Legislator Case Law & Legislation
1748/2022 AI generated

Appeal against enforcement reversal dismissed due to lack of proof of special power of attorney for lawyer.

Case Number 1748/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal by annulling the lower court's decision on enforcement reversal while rejecting the specific request to restore the case to pre-enforcement status. The appellant argued that funds were paid to the respondent's lawyer, but the court found no evidence proving the lawyer held special authority to receive money on the respondent's behalf. Consequently, the request for reversal was deemed unsubstantiated, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The request to restore proceedings to the pre-enforcement stage is inadmissible without proof of special power of attorney for the recipient's lawyer to collect funds.

Keywords

AI generated
enforcement reversal special power of attorney lawyer authority pre-enforcement status Code of Civil Procedure evidence burden legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 339/2016 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1748 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1748/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "JUMBO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "JUMBO", η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνου Γάτσιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 21/2/2022 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25/5/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί τη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθ. .../24-9-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Δ. Γ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κλήση για παράσταση κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της.

Με την κρινόμενη από 25-5-2021 και με αριθ. κατ. 39/27-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών με αριθ. 81/23-2-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 20-11-2018 και με αριθ.

κατ. 313/26-11-2018 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας κατά της με αριθ. 44/17-1-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 29-3-2016 και με αριθ. κατ. 90/29-3-2016 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Με την εν λόγω αγωγή η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι κατήρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι στα πλαίσια της σύμβασης αυτής απασχολήθηκε ως καθαρίστρια στο κατάστημα που διατηρεί η εναγομένη στη Λάρισα, μέχρι την 27-12-2015, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση.

Ότι η καταγγελία της σύμβασης είναι καταχρηστική και, για το λόγο αυτό, άκυρη, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο της, λόγω της προηγηθείσας, μη αρεστής στην εναγομένη, νόμιμης συμπεριφοράς της, που περιγράφεται στην αγωγή.. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 30-9- 2016 το συνολικό ποσό των 5.706 ευρώ νομιμοτόκως.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την, ως άνω, εκκαλούμενη απόφαση αναγνώρισε ότι είναι άκυρη, ως καταχρηστική, η καταγγελία της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 4.404,30 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και, επομένως, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζομένου.

Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού, στην περίπτωση αυτή, διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης.

Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι'αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία που δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης μετατρέπεται σε αιτιώδη (ΑΠ 380/2019, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 729/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και, ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεναναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 380/2019, ΑΠ 114/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 6-4-2010 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία στη συνέχεια στις 15-6-2010 μετατράπηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εκκαλούσας [ήδη αναιρεσείουσας] και της εφεσίβλητης [ήδη αναιρεσίβλητης] η τελευταία προσλήφθηκε για να παρέχει την εργασία της ως καθαρίστρια στο υποκατάστημα που διατηρεί η εκκαλούσα στη ....

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι η εφεσίβλητη θα παρείχε την εργασία της για πέντε ημέρες την εβδομάδα και για έξι ώρες ημερησίως με καθήκοντα την καθαριότητα: α) του χώρου στάθμευσης των αυτοκινήτων περιμετρικά του καταστήματος δύο φορές την ημέρα, β) του χώρου της τουαλέτας του προσωπικού και των πελατών, γ) του χώρου διαλείμματος, δ) της ράμπας, ε) τις πόρτες και σκάλες εξόδου κινδύνου, στ) κάτω από προβολές όταν παραστεί ανάγκη, ζ) του γραφείου διεύθυνσης μια φορά την εβδομάδα, η) να ελέγχει τις βλάβες στους χώρους που καθαρίζει με ενημέρωση του υπευθύνου και θ) ήταν υπεύθυνη για παραγγελίες καθαριστικών και χαρτικών ειδών.

Επιπλέον αποδεικνύεται ότι με την από 6-1-2012 συμπληρωματική ατομική σύμβαση εργασίας που συνήφθη μεταξύ των ίδιων ως άνω προσώπων, συμφωνήθηκε ότι η εκκαλούσα θα κατάρτιζε το πρόγραμμα εργασίας της εφεσίβλητης: α) με κυλιόμενα ρεπό ή β) με σταθερά ρεπό, γ) με εναλλαγή κυλιόμενων και σταθερών ρεπό που θα καθορίζονται οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας, όταν οι ανάγκες της επιχείρησης και του εργαζομένου επιβάλλουν την αλλαγή οργάνωσης του χρόνου εργασίας μέσα στα πλαίσια της πενθήμερης εργασίας.

