Supreme Court partially allows appeal against public health organization's dismissal of multiple civil claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the public health organization's appeal, annulling the first-instance judgment for a specific group of plaintiffs while dismissing it for others. The organization argued that the lower court incorrectly applied substantive law provisions regarding the statute of limitations and other legal articles. The court agreed that the lower court erred in applying non-applicable laws to certain claims, necessitating the annulment of the judgment for those specific parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 63(6) of Law 3518/2006; Article 10(5) of Law 3620/2007; Articles 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution; Article 7 of Law 1532/1985: The Supreme Court may annul a judgment if the lower court incorrectly applied substantive law provisions that were not applicable to the case at hand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1748 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1748/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάια Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ελευθερίας Χριστοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Β. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Β. Π. του Β., κατοίκου ..., 5) Β. Ε. του Μ., κατοίκου ..., 6) Γ. Ι. του Ε. - Γ., κατοίκου ..., 7) Π. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 8) Ι. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 9) Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 10) Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 11) Κ. Β. του Β., κατοίκου ..., 12) Κ. Χ.
του Ε., κατοίκου ..., 13) Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 14) Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 15) Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 16) Μ. Π. του Ο., κατοίκου ..., 17) Μ. Γ. του Τ., κατοίκου ..., 18) Μ. - Η. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 19) Μ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 20) Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 21) Μ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 22) Μ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 23) Ο. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 24) Π.
Β. - Γ. του Δ., κατοίκου ..., 25) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 26) Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., 27) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 28) Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 29) Π. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 30) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 31) Π. Α. του Γ., κατοίκου ..., 32) Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 33) Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 34) Σ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 35) Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 36) Σ.
Σ. του Π., κατοίκου ..., 37) Σ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 38) Σ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 39) Τ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 40) Τ. Ν. του Τ., κατοίκου ..., 41) Φ. - Π. Ε. του Β., κατοίκου ..., 42) Χ. - Γ. Μ. - Α. του Μ., κατοίκου ..., 43) Χ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 44) Χ. Π. του Β., κατοίκου ..., 45) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 46) Σ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 47) Τ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 48) Τ.
Θ. του Γ., κατοίκου ..., 49) Τ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 50) Φ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 51) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 52) Β. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 53) Β. Ι. του Π., κατοίκου ..., 54) Ι. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 55) Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 56) Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 57) Λ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 58) Μ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 59) Σ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 60) Π.
Α. του Ν., κατοίκου ..., 61) Τ. Χ. του Ξ., κατοίκου ..., 62) Ρ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 63) Γ. Β. του Η., κατοίκου ..., 64) Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 65) Μ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 66) Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., 67) Φ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 68) Φ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 69) Σ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 70) Χ. Μ. του Ο., κατοίκου ..., 71) Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 72) Π.
Ε. του Ι., κατοίκου ..., 73) Κ. Η. του Π., κατοίκου ..., 74) Τ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 75) Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 76) Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 77) Δ. Α. του Α. - Ε., κατοίκου ..., 78) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 79) Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 80) Α. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 81) Σ. - Ρ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 82) Χ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 83) Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 84) Λ.
Δ. του Α., κατοίκου ..., 85) Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 86) Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 87) Μ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 88) Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 89) Π. Α. του Α., κατοίκου ..., 90) Σ. Ι. του Α., κατοίκου ...,91) Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 92) Ζ. Ι. του Π., κατοίκου ..., 93) Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 94) Π. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 95) Σ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 96) Φ. Α.
του Α., κατοίκου ..., 97) Ψ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 98) Β. Θ. του Π., κατοίκου ..., 99) Κ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 100) Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 101) Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 102) Λ. Θ. του Π., κατοίκου ..., 103) Ρ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 104) Μ. Β. του Π., κατοίκου ..., 105) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 106) Π. - Β. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 107) Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., 108) Σ.
Α. του Ε., κατοίκου ..., 109) Σ. Σ. - Α. του Χ., κατοίκου ..., 110) Σ. Η. του Γ., κατοίκου ..., 111) Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 112) Τ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 113) Χ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 114) Γ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 115) Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 116) Δ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 117) Ε. Θ. του Ο., κατοίκου ..., 118) Μ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 119) Μ. - Γ. Ν. - Μ. του Κ., κατοίκου ..., 120) Ν.
Ε. του Κ./νου, κατοίκου ..., 121) Π. Δ. του Ν., κατοίκου ...,122) Π. Ι. του Α., κατοίκου ..., 123) Τ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., 124) Λ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 125) Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., 126) Φ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 127) Π. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 128) Δ. Ν. του Β., κατοίκου ..., 129) Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν η 288/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 13399/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν ασκήσεως της από 27-12-2019 ανακοπής ερημοδικίας η 1979/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των 1979/2022 και 13399/2019 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάια Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).
Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 23-6-2022 με αριθμ. καταθ. 108/2022 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των αναιρεσίβλητων, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από την υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Θ. Γ.-Γ., που προσκομίζει μετ' επικλήσεως το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 23-6-2022 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 24ης-10-2023, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια αυτού, στο δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Ντζούφα, ως πληρεξούσια δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ):
α) της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1979/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε από της από 27-12-2019 ανακοπής ερημοδικίας που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της 13399/2019 ερήμην απόφασης του ίδιου δικαστηρίου και β) της συμπροσβαλλόμενης, ως άνω, υπ' αριθμ. 13399/2019 ερήμην απόφασης, που εκδόθηκε επί της από 6-12-2016 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης, με αριθμό 288/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, ο ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των εφεσιβλήτων και καθ' ων η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητων) στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ η τυχόν αντικατάστασή του.
Συνακόλουθα, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση έχει, μεταξύ άλλων, και ο εναγόμενος εφόσον νικήθηκε ολικά ή μερικά, ως και οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτού, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητά τους αυτή μετά την άσκηση την αγωγής. Συνακόλουθα επί νομικού προσώπου, εάν επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο αυτού, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αναίρεσης ο (οιονεί) καθολικός διάδοχος αυτού. Τέτοια περίπτωση συντρέχει και επί μερικής οιονεί καθολικής διαδοχής, όπως όταν μεταφέρεται κάποιος τομέας που ασκεί συγκεκριμένες δραστηριότητες του αρχικά εναγομένου νομικού προσώπου σε άλλο φορέα, επίσης νομικό πρόσωπο, το οποίο υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δραστηριότητα του μεταφερθέντος τομέα (ΑΠ 847/2021, 306/2020). Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψη τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 1873/2022, 28/2021, 656/2020).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στο οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ.
Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.
α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού (ΑΠ 794/2022, 306/2020). Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΑΠ 794/2022, 306/2020, ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.
α και γ του νόμου αυτού (ν. 4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α` της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.
Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Επίσης με το άρθρο 13 του Ν. 4578/2018 (ΦΕΚ Α 200), με τίτλο άρθρου "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ορίζεται ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 (Α' 31), την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α' 41) και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ.
ΙΒ` του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 (Α' 222), στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Τέλος, ο Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.
Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού [όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 (Α 85) ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014] προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.
Στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου, που τιτλοφορείται "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας", και στην παρ. 9 αυτού ορίζεται ότι: " Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ...". Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς συνέχιση των εκκρεμών δικών η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθ. 1 παρ.2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 794/2022), ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε.
συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ (ΑΠ 734/2023, 1923/2022, 795/2022, 1324/2020, 306/2020). Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι "περίπτωση καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής, δεν τρέχει η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εάν η τελευταία δεν επιδοθεί στον οιονεί καθολικό διάδοχο, κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 518 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 5/2019, ΑΠ 734/2023, 306/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της νομιμοποίησης των διαδίκων, προκύπτουν τα εξής: Με την από 25-11-2012 και με αρ. καταθ.2019/21-12-2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, στρεφόμενη κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και κατά του δευτέρου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη (ως προς το οποίο οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής ήδη κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό) οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι συνδέονταν μετά του δευτέρου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ), του οποίου καθολικός διάδοχος, καθ' όσον αφορά τις Υπηρεσίες του Υγείας, είναι από 1-1-2012 το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ότι παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη και, ειδικότερα, υπηρετούν στις Υπηρεσίες Υγείας (Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας) του πρώτου εναγομένου, ως ιατροί/Κλάδος ΠΕ Ιατρών, με την ειδικότητα, που προσδιορίζουν για τον καθένα και αμείβονται, κατά τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημοσίας Διοικήσεως (ν. 3205/2003).
Ότι αυτοί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως και 31-10-2011, κατά το οποίο παρείχαν πρωτοβάθμια περίθαλψη στις Υπηρεσίες Υγείας του πρώτου εναγομένου δικαιούνται το οικονομικό κίνητρο που προβλέπεται από με τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ.6 του Ν.3518/2006, το οποίο χορηγείται σε όλο το ιατρικό προσωπικό των υπολοίπων κοινωνικοασφαλιστικών φορέων πλην του εναγομένου, αλλά και στο διοικητικό προσωπικό αυτού, το οποίο δεν τους χορηγείτο κατ' αδικαιολόγητη και δυσμενή εις βάρος τους διάκριση και κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, ευθυνόμενα εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων την πιο πάνω παροχή για το ως άνω χρονικό διάστημα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο που έπρεπε να καταβληθεί κάθε μηνιαία παροχή, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής τους.
Το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, με την υπ' αρ. 288/2015 απόφασή του, και μετά την χωρήσασα παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς το δεύτερο εναγόμενο, δικάζοντας ερήμην του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά τη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα, πλην του 75ου εξ αυτών (στον οποίο ουδέν ποσό επιδίκασε), το ποσό της επίδικης οικονομικής παροχής που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 27-12-2010 έως και 31-10-2011, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, ενώ έκρινε ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων για το προγενέστερο χρονικό διάστημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 Ν.2362/1995.
Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 6-12-2016 έφεσή του, η οποία συζητήθηκε την 2-6-2017 ερήμην του εκκαλούντος, και εκδόθηκε η 13399/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση. Ακολούθως, το αναιρεσείον άσκησε την από 27-12-2019 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την 1979/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 'Ηδη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλονται αμφότερες οι ως άνω αποφάσεις.
Από το επικαλούμενο και προσαρτώμενο στις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, υπ' αρ. πρωτ. ...-2022 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικής Υποστήριξης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και τον συνημμένο σε αυτό πίνακα, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Ο 13ος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που είχε μεταφερθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, εξακολουθεί να είναι εν ενεργεία υπάλληλός του.
β) Οι με αριθμούς 7, 44 και 46 εκ των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, που είχαν τεθεί σε καθεστώς αυτοδίκαιης διαθεσιμότητας, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του Ν. 4238/2014, κατόπιν αίτησης που υπέβαλαν περί αποδοχής της μεταφοράς τους στην 1η ΔΥΠΕ Αττικής, μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν από τον ΕΟΠΥΥ στην ως άνω ΔΥΠΕ με την υπ' αριθμ....-2014 πράξη του Διοικητή της, από την 19-3-2014, σε κενές οργανικές θέσεις κλάδου ΠΕ ιατρών/οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστάθηκαν στην ως άνω 1η ΔΥΠΕ.
γ) Οι με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 8, 10, 11, 14, 15, 17, 18, 19, 20, 21, 23, 25, 29, 32, 34, 35, 36, 39, 40, 41, 43, 51, 52, 53, 55, 56, 57, 59, 60, 62, 64, 69, 71, 72, 74, 82, 89, 95, 96, 99, 100, 101, 103, 104, 105, 107, 112, 115, 119, 122, 124, 127 και 129 εκ των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, που είχαν τεθεί σε καθεστώς αυτοδίκαιης διαθεσιμότητας, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του Ν. 4238/2014, κατόπιν αίτησης που υπέβαλαν περί αποδοχής της μεταφοράς τους στην 2η ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν από τον ΕΟΠΥΥ στην ως άνω ΔΥΠΕ, οι μεν με αριθμούς 23 και 96 με την υπ' αριθμ. ...-2014 πράξη του Διοικητή της, από 4-3-2014, ο με αριθμό 124 με την υπ' αριθμ. ...-2014 πράξη του Διοικητή της, από 20-3-2014, οι δε λοιποί με την υπ' αριθμ....-2014 πράξη του Διοικητή της, από την 4-3-2014, άπαντες σε κενές οργανικές θέσεις κλάδου ΠΕ ιατρών/οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστάθηκαν στην ως άνω 2η ΔΥΠΕ.
δ) Οι με αριθμούς 5, 6, 9, 12, 16, 22, 24, 26, 27, 28, 30, 31, 33, 37, 38, 42, 45, 47, 48, 49, 50, 54, 58, 61, 63, 65, 66, 67, 68, 70, 73, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 90, 91, 92, 93, 94, 97, 98, 102, 106, 108, 109, 110, 111, 113, 114, 116, 117, 118, 120, 121, 123, 125, 126 και 128 εκ των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, που επίσης είχαν μεταφερθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3918/2011 και που είχαν τεθεί σε καθεστώς αυτοδίκαιης διαθεσιμότητας, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του Ν. 4238/2014, ουδέποτε μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν στις ΔΥΠΕ, αλλά παρέμειναν απασχολούμενοι στον ΕΟΠΥΥ μέχρι τη λύση της εργασιακής τους σχέσης, η οποία έλαβε χώρα με αντίστοιχες αποφάσεις του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ, και συγκεκριμένα, ως προς τους 26ο και 87ο από 1-1-2014 δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2014 απόφασης, ως προς τον 28ο από 25-12-2023 δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2013 απόφασης, ως προς την 31η από 2-10-2013 δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2013 απόφασης, ως προς τους με αριθμούς 45, 48, 49 και 50 από 20-3-2014 δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2014 απόφασης, ως προς την 47η από 30-12-2012 δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2012 απόφασης, ως προς την 66η από 20-3-2014 δυνάμει της υπ' αριθμ....-2014 απόφασης, ως προς την 79η από 28-3-2013 δυνάμει της υπ' αριθμ....-2013 απόφασης, ως προς τον 85ο από 20-3-2014 δυνάμει της υπ' αριθμ....-2014 όμοιας απόφασης και ως προς όλους τους λοιπούς από 20-3-2014 δυνάμει της υπ' αριθμ....-2014 απόφασης του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ.
