1749/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5697/2000 μη οριστική και 2311/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6648/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Απριλίου 2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1749/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 261 εδ.1 ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, ενώ κατά το, άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι (6) μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι διακόπηκε με την προηγούμενη αγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1749 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1749/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1............................. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουτουλάκο και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσίβλητου: ............................, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5697/2000 μη οριστική και 2311/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6648/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Απριλίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης ανέγνωσε την από 1 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914, 922, 937 παρ.1 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώνεται το ζημιογόνο γεγονός με οποιαδήποτε μορφή ζημίας, θετικής ή αποθετικής, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για όλη τη ζημία, παρούσα και μέλλουσα, αν είναι αυτή προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ' όσον η δικαστική επιδίωξή της είναι δυνατή, αρχίζει η παραγραφή της σχετικής αξιώσεως προς αποζημίωση, η οποία είναι πενταετής, τρέχει δε ο χρόνος παραγραφής για όλες τις ζημίες επελθούσες και μέλλουσες.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, αν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα και κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης (καθ' όσον αφορά τον υπαίτιο της πράξεως).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 261 εδ.1 ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, ενώ κατά το, άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι (6) μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι διακόπηκε με την προηγούμενη αγωγή.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε τα εξής σε σχέση με την υποβληθείσα εκ μέρους των εναγομένων (αναιρεσειόντων) ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου): "Ο ενάγων είχε ασκήσει κατά των εναγομένων την από 10-8-1996 αγωγή του που επιδόθηκε σ' αυτούς (βλ.σχ. .....................
και ............... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Χίου ............) την 25-9-1996, δηλαδή πριν από την παρέλευση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ (ενόψει του ότι το αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή ατύχημα έλαβε χώρα την 23-12-1991). Με την αγωγή αυτή επιδίωκε να του εκδικασθεί πλέον της δαπάνης του για την αγορά μηροκνημοποδικού νάρθηκα και 30 φυσικοθεραπειών, απώλεια εσόδων του από την εργασία του ως ναυτικού για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1996.
Από το δικόγραφο της ως άνω αγωγής παραιτήθηκε με το δικόγραφο της ένδικης από 15-12-1999 (αρ.κατ. 14305/23-12-1999) αγωγής του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ. Με την τελευταία ως άνω αγωγή, έχουσα την αυτή νομική και ιστορική αιτία ζήτησε να του επιδικασθεί: α) αποζημίωσή του για αγορά μηροκνημοποδικού κηδεμόνα και 30 φυσικοθεραπειών, ύψους συνολικά 186.000 δραχμών (αγωγικό κονδύλιο που περιλαμβανόταν και στην πρώτη ως άνω αγωγή), β) απώλεια εσόδων από 1-1-1993 έως 31-12-1996 (ως διαλαμβανόταν και στην προηγούμενη ως άνω αγωγή του), γ) επιπρόσθετη απώλεια εσόδων για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 15-12-1999 και δ) αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ ύψους 10.000.000 δραχμών.
Τις υπό στοιχ. γ΄ και δ' ένδικες αξιώσεις του άσκησε ο ενάγων το πρώτον με την ένδικη από 15-12-1999 αγωγή του, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους την 27-12-1999, ημέρα Δευτέρα (βλ. σχετ. προσκομιζόμενες και επικαλούμενες .......... και .................. εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ...............). Η επισημείωση στο αντίγραφο της ως άνω αγωγής ότι "επιδόθηκε την 26-12-1999, ημέρα Δευτέρα" ανεγράφη εκ παραδρομής ως προς τη χρονολογία, και υπερισχύει αυτής η αναγραφόμενη στις ως άνω εκθέσεις επιδόσεως.
