Appeal dismissed; court upheld insurer's right to claim contribution from insured driver when third party was intoxicated.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' decision, which ruled that the insured driver must reimburse the insurance company for damages caused by a third party. The insured argued that the lower court erred by finding they made a false declaration regarding the third party's intoxication, while the insurer relied on the exclusion clause in their liability insurance contract. The court rejected the appeal because the finding of intoxication was based on valid evidence and did not constitute a false declaration, thus upholding the insurer's right to seek contribution.
Legislator headnote
AI generatedArt. 361 A.C.; Art. 25 para. 8 of K.4/585/1978; The insurer is entitled to claim contribution from the insured when the insured is jointly liable for damages caused by a third party who was intoxicated, provided the insurer's exclusion clause is validly invoked and the insured did not make a false declaration regarding the third party's condition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1749 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1749/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: .... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Κασιμάτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων" ΑΕΓΑ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρόνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Ιουνίου 2001 και 9 Νοεμβρίου 2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2004 οριστική του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Ιουλίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 27 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ361) προκύπτει η δυνατότητα των μερών στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να συμφωνήσουν περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή. Μια απ' αυτές είναι και η προβλεπόμενη από την παράγραφο 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, όταν η ζημιά προξενείται σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ν. 2094/1992 (Κ.Ο.Κ).
Με την 13382/Φ705.11/4δ/25-11-1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. ορίζονται οι διατυπώσεις για τη διαπίστωση της μέθης. Η κοινή αυτή υπουργική απόφαση καταργήθηκε με το άρθρο 7 της 43500/5691/24-7-2002 άλλης κοινής απόφασης των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας-Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, αλλά στην υπόθεση που εξετάζεται ίσχυσε, γιατί το αυτοκινητικό ατύχημα έγινε στις 26-3-2001.
Όμως οι διατάξεις της προσδιορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται για να διαπιστωθεί στην ποινική δίκη αν ο δράστης τελούσε υπό την επίδραση τοξικών ουσιών κατά την τέλεση του αδικήματος. Δεν είναι θεμελιωτικές της σχετικής αστικής αγωγής και γι' αυτό η απόδειξη ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου τελούσε κατά το ατύχημα υπό την επίδραση τοξικών ουσιών μπορεί να προκύψει και από άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως ο τρόπος ομιλίας, οσμή οινοπνεύματος, βάδιση κ.α.
Τις τυχόν συνταχθείσες εκθέσεις εξέτασης αίματος του εναγόμενου οδηγού και ανίχνευσης οινοπνεύματος, παρά τη μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από την πιο πάνω 13382/1977 κοινή υπουργική απόφαση, μπορεί να συνεκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικά τεκμήρια. Η εφαρμογή της κοινής αυτής απόφασης δεν αποτελεί δηλαδή αποκλειστικό τρόπο διάγνωσης, ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση τοξικών ουσιών.
Έτσι δεν πάσχει το αποτέλεσμα της διάγνωσης, αν στηρίχτηκε σε άλλα αποδεικτικά μέσα και δεν γνωστοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο προκειμένου αυτός να ζητήσει την εξέταση των αντιδειγμάτων όπως αναφέρεται στην κοινή αυτή υπουργική απόφαση. Αν συνταχθεί έκθεση εξέτασης αίματος του ελεγχόμενου οδηγού, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων της ίδιας υπουργικής απόφασης, αυτή δεν είναι ούτε ανυπόστατο, ούτε άκυρο αποδεικτικό μέσο, αλλά είναι έγκυρο και επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικό τεκμήριο κατ' άρθρο 336 Κ.Πολ.Δικ.
Παρέπεται απ΄όλα αυτά, ότι το δικαστήριο, τη διαπίστωση της μέθης οδηγού, δύναται να στηρίξει και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως στους μάρτυρες, στην άρνηση του οδηγού
αυτοκινήτου να υποβληθεί σε αιμοληψία κ.α. Εξάλλου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται (άρθρο 681 Α ίδιου Κώδικα) και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους και ειδικότερα, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (Κ.Πολ.Δ. 671 παρ.1) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:
Α) επί της κυρίας αγωγής: Στις 26-3-2001 και ώρα 22.55 περίπου, ο ...., οδηγώντας ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας .... (ενάγοντος), εκινείτο στην εθνική οδό Ιωαννίνων-Ηγουμενίτσας, με κατεύθυνση προς Ηγουμενίτσα και ειδικότερα στο 89,5 χιλιόμετρο της πιο πάνω οδού, με κανονική ταχύτητα και στο δεξιό ρεύμα της πορείας του.
Στο σημείο εκείνο η οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με μια διακοπτόμενη γραμμή, με πλάτος οδοστρώματος 7,5 μ. και ευθεία σε μήκος 350 μέτρων περίπου. Κατά τον αυτό χρόνο, ο .... (πρώτος αναιρεσείων) οδηγώντας κι αυτός ΔΧΦ αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας .... (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο, συνολικού μήκους 18 μ. περίπου), ιδιοκτησίας του .... (δεύτερου αναιρεσείοντος), το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο στην ίδια οδό, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, σε σχέση με τον οδηγό του πρώτου αυτοκινήτου.
