Legislator Case Law & Legislation
1748/2018 AI generated

1748/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1748/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1748/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Οι αρνητικοί όμως της κατηγορίας ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς και επομένως το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σ'αυτούς όπως και στα απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα και μάλιστα αιτιολογημένα.

Keywords

AI generated
mental health status medical reasons insurance coverage of psychotherapy moral obligation moral rights personality disorder
AI generated
287/2018
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2648/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 492/2015 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/11/2015 αίτησή του και τους από 14/12/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
540/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
647/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά - Εισηγήτρια και Διονύσιο Παλλαδινό, Αρεοπαγίτες.
2399/2009
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ηθική αυτουργία, Αναβολής αίτημα, Ψευδής βεβαίωση.
243/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1748 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1748/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Κ. του Β., κρατουμένης στο Κατάστημα Γυναικείων Φυλακών ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της 'Αννα Παπαρρούσου και 2) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με το δικηγόρο Ηλία Λέκκα, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 109/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.284, 289, 350, 366, 444, 505, 531/2016, 29, 126, 189, 227, 334 και 335/2017 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ι. Κ. του Α., 2) Β. Κ. του Α., ... που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και 3 Μ. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: α) στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2503/6-3-2018 αίτηση αναιρέσεως, καθώς και στους από 3-4-2018 προσθέτους λόγους της πρώτης αναιρεσείουσας Α. Κ. του Β. και β) στην από 26-2-2018 αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος Γ. Μ. του Δ., που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 347/2018.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, τον ορισθέντα δικηγόρο του δευτέρου αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αναιρεσείουσας,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες α) από 6-3-2018 με αριθμό γενικού πρωτ. 2503/6-3-2018 αίτηση της Α. Κ. του Β. μετά των από 3-4-2018 προσθέτων αυτής λόγων, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 5- 4-2018, και β) από 26-2-2018 με αριθμό 3/2018 αίτηση του Γ. Μ. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 334, 335/2017 καταδικαστικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτές και, συνεκδικαζόμενες ως συναφείς, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.

Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ.

αμέσου. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.

Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Οι αρνητικοί όμως της κατηγορίας ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς και επομένως το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σ'αυτούς όπως και στα απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα και μάλιστα αιτιολογημένα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Τέλος, κατά το άρθρο 211Α ΚΠΔ "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση αποδεικτικής αξιοποίησης για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο.

Το ανωτέρω άρθρο 211Α ΚΠΔ δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 ΚΠΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε άλλωστε απαγορεύει την αξιοποίηση της μαρτυρικής κατάθεσης του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατό καλύτερα τη δικανική του πεποίθηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ'είδος λεπτομερώς αναφέρει (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, χωρίς όρκο καταθέσεις πολιτικώς εναγόντων, κατ'αντιπαράσταση εξέταση μάρτυρα Δ.

Κ. με τον κατηγορούμενο Γ. Μ., υπ'αριθμ. ...07/21-2-2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, από 28-7-2007 εκθέσεις αυτοψίας, υπ'αριθμ. …22/9/3970-γ' έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, από 23-6-2008 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Α. Τ., αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), αποδείχτηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο δολοφονηθείς Α.

Κ. του Κ., καθηγητής μέσης εκπαίδευσης (μαθηματικός), ήταν εν διαστάσει σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης Α. Κ., με την οποία είχε διακόψει την έγγαμη συμβίωσή του από το έτος 1999 και έκτοτε διέμενε μόνος του σε ξεχωριστό διαμέρισμα, στην πυλωτή της οικίας του επί της οδού ..., την οποία είχε διαμορφώσει σε κατοικία, ενώ στον πρώτο όροφο διέμενε η ανωτέρω κατηγορουμένη με τις πολιτικώς ενάγουσες θυγατέρες τους, Β.

και Ι. Κ.. Για τη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο (άρθ.1441 ΑΚ), είχαν καταθέσει δύο διαδοχικές κοινές αιτήσεις, στις 23-5-2000, την πρώτη και την 28-6-2002 τη δεύτερη, χωρίς ωστόσο να ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία. Τον Φεβρουάριο του 2007, είχε προσδιοριστεί δικάσιμος για τη συζήτηση αγωγής του θανόντος κατά της πρώτης κατηγορουμένης (με αρ.

κατάθ. 69.544/3.652/10-4-2006), με την οποία ζητούσε τη λύση του γάμου τους, λόγω τετραετούς διάστασης, η συζήτησή της όμως αναβλήθηκε με την 4.541/11-7-2007 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να προσκομισθεί από τον ενάγοντα ειδικό πληρεξούσιο προς τον εκπροσωπούντα αυτόν δικηγόρο του.

Ο Α. Κ., όπως όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν, ήταν ένας άνθρωπος καλλιεργημένος, πράος, αξιοπρεπής, πολύ καλός καθηγητής, αγαπητός στους συναδέλφους του και στους μαθητές του τα τελευταία δε τρεισήμισι χρόνια, πριν από το θάνατό του, διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τη γιατρό Κ. Κ., διαζευγμένη από δεκαετίας και σκόπευαν σύντομα να παντρευτούν, γεγονός που γνώριζαν οι θυγατέρες του, με τις οποίες η σύντροφός του είχε πολύ καλή σχέση.

Τις βραδινές ώρες της 27-7-2007, ο θανών και η κόρη του Ι. Κ. μετέβησαν μαζί με την Κ. Κ. και τον γιό της σε θέατρο της ….ς, για να παρακολουθήσουν την παράσταση "ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ" του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι και στη συνέχεια δείπνησαν. Περί ώρα 01:20, αφού άφησε την Κ. Κ. και το γιο της στην οικία τους στη ..., ο Α.

Κ. επέστρεψε με την κόρη του Ιώ στην οικία τους, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ...79 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, μάρκας Renault Clio, στη θέση του συνοδηγού του οποίου επέβαινε η προαναφερόμενη κόρη του. Όταν έφθασε έξω από την είσοδο της οικίας, στάθμευσε προσωρινά το αυτοκίνητό του και ανέμενε καθισμένος στη θέση του οδηγού να ανοίξει η τηλεχειριζόμενη αυλόπορτά της, προκειμένου να εισέλθει με το αυτοκίνητο στο προαύλιό της και να σταθμεύσει εκεί.