Κατά συνέπεια, από την ημέρα του ένδικου ατυχήματος (23-12-1991) έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (27-12-1999) παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον και της οκταετίας για τις αξιώσεις της απώλειας εσόδων του, του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 έως 15-12-1999 καθώς και για την αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ και της πενταετίας για το δεύτερο εναγόμενο, οι οποίες, σημειωτέον ήταν προβλεπτές, δεδομένου ότι η εκ του ατυχήματος αναπηρία του και ολική ανικανότητά του για την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος ήταν γνωστή σ'αυτόν από το χρόνο της άσκησης των προγενέστερων αγωγών του (από 20-12-1993 και 10-8-1996) και δεν υπήρξαν μεταγενέστερες επιπλοκές και συνέπειες.
Όσον αφορά όμως τις ασκούμενες με την ένδικη αγωγή αξιώσεις του, όπως προαναφέρθηκαν, που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της από 10-8-1996 αγωγή του, από το οποίο παραιτήθηκε με την ένδικη τοιαύτη, διακόπηκε η παραγραφή των, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, αφού αυτή ασκήθηκε εντός χρονικού διαστήματος πέντε ετών από το ζημιογόνο γεγονός και δεν παρήλθε χρονικό διάστημα έξι μηνών από την παραίτηση που έλαβε χώρα με το ένδικο αγωγικό δικόγραφο".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας ένσταση παραγραφής - λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων για τις αγωγικές αξιώσεις από 1-1-1993 μέχρι 31-12-1996 του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή βάσιμης σχετικής αντένστασης του τελευταίου για διακοπή της παραγραφής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και δεν παραβίασε.
Δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα (που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης) που δεν προτάθηκαν, ούτε παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης, που προβλέπονται από τα εδάφια 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το Εφετείο "εσφαλμένα παρείδε το γεγονός της παραγραφής της τελέσεως της φερόμενης αδικοπραξίας, εσφαλμένα παρείδε την ένσταση της παραγραφής που προτάθηκε και επί της ασκηθείσας έφεσης τους, αλλά και των δευτεροβάθμιων προτάσεων, καθώς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά παράβαση του άρθρου 559 παρ. 1, 8, 14 ΚΠολΔικ, καθώς η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ αναφέρει (αναλύεται η έννοια που οι αναιρεσείοντες αποδίδουν σ' αυτή και παρατίθεται ένα απόσπασμα της μείζονος πρότασης της προσβαλλομένης από την ερμηνεία των άρθρων 247, 251, 298, 914, 922 και 937 παρ. 1 ΑΚ), ο δε αναιρεσίβλητος γνώριζε την ιδιότητα και την ταυτότητά τους και είχε γνώση του υπόχρεου προς αποζημίωση και της έκτασης της ζημίας και για το μέλλον, όμως η αναιρεσιβαλλομένη περιέπεσε σε αντιφατικές αιτιολογίες γιατί από τη μια αναφέρει ότι όσον αφορά τις με την ένδικη αγωγή αξιώσεις του που διαλαμβανόταν στο δικόγραφο της από 10-8-1996 τοιαύτης, από το οποίο παραιτήθηκε με την ένδικη τοιαύτη διακόπηκε η παραγραφή κατ' άρθρο 261 ΑΚ αφού ασκήθηκε εντός 5 ετών από το ζημιογόνο γεγονός και δεν παρήλθε χρονικό διάστημα 6 μηνών από την παραίτηση, που έλαβε χώρα με το ένδικο αγωγικό δικόγραφο, ενώ με την αναφερόμενη αγωγή ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε από την 10-8-1996 αγωγή του με δικάσιμο 18-3-1997 ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που επιδόθηκε την 9-9-1996, επίσης έσφαλε όταν παρείδε το νόμιμο ισχυρισμό τους ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 1-12-1993 αγωγή του με την οποία στράφηκε μόνο κατά της ασφαλιστικής εταιρείας τους, ενώ με τη β΄ αγωγή στράφηκε εναντίον τους, αλλά ματαιώθηκε και παραιτήθηκε του δικογράφου με την κρινόμενη έτσι είναι πασιφανές ότι ουδέποτε υπήρξε διακοπή της παραγραφής, ενόψει και του ότι η τελευταία αγωγή ασκήθηκε μετά από 3 και πλέον έτη από τη ματαίωση της β΄ ως άνω αγωγής" πρέπει να απορριφθούν:
α) προεχόντως ως αόριστες, αντιφατικές και απαράδεκτες, διότι, κατά παράβαση των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 559 εδ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔικ, το δικόγραφο της αναίρεσης, με το πιο πάνω περιεχόμενο, δεν είναι σαφές, ορισμένο και ευσύνοπτο αναφορικά με το λόγο αυτό, ούτε καθορίζονται εδώ τα πραγματικά εκείνα γεγονότα τα οποία κατά τους αναιρεσείοντες στοιχειοθετούν τις πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη με βάση τις παραδοχές της οι οποίες δεν παρατίθενται, ειδικότερα δεν αναφέρονται, οι πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλομένης (της ελάσσονας πρότασης), η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και που συγκεκριμένα βρίσκεται η παραβίαση (ΟλΑΠ 28/1998, 32/1996, 1/1995), ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη μολονότι δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα και ποια επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης (ή δεν έλαβε υπόψη, αν και προτάθηκαν παραδεκτά κλπ), ούτε αν το επικαλούμενο απαράδεκτο, από παραβίαση κάποιας δικονομικής διάταξης που δεν προσδιορίζεται, προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και β) σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 139 παρ.3 ΚΠολΔ όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει πάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση, υπερισχύει η έκθεση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί του σχετικού πρώτου λόγου της εφέσεως των αναιρεσειόντων ότι η προς αυτούς επίδοση του δικογράφου της αγωγής εχώρησε ανεπιτρέπτως καθ' ημέρα Κυριακή (26-12-1999), δέχτηκε τα εξής: Απορριπτέος ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως τυγχάνει και ο λόγος της εφέσεως των εναγομένων ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (125 ΚΠολΔ) δέχτηκε νομότυπη την επίδοση της αγωγής που έλαβε χώραν σε εξαιρετέα για επίδοση δικογράφου ημέρα Κυριακή, αφού αυτή, ως προαναφέρθηκε (παραπέμπτοντας στις προαναφερόμενες ........
και ................. εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χίου ............) επιδόθηκε Δευτέρα ημέρα -μη εξαιρετέα- και όχι Κυριακή. Να σημειωθεί σχετικά ότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της επί του επιδοθέντος στους αναιρεσείοντες δικογράφου της αγωγής επισημειώσεως της άνω αναφερόμενης δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει ότι ως ημερομηνία επιδόσεως αναγράφεται η "26-12-1999 ημέρα Δευτέρα" (ενώ η 26-12-1999 ήταν ημέρα Κυριακή).
Οι αναιρεσείοντες όμως δεν επικαλέσθηκαν ότι κι αν η επίδοση αυτή έλαβε πράγματι χώραν κατά την ως άνω ημερομηνία (αντίθετα με ότι σημειώνεται στις ως άνω εκθέσεις επιδόσεως), αυτό έγινε χωρίς τη συναίνεσή τους (άρθρ 125 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ τη δικονομική βλάβη που επικαλέσθηκαν συνδέουν με τον ισχυρισμό του ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) εκ του ατυχήματος, σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι η επίδοση της αγωγής έγινε στις 26-12-1999 ήταν άκυρη (λόγω Κυριακής αργίας), συμπληρώνεται ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος λόγω παρόδου οκταετίας από του χρόνου του ατυχήματος (23-12-1991), ενώ, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι η (πενταετής) παραγραφή των αξιώσεων αυτών διακόπηκε με την έγερση της από 10-8-1996 αγωγής του από του δικογράφου της οποίας παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή, η οποία ασκήθηκε εντός πενταετίας από του χρόνου ασκήσεως της προηγούμενης ως άνω αγωγής, είτε θεωρηθεί ότι η τελευταία επιδόθηκε την 26-12-1999, είτε την 27-12-1999.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα της εν λόγω επιδόσεως (άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής και απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αυτό συμβαίνει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγινε δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε αναφορικά με την αποθετική ζημία του ενάγοντος που προήλθε από την ανικανότητά του προς εργασία συνεπεία του ένδικου ατυχήματος τα εξής: Ο ενάγων μετά τη συμπλήρωση 24 μηνών θαλάσσιας υπηρεσίας, αφού είχε αποφοιτήσει από το Επαγγελματικό Λύκειο Ναυτικής Κατεύθυνσης, Τμήματος Πλοιάρχων (βλ.