Περαιτέρω, στην ίδια οδό εκινούντο δύο ακόμη ΔΧΦ αυτοκίνητα, με αριθμό κυκλοφορίας ... και .... (επικαθήμενο) και ειδικότερα, μπροστά από το ΔΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ..... Πλην όμως, ο τελευταίος, δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην αποκλειστική οδήγηση του οχήματός του, έτσι, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Πιο συγκεκριμένα, επιχείρησε κατά τρόπο ανέλεγκτο να προσπεράσει τα προπορευόμενα οχήματα, έχοντας περιορισμένο πεδίο ορατότητας, αφενός λόγω του όγκου των προπορευομένων οχημάτων (ΔΧΦ) και αφετέρου, λόγω της νυκτερινής ώρας και του περιορισμένου σχετικά για εθνική οδό πλάτους του οδοστρώματος. Δηλαδή, ενώ προσπέρασε αρχικά το πρώτο ΔΧΦ αυτοκίνητο, στην προσπάθεια του να προσπεράσει, στη συνέχεια και το δεύτερο ΔΧΦ αυτοκίνητο, δεν πρόλαβε να επαναφέρει το όχημά του στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί μετωπικά, με το κινούμενο από την αντίθετη κατεύθυνση ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε κανονικά ο προαναφερόμενος .....
Αποτέλεσμα της πιο πάνω σύγκρουσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του τελευταίου και η ολοσχερής καταστροφή του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ενόψει αυτών αποκλειστικός υπαίτιος της πιο πάνω σύγκρουσης είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος προέβη στις αντικανονικές ενέργειες και παραλείψεις που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα, αυτός, δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε σύμφωνα με τους νομικούς κανόνες οδήγησης (άρθρα 12 παρ.1, 17 παρ. 1, 19 παρ. 1, 3 ΚΟΚ), της κοινής πείρας και λογικής, και την οποία μπορούσε να καταβάλει, σύμφωνα με τα περιστατικά που προέκυψαν και τις ικανότητές του.
Για το λόγο αυτό εξάλλου και αποδέχτηκε, από την πρώτη στιγμή, στην προανακριτική του κατάθεση, την ευθύνη και υπαιτιότητά του για το πιο πάνω τροχαίο ατύχημα. Εξάλλου, για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη (ανθρωποκτονία από αμέλεια) κηρύχθηκε ένοχος και από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης (βλ.
την απόφαση με αριθμό 972/2003). Β)επί της παρεμπίπτουσας αγωγής: Με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο 10740043 η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη εταιρεία) είχε ασφαλίσει για ζημίες προς τρίτους το ζημιογόνο όχημα (ΔΧΦ) που ανήκε, όπως προαναφέρθηκε, στον ..... (δεύτερο αναιρεσείοντα). Υπήρχε δε σχετικός όρος στο συμβόλαιο ότι εξαιρούνται της ασφαλιστικής καλύψεως, μεταξύ άλλων, ζημίες που προξενούνται από οδηγό του οχήματος, ευρισκόμενο υπό την επίδραση τοξικών ουσιών.
Στην προκείμενη περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος (οδηγός του ζημιογόνου οχήματος)τελούσε όπως προαναφέρθηκε υπό την επίδραση τοξικών ουσιών και δη ναρκωτικών σε υψηλή συγκέντρωση (μεγαλύτερη των 1000mg/ml), καθόσον διαπιστώθηκε από την εξέταση των ούρων του, που είναι υλικό επιλογής για την ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών, ότι είχε κάνει πρόσφατη χρήση οπιοειδών ουσιών (βλ.
το έγγραφο 643/5-4-2001 του Εργαστηρίου Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, το από 13-12-2001 έγγραφο του Εργαστηρίου ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Ειδικότερα, κατά τη στιγμή του ατυχήματος, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό επήλθε, υποδηλώνουν συμπεριφορά οδηγού που βρισκόταν σε διαταραχή και επηρέαζε αισθητά την ικανότητά του για οδήγηση (δηλαδή, διαδοχική προσπέραση με το φορτηγό που οδηγούσε σε δύο προπορευόμενα φορτηγά, με δεδομένη την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, την στενότητα του δρόμου για τέτοιους ελιγμούς, την περιορισμένη ορατότητα λόγω της νυκτερινής ώρας κ.λ.π).