Τη στιγμή εκείνη, δέχθηκε πυροβολισμό μία φορά στο κεφάλι από την πλευρά του (κλειστού) παράθυρου της πόρτας του οδηγού, δηλαδή από την πλευρά του αυτοκινήτου στην οποία καθόταν, με αποτέλεσμα η βολίδα, που εισήλθε από την αριστερή πλευρά της μύτης του, να του προκαλέσει θλαστικό τραύμα σπλαχνικού κρανίου ηθμοειδών κυψελών, κάταγμα των ρινικών οστών, των οστών της ρινικής κοιλότητας και ρωγμώδες κάταγμα της περιοχής του δεξιού ινιακού κονδύλου, αιμορραγικής διήθηση των τοιχωμάτων της δεξιάς σφαγίτιδος φλεβός κατά τόπους, αιμορραγική διήθηση των τοιχωμάτων της δεξιάς καρωτίδος αρτηρίας κατά τόπους και αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων τραχήλου, ιδίως δεξιά.

Μεταφέρθηκε, αρχικά, στο Νοσοκομείο "...." και στη συνέχεια διακομίστηκε στην ιδιωτική κλινική "...", όπου νοσηλεύθηκε στη ΜΕΘ μέχρι την 9-8-2007, οπότε απεβίωσε, λόγω πολυοργανικής ανεπάρκειας ARDS, εξαιτίας σηπτικής κατάστασης σε έδαφος σπλαχνικού κρανίου. Η παραπάνω ανθρωποκτονία παρέμενε ανεξιχνίαστη από τις αστυνομικές αρχές μέχρι την 19-2-2008, ημερομηνία κατά την οποία ο δεύτερος κατηγορούμενος, Γ.

Μ., μετέβη στη Διεύθυνση Ασφάλειας …., για να καταθέσει συμπληρωματικά, σε συνέχεια των από 22-12-2007, 27-12-2007 και 9-1-2008 καταθέσεών του, σχετικά με τη δράση εγκληματικής οργάνωσης, με σκοπό την παράνομη κτήση από αλλοδαπούς ελληνικής ιθαγένειας, στην οποία εμπλεκόταν και ο ίδιος. Συγκεκριμένα, κατά την περίοδο εκείνη, η Ασφάλεια ….

προσπαθούσε να διαλευκάνει μία υπόθεση παράνομων ελληνοποιήσεων, από οργανωμένο κύκλωμα πολλών ατόμων, οι οποίοι προσέλκυαν αλλοδαπούς για να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα όχι ως λαθρομετανάστες, αλλά με το τέχνασμα της απευθείας κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας, κυρίως με την αναγνώρισή τους από Έλληνες γεννήτορες ως δήθεν εξώγαμων, γεννηθέντων στην αλλοδαπή, τέκνων τους, έναντι αμοιβής 8.000-9.000 ευρώ, περίπου, ανά άτομο.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 2007, ο Γ. Μ. προσήλθε αυθόρμητα στην Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος της Ασφάλειας …. και εκεί ανέφερε, προφορικά, γενικά στοιχεία για τη δράση της ανωτέρω εγκληματικής ομάδας, που προέβαινε σε παράνομες ελληνοποιήσεις και στη συνέχεια προωθούσε τους ελληνοποιηθέντες στην πορνεία και τη διακίνηση ναρκωτικών, δηλώνοντας ότι γνώριζε αυτές τις πληροφορίες, γιατί είχε προβεί και ο ίδιος σε αξιόποινες πράξεις για λογαριασμό της οργάνωσης, καθώς γνώριζε τις διαδικασίες που ακολουθούνταν στα ληξιαρχεία, στα πλαίσια της ενασχόλησής του ως υπαλλήλου σε γραφείο τελετών.

Οι αστυνομικοί του ανέπτυξαν τότε τη δυνατότητα να τύχει των ευεργετικών διατάξεων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 187Β του ΠΚ, για την παραπάνω υπόθεση και του συστήθηκε να καταθέσει οτιδήποτε σχετικό γνώριζε. Ο Γ. Μ. εξέφρασε επιφυλάξεις και αποχώρησε, συμφωνώντας να επανέλθει για να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία και να καταθέσει ενόρκως (βλ.

το ως άνω από 22-2-2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας …. που αναγνώσθηκε). Στις 22-12-2007, επανεμφανίστηκε (ο Γ. Μ.) στην ανωτέρω Αστυνομική Διεύθυνση, όπου ζήτησε να τύχει των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 187Β του ΠΚ και κατέθεσε, ενόρκως, σχετικά με τις παράνομες ελληνοποιήσεις, αναφέρθηκε δε, εκτός των άλλων, στον Δ.

Μ., για τον οποίο είπε ότι πρόκειται για πρώην ναυτικό, άστεγο, που διαμένει σε ακατοίκητο σπίτι στη ..., ευρισκόμενος σε άθλια οικονομική κατάσταση. Κατέθεσε γι' αυτόν ο κατηγορούμενος Μ., ότι τον συνέστησε ο ίδιος στην οργάνωση και ότι δέχθηκε αυτός (Μ.) να αναγνωρίσει έναν ανήλικο αλλοδαπό ως δικό του εξώγαμο τέκνο, αντί αμοιβής 2.000 ευρώ.

Επίσης κατέθεσε για τον ήδη αποβιώσαντα κατηγορούμενο Ν. Κ., ότι ήταν σε άθλια οικονομική κατάσταση, ότι τον συνέστησε ο ίδιος στην οργάνωση και ότι αυτός (Κ.) αναγνώρισε τέσσερα (4) κορίτσια από τη …., ως δικά του εξώγαμα τέκνα, αντί αμοιβής 7.000 ευρώ. Στη συνέχεια έδωσε και άλλες καταθέσεις, σχετικά με την υπόθεση των ελληνοποιήσεων, προσκομίζοντας και γραπτά στοιχεία, με τελευταία (κατάθεση) εκείνη της 19ης-2-2008, στην οποία, εκτός των άλλων, ότι ήθελε να εκμυστηρευτεί και κάτι ακόμη που βάραινε τη συνείδησή του και συγκεκριμένα ότι γνώριζε για τη δολοφονία του Α.