σχετ. αποδεικτικό πτυχίου του ως άνω Λυκείου) θα αποκτούσε τουλάχιστον το δίπλωμα του πλοιάρχου Γ΄ τάξης του Ε.Ν. (βλ. σχετ. και 2131129/96 βεβαίωση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας) και θα λάμβανε ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 352.472 δραχμών (ΒΜ 180.720 + επίδομα Κυριακών 39.598 + επίδομα αδείας + τροφ. 92974 + υπερ. 30 Χ 1306).
Ο ισχυρισμός του ότι εν συνεχεία μετά τη συμπλήρωση τριάντα έξι (36) μηνών στο βαθμό του πλοιάρχου, θα αποκτούσε το δίπλωμα του πλοιάρχου Β' τάξεως και μετά τη συμπλήρωση 48 μηνών, στο βαθμό του πλοιάρχου Β' τάξεως θα αποκτούσε το δίπλωμα του πλοιάρχου Α' τάξεως του ΕΝ, κρίνεται αβάσιμος, διότι οι ως άνω προαγωγές, είναι ενδεχόμενες και αβέβαιες, καθόσον προϋποθέτουν σύμφωνα με το Π.Δ/γμα 996/1979 "περί ειδικών προσόντων υποψηφίων προς απόκτηση αποδεικτικών ναυτικής ικανότητος αξιωματικών καταστρώματος μηχανής και ασυρμάτων" όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ/γμα 435/89, επιτυχείς εξετάσεις, πλέον της ευδοκίμου υπηρεσίας και της συμπληρώσεως του ως άνω χρόνου θαλάσσιας προϋπηρεσίας.
Το δίπλωμα όμως του πλοιάρχου Γ΄ τάξεως κρίνεται ότι θα το αποκτούσε, διότι θα κατέβαλλε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων επιτυχή προς τούτο προσπάθεια, και θα ήταν απρόσκοπτη η συνεχής ναυτολόγηση του σε ποντοπόρα πλοία με το βαθμό του δοκίμου πλοιάρχου. 'Ετσι αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα ο ενάγων κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού με το βαθμό του πλοιάρχου Γ' και θα κέρδιζε από 1-1-1994 έως 31-12-1996, μαζί με το δώρο Χριστουγέννων, το δώρα Πάσχα και το επίδομα αδείας, το ποσό των 13.773.312 δρχ. (352.472 Χ 36 μήνες= 12.688.992 + 1084.320 (180.720 ΔΧ Χ 3 έτη + ΔΠ 90.360 Χ 3 έτη + Ε.Α. 90.360 Χ 3έτη) ήτοι 40.420,58 ευρώ συνολικά.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το ότι ο ενάγων, εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, θα αποκτούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από 1-1-1994 το δίπλωμα του Γ' πλοιάρχου του Εμπορικού Ναυτικού, αφού σαφώς εκτίθεται σ' αυτήν ότι αυτός είχε ήδη αποφασίσει από το Επαγγελματικό Λύκειο Ναυτικής Κατεύθυνσης και μετά τη συμπλήρωση 24 μηνών θαλάσσιας υπηρεσίας (υπό ναυτική ειδικότητα) στα πλοία που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.5 εδ.