Με βάση τα ανωτέρω, η ένδικη αγωγική αξίωση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ορθά ασκήθηκε κατά του ΕΟΠΥΥ, εφόσον κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής (27-12-2012) δεν είχε επέλθει η μεταφορά/μετάταξη οιουδήποτε εξ αυτών στις ΔΥΠΕ, απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον διατείνεται ότι η αγωγή θα έπρεπε να ασκηθεί κατά των ΔΥΠΕ και όχι κατά του ιδίου.
Σε σχέση, όμως, με την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ως προς τους αναιρεσιβλήτους που αναφέρονται ανωτέρω στις υποπεριπτώσεις (β) και (γ), αλλά νομιμοποιούνται προς τούτο: 1) ως προς τους με αριθμούς 7, 44 και 46 εκ των αναιρεσιβλήτων μόνο το Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής" και 2) ως προς τους με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 8, 10, 11, 14, 15, 17, 18, 19, 20, 21, 23, 25, 29, 32, 34, 35, 36, 39, 40, 41, 43, 51, 52, 53, 55, 56, 57, 59, 60, 62, 64, 69, 71, 72, 74, 82, 89, 95, 96, 99, 100, 101, 103, 104, 105, 107, 112, 115, 119, 122, 124, 127 και 129 εκ των αναιρεσιβλήτων μόνο το το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "2η Υγειονομική Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", που κατέστησαν οιονεί καθολικοί διάδοχοι του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. (ΕΟΠΥΥ), έκαστο ως προς τους συγκεκριμένους ως άνω αναφερόμενους αναιρεσιβλήτους, μετά την άσκηση της ως άνω αγωγής και πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και η οποία (έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης) ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, αφού προσκομίζονται μετ'επικλήσεως τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται στη δικογραφία (πρβλ.
ΑΠ 794/2022, ΑΠ 1324/2020, 306/2020). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 556 παρ.1 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί για την ως άνω απορριπτική διάταξη, λόγω της απουσίας των αναιρεσιβλήτων και της μη υποβολής τους σε έξοδα για την αναιρετική δίκη.
Ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους που αναφέρονται ανωτέρω σε (α) και (δ), ήτοι τους με αριθμούς 13, 5, 6, 9, 12, 16, 22, 24, 26, 27, 28, 30, 31, 33, 37, 38, 42, 45, 47, 48, 49, 50, 54, 58, 61, 63, 65, 66, 67, 68, 70, 73, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 90, 91, 92, 93, 94, 97, 98, 102, 106, 108, 109, 110, 111, 113, 114, 116, 117, 118, 120, 121, 123, 125, 126 και 128 εξ αυτών, εφόσον αυτοί ουδέποτε μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν στις ΔΥΠΕ, αλλά αντιθέτως απασχολήθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
μέχρι τη λήξη της εργασιακής σχέσης εκάστου, το αναιρεσείον συνεχίζει να νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, αναφορικά με τον 75ο των εναγόντων και αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο ουδέν ποσό επιδικάστηκε και συνεπώς η αγωγή απορρίφθηκε (καίτοι εκ παραδρομής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αναφέρει ρητά την απόρριψη), ο οποίος εξακολουθούσε καθ' όλο τον επίδικο χρόνο να απασχολείται στον ΕΦΚΑ και ουδέποτε μεταφέρθηκε στον ΕΟΠΥΥ, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον προσβολής των ως άνω αποφάσεων, ενόψει της ανυπαρξίας βλαπτικής για το αναιρεσείον διάταξης σε σχέση με τον ως άνω διάδικο.
Συνεπώς, ως προς τους ανωτέρω [υπό (α) και (δ)] αναιρεσιβλήτους, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) από νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), σαν να ήσαν δικονομικά παρόντες οι αναιρεσίβλητοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 6 του Ν. 3518/2006 (ΦΕΚ Α` 272), ορίζεται ότι: "Με σκοπό τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, παρέχεται κίνητρο στο προσωπικό τους και στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και το ύψος του οικονομικού κινήτρου, καθώς επίσης και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων. Οι διατάξεις του ν. 3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου...".
Κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 2/46581/0022/17-8-2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας υπό τον τίτλο "Καθορισμός των όρων, του ύψους και των προϋποθέσεων καταβολής οικονομικού κινήτρου στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης πλην Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." (ΦΕΚ Β` 1647), με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1.1.2007, η οποία ορίζει ότι: "Για τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.
Κ. Α.), αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό ως κίνητρο στο προσωπικό τους, πλην Ι.Κ.Α. - ΕΤ.Α.Μ., και στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Γ.Γ.Κ.Α.) και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, το ύψος και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων ως εξής: 1.
Το ύψος του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου ορίζεται ανά κατηγορία υπαλλήλου ως εξής: α) κατηγορία Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης 150 ευρώ μέχρι 10 έτη υπηρεσίας, 200 ευρώ από 10 έτη υπηρεσίας μέχρι 20 έτη υπηρεσίας και 250 ευρώ από 20 έτη υπηρεσίας και άνω β) κατηγορία Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης τα ανωτέρω ποσά μειωμένα κατά 20% αντίστοιχα. 2.