Κ., ισχυριζόμενος ότι σχεδιάστηκε από την πρώτη κατηγορουμένη, εν διαστάσει σύζυγο του δολοφονηθέντος και εκτελέστηκε από τους Α. Κ., ήδη θανόντα (χρόνος θανάτου του 27-12-2010) και τον επίσης θανόντα συγκατηγορούμενό του Ν. Κ., τους οποίους αυτός έφερε σε επαφή με την συγκατηγορούμενή του. Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο Γ.

Μ. γνώριζε την οικογένεια Κ. ήδη από δεκαετίας, έχοντας μάλιστα συνάψει το έτος 1999, για σύντομο χρονικό διάστημα δύο μηνών, ερωτική σχέση (μη ολοκληρωμένη σεξουαλικά) με την πρωτότοκο θυγατέρα, Β.. Ο κατηγορούμενος αυτός πάσχει από μεθοριακή διαταραχή της προσωπικότητας, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να ανεχτεί τη μοναξιά και αναζητεί μανιωδώς συντροφιά, ανεξάρτητα από πόσο λίγο τον ικανοποιεί, δεχόμενος να προσφέρει εξυπηρετήσεις σε γνωστούς, για να τους έχει κοντά του, χωρίς σημαντικό προσδοκώμενο αποτέλεσμα, ενώ παράλληλα τοποθετεί τους άλλους στην κατηγορία ή του απόλυτα καλού ή του απόλυτα κακού, παρουσιάζοντας συχνές μεταπτώσεις (βλ.

την από 23-6-2008, αναγνωσθείσα, έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε από τον πραγματογνώμονα Α. Τ., ψυχίατρο, κατόπιν της υπ' αριθμό 369/2008 ανακριτικής διάταξης). Με την συγκατηγορούμενή του, ο Γ. Μ., το έτος 2006, είχαν αναπτύξει και επαγγελματική συνεργασία, ανοίγοντας γραφείο τελετών στο όνομα της πολιτικώς ενάγουσας Ι.

Κ.. Συγκεκριμένα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...96/30-6-2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ε. Μ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ - τεύχος ανώνυμων εταιρειών - εταιριών περιορισμένης ευθύνης, με αριθμό …02/4-7-2006, ιδρύθηκε η μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με το διακριτικό τίτλο "...", με μοναδική εταίρο την Ι.

Κ., της οποίας, όμως, οι επαγγελματικές κάρτες είχαν εκδοθεί στο όνομα της πρώτης κατηγορουμένης, η οποία λύθηκε τον Δεκέμβριο του έτους 2011 (βλ. Φ.Ε.Κ. 13.571/23-12-2011 τεύχος ανώνυμων εταιρειών-εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και γενικού εμπορικού μητρώου). Περί το Πάσχα του έτους 2007, η πρώτη κατηγορουμένη, η οποία στο μεταξύ είχε συνάψει και ερωτική σχέση με τον δεύτερο κατηγορούμενο, άρχισε να του ζητά επίμονα, να τη βοηθήσει, προκειμένου να "βγάλει από τη μέση" τον εν διαστάσει σύζυγό της, Α.

Κ., διότι, όπως του ανέφερε, της δημιουργούσε πολλά προβλήματα, με εξυβρίσεις, χειροδικίες, άσχημη συμπεριφορά στην ίδια και τις θυγατέρες της, επικαλούμενη ακόμη και απόπειρα δολοφονίας σε βάρος της. Για να τον πείσει, του έλεγε πως ήταν ο μόνος άνθρωπος που θα έσωζε τη ζωή αυτής και των παιδιών της και τον πίεζε φορτικά να βρει έναν άνθρωπο που θα "έκανε τη δουλειά", για να τη γλυτώσει από τα βάσανά της.

Ο Γ. Μ., ο οποίος ήταν πλήρως αφοσιωμένος στην πρώτη κατηγορουμένη, μετά από έρευνα που έκανε, κατέληξε στον τρίτο κατηγορούμενο (ήδη αποβιώσαντα), Ν. Κ., τον οποίο είχε γνωρίσει προ οχταμήνου και τον είχε εντάξει στην εγκληματική οργάνωση των παράνομων ελληνοποιήσεων που προαναφέρθηκε. Ο Ν. Κ., ύστερα από διαπραγματεύσεις για το ύψος της αμοιβής (ζητούσε αρχικά 40.000-50.000 ευρώ), δέχθηκε να αναλάβει τη δολοφονία, αντί του ποσού των 30.000 ευρώ.

Έφερε, δε, ο δεύτερος κατηγορούμενος αυτόν σε επαφή με την πρώτη κατηγορουμένη δύο φορές, σε καφετέρια στον ..., όπου η τελευταία επανέλαβε και ενώπιόν του (Ν. Κ.) τους λόγους, για τους οποίους ήθελε "να βγάλει από τη μέση" τον εν διαστάσει σύζυγό της. Στη δεύτερη συνάντησή τους, η πρώτη κατηγορουμένη έδωσε στον Ν.

Κ. το ποσό των 4.000 ευρώ, προκειμένου αυτός να βρει όπλο για τη δολοφονία. Ο τελευταίος επικοινώνησε με τον Δ. Μ., επίσης εμπλεκόμενο στην εγκληματική οργάνωση των παράνομων ελληνοποιήσεων με πλαστά πιστοποιητικά, έχοντας αναγνωρίσει και αυτός, έναντι αμοιβής, αλλοδαπά τέκνα, ως δήθεν δικά του, ο οποίος δέχτηκε να του προμηθεύσει όπλο, αντί του ποσού των 3.000 ευρώ.

Το όπλο παραδόθηκε στον Ν. Κ. από τον Δ. Μ. στη λεωφόρο …. στο ..., σε μια αλάνα, δίπλα σε ένα βουλκανιζατέρ, όπου το είχε κρυμμένο ο τελευταίος μέσα σε μια στοίβα από παλιά λάστιχα. Ακολούθως, ο Γ. Μ., αφού μετέβη μαζί με τον Ν. Κ. στον ..., επέδειξε σε αυτόν την κατοικία του Κ. και τους γύρω χώρους. Ο Ν. Κ., προκειμένου να εκτελέσει το παραπάνω σχέδιο δολοφονίας του Α.