β' του ΠΔ 996/1979 "περί ειδικών προσόντων υποψηφίων προς απόκτηση αποδεικτικών Ναυτικής ικανότητας Αξιωματικών Καταστρώματος Μηχανής και Ασυρμάτου", θα αποκτούσε οπωσδήποτε το δίπλωμα του πλοιάρχου Γ΄ τάξεως του ΕΝ, σύμφωνα και με τη σχετική βεβαίωση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας στην οποία παραπέμπει η προσβαλλόμενη απόφαση, και θα ελάμβανε ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 352.472 δραχμών.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι ως προς το άνω ζήτημα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
IV. 'Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων κατέστη ολικώς ανίκανος προς άσκηση του επαγγέλματός του ως ναυτικός και ότι για την ολική αυτή ανικανότητά του αρκούσε και μόνη η αναπηρία του κατά ποσοστό 50% εκ του ενδίκου ατυχήματος χωρίς να επηρεάζεται αυτή αιτιωδώς από το μεταγενέστερο αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη σ' αυτόν κατά την 20-12-1993, διέλαβε σ' αυτήν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος ο ενάγων υπέστη κάταγμα αριστερού και δεξιού μηριαίου δεξιάς πηλεοκαρπικής και διπολικό κάταγμα κνήμης.
Νοσηλεύτηκε στο Γ. Νοσοκομείο "Σκυλίτσειο", όπου του εγένετο οστεοσύνθεση για την αποκατάσταση των καταγμάτων του, (βλ. σχ. ......., ........... πιστοποιητικά νοσηλείας του στο ως άνω νοσοκομείο). Την 12-1-1992 εισήχθη στο ως άνω νοσοκομείο για νοσηλεία μέχρι την 30-1-92, λόγω διαφύσεως του χειρουργικού τραύματος "BARTON" της δεξιάς κερκίδας.
Υποβλήθηκε κατά τον ως άνω χρόνο νοσηλείας του σε χειρουργικό καθαρισμό του τραύματος του μηριαίου, χημειοθεραπεία και ανοικτή ανάταξη "Barton" και εσωτερική οστεοσύνθεση. Την 1-4-92 εισήχθη στο προαναφερθέν νοσοκομείο και νοσηλεύθηκε μέχρι την 18-4-92 για επανακάταγμα διάφυσης του αρ. μηριαίου του προηγουμένου κατάγματος, που αντιμετωπίστηκε με εσωτερική οστεοσύνθεση και οστικά αυτομοσχεύματα.
Το επανακάταγμα αυτό συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, γιατί προκλήθηκε λόγω δυσχέρειας της βάδισής του συνεπεία αυτού. Την 20-12-93 εισήχθη στο αυτό ως άνω νοσοκομείο και νοσηλεύθηκε μέχρι την 4-1-94, συνεπεία νέου αυτοκινητικού ατυχήματος κατά το οποίο τραυματίστηκε, υποστάς, διϋπερκονδύλιο κάταγμα αριστερού μηριαίου για το οποίο υποβλήθηκε σε ανοικτή ανάταξη και ήλωση του κατάγματος με υλικά hishard's κονδύλων, παραλλήλως δε του αφαιρέθηκαν τα υλικά οστεοσυνθέσεως του, συστοίχιου μηριαίου από τα παλαιότερα κατάγματα.
Την 4-2-94 εισήλθε και νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο μέχρι την 18-2-94, λόγω διαφύησης χειρουργικού τραύματος του αρ. μηριαίου για το οποίο και πάλι υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό και κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και χημειοθεραπεία καθώς και εφαρμογή ειδικού πλαστικού μηροκνημοποδικού κηδεμόνα. Την 25-1-95 εισήλθε στο νοσοκομείο αυτό επίσης και νοσηλεύθηκε μέχρι την 18-2-95, για αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης από το αρ.