Το κίνητρο περικόπτεται σε κάθε περίπτωση απουσίας του υπαλλήλου από την υπηρεσία, εκτός από τις ημέρες κανονικής άδειας, ειδικών αδειών, γονικής άδειας και συνδικαλιστικής άδειας. 3. Κριτήρια για τη χορήγηση του οικονομικού κινήτρου στους υπαλλήλους: α) των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από τις Διοικήσεις τους και τα επιχειρησιακά σχέδια που εκπονούν αυτές και β) της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους γενικότερους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από την πολιτική ηγεσία της σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των Γενικών Διευθύνσεων και των Διευθύνσεων. 4.
Ο έλεγχος και η διασφάλιση των αποτελεσμάτων διενεργούνται ως ακολούθως: α) Η πολιτική ηγεσία της ΓΓΚΑ και οι διοικήσεις των ΦΚΑ σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των υποκείμενων οργανικών μονάδων, καθορίζουν κάθε χρόνο τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν από κάθε οργανική μονάδα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπηρεσίας.
Ο προϊστάμενος κάθε οργανικής μονάδας έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της συμμετοχής των υπαλλήλων στην επίτευξη των ως άνω στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, β) Η συμμετοχή στην επίτευξη των στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας βεβαιώνονται στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, στην οποία συμπράττουν οι προϊστάμενοι των υποκείμενων οργανικών μονάδων, οι οποίοι έχουν την ίδια ευθύνη στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.
γ) Οι υπάλληλοι που δηλώνουν εγγράφως ότι δεν επιθυμούν να μετέχουν στη συστηματική αυτή προσπάθεια αύξησης της αποτελεσματικότητας, δεν δικαιούνται την παροχή αυτή του οικονομικού κινήτρου, δ) Οι διατάξεις του ν.3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου. 5. Το ανωτέρω οικονομικό κίνητρο δικαιούνται:
α) οι τακτικοί υπάλληλοι και ιατροί, μόνιμοι και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του ΟΓΑ και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και β) οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 4052/1960 στους ως άνω φορείς. 6. Το ποσό του κινήτρου υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων...".
Στη συνέχεια με την παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 (ΦΕΚ Α` 276) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 63 του ν. 3518/ 2006 (ΦΕΚ 272/Α`) ισχύουν και για το διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η με αριθμ. 2/1485/0022/25-2-2008 Απόφαση Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με τον τίτλο "Καθορισμός των όρων, του ύψους και των προϋποθέσεων καταβολής οικονομικού κινήτρου στο διοικητικό προσωπικό του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." (ΦΕΚ Β` 296), στο άρθρο μόνο της οποίας ορίζονται τα εξής: "Για τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό ως οικονομικό κίνητρο στο διοικητικό προσωπικό του και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, το ύψος και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων ως εξής: 1.
Το ύψος του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου ορίζεται ανά κατηγορία υπαλλήλου ως εξής: α) κατηγορία Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης 150 ευρώ μέχρι 10 έτη υπηρεσίας, 200 ευρώ από 10 έτη υπηρεσίας μέχρι 20 έτη υπηρεσίας και 250 ευρώ από 20 έτη υπηρεσίας και άνω β) κατηγορία Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης τα ανωτέρω ποσά μειωμένα κατά 20% αντίστοιχα γ)... 2.
Το κίνητρο περικόπτεται σε κάθε περίπτωση απουσίας του υπαλλήλου από την υπηρεσία, εκτός από τις ημέρες κανονικής άδειας, ειδικών αδειών του άρθρου 50 του Υπαλληλικού Κώδικα, γονικής άδειας, συνδικαλιστικής άδειας και εκπαιδευτικής άδειας μικρής διάρκειας έως δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών. Η περικοπή αυτή υπολογίζεται στο 1/22 του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου για κάθε ημέρα απουσίας. 3.
Κριτήρια για τη χορήγηση του οικονομικού κινήτρου στους υπαλλήλους είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από τη Διοίκηση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και το επιχειρησιακό του σχέδιο. 4. Ο έλεγχος και η διασφάλιση των αποτελεσμάτων διενεργούνται ως ακολούθως: α) Η Διοίκηση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των υποκείμενων οργανικών μονάδων, καθορίζει κάθε χρόνο τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν από κάθε οργανική μονάδα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπηρεσίας.
Ο προϊστάμενος κάθε οργανικής μονάδας έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της συμμετοχής των υπαλλήλων στην επίτευξη των ως άνω στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, β) Η συμμετοχή στην επίτευξη των στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας βεβαιώνονται στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, στην οποία συμπράττουν και οι προϊστάμενοι των υποκείμενων οργανικών μονάδων, οι οποίοι έχουν την ίδια ευθύνη στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.
