νομοθέτης θεσπίζει σε εκτέλεση αυτής της υποχρέωσής του από την ως άνω υπερνομοθετικής, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, ισχύος διεθνή σύμβαση. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του α.ν. 539/1945, υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίζεται με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής (Ολ.ΑΠ 32/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν προσληφθεί από το εναγόμενο και παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως εφεδρικοί οδηγοί, δεσμεύοντας προς όφελος αυτού την ελευθερία τους, ως επαγγελματίες οδηγοί, επικοινωνούντες επί καθημερινής βάσεως με τα αρμόδια όργανα, τελώντας σε ετοιμότητα εκτελέσεως των εντολών του αναφορικά με την οδήγηση λεωφορείου ενταγμένου στη δύναμη του και τη μεταφορά του επιβατικού κοινού σε οποιαδήποτε πόλη, αναπληρώνοντας τους τακτικούς οδηγούς, δικαιούνται να λάβουν από το αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα ποσά τα αναλογούντα στις αποδοχές αδείας και στα επιδόματα αδείας τα οποία δεν χορήγησε σ' αυτούς το αναιρεσίβλητο.
Στη συνέχεια όμως έκρινε ότι τις πιο πάνω αποδοχές αδείας οι αναιρεσείοντες δεν τις δικαιούνται αυξημένες κατά 100%, γιατί με το άρθρο 1 παρ. 3 εδ. α' του α.ν. θεσπίζεται εξαίρεση από τις διατάξεις του εν λόγω αναγκαστικού νόμου για τα πρόσωπα που απασχολούνται αντί μισθού σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας στις οποίες υπάγεται και το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ.
Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές, απέρριψε τον λόγο των αντεφέσεων των αναιρεσειόντων, που αφορούσε την απόρριψη του σχετικού κονδυλίου της αγωγής τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου και γι` αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, ως κατ` ουσίαν βάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Επειδή, κατά το άρθρο 655 ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση, γίνεται απαιτητός ο μισθός που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.
Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955 είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελεί και η πρόσθετη αμοιβή που οφείλεται κατά νόμο στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας υπό τη μορφή της απλής ετοιμότητας προς εργασία, υπό την έννοια ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει εν μέρει την ελευθερία του υπέρ του άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, η οποία προσδιορίζεται με βάση τον ειθισμένο μισθό για κάθε ειδική περίπτωση, αφού συνιστά νόμιμο αντάλλαγμα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του.
Επομένως, και για την αμοιβή αυτή τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής, έτσι ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ΑΚ και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ. α' του ΑΚ. Για την αμοιβή της εργασίας που προσφέρει ο μισθωτός ευρισκόμενος σε απλή ετοιμότητα προς εργασία, δήλη ημέρα καταβολής της απαιτήσεως αυτής σε εργαζόμενο που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επιμέρους εργασίες.
Ειδικότερα ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από το νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό της παραπάνω αξιώσεως δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής της, που είναι επακριβώς βάσει των ορισμών του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος της αξιώσεως αυτής, ήτοι σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας.
Το δε εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική, κατά το άρθρο 342 του ΑΚ, της υπερημερίας του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του περί την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους (Ολ.ΑΠ 39-40/2002 Ελλ.Δ 44.118).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες παρείχαν την εργασία τους, από το έτος 1999 και μέχρι την 8-1-2000 ο πρώτος, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, ο δε δεύτερος από το έτος 1999 μέχρι και το έτος 2003, στο αναιρεσίβλητο ως εφεδρικοί οδηγοί αναπληρώνοντας τους τακτικούς οδηγούς σε περίπτωση που για οιαδήποτε λόγο δεν μπορέσουν να εκτελέσουν κάποιο δρομολόγιο.
Η ανάθεση της εργασίας αυτής δεν ήταν εκ των προτέρων χρονικά προσδιορισμένη και προγραμματισμένη, συναρτώμενη με την εμφάνιση του κωλύματος στο πρόσωπο του τακτικού οδηγού ή και με άλλους απρόβλεπτους παράγοντες, γι' αυτό οι αναιρεσείοντες σύμφωνα με το περιεχόμενο της εργασιακής συμβάσεως έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς σε ετοιμότητα προς ανάληψη υπηρεσίας και εκτελέσεως των σχετικών εντολών των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσιβλήτου, όταν παρίστατο ανάγκη στην οδήγηση των λεωφορείων.
Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι για την πρόσθετη αμοιβή πού αντιστοιχεί στις ημέρες κάθε μηνός του ως άνω χρονικού διαστήματος, κατά τις οποίες τελούσαν απλώς σε ετοιμότητα προς παροχή των υπηρεσιών του οδηγού δικαιούνται τα αναφερόμενα ποσά τα οποία προσδιόρισε με βάση τον ειθισμένο μισθό, τα οποία και επιδίκασε σ' αυτούς νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής απορρίπτοντας το αίτημα της αγωγής για καταβολή τόκων από τη λήξη του μήνα στον οποίο αφορά η υποχρέωση πληρωμής.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου και επομένως, είναι βάσιμος, ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος της αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επειδή, με το άρθρο 261 ΑΚ ορίζεται ότι η έγερση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή. Η παραγραφή αυτή αφορά μόνο την επίδικη αξίωση, δηλαδή αξίωση της οποίας η πραγματική και νομική βάση ταυτίζεται με την αντίστοιχη βάση της αξίωσης που αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής. Στην περίπτωση ασκήσεως νέας αγωγής, της οποίας πρόκριμα αποτελεί ζήτημα που λύθηκε με τελεσίδικη απόφαση επί προηγηθείσας αγωγής, η άσκηση αυτής δεν επέφερε τη διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων που προβάλλονται με τη νέα αγωγή, εφόσον η πραγματική και νομική βάση και το αντικείμενο της πρώτης δεν ταυτίζεται με τη βάση και το αντικείμενο της.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων για τα προ του έτους 1998 έτη έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ.6 και 17 του Α.Κ., αφού η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε μετά την 31-12-2002, απέρριψε δε τον σχετικό λόγο αντεφέσεως των αναιρεσειόντων, με τον οποίο επανέφεραν ενώπιον του την αντένσταση τους για διακοπή της εν λόγω παραγραφής με την άσκηση της από 25-10-1986 αγωγής τους ως αβάσιμο με την αιτιολογία ότι με την ως άνω αγωγή ζητήθηκε να αναγνωριστεί μόνο η συνδέουσα αυτούς με το αναιρεσίβλητο έννομη σχέση ως εφεδρικών οδηγών και συνεπώς με την άσκηση αυτής δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής για τις προαναφερόμενες αξιώσεις τους.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 261 του Α.Κ., αφού η αξίωση που προβλήθηκε με την πρώτη αγωγή δεν ταυτίζεται με την αξίωση που ασκείται με την ένδικη, ενόψει του ότι η πρώτη είχε νομική και πραγματική βάση την αναγνώριση της έννομης σχέσης εργασίας που συνέδεε τους διαδίκους, η δε δεύτερη έχει ως νομική και πραγματική βάση την από τη σύμβαση εργασίας υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να καταβάλλει στους αναιρεσείοντες από το έτος 1987 και εντεύθεν αποδοχές καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 8 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρο 559 αρ. 8 και 11 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει την προβαλλόμενη, με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του ως λόγο αντέφεσης, αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής για τις αξιώσεις τους που αφορούσαν το έτος 1997, η οποία επήλθε με την έγερση της από 10-4-2002 αγωγής τους από το δικόγραφο της οποίας και παραιτήθηκαν με το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής.
Ο λόγος αυτός αληθώς μόνο από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτές οι αναιρεσείοντες άσκησαν αντέφεση με την οποία μεταξύ άλλων ισχυρίστηκαν προς απόκρουση της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί παραγραφής των αξιώσεων τους ότι για τις επίδικες αξιώσεις του έτους 1997 έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της από 10-4-2002 αγωγής τους από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, το Εφετείο δε ουδόλως ασχολήθηκε με τον λόγο αυτό της αντέφεσης που περιείχε νόμιμο ισχυρισμό (άρθρα 261,263 Α.Κ.), άρα "πράγμα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Μετά από αυτά πρέπει κατά παραδοχή των, πρώτου, δευτέρου και τρίτου κατά το δεύτερο μέρος του, λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα πιο πάνω κεφάλαια της, δηλαδή: α) κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτή ως μη νόμιμο το κονδύλιο της αγωγής που αφορά την προσαύξηση της αποζημιώσεως κατά ποσοστό 100% λόγω μη χορηγήσεως της ετήσιας άδειας, β) κατά το κεφάλαιο της που απέρριψε το αίτημα της αγωγής για καταβολή τόκων των επιδικασθέντων μισθών ετοιμότητας από το λήξη εκάστου μηνός στο οποίο αφορά η υποχρέωση πληρωμής και γ) κατά το μέρος που δεν ερευνήθηκε η αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής για τις αξιώσεις του έτους 1997 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 776/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά τα αντίστοιχα μέρη της στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