κάτω άκρο (πλάκα hishard's κονδύλων μηριαίου και επιπλοκών από την κνήμη), λόγω επιμολύνσεως των υλικών οστεοσυνθέσεως και δημιουργίας οστεομυελιτικών συρριγγίων. 'Εκτοτε παρακολουθείτο επί τετράμηνο στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου για την πορεία της επούλωσης των οστεομυελιτικών εστιών, με αντιβιοτικά φάρμακα, φέρων και τον ειδικό πλαστικό κηδεμόνα στήριξης του αρ.
κάτω άκρου, βαδίζοντας με βακτηρίες μασχάλης (βλ. σχ. Από .................. ως άνω ιατρική γνωμάτευση). Συνεπεία του πρώτου (ενδίκου) ως άνω ατυχήματος: α) καταλήφθηκε στην αριστερή κνήμη του, οστικό κενό που δημιουργεί κίνδυνο νέου κατάγματος, από πτώση του, γεγονός που συνέβη ως προαναφέρθηκε την 1-4-1992, β) το αριστερό μηριαίο σκέλος του παρουσίαζε μυϊκή ατροφία γενικευμένη αστάθεια και βράχυνση κατά 2 cm σε σχέση με το δεξί γ) μετατραυματική αρθρίτιδα του αριστερού γόνατος, που του προκαλεί εύκολη κόπωση, στην βάδιση και την ορθοστασία, δ) η αρ.
ποδοκνημική άρθρωση παρουσιάζει δυσκαμψία και αστάθεια ε) φέρει δύσμορφες μετεγχειρητικές ουλές στο δεξιό άνω σκέλος, δεξιό κάτω σκέλος, αρ. πρόσθια λαγόνια άκανθο, αριστερό κάτω σκέλος, στην πρόσθια επιφάνεια της γαστροκνημίας, στο κάτω τριτημόριο της κνήμης. Την 10-8-92, ήτοι προ του δευτέρου αυτοκινητικού ατυχήματος, η πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή της ........., έκρινε ότι είχε ποσοστό αναπηρίας 50%, λόγω μεγάλης μυϊκής ατροφίας μαζών αριστερού μηρού και κνήμης με μερική ρήξη έξω πλαγίου συνδέσμου αριστ.
γόνατος-οστεομυελιτική εστία στο κάτω ήμισυ της αριστ. κνήμης και απώλεια πλήρους εκτάσεως της αρθρώσεως του δεξιού γόνατος (βλ. σχ. ..................... γνωμάτευση της ως άνω επιτροπής). Επίσης την 20-10-93, ήτοι δύο μήνες πριν από το δεύτερο αυτοκινητικό ατύχημα παρουσίαζε συρίγγια κατά μήκος της αριστ. κνήμης (βλ.
σχ. από .............. ιατρική γνωμάτευση ιατρού χειρούργου-ορθοπεδικού ..........). Ο ενάγων κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος είχε την επαγγελματική ιδιότητα του ναυτικού όντας κάτοχος του με αρ. ............... ναυτικού φυλλαδίου του Κεντρικού Λιμεναρχείου της Χίου. Την 1-12-91 είχε καταρτίσει με την πλοιοκτήτρια εταιρεία με την επωνυμία ".....................", σύμβαση ναυτικής εργασίας προκειμένου να ναυτολογηθεί ως δόκιμος πλοίαρχος στο με σημαία .................
Κύπρου, πλοίου της "..............." με διάρκεια ναυτολογήσεως από 1-1-92 έως 31-12-93 και δικαίωμα ανανεώσεως αυτής κατόπιν κοινής συμφωνίας των συμβαλλομένων με μηνιαίο μισθό με τα νόμιμα επιδόματα 235.502 δραχμές και από 1-1-93 έως 31-12-93 το ποσό των 265.564 δρχ. μηνιαίως (βλ. σχ. από ............. προσκομιζόμενη σύμβαση ναυτικής εργασίας) Λόγω του τραυματισμού του και της ιατρικώς επιβεβλημένης θεραπείας του, κατέστη ολικά ανίκανος για εργασία για το επάγγελμα του ναυτικού για το χρονικό διάστημα από 1-1-94 έως 15-12-99, δηλαδή για χρονικό διάστημα 71 και 1/2 μήνες.