γ) Οι υπάλληλοι που δηλώνουν εγγράφως ότι δεν επιθυμούν να μετέχουν στη συστηματική αυτή προσπάθεια αύξησης της αποτελεσματικότητας, δεν δικαιούνται την παροχή αυτή του οικονομικού κινήτρου, δ) Οι διατάξεις του ν. 3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου. 5. Το ανωτέρω οικονομικό κίνητρο δικαιούνται:
α) οι τακτικοί διοικητικοί υπάλληλοι, μόνιμοι και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και β) οι διοικητικοί υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι στο Ίδρυμα και γ) οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι στα γραφεία του Διοικητή και των Υποδιοικητών του Ιδρύματος. 6. Το ποσό του κινήτρου υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων. 7.... 8.
Η απόφαση αυτή ισχύει από 11.12.2007...". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι για τη χορήγηση της θεσπισθείσας με αυτές χρηματικής παροχής ως οικονομικού κινήτρου, αρχικά στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, και στη συνέχεια και στο διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ελήφθησαν υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στους φορείς αυτούς και συγκεκριμένα η ύπαρξη σημαντικού αριθμού εκκρεμών υποθέσεων που έχουν σχέση με την απονομή συντάξεων και την καταβολή πάσης φύσεως παροχών των ως άνω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, η απώλεια πόρων τους από την εισφοροδιαφυγή και η έλλειψη προσωπικού και, επί πλέον, για τους πιο πάνω φορείς (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) η αδυναμία ελέγχου των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης και η απουσία ολοκληρωμένου μηχανογραφικού συστήματος.
Η χορήγηση δε του ως άνω οικονομικού κινήτρου απέβλεπε όχι αφηρημένα στην αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, διαπιστωμένου με ειδικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, που είχε σχέση με την εκπλήρωση της αποστολής των ανωτέρω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
Εξάλλου, ενόψει του συγκεκριμένου σκοπού που επιδιωκόταν με τη χορήγηση του ως άνω οικονομικού κινήτρου, η παροχή αυτή δεν χορηγήθηκε με βάση τις ανωτέρω σχεδόν κατά λέξη ταυτόσημες Υπουργικές Αποφάσεις σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους των πιο πάνω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως σταθερό και πάγιο επίδομα προς αύξηση των τακτικών αποδοχών τους, αλλά με την πρώτη από τις Υπουργικές αυτές αποφάσεις (2/46581/022/17.8.2007) χορηγήθηκε μόνο στους τακτικούς υπαλλήλους και ιατρούς, μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του ΟΓΑ και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), καθώς και στους υπαλλήλους που είναι αποσπασμένοι σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.4052/1960 στους ως άνω φορείς και με τη δεύτερη από τις αποφάσεις αυτές (2/1485/0022/25.2.2008) στους τακτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στους διοικητικούς υπάλληλους που είναι αποσπασμένοι στο Ίδρυμα και στους υπαλλήλους που είναι αποσπασμένοι στα γραφεία του Διοικητή και των Υποδιοικητών του Ιδρύματος.
Επισημαίνεται δε ότι κατά την αληθή έννοια της πρώτης από τις πιο πάνω Υπουργικής απόφασης και ενόψει του επιδιωκομένου από αυτήν ως άνω σκοπού, του ως άνω οικονομικού κινήτρου δικαιούνται [υπό τις αναγραφόμενες σε αυτήν προϋποθέσεις] μόνο οι ιατροί των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων που απασχολούνται στις κεντρικές ή περιφερειακές υπηρεσίες των πιο πάνω φορέων και είναι επιφορτισμένοι με τη διαδικασία καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους ασφαλισμένους (όπως με τον έλεγχο των προσκομιζομένων δικαιολογητικών για την καταβολή δαπανών νοσηλείας, αγοράς εξοπλισμού κλπ) και δεν αφορά κατά νόμο ιατρούς απασχολουμένους σε μονάδες πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης των πιο πάνω φορέων.
Περαιτέρω, η επίμαχη παροχή δεν χορηγήθηκε σε όλους ανεξαιρέτως τους ανωτέρω εργαζόμενους ως προσαύξηση των αποδοχών τους, αλλά μόνον σε εκείνους εξ αυτών που θα εντάσσονταν κατά τη βούληση αυτών και για όσο χρόνο εντάσσονταν στην προγραμματισμένη προσπάθεια για την αύξηση της αποτελεσματικότητας και υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω συμμετοχή στην επίτευξη των καθορισθέντων στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας θα βεβαιωνόταν στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, ενώ κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη η παροχή αυτή έχει αποσυνδεθεί από τις ρυθμίσεις του ενιαίου μισθολογίου (Ν. 3205/2003).
Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι εάν δεν συντρέχουν οι εν λόγω όροι και προϋποθέσεις σε ορισμένη περίπτωση, με τη χορήγηση της ως άνω παροχής σε όμοια κατηγορία υπαλλήλων αλλά υπό τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων αυτών, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό (ΑΠ 505/2019).
Ούτε παραβιάζεται επίσης η απορρέουσα από την ως άνω αρχή της ισότητας αρχή της ίσης μεταχείρισης στην αμοιβή των εργαζομένων, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 εδ. β του Συντάγματος, αφού αυτή προϋποθέτει την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Κατόπιν των ανωτέρω, τόσο η αρχική εξαίρεση με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 63 παρ. 6 του Ν. 3518/2006 με αριθ. 2/46581/022/17.8.2007 Υπουργική απόφαση του απασχολουμένου στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ προσωπικού (περιλαμβανομένου και του ιατρικού) από την χορήγηση του πιο πάνω οικονομικού κινήτρου, όσο και ο εν συνεχεία περιορισμός, με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 5 του Ν. 3620/2007 με αριθ. 2/1485/0022/15.2.2008 Υπουργική Απόφαση, της χορήγησης αυτού μόνον στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ι.Κ.Α.
υπό τους εκτεθέντες όρους και προϋποθέσεις και η μη επέκτασή της σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων του εν λόγω Ιδρύματος, όπως είναι οι ιατροί, ασχέτως αν αυτοί είναι μόνιμοι ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι τούτου ή αν έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους λοιπούς υπαλλήλους του, δικαιολογείται και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, [ούτε στην αρχή της ισότητας στην αμοιβή χωρίς διακρίσεις], δεδομένου ότι κατά τα ήδη προεκτεθέντα η χρηματική αυτή παροχή χορηγήθηκε για την προσφορά από ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης και υπό ειδικές συνθήκες εντατικοποίησης εργασίας, με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας και δη στους τομείς απονομής των συντάξεων, καταβολής των πάσης φύσεως παροχών και μείωσης της εισφοροδιαφυγής με στόχο την ταχύτερη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεων στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (πρβλ.
ΑΠ 467/2007, ΑΠ 1249/2000, ΣτΕ 4137/2015, ΣτΕ 3164/2011 επί της αντίστοιχης ρύθμισης για την παροχή οικονομικού κινήτρου του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2150/1993), του νομοθέτη έχοντος τη διακριτική ευχέρεια της επιλογής του χρόνου και της κατηγορίας του προσωπικού στο οποίο θα χορηγήσει ειδική χρηματική παροχή για την παροχή πρόσθετης κατά τα άνω εργασίας (ΑΠ 2009/2022, 306/2020, 505/2019).
Περαιτέρω, το άρθρο 904 παρ. 1 Α.Κ. ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την άσκηση αγωγής προς αναζήτηση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή με ζημία του, είναι ότι η ωφέλεια αυτή αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις, ενδεικτικά σε αυτή, αναφερόμενες μορφές.
Συνεπώς, όταν υπάρχει νόμιμη αιτία (σύμβαση, διάταξη νόμου κ.λ.π.), από την οποία προέκυψε η ωφέλεια αυτή, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να την αποδώσει, με βάση την εν λόγω διάταξη, στην οποία δεν βρίσκει έρεισμα η σχετική αγωγή, εκτός αν υπάρχει ειδική διάταξη του νόμου, που να επιτρέπει την αναζήτηση (ΟλΑΠ 560/1974, ΝοΒ 23.147, ΑΠ 2011/2022, 1214/2015, 924/2006, 946/2002).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι εξέθεταν στην αγωγή τους ότι εργάζονταν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε διάφορα τμήματα και υπηρεσίες του δευτέρου εναγομένου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, του οποίου καθολικός διάδοχος έχει καταστεί το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, έχοντας ο καθένας από αυτούς τα αναγραφόμενα στην αγωγή έτη προϋπηρεσίας.
Επικαλούμενοι δε στη συνέχεια το περιεχόμενο της παρ. 6 του άρθρου 63 του Ν. 3518/2006 και της 2/46851/0022/17.8.2007 Κοινής Υπουργικής Απόφασης που εκδόθηκε βάσει αυτής, καθώς και το περιεχόμενο της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 και της αντίστοιχης 2/1485/0022/15.2.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, ισχυρίσθηκαν ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και συνακόλουθα και της αρχής της ισότητας της αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθρ. 22 του Συντάγματος και 7 του Ν. 1532/1985) εξαιρέθηκαν από τη λήψη του πιο πάνω οικονομικού κινήτρου από 1.1.2007, αρχικά με την εξαίρεση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, για το προσωπικό των οποίων, περιλαμβανομένων και των ιατρών, αυτή προβλέφθηκε και στη συνέχεια με τον περιορισμό των δικαιούχων της μόνο στο διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, παρόλο που αυτοί απασχολούνται υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας από άποψη τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, υπηρεσιακής απόδοσης και εξέλιξης με το προσωπικό των λοιπών φορέων κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων (φορέων) το αντικείμενο είναι το ίδιο.
