Supreme Court partially allows appeal on sentencing but dismisses procedural and evidentiary grounds for acquittal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a conviction for dangerous bodily injury, dismissing procedural and evidentiary arguments while applying a more lenient statutory sentencing provision. The court rejected claims regarding witness testimony irregularities and lack of reasoning, finding the lower court's factual assessment valid. Consequently, the sentence was reduced to the maximum of the lesser penalty tier, and the case was remitted for a new sentencing hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(a), 511 final paragraph, 309, 519, 522 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's factual findings are sound but the applicable penalty provision allows for a more lenient sentence, requiring remittal for new sentencing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1748 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1748/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπρέγιαννο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 583/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρίπολης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.5.2019 αίτησή του και στους από 2.9.2019 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 831/2019.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως προς την επιβληθείσα ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 21/5/2019 αίτηση αναίρεσης και οι από 2/9/2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 583/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης δύο [2] ετών για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1 και 3, 474 και 509 του ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το Ν. 4620/2019 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη 589 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Α) Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Κ ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο( άρθρο 171). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ. δΛ του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το ως άνω άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο ή στο συνήγορο του στο τέλος και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διάταξης αυτής επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ" του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ (ΑΠ 378/2019, ΑΠ 224/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας η Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης έδωσε το λόγο κατά σειρά στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι (ο αναιρεσείων για την επικίνδυνη σωματική βλάβη και συγκατηγορούμενός του για απλή συνέργεια στη πράξη αυτή), στο συνήγορο της πολιτικής αγωγής, ο οποίος ζήτησε την ενοχή των κατηγορουμένων και τέλος στους συνηγόρους υπεράσπισης, οι οποίοι ανέπτυξαν την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ζητώντας την αθώωσή τους, άλλως την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ. Πράγματι, μετά τους συνηγόρους υπεράσπισης και πριν την απαγγελία της απόφασης επί της ενοχής αναγράφεται ότι "ο συνήγορος της πολιτικής αγωγής ζήτησε την ενοχή των κατηγορουμένων", το οποίο αποτελεί τυπική επανάληψη της προηγούμενης τοποθέτησης του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, δεν υπήρχε δευτερολογία της Εισαγγελέα για να δοθεί εκ νέου ο λόγος στους συνηγόρους υπεράσπισης και η από παραδρομή παράθεση της παραπάνω φράσης από τον συντάκτη των πρακτικών δεν δημιουργεί ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την έννοια της παραβίασης του υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου να λάβει το λόγο τελευταίος.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος με την άνω αιτίαση πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω, εάν από τη σύγκριση των περισσότερων διατάξεων προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. ΚΠΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΑΠ 1458/2019, ΑΠ 130/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 του ισχύοντος από 1/7/2019 ΠΚ [Ν. 4619/2019] " όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ " αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στο παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Η νέα διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ σε σχέση με την προηγούμενη, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη τώρα ποινή είναι φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.
Απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι: α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του ΠΚ, β) η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και γ) δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πρόκλησης της σωματικής κάκωσης και των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εξέτασε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά για να μορφώσει την περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου κρίση του, (καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά στην προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής.
Ακόμη, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο ερεύνησε με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ, αφού σ" αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Η ύπαρξη δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια για την ενοχή αιτιολογία που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρίπολης με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά από εκτίμηση όλων των αναφερομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως προς τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στις 5.04.2012 συνεδρίασε, μετά από διακοπή, το Περιφερειακό Συμβούλιο .......
στο χώρο του Πνευματικού Κέντρου . ...., με θέμα τη λήψη απόφασης για τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.) της μονάδας βιοαερίου στη θέση "..." του Δήμου ...... Υπήρχαν αντιδράσεις από πλήθος κόσμου σχετικά με τον τόπο εγκατάστασης του βιοαερίου και γι' αυτό το λόγο είχε διακοπεί η προηγούμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου.