Και είναι μεν αληθές ότι οι σωματικές του κακώσεις και ειδικότερα του αριστερού μηριαίου σκέλους του, που παρουσιάζει και την βράχυνση κατά 2 cm από το δεξιό τοιούτο, καθώς και η μετατραυματική του αρθρίτιδα της επιγονατιδομηριαίας του συστοίχου γόνατος, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια και με το δεύτερο αυτοκινητικό του ατύχημα, το οποίο συνετέλεσε και αυτό στην τελική αναπηρία του, διότι επιβάρυνε την ήδη προϋπάρχουσα τοιαύτη συνεπεία του πρώτου, πλην όμως στην ολική ανικανότητά του για την άσκηση του επαγγέλματός του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα αρκούσε και μόνη η αναπηρία του κατά ποσοστό 50% που γνωματεύθηκε από την πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή της Υγειονομικής Υπηρεσίας της ........, λόγω της ιδιαιτερότητας του επαγγέλματος αυτού, το οποίο απαιτεί πολύωρη ορθοστασία και βάδιση με αντίξοες καιρικές συνθήκες (κλυδωνισμούς πλοίου λόγω θαλασσοταραχής) ήτοι παροχή εργασίας στην οποία ήταν αδύνατο να ανταπεξέλθει ο ενάγων και εκ μόνης γενεσιουργού αιτίας του πρώτου (ενδίκου) ως άνω ατυχήματος, αφού και μόνο το οστικό κενό της αρ.
κνήμης του, τα οποία σημειωτέον, επήλθε συνεπεία του διπολικού κατάγματος της αρ. κνήμης, κατά το ένδικο ατύχημα, δημιουργεί κίνδυνο νέου κατάγματος, ακόμα και από μικρή πτώση του που εγκυμονεί η άσκηση του ως άνω επαγγέλματος και κάθε άλλου κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμου. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα αυτό που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, μολονότι οι σωματικές κακώσεις και ειδικότερα αυτές του αριστερού μηριαίου σκέλους του αναιρεσείοντος καθώς και η μετατραυματική του αρθρίτιδα της επιγονατιδομηριαίας του σύστοιχου γόνατος τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το δεύτερο αυτοκινητικό ατύχημα, εν τούτοις για την ολική ανικανότητά του προς άσκηση του επαγγέλματός του αρκούσε και μόνη η αναπηρία του κατά 50%.
Οι παραπάνω αιτιολογίες επιτρέπουν εδώ τον αναιρετικό, έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο, όπως εκτιμάται, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά την αιτίασή του από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ που προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της κρίσης ότι ο αναιρεσίβλητος τυγχάνει ανάπηρος για το επίδικο χρονικό διάστημα και άρα έσφαλε πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι κατά την έννοιά της άνω διάταξης "πράγματα" δεν αποτελούν τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω, η αιτίαση από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔΙκ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλομένη ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, και εκτίμησε, εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα, και όλα τα έγγραφα ανεξαιρέτως που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τα διάδικα μέρη, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα τα έγγραφα και εκτίμησε όλα τα έγγραφα που επικαλούνται στις σελίδες 9 μέχρι 11 του αναιρετηρίου τους οι αναιρεσείοντες.
Ομοίως η αιτίαση "έσφαλε η αναιρεσιβαλλομένη, ουδόλως ασχολήθηκε με την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ως μη νόμιμης" είναι απορριπτέα ως αόριστη. Τέλος, όλοι οι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της αξίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.4.2005 αίτηση των: 1) ..................... και 2) ................................., για αναίρεση της 6648/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία όριζε στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