Ότι, επικουρικά, η άρνηση των εναγομένων να καταβάλουν και σ' αυτούς την επίδικη οικονομική παροχή είναι παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, άλλως επικουρικότερα ότι τα εναγόμενα δια της μη καταβολής της ως άνω παροχής κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότερα σε βάρος της περιουσίας τους. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα να καταβάλουν στον καθένα από αυτούς και για την αιτία αυτή τα στην αγωγή αναγραφόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά που του αντιστοιχούν και αφορούν το διάστημα από 1.7.2007 έως 31.10.2011 ή επικουρικώς από 1.1.2008 έως 31.10.2011, με το νόμιμο τόκο από την δήλη ημέρα που κάθε επί μέρους κονδύλιο ήταν απαιτητό και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής, κατά την κύρια βάση της αγωγής ως αμοιβή από τη σύμβαση εργασίας τους, επικουρικά ως αποζημίωση από την αδικοπραξία των οργάνων του δευτέρου εναγομένου και δικαιοπαρόχου του πρώτου εξ αυτών, ήδη αναιρεσείοντος και επικουρικότερα κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Η αγωγή αυτή ήταν μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, ενώ ειδικότερα ως προς τη βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επίσης δεν ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι ο φερόμενος ως πλουτισμός του αναιρεσείοντος επήλθε δυνάμει διατάξεως νόμου χωρίς, περαιτέρω, να επιτρέπεται με διάταξη νόμου η αναζήτησή του.
Σημειωτέον ότι οι επικουρικές βάσεις μεταβιβάστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο την κύρια βάση της αγωγής, παρέλειψε να αποφανθεί και γι' αυτές (ΑΠ 1937/2022, 225/2015).
Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 13399/2019 απόφαση, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 288/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, με το σκεπτικό ότι οι αυτοί ως ιατροί του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αποκλείστηκαν αδικαιολόγητα από τη χορήγηση του ως άνω οικονομικού κινήτρου ήτοι χωρίς να συντρέχουν προς τούτο λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δεδομένου ότι τελούν υπό όμοιες ακριβώς συνθήκες από απόψεως παροχής υπηρεσιών και εργασιακού καθεστώτος με τους υπαλλήλους και ιατρούς των λοιπών φορέων κοινωνικής ασφάλισης, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, και ότι προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας ισότητας πρέπει, αιρούμενης της δυσμενούς αυτής εξαίρεσης, να λάβουν οι ενάγοντες το εν λόγω κίνητρο και για τα επίδικα χρονικά διαστήματα ο καθένας τους, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 63 του Ν. 3518/2006 και της 2/46581/0022/ 17.8.2007 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 και της 2/1485/0022/15.2.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης καθώς και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ.
β του Συντάγματος και 7 του Ν. 1532/1985 τις οποίες εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση. Επομένως κατά παραδοχή του δευτέρου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει ν' αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.
α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση να απορριφθεί η αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183, και 191 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 άρθρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και 4 παρ.2 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους με αύξοντες αριθμούς 7, 44, 46, 1, 2, 3, 4, 8, 10, 11, 14, 15, 17, 18, 19, 20, 21, 23, 25, 29, 32, 34, 35, 36, 39, 40, 41, 43, 51, 52, 53, 55, 56, 57, 59, 60, 62, 64, 69, 71, 72, 74, 82, 89, 95, 96, 99, 100, 101, 103, 104, 105, 107, 112, 115, 119, 122, 124, 127, 129 και 75 αναιρεσιβλήτους.
Β) Αναιρεί την υπ' αριθμ. 13399/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως εφετείο καθ' ο μέρος αφορά τους αναιρεσιβλήτους με αύξοντες αριθμούς 13, 5, 6, 9, 12, 16, 22, 24, 26, 27, 28, 30, 31, 33, 37, 38, 42, 45, 47, 48, 49, 50, 54, 58, 61, 63, 65, 66, 67, 68, 70, 73, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 90, 91, 92, 93, 94, 97, 98, 102, 106, 108, 109, 110, 111, 113, 114, 116, 117, 118, 120, 121, 123, 125, 126 και 128.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος ως προς τους ως άνω υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτους κατά της υπ' αριθμ. 288/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.
Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την από 25-11-2012 αγωγή.
Απορρίπτει αυτή ως προς τους ενάγοντες με αύξοντες αριθμούς 13, 5, 6, 9, 12, 16, 22, 24, 26, 27, 28, 30, 31, 33, 37, 38, 42, 45, 47, 48, 49, 50, 54, 58, 61, 63, 65, 66, 67, 68, 70, 73, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 90, 91, 92, 93, 94, 97, 98, 102, 106, 108, 109, 110, 111, 113, 114, 116, 117, 118, 120, 121, 123, 125, 126 και 128.
Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης τα οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