Κ., απευθύνθηκε στον Α. Κ. (ήδη θανόντα), φίλο του γιου του Χ. Κ. και χρήστη ναρκωτικών ουσιών και του πρότεινε να αναλάβει την εκτέλεση της δολοφονίας, αντί του ποσού των 500 ευρώ. Ο Α. Κ. δέχθηκε, αφού με το ποσό αυτό θα εξασφάλιζε αρκετές δόσεις ναρκωτικών. Στις 27-7-2007, η πρώτη κατηγορουμένη επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι ο Α.

Κ., μαζί με την κόρη τους Ιώ, θα πήγαιναν το βράδυ να παρακολουθήσουν θεατρική παράσταση και ότι θα έπρεπε να ειδοποιήσει τον Ν. Κ. να "κάνει τη δουλειά" εκείνο το βράδυ. Ο Γ. Μ. επικοινώνησε αμέσως με τον Ν. Κ., ο οποίος οδηγώντας το αυτοκίνητο του, μάρκας FIAT, παλαιού μοντέλου, μετέβη μαζί με τον Α. Κ. στην οικία Κ., στον ..., επί της οδού ...

και ανέμεναν έξω από αυτήν την επιστροφή του. Κατά το χρόνο της αναμονής τους, επικοινώνησαν με την πρώτη κατηγορουμένη, η οποία τους ζήτησε να προσέχουν, γιατί μαζί με τον εν διαστάσει σύζυγό της ήταν και η κόρη της. Φθάνοντας ο Κ.ς έξω από την κατοικία του και ενώ ανέμενε το άνοιγμα της τηλεχειριζόμενης αυλόπορτας, ο Α.

Κ., έχοντας κάνει προηγουμένως χρήση ναρκωτικών, εξήλθε του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ν. Κ., πλησίασε πεζός το αυτοκίνητο του Κ. και από το κλειστό παράθυρο της θέσης του οδηγού τον πυροβόλησε. Ακολούθως, επιβιβάστηκε στο όχημα που οδηγούσε ο Ν. Κ. και απομακρύνθηκαν από τον τόπο του εγκλήματος προς άγνωστη κατεύθυνση.

Στη συνέχεια ακολούθησαν τα γεγονότα, με τη διακομιδή του θύματος στο νοσοκομείο, όπως αναφέρονται παραπάνω. Ενώ ο Α. Κ. νοσηλευόταν στην ιδιωτική κλινική "...", η πρώτη κατηγορουμένη επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο και του ζήτησε να μεταβεί εκεί μαζί με τον Ν. Κ., για να παραδώσει στον τελευταίο τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει.

Αυτοί, πράγματι, μετέβησαν στην ανωτέρω κλινική και εκεί η κατηγορουμένη παρέδωσε στον Ν. Κ., σε κλειστό φάκελο, το ποσό των 16.000 ευρώ. Ο τελευταίος όμως, συνέχιζε να ζητά τα υπόλοιπα χρήματα από την κατηγορουμένη, η οποία μη έχοντας τη δυνατότητα απόδοσής τους, ζήτησε από τον δεύτερο κατηγορούμενο να τηλεφωνήσει στην αδελφή της Ε.

Ζ. και να της ζητήσει το ποσό των 30.000-35.000 ευρώ, λέγοντάς της ότι, εάν δεν του τα έδινε, θα σκότωνε την πρώτη κατηγορουμένη. Από τα χρήματα αυτά, ποσό 10.000 ευρώ θα έπαιρνε ο Ν. Κ. και τα υπόλοιπα θα τα μοιράζονταν μεταξύ τους οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι. Ο Γ. Μ. αρνήθηκε να εκτελέσει την πράξη της εκβίασης, γι' αυτό η πρώτη κατηγορουμένη απευθύνθηκε στον Ν.

Κ., ο οποίος αρνήθηκε, επίσης, αλλά πρότεινε στον ήδη θανόντα Α. Κ. να υλοποιήσει το σχέδιο της πρώτης κατηγορουμένης, και αυτός, κατόπιν συνεννοήσεων με την τελευταία, δέχθηκε. Μάλιστα ο Ν. Κ., για να διευκολύνει τον Α. Κ., του παρέδωσε την υπ'αρ. ...43579 τηλεκάρτα που είχε παραλάβει από τον Γ. Μ., προκειμένου να πραγματοποιήσει τα εκβιαστικά τηλεφωνήματα, αποσκοπώντας με την εκβίαση αυτή να εισπράξει και το υπόλοιπο συμφωνημένο ποσό που του όφειλε η πρώτη κατηγορουμένη.

Ο Α. Κ., ηλικίας τότε 37 ετών (γεννήθηκε το έτος 1970) και πλήρως εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες, εξαιτίας των οποίων και απεβίωσε, χρησιμοποιώντας την ανωτέρω τηλεκάρτα, πραγματοποίησε, κατ' εντολή της πρώτης κατηγορουμένης, την 28-8-2007, από καρτοτηλέφωνο του Ο.Τ.Ε., κλήση στον αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης ...831, που ανήκει στον Ι.

Κ., προς τον οποίο η ανωτέρω επεδίωκε, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, να στρέψει τις έρευνες των διωκτικών αρχών, και την 4-9-2007 περί ώρα 13:37, με την ίδια τηλεκάρτα, από καρτοτηλέφωνο του Ο.Τ.Ε. με αριθμό ...810, τηλεφώνησε στην Ε. Ζ., στο κινητό της τηλέφωνο με αριθμό 69...19, λέγοντάς της "Κυρία Ρ., θα μου δώσεις 35.000 ευρώ, για να μη δεις την αδελφή σου και τα παιδιά της, όπως τον άλλον".

Συνεχίζοντας δε της είπε μη τολμήσει να πάει στην Αστυνομία και ότι θα την έπαιρνε τηλέφωνο το βράδυ, οπότε έπρεπε αυτή να έχει τα χρήματα σε μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών, την οποία θα τοποθετούσε στο αυτοκίνητο της αδελφής της. Σχετικά με το περιστατικό αυτό, η αδελφή της κατηγορουμένης, Ε. Ζ., κατέθεσε στο ακροατήριο, ότι η φωνή του άνδρα που μιλούσε, δεν είχε χρώμα, διακύμανση, ήταν φωνή 35άρη-40άρη και δεν ήταν πάντως ηλικιωμένου ή νεαρούλη.