Μάλιστα, με την ίδια πιο πάνω ποινική απόφαση κηρύχθηκε ένοχος, επιπλέον και για τις πράξεις των άρθρων 10 και 12 παρ. 1 Ν. 1729/1987 (δηλαδή α)οδήγηση μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών και β)χρήση ναρκωτικών ουσιών). Όσα δε υποστηρίζονται από τους εναγόμενους (αναιρεσείοντες) δηλαδή ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και προϋποθέσεις που προβλέπονται από σχετικές υπουργικές αποφάσεις, περί του τρόπου διαπίστωσης χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών από οδηγούς οχημάτων (ΚΥΑ Συγκ.
και Δημ. Τάξης 13382/1977 κλπ) είναι αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν. Και τούτο γιατί η τήρηση των σχετικών διατάξεων, που προσδιορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί για τη διακρίβωση της ύπαρξης των αναφερομένων σ΄αυτές απαγορευμένων ουσιών (αιθυλικής αλκοόλης ή τοξικών ουσιών), αφορούν την ποινική δίκη και όχι την αστική, η οποία, κατά την προαναφερόμενη ειδική διαδικασία (Κ.Πολ.Δ. 666 επ 681 Α΄) λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.
Στην πιο πάνω δε κρίση κατέληξε το δικαστήριο τούτο, κατόπιν συνεκτιμήσεως των σχετικών αποδείξεων, που απορρέουν κυρίως από δημόσια έγγραφα και όχι βέβαια από την αμφίβολης αξιοπιστίας κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης (.....) ο οποίος οδηγούσε το προπορευόμενο του ζημιογόνου οχήματος ΔΧΦ αυτοκίνητο και ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και βρισκόταν σε φυσιολογική κατάσταση.
Με βάση, λοιπόν, τα όσα προεκτέθηκαν, τόσο ο πρώτος αναιρεσείων (οδηγός), όσο και ο δεύτερος (αντισυμβαλλόμενος), ο οποίος, επιπλέον, προέβη και σε αναληθή δήλωση για το ατύχημα, σε σχέση με το επίμαχο περιστατικό (χρήση ναρκωτικών ουσιών από τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος που είναι γιος του), ευθύνονται σε ολόκληρο να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα (αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία) οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει η ίδια στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής ως αποζημίωση, με βάση τη σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου οχήματος".
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές δέχτηκε κατά ένα μέρος την κύρια από 22-6-2001 αγωγή του ..... κατά των εδώ διαδίκων. Επίσης δέχτηκε την από 9-11-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων και υποχρέωσε τους τελευταίους, ευθυνόμενους σε ολόκληρο, να καταβάλουν στην πρώτη οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής με βάση τις αναφερόμενες στο διατακτικό καταψηφιστικές διατάξεις, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο καταβολής.
Κρίνοντας έτσι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις, δεν στέρησε αυτή από νόμιμη βάση. Σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις. Δεν δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Αντίθετα στήριξε την κρίση της στα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στα έγγραφα στοιχεία και τους μάρτυρες. Ορθά συνεκτίμησε και την 643/01/5-4-2001 έκθεση του Εργαστηρίου Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Συνακόλουθα δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο πλήττεται, υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικής πλημμέλειας, η αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.)
ΙΙ. Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ. Δικ. και υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί έκρινε εσφαλμένα και παρά το νόμο ότι ο δεύτερος απ' αυτούς (ασφαλισμένος) προέβη σε αναληθή δήλωση για το ατύχημα σε σχέση με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών από τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, άρα γι'αυτό ευθύνεται σε ολόκληρο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να πληρώσει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής ως αποζημίωση.
Όμως, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης γίνεται φανερό, ότι το Εφετείο δέχτηκε εδώ τα ακόλουθα: "Με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο .... η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία) είχε ασφαλίσει κατά το χρονικό διάστημα από 23-1-2001 έως 23-7-2001 για ζημιές προς τρίτους το ζημιογόνο όχημα (ΔΧΦ) που ανήκε στο .... (δεύτερο αναιρεσείοντα).
Υπήρχε δε σχετικός όρος στο συμβόλαιο ότι εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης ζημιές που προξενούνται από οδηγό του οχήματος, ευρισκόμενο υπό την επίδραση τοξικών ουσιών. Ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, πράγματι τελούσε υπό την επίδραση ναρκωτικών σε υψηλή συγκέντρωση (μεγαλύτερη των 1000 mg/ml) και το γεγονός αυτό συνδέεται με το τροχαίο ατύχημα, αλλά και τη συμπεριφορά του ως οδηγού που βρισκόταν σε διαταραχή και επηρέαζε αισθητά την ικανότητά του για οδήγηση".
Με την αιτιολογία αυτή στη συνέχεια έκρινε, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και να υποχρεωθεί ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ασφάλιση δεύτερος αναιρεσείων, που ευθύνεται σε ολόκληρο με τον υπαίτιο οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, όσα η τελευταία υποχρεωθεί να πληρώσει στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής ως αποζημίωση.
Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην παραπάνω εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα αυτό για αναληθή δήλωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2004, αίτηση των ...., για αναίρεση της 85/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1,170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