Επίσης αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη εργάστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 6-4-2010 έως 18-10-2010 με εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας από Δευτέρα έως Παρασκευή και από ώρα 09.00 έως ώρα 15.00, ενώ απουσίασε από την εργασία της κατόπιν νομίμων αδειών για το χρονικό διάστημα από 19-10-2010 έως 19-1-2012. Μετά την επιστροφή στην εργασία της, αργαζόταν για το χρονικό διάστημα από 20-1-2012 έως 30-6- 2013 τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο και από ώρα 09.00 μέχρι ώρα 15.00.

Στη συνέχεια η εφεσίβλητη απουσίασε από την εργασία της από την 1η έως την 15η Ιουλίου του έτους 2013 λόγω ασθενείας, καθόσον υποβλήθηκε σε επέμβαση χολοκυστεκτομής, γεγονός το οποίο γνώριζε ο υπεύθυνος του καταστήματος, όπου εργαζόταν. Όμως ο τελευταίος στις 23-7-2013 της παρέδωσε έγγραφο, στο οποίο ανέγραφε τη μειωμένη απόδοση της εφεσίβλητης στην εργασία της και την καλούσε να ασκεί την εργασία της με συνέπεια και υπευθυνότητα.

Ακόμη αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη, μετά τη λήψη νόμιμης άδειας, εργάστηκε για το χρονικό διάστημα από 20-8-2013 έως 17-9-2013 κατά τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο και από ώρα 08.30 έως την ώρα 14.30, ενώ στη συνέχεια τροποποιήθηκε το παραπάνω πρόγραμμα εργασίας ώστε η εφεσίβλητη να εργάζεται το απόγευμα της Τετάρτης από ώρα 15.00 έως ώρα 21.00.

Επίσης, αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη απουσίασε από την εργασία της από την 11-12-2013 έως την 7-4-2015, κατόπιν λήψης νόμιμης άδειας εξαιτίας εγκυμοσύνης στο τρίτο τέκνο της και μετά την επιστροφή της στην εργασία της συνέχισε να εργάζεται κατά το ίδιο ως άνω ωράριο. Στις 13-5-2015 η εκκαλούσα της απέστειλε έγγραφο με θέμα την αξιολόγησή της ως υπαλλήλου, στο οποίο αναγραφόταν ότι ο ρυθμός της εργασίας της δεν ανταποκρινόταν στα πρότυπα της εταιρίας.

Η εφεσίβλητη συνέχισε να παρέχει την εργασία της μέχρι την 29η Δεκεμβρίου του έτους 2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, ήτοι μετά την πάροδο δύο ημερών από τη λήξη της προστασίας της εργασίας της λόγω τοκετού, όπως συνομολογείται από την εκκαλούσα. Η τελευταία στις 2-12-2015 είχε ήδη συνάψει νέα σύμβαση εργασίας με άλλη εργαζόμενη για την παροχή της ίδιας εργασίας και σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την απασχόληση δύο υπαλλήλων καθαριότητας "είδαν μεγάλη διαφορά".

Επίσης αποδεικνύεται ότι από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2016, ήτοι εννέα μήνες μετά την απόλυση της εφεσίβλητης, το ωράριο εργασίας της καθαρίστριας επεκτάθηκε σε οκτάωρη εργασία. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι τα παραπάνω έγγραφα της εκκαλούσας που αφορούσαν την απόδοση της εργασίας της εφεσίβλητης, της παραδίδονταν αμέσως μετά από επιστροφή της από νόμιμη άδεια και συγκεκριμένα την πρώτη φορά μετά από χειρουργική επέμβαση και τη δεύτερη φορά μετά από άδεια λόγω τοκετού.

Επιπλέον αποδεικνύεται ότι ο χώρος ευθύνης της εφεσίβλητης για καθαριότητα εκτεινόταν σε χώρο στάθμευσης χωρητικότητας εκατόν πενήντα θέσεων και έκαστος όροφος του καταστήματος είχε εμβαδόν 3.000 τ.μ. Επιπλέον, όπως προκύπτει από την με αριθμό 2615/2019 ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας, η εφεσίβλητη έπρεπε να καθαρίζει και τα ράφια του καταστήματος πριν την τοποθέτηση νέων προϊόντων, τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στους συμφωνηθέντες όρους εργασίας της, όπως προαναφέρθηκε.

Ακόμη, η εφεσίβλητη ήταν η μοναδική καθαρίστρια που εργαζόταν στο κατάστημα κατά τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους, με αποτέλεσμα η έλλειψη της καθημερινής καθαριότητας λόγω της πενθήμερης εργασίας της σε συνδυασμό και με τη μεγάλη προσέλευση πελατών, να επιβαρύνει την εκτέλεση της εργασίας της. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, το ωράριο εργασίας της καθαρίστριας επεκτάθηκε σε οκτάωρο μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη, ως μοναδική καθαρίστρια του παραπάνω περιγραφόμενου καταστήματος της εκκαλούσας, ανταποκρινόταν πλήρως στα καθήκοντά της εντός του ωραρίου εργασίας της, εργαζόμενη και πέραν των συμβατικών υποχρεώσεων της, παρά τα προβλήματα υγείας που είχε και τη φροντίδα τριών τέκνων, που ήταν γνωστά στον υπεύθυνο του καταστήματος, πλην όμως εξαιτίας του όγκου της εργασίας της σε συνδυασμό με το χρόνο παροχής της και σε σχέση με τη λειτουργία του καταστήματος για έξι ημέρες την εβδομάδα, δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που πιθανόν μεταγενέστερα να επετεύχθη με την επέκταση του ωραρίου εργασίας.

Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη λόγω της καταχρηστικότητάς της, όπως περιγράφεται παραπάνω. Επίσης, ενόψει της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας η εφεσίβλητη είναι δικαιούχος των μισθών υπερημερίας ύψους 4.404,30 ευρώ". Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την, ως άνω, έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920, 1,5 ν. 3198/1955 αναφορικά με την καταχρηστικότητα και κατ' επέκταση την ακυρότητα ή μη της από 29-12- 2005 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένοι λόγοι, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης-αναιρεσείουσας για καταγγελία της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε διαλαμβάνονται σι αυτή παραδοχές σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η καταγγελία έγινε για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, λόγω της προηγηθείσας, μη αρεστής στην εργοδότρια, συμπεριφοράς της.

Οι διαλαμβανόμενες δε παραδοχές ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ανταποκρινόταν πλήρως στα καθήκοντά της και πέραν των συμβατικών της υποχρεώσεων, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την εναγομένη-αναιρεσείουσα, με τα από 27-3-2013 και από 13-5-2015 έγγραφα αυτής περί μειωμένης απόδοσης της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης στην εργασία της, δεν αρκούν, για να θεωρηθεί η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καταχρηστική και, επομένως, άκυρη, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, η αναλήθεια των επικαλουμένων λόγων καταγγελίας, ή ακόμη και η μη ύπαρξη εμφανούς αιτίας καταγγελίας, δεν καθιστούν αυτήν καταχρηστική, άνευ άλλου τινός.

Επομένως, ο περί τούτου δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, ως άνω, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, κατά παραδοχή του, ως άνω, λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, που προβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις, η με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Για να είναι παραδεκτή η αίτηση αυτή, πρέπει ο αιτών να επικαλείται αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση. Επιτρέπεται η απόδειξη και με ομολογία, αποκλείεται όμως η απόδειξη με καταβολή σε τρίτο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου, όταν ο τελευταίος δεν είναι εφοδιασμένος με ειδική πληρεξουσιότητα για είσπραξη χρημάτων (ΑΠ 339/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις εμπροθέσμως (την παραμονή στη συζήτησης της αίτησης αναίρεσης) κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, ισχυριζόμενη ότι σε εκτέλεση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέβαλε στην ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη α) το ποσό των 1.430 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο και β) το ποσό των 1.623,81 ευρώ για επιδικασθέντες τόκους, υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση κατάσταση και συγκεκριμένα ζήτησε να υποχρεωθεί η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το καταβληθέν συνολικό ποσό των 3.053,81 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης.

Προς απόδειξη της εκτέλεσης της απόφασης, η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει την από 22-7-2021 εξοφλητική απόδειξη, ποσού 1.623,81 ευρώ και την από 30-7-2021 εξοφλητική απόδειξη, ποσού 1.430 ευρώ, από τις οποίες προκύπτει ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα κατέβαλε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κ. Γ. στην Αικατερίνη Παπαστεργίου, δικηγόρο Αθηνών, που ενεργούσε, όπως αναγράφεται στις αποδείξεις, ως πληρεξούσια δικηγόρος της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης , και για λογαριασμό αυτής τα, ως άνω, αντίστοιχα ποσά με παράδοση τριών επιταγών της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε., έκδοσης της αναιρεσείουσας σε διαταγή της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα το μεν ποσό των 1.623,81 ευρώ με παράδοση της με αριθ. ...

ισόποσης επιταγής, το δε ποσό των 1.430 ευρώ με παράδοση των με αριθ. ... επιταγών, ποσού 360 ευρώ και 1.070 ευρώ, αντίστοιχα. Ωστόσο δεν αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ενόψει και της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης, ότι η παραπάνω δικηγόρος Αικατερίνη Παπαστεργίου είχε ειδική πληρεξουσιότητα από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη να εισπράξει για λογαριασμό της τα χρήματα.

Ούτε, εξάλλου, αποδεικνύεται η είσπραξη από την τελευταία του ποσού των επιταγών. Επομένως το αίτημα επαναφορά των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση κατάσταση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείούσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθ. 81/23-2-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση κατάσταση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