Μετά την ανωτέρω εξέλιξη και επειδή η Ε. Ζ. δεν υπέκυψε στον εκβιασμό, αλλά κατήγγειλε το γεγονός την ίδια ημέρα στη Διεύθυνση Ασφάλειας …., η πρώτη κατηγορουμένη ζήτησε από τον Ν. Κ., μέσω του Γ. Μ., να μη συνεχίσει την εκβίαση σε βάρος της αδελφής της, όπως και πράγματι έγινε, αφού έκτοτε ουδεμία άλλη ενόχληση δέχθηκε η Ε.

Ζ.. Μετά από αρκετό χρονικό διάστημα η πρώτη κατηγορουμένη έδωσε στον Ν. Κ. άλλες 2.000 ευρώ, σε ραντεβού που είχαν κανονίσει στο νεκροταφείο του ….. και έτσι αυτός εισέπραξε συνολικά για τη δολοφονία του Α. Κ. το ποσό των 22.000 ευρώ, έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των 30.000 ευρώ. Τη σκηνή της δολοφονίας του Α. Κ.

περιγράφουν με τον ίδιο τρόπο, χωρίς παραλλαγές τόσο η αυτόπτης μάρτυρα Ι. Κ., θυγατέρα του θύματος, όσο και ο Ν. Κ. (ήδη θανών), ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ομολογώντας την εμπλοκή του στη δολοφονία αυτή, καθώς και ο ήδη θανών φυσικός αυτουργός Α. Κ. (ομολόγησε ότι ήταν αυτός που πυροβόλησε τον Α.

Κ.) στην από 21-2- 2008 προανακριτική του κατάθεση, οι οποίοι εάν δεν είχαν γνώση της σκηνής της δολοφονίας, δε θα ήταν σε θέση να την περιγράψουν, παρά μόνο εάν τους τη μετέφερε η ίδια η Ι. Κ., με την οποία όμως δεν προέκυψε οποιαδήποτε σύνδεση. Επίσης, με τον ίδιο τρόπο, περιγράφουν τις δύο συναντήσεις τους με την πρώτη κατηγορουμένη, σε καφετέρια στον ..., πριν από τη δολοφονία του Α.

Κ., τόσο ο δεύτερος κατηγορούμενος, όσο και ο συγκατηγορούμενός του (ήδη αποβιώσας), Ν. Κ., κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τις ως άνω συναντήσεις της με τον δεύτερο κατηγορούμενο στην καφετέρια του ... αποδέχεται και η πρώτη κατηγορουμένη, η οποία περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το τρίτο πρόσωπο στις συναντήσεις αυτές ονομαζόταν, πράγματι, "Ν.", δεν ήταν, όμως, ο συγκατηγορούμενός της Ν.

Κ., αλλά ένας άλλος άνδρας, ηλικίας περίπου 35 ετών, που της συστήθηκε ως εξάδελφος του Γ. Μ., ενδιαφερόμενος για την αγορά της επιχείρησης του Γραφείου Τελετών, από το οποίο η ίδια ήθελε να αποχωρήσει, εκδηλώνοντας την πρόθεσή της αυτή στον Γ. Μ. από τον Απρίλιο του 2007. Ο ισχυρισμός αυτός της κατηγορουμένης δεν κρίνεται βάσιμος, καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε.

Άλλωστε, αν πράγματι οι συναντήσεις αυτές αφορούσαν την επιχείρησή της, μπορούσαν να γίνουν στην οικία της ή στο χώρο της επιχείρησης που διατηρούσε με τον Γ. Μ. και όχι σε μια καφετέρια, μακριά από τους χώρους αυτούς. Μάλιστα η θυγατέρα της, Ιώ, εξεταζόμενη στο ακροατήριο, κατέθεσε ότι πριν τη δολοφονία του πατέρα της, ο Μ.

συναντιόταν με τη μητέρα του "μόνο στο γραφείο, για δουλειές γραφείου" και όχι σε άλλο χώρο, καφετέρια κλπ. Επίσης, στην κατοικία του Ν. Κ. βρέθηκε και κατασχέθηκε η υπ' αριθμ. ...43579 τηλεκάρτα, με την οποία είχε γίνει η κλήση προς την αδελφή της πρώτης κατηγορούμενης, Ε. Ζ. και τον Ι. Κ., ενώ κατά την κλήση, η Ε.

Ζ. προσφωνήθηκε ως "κυρία Ρ.", όνομα που δεν μπορούσε να γνωρίζει ο Α. Κ., εάν δεν του το μετέφερε η πρώτη κατηγορουμένη, αφού με το όνομα αυτό ήταν γνωστή μόνο στο στενό οικογενειακό της περιβάλλον. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός, ότι η πρώτη κατηγορουμένη πραγματοποίησε ανάληψη συνολικού ποσού 15.000 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2007 έως 12-7-2007 από τον κοινό με την αδελφή της, Ε.

Ζ., τραπεζικό λογαριασμό, με αριθμό ...6084, με τρεις αναλήψεις ποσού 5.000 ευρώ η καθεμιά, στις 6-7-2007, 10-7-2007 και 12-7-2007, αντίστοιχα. Το ποσό αυτό συμφωνεί με εκείνο που είχε δώσει η ίδια κατηγορουμένη στον δεύτερο κατηγορούμενο, προκειμένου να το παραδώσει στον Ν. Κ., όταν μια ακόμη φορά είχε επιχειρήσει ο τελευταίος μαζί με τον Α.

Κ. να δολοφονήσουν τον Α. Κ., την ώρα που θα βρισκόταν αυτός στην κατοικία του, αλλά απέτυχαν, διότι το θύμα δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι του, γι' αυτό και το ποσό αυτό επεστράφη από τον Γ. Μ. στη συγκατηγορουμένη του, ενώ αγγίζει και το ποσό των 16.000 ευρώ, που τελικά παρέδωσε η τελευταία στον Ν. Κ., μετά τη δολοφονική επίθεση κατά του Α.