Από νωρίς της ιδίας ημέρας (5.04.2012), οι διαμαρτυρόμενοι για τον τόπο της εγκατάστασης του βιοαερίου, πραγματοποίησαν πορεία με τρακτέρ στην πόλη της ......και κατέληξαν στο χώρο του Πνευματικού Κέντρου. Ο πολιτικώς ενάγων βρισκόταν στο χώρο της συνεδρίασης μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά του, εντελώς τυχαία.
Όταν άρχισε η ψηφοφορία για το ως άνω θέμα, οι συγκεντρωμένοι πολίτες άρχισαν να αποδοκιμάζουν τους Περιφερειακούς Συμβούλους που ψήφιζαν υπέρ της παροχής θετικής γνωμοδότησης στη Μ.Π.Ε. Αρχικά επιτέθηκαν φραστικά στους Περιφερειακούς Συμβούλους και στον Περιφερειάρχη. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ήταν ο πρωτεργάτης της έκρυθμης κατάστασης, ανέβηκε πάνω στις καρέκλες και σε έξαλλη κατάσταση άρχισε να φωνάζει.
Οι αστυνομικές δυνάμεις που υπήρχαν στην αίθουσα, προσπάθησαν να τον συγκρατήσουν αλλά δεν τον έβγαλαν έξω από την αίθουσα. Ο πολιτικώς ενάγων βλέποντας αυτήν κατάσταση, κατευθύνθηκε μπροστά, προς το προεδρείο, παραπάτησε κι έπεσε στο έδαφος. Όταν σηκώθηκε, ένα γυάλινο ποτήρι με δύναμη τον χτύπησε στο αριστερό του μάτι κι αμέσως μετά ένα πλαστικό μπουκάλι με νερό τον χτύπησε στο δεξί του φρύδι.
Από τις φωτογραφίες που αναγνώσθηκαν, είναι φανερό ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος κρατά στα χέρια του ένα γυάλινο, κολονάτο ποτήρι και είναι έτοιμος με δύναμη να το πετάξει. Επομένως, καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού ότι δεν κράτησε στα χέρια του γυάλινο ποτήρι αλλά πλαστικό. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο μόνος που πέταξε γυάλινο ποτήρι ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος και είναι αυτό που χτύπησε τον πολιτικώς ενάγοντα.
Το ποτήρι αυτό, θρυμματίσθηκε επί του αριστερού του ματιού, προκαλώντας του τραύμα στη δεξιά οφρυική χώρα, τραύμα στην αριστερή περιοφθάλμιο περιοχή, αιμορραγία, εισχώρηση κομματιών γυαλιού στην αριστερή περιοφθαλμική χώρα, φακοδόνηση, ιριδοδόνηση, παρεπιση φακού, ρήξη της Ζινείου ζώνης αριστερού οφθαλμού, θλαστικό τραύμα στη μετωπιαία περιοχή υπεξάρθημα αριστερού κρυσταλοειδούς φακού με πρόπτωση υαλοειδούς στην περιοχή του κορικού πεδίου και ανάπτυξη αστιγματισμού.
Αποτέλεσμα δε του τραυματισμού του είναι ο διαρκής κίνδυνος πλήρους υπεξάρθωσης του αριστερού φακού ως επίσης και ο κίνδυνος δευτεροπαθούς γλαυκώματος με απώλεια οπτικού πεδίου και τελικής απώλειας της όρασης από το αριστερό μάτι. Από, δε, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την πρόκληση της βλάβης και του ευπαθούς σημείου που επλήγη (οφθαλμοί) μπορούσε να προκόψει βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, ήτοι απώλεια της όρασής του".
Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο του ότι " Ο Ν. Γ. του Δ., στην ..., στις 5.4.2012, εντός του κτιρίου του Πνευματικού Κέντρου, με πρόθεση προκάλεσε απλή σωματική βλάβη σε άλλο με τρόπο του μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα κατά τη διάρκεια επεισοδίων στα οποία συμμετείχε και είχαν ως αποτέλεσμα τη ματαίωση της συνεδρίασης του Περιφερειακού Συμβουλίου ....., εκτόξευσε με πρόθεση, στο πρόσωπο του εγκαλούντος ένα γυάλινο ποτήρι, το οποίο θρυμματίσθηκε επί του αριστερού του ματιού, προκαλώντας του τραύμα στη δεξιά οφρυική χώρα, τραύμα στην αριστερή περιοφθάλμιο περιοχή, αιμορραγία, εισχώρηση κομματιών γυαλιού στην αριστερή περιοφθαλμική χώρα, φακοδόνηση, ιριδοδόνηση, παρεπιση φακού, ρήξη της Ζινείου ζώνης αριστερού οφθαλμού, θλαστικό τραύμα στη μετωπιαία περιοχή υπεξάρθημα αριστερού κρυσταλοειδούς φακού με πρόπτωση υαλοειδούς στην περιοχή του κορικού πεδίου και ανάπτυξη αστιγματισμού.
Αποτέλεσμα δε του τραυματισμού του είναι ο διαρκής κίνδυνος πλήρους υπεξάρθωσης του αριστερού φακού ως επίσης και ο κίνδυνος δευτεροπαθούς γλαυκώματος με απώλεια οπτικού πεδίου και τελικής απώλειας της όρασης από το αριστερό μάτι. Από δε το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την πρόκληση της βλάβης και του ευπαθούς σημείου που επλήγη ( οφθαλμοί) μπορούσε να προκύψει βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, ήτοι απώλεια της όρασής του".
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 308 παρ. 1α, 309 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος και παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους μεταξύ των οποίων και η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας-πολιτικώς ενάγοντος, χωρίς να προκύπτει έλλειμα ή ασάφεια στην αιτιολογία από το γεγονός ότι στο προοίμιο του σκεπτικού αναφέρεται ως ανωμοτί κατάθεση, ενώ αυτός κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο ορκίστηκε, πράγμα που δεν επιφέρει ακυρότητα (ΑΠ 510/2016), ούτε πρόκειται για ανύπαρκτο στην προκείμενη περίπτωση αποδεικτικό μέσο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίαςδεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση η διαρρύθμιση της αίθουσας όπου έλαβε χώρα το επεισόδιο και ποια η θέση του παθόντος σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, ενώ δεν υπάρχουν αντιφατικές παραδοχές, αφού τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό το δικαστήριο δέχεται ότι ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος ήταν αυτός που πέταξε το γυάλινο ποτήρι και χτύπησε τον παθόντα και ότι το ποτήρι αυτό θρυμματίστηκε επί του αριστερού του ματιού προκαλώντας τραύμα στη δεξιά οφρυική χώρα, τραύμα στην αριστερή περιοφθάλμιο περιοχή, αιμορραγία κλπ.
Τέλος, το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της δικανικής του πεποίθησης και την εκφορά της περί ενοχής κρίσης του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του, εκτίμησε και αξιολόγησε το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτικά τις μνημονευόμενες φωτογραφίες, τις οποίες από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για την εξακρίβωση της αλήθειας.
Οι λοιπές αιτιάσεις, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων και με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας καταλήγουν σε αμφισβήτηση της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες.
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης ( πρώτος, δεύτερος, τρίτος ) και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Συντρέχει, όμως, στην προκειμένη περίπτωση λόγος αυτεπάγγελτης εφαρμογής, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 και 511 εδ. τελ. ΚΠΔ, της επιεικέστερης ως προς την ποινή διάταξης του άρθρου 309 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα, η οποία όπως προαναφέρθηκε προβλέπει φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφαρμοζόμενης αυτεπαγγέλτως της παραπάνω επιεικέστερης διάταξης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές (άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 583/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της και δη για νέα ως προς τον αναιρεσείοντα επιμέτρηση ποινής στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 21.5.2019 αίτηση αναιρέσεως και τους από 2.9.2019 πρόσθετους επ' αυτής λόγους του Ν. Γ. του Δ. για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