Κ.. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ότι έκανε τις αναλήψεις για λογαριασμό της αδελφής της Ε. Ζ., δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον δεν προέκυψε τούτο από κάποιο έγγραφο, οι δε καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Ζ. και Ε. Π., ως προς το θέμα αυτό, μη συνεπικουρούμενες από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν κρίνονται πειστικές.

Ειδικότερα, η Ε. Ζ. αναφέρει ότι οι παραπάνω αναλήψεις έγιναν για λογαριασμό της και ότι από το ποσό των 15.000 ευρώ, 5.000 ευρώ δόθηκαν απ' αυτήν ως δάνειο, στον εξάδελφό της Ε. Π. που διαμένει στην … όπου του τα πήγε η ίδια, άλλα 5.000 ευρώ δόθηκαν σε συνεργείο, για την επισκευή του αυτοκινήτου της και τα υπόλοιπα 5.000 ευρώ χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση μέρους οφειλής της προς την Εφορία, πλην όμως τα προσκομισθέντα για την απόδειξη των ανωτέρω παραστατικά, ήτοι:1) η υπ' αρ. ...46/26-7-2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ανώνυμης εταιρίας "..." ποσού 5.761,986 και 2)το υπ' αρ. ...75/27-7-2007 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α' της Δ.Ο.Υ.

…. απέχουν πολύ από τις επίμαχες ημερομηνίες (10-7-2007 και 12-7-2007) και δεν προκύπτει ότι εκδόθηκαν για τις επικαλούμενες καταβολές. Εξάλλου, αν τα χρήματα των αναλήψεων προορίζονταν για την κάλυψη των ως άνω αναγκών της Ε. Ζ., θα μπορούσαν να δοθούν απ' ευθείας με τραπεζική συναλλαγή, χωρίς να χρειάζονται αντίστοιχες αναλήψεις, έτσι ώστε να παρέχεται σ' αυτήν (Ε.

Ζ.) και απόδειξη περί της καταβολής τους, πολύ δε περισσότερο του άτυπου δανείου, που αναφέρει ότι κατέβαλε στον εξάδελφό της. Ισχυρίζεται, ακόμη, η πρώτη κατηγορούμενη ότι τα όσα κατέθεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, για τη συμμετοχή της στη δολοφονία του εν διαστάσει συζύγου της, είναι ψευδή και οφείλεται τούτο στην ψυχική νόσο, από την οποία πάσχει, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, εξαιτίας της νόσου του (μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας), καταθέτει ψευδή γεγονότα και μάλιστα για τρίτους.

Αντίθετα, προέκυψε ότι αυτός ομολόγησε την πράξη του, θέλοντας να λυτρωθεί από τις τύψεις που τον βασάνιζαν, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την καταγγελία του ενώπιον των αστυνομικών αρχών, για την εγκληματική οργάνωση παράνομης ελληνοποίησης αλλοδαπών με πλαστά πιστοποιητικά, στην οποία εμπλεκόταν και ο ίδιος.

Εξάλλου, απορίας άξιο είναι το γεγονός, ότι η πρώτη κατηγορουμένη καταγγέλλει μόνο μετά τη σύλληψή της, ότι ο Γ. Μ. είχε απειλήσει στο παρελθόν τη θυγατέρα της Β. Κ., όταν αυτή αρνήθηκε να επανασυνδεθεί ερωτικά μαζί του, λέγοντάς την "θα μετανιώσεις, θα φτύσεις αίμα, όχι γάμος θα γίνει, θα γίνουν κηδείες" και δεν ανέφερε το περιστατικό αυτό, προηγουμένως, στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, αν και θα αποτελούσε σημαντικό στοιχείο για την εξιχνίαση της δολοφονίας, τη στιγμή, μάλιστα, που η ίδια έδινε κάθε πληροφορία για διάφορα πρόσωπα, πιθανόν εμπλεκόμενα στη δολοφονία του εν διαστάσει συζύγου της, όπως α) για τον καθηγητή Ι.

Κ., τον οποίο η οικογένεια είχε κατηγορήσει στο παρελθόν, για σεξουαλική παρενόχληση της Β.ς Κ., κατά την ώρα ιδιαίτερου μαθήματος στην Γ' Τάξη του Λυκείου (επίδειξη πορνογραφικού υλικού), β) για τον υπεύθυνο του όμορού τους κτήματος "..." (χώρος δεξιώσεων και συνεστιάσεων), προς τον οποίο, όπως η ίδια ανέφερε, κατά καιρούς είχαν διαμαρτυρηθεί, καθώς και άλλοι περίοικοι, για τη δυνατή μουσική που έπαιζε στο κτήμα, γ) για τον αλουμινά που κατασκεύαζε κουφώματα σε ανεγειρόμενη οικοδομή, συγκυριότητας του θύματος και του αδελφού του Μ.

Κ. και είχε αθετήσει συμβατικές υποχρεώσεις του και δ)για τον διευθυντή του σχολείου των φυλακών ..., με τον οποίο το θύμα είχε μία αντιπαράθεση, σχετικά με τη διδασκαλία των κρατουμένων, ως προς τους οποίους τα στοιχεία που ανέφερε δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διάπραξη ανθρωποκτονίας. Επίσης, δεν γίνονται πιστευτά τα όσα η κατηγορουμένη κατέθεσε, σχετικά με το περιστατικό που, δήθεν, έλαβε χώρα στην αυλή του σπιτιού της, την επομένη της δολοφονίας του συζύγου της, κατά το οποίο τρεις άνδρες, με μαύρα κράνη και όπλο, της είπαν: "θέλουμε χρήματα, είχαμε εντολή να σκοτώσουμε τον Α., αλλά τα λεφτά δεν τα πήραμε, επειδή δεν πέθανε ο άνθρωπος και επειδή δεν εκτελέσαμε το συμβόλαιο ή στα παιδιά ή σε σένα θα το εκτελέσουμε", αφού δεν επιβεβαιώθηκε τούτο από κάποιο στοιχείο, η ίδια δεν το ανέφερε αμέσως στην αδελφή της, Ε., με την οποία είχαν μεταβεί μαζί στο σπίτι της την ημέρα εκείνη, ούτε έγινε αντιληπτό από την τελευταία, αλλ' ούτε από το σκυλί της (κατηγορουμένης) που αν και βρισκόταν στον κήπο δεν γαύγισε, ούτε προέβη αυτή σε άμεση καταγγελία του περιστατικού στις αρμόδιες Αρχές, προκειμένου να βοηθήσει για την ανεύρεση των δραστών, αλλά μετά παρέλευση κάποιων ημερών (στις 31-7-2007).

Όταν, όμως, συνέβη ανάλογο περιστατικό εκβιασμού της αδελφής της, Ε. Ζ., που αναφέρεται παραπάνω, η τελευταία το κατήγγειλε αμέσως, ζητώντας την προστασία της αστυνομίας. Ακόμη, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι τα οικονομικά ζητήματα, μεταξύ αυτής και του συζύγου της, ήταν τακτοποιημένα και δεν είχε οικονομικό κίνητρο για τη δολοφονία του, δεν ευσταθεί, έρχεται δε σε αντίφαση με την αρχική της κατάθεση, κατά την οποία "τα κληρονομικά" θα τα συζητούσαν μετά το διαζύγιό τους, αλλά και την αρχική κατάθεση της θυγατέρα της Ι., κατά την οποία οι γονείς της είχαν "αντιδικία σχετικά με οικονομικά θέματα για την έκδοση του διαζυγίου".

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ….70/16-6-2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου με έδρα τον ..., Μ. Π., η κατηγορουμένη αποδέχθηκε την κληρονομιά του θανόντος εν διαστάσει συζύγου της, με ειδική εξουσιοδότηση προς την αδελφή της Ε. Ζ. (βλ. το υπ'αρ. ….1/22-7-2008 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου με έδρα τον ...

Μ. Π.), ενόσω βρισκόταν στη φυλακή, ως προσωρινά κρατούμενη για τις πράξεις που κατηγορείται. Η κληρονομιά αυτή του θανόντος περιελάμβανε: 1) μια αυτοτελή, ανεξάρτητη και διακεκριμένη οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στον ... επί της οδού ..., 2) το δικαίωμα μελλοντικής ανέγερσης καθ' ύψος ή κατ'έκταση, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω οικοδομής που βρίσκεται σε οικόπεδο έκτασης 2.342 τ.μ., 3) ένα χώρο στάθμευσης (γκαράζ) του υπογείου ορόφου μιας πολυκατοικίας στη ..., επί της διασταύρωσης των οδών ..., σε οικόπεδο έκτασης 405,16 τ.μ., 4) τα υπ' αριθμ. 1 και 2 καταστήματα του ισογείου ορόφου της ανωτέρω πολυκατοικίας, 5) τα υπ' αριθμ. 1 και 2 μεσοπατώματα-πατάρια, καθένα από τα οποία συνδέεται με αντίστοιχο ισόγειο κατάστημα, με εσωτερική περιστρεφόμενη κλίμακα, της ανωτέρω πολυκατοικίας και 6) το υπ'αριθμ. 1 γραφείο του α' ορόφου της ανωτέρω πολυκατοικίας.

Μάλιστα η πρώτη κατηγορουμένη προέβη στην αποδοχή της κληρονομιάς, παρά τον αυτοδίκαιο αποκλεισμό του κληρονομικού της δικαιώματος από την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, κατ'άρθρο 1822 του ΑΚ, αφού ο θανών-κληρονομούμενος είχε ασκήσει εναντίον της αγωγή διαζυγίου, λόγω ισχυρισμού κλονισμού (τετραετή διάσταση- άρθρο 1439 του ΑΚ- ΕφΠειρ 222/2015ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,ΕφΑΘ 618/2007ΕλλΔνη 2007,903).

Επιπρόσθετα, αν τα αναφερθέντα από τους συγκατηγορούμενούς της, Γ. Μ. και Ν. Κ. (ήδη αποβιώσαντα), για τη συμμετοχή της (πρώτης κατηγορουμένης) στη δολοφονία του εν διαστάσει συζύγου της, ήταν ψευδή, δε θα μπορούσε να εξηγηθεί ο λόγος πραγματοποίησης από τον Α. Κ. τηλεφωνικών κλήσεων, με τη χρήση της πιο πάνω τηλεκάρτας που του χορήγησε ο Ν.

Κ., προς την αδελφή της, Ε. Ζ., και τον Ι. Κ., με τους οποίους ο Α. Κ. από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία, όπως επίσης δεν προκύπτει ότι είχαν οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία με τον Ι. Κ., οι Γ. Μ. και Ν. Κ., σε αντίθεση με την πρώτη κατηγορουμένη. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της, ότι οι σχέσεις τους με τον εν διαστάσει σύζυγό της ήταν αρμονικότατες και δεν υπήρχαν προσωπικές και οικονομικές διενέξεις μεταξύ τους, είναι αναληθής, αφού όπως αποδείχθηκε, όχι μόνο δεν διατηρούσαν αρμονικές σχέσεις με το θύμα, αλλά είχε εγείρει εναντίον του και οικονομικές απαιτήσεις, για να συναινέσει στην έκδοση συναινετικού διαζυγίου, λόγος για τον οποίο το θύμα αναγκάστηκε να προβεί στην άσκηση αγωγής διαζυγίου (λόγω τετραετούς διάστασης), κατά τα προαναφερθέντα, προκειμένου να λυθεί ο γάμος του με την κατηγορουμένη και στη συνέχεια να τελέσει νέο γάμο με τη σύντροφό του Κ.

Κ.. Τα παραπάνω προκύπτουν και από τα εξής στοιχεία: 1) Την κατάθεση της Ε. Τ., πρώτης εξαδέλφης του θύματος, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, η οποία ανέφερε ότι "ο Α. είχε πολλά παράπονα από τη γυναίκα του, δεν είχαν πολλές επαφές", ότι δεν περνούσε καλά μαζί της και ότι όταν τον ρωτούσε γι' αυτήν, της απαντούσε "σου έχω πει μη με ρωτάς για αυτό το άτομο, ....έπαιξα και έχασα.".

Επίσης ανέφερε για τον δεύτερο κατηγορούμενο, Γ. Μ., ότι τον είδε πρώτη φορά στην κηδεία του ξαδέλφου της και έδειχνε άτομο που ήταν "στα μέσα και στα έξω", με μεγάλη οικειότητα προς την πρώτη κατηγορουμένη. 2) Τις ένορκες καταθέσεις του Μ. Κ., αδελφού του θύματος, τόσο ενώπιον της ανακρίτριας, στην οποία ανέφερε πως γνώριζε ότι δεν είχαν καλές σχέσεις ο αδελφός του με την πρώτη κατηγορουμένη και δεν αποκλείει να έχει αυτή σχέση με τη δολοφονία του αδελφού του, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπου επανέλαβε ότι οι σχέσεις του αδελφού του με την κατηγορουμένη δεν ήταν καλές, όταν δε ρωτήθηκε αν η κατηγορουμένη μπορούσε να έχει δολοφονήσει τον αδελφό του, απάντησε ότι όλες οι εκδοχές είναι πιθανές και ότι περιμένει από το Δικαστήριο να βγάλει μια δίκαιη απόφαση, την οποία θα αποδεχθεί όποια και αν είναι.3) Τη με ημερομηνία 13-5-2008 ανακριτική κατάθεση της ήδη θανούσας, Ε.

Π., πρώτης εξαδέλφης του θύματος, η οποία ανέφερε "...Πιστεύω ότι πίσω από τη δολοφονία του ξαδέλφου μου είναι η σύζυγος του... Ίσως, επειδή άκουσε η Α. ότι θα παντρευόταν ο Α. με την κα Κ., μπορεί να ζήλεψε...", ότι η κατηγορουμένη, σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε μαζί της, κατηγόρησε τον σύζυγό της (Α. Κ.) ότι δεν έδινε χρήματα για τα παιδιά τους, γεγονός που διέψευσε ο τελευταίος και ανέφερε επίσης ένα περιστατικό που διηγήθηκε το θύμα σ' αυτήν και τον σύζυγό της, Κ.

Π.η, σχετικά με την απώλεια του διαβατηρίου και της ταυτότητάς του, τα οποία χρειαζόταν ως ταξιδιωτικά έγγραφα, προκειμένου να ταξιδέψει με τη σύντροφό του Κ. Κ. στο εξωτερικό και τα οποία ήταν πεπεισμένος ότι του τα είχε αφαιρέσει η πρώτη κατηγορουμένη. 4) Την κατάθεση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου του Κ.

Π., ο οποίος ανέφερε: α) το ίδιο ως άνω περιστατικό, σχετικά με την απώλεια του διαβατηρίου και της ταυτότητας του θύματος, β) ότι το θύμα του είχε πει πως η πρώτη κατηγορουμένη ζητούσε ακίνητα, για να του δώσει το διαζύγιο, τα οποία είχε καταγράψει σε ένα χαρτί, καθώς και ότι τον έβριζαν η πεθερά του και η αδελφή της πρώτης κατηγορουμένης Ρ.

Ζ., γ) ότι του είχε πει επίσης το θύμα πως η κατηγορουμένη χάλαγε τις υδρορροές, με αποτέλεσμα να πέφτουν νερά στην πόρτα της οικίας του, όπως και ο ίδιος διαπίστωσε επισκεπτόμενος την οικία του θύματος τον Φεβρουάριο του 2007, δ)ότι η κατηγορουμένη εξαφάνισε τα στεφάνια που παρήγγειλαν στην κηδεία του θύματος οι συγγενείς και η σύντροφος του θύματος Κ.

Κ., γιατί προφανώς δεν ήθελε το στεφάνι της τελευταίας, ε) ότι η σύζυγός του, Ε. Π., ήταν 100% σίγουρη, πως πίσω από τη δολοφονία αυτή είναι η κατηγορουμένη, λόγω της ζήλειας της τελευταίας προς τη σύντροφο του θύματος και ζ) ότι η κατηγορουμένη, όταν την είδε στο Νοσοκομείο ..., όπου νοσηλευόταν το θύμα, ήταν ψύχραιμη και κατέβαζε από το μυαλό της διάφορα σενάρια για υπόπτους της δολοφονίας, αναφέροντας μάλιστα μεταξύ αυτών και τον πρώην σύζυγο της Κ.

Κ., που ήταν δικηγόρος. 5) Την κατάθεση του φίλου και συμφοιτητή του θύματος, Α. Σ., ο οποίος κατέθεσε ένα περιστατικό βίας σε βάρος της συντρόφου του θύματος από μαυροφορεμένες μοναχές, που ήταν μαζί με την οικογένεια της κατηγορουμένης έξω από τη Μ.Ε.Θ. της κλινικής "...", όπου νοσηλευόταν το θύμα, καθώς και ότι του προξένησε εντύπωση η όλη στάση της τελευταίας στην κλινική, η οποία ήταν υπερβολική ("αλαφιασμένη"), ενόψει του μεγάλου διαστήματος που ήταν χωρισμένη με το θύμα και 6) Την κατάθεση της Κ.

Κ., συντρόφου του θύματος, η οποία κατέθεσε ότι α) όταν πήγε στην κλινική "...", όπου νοσηλευόταν το θύμα και πληροφορήθηκε από τη θυγατέρα του, Β., ότι τον πυροβόλησαν, είπε σ' αυτήν "σίγουρα είναι η μητέρα σου, που έκανε τη δουλειά", γνωρίζοντας το χαρακτήρα της κατηγορουμένης από τον σύντροφό της Α., ότι δηλαδή ήταν ιδιοτελής, πονηρή, δολοπλόκος, φιλοχρήματη, εκδικητική, που του έβγαζε τα λούκια, όταν έβρεχε και πλημμύριζε το σπίτι του, β) της είπε το θύμα, ότι η πρώτη κατηγορουμένη του έκλεψε την ταυτότητα και το διαβατήριο, προκειμένου να τον εμποδίσει να ταξιδέψει στο εξωτερικό μαζί της (Κ.

Κ.) και έτσι αυτή ταξίδευσε μόνη της και ο σύντροφος της πήγε την επομένη ημέρα στην ..., γ) της ανέφερε ο ίδιος ότι η κατηγορουμένη ήταν άτομο παραβατικό, ότι είχε κάνει μία υπεξαίρεση στην Ε.Τ.Ε, όπου δούλευε, το έτος 1992 και ότι της έδειξε μια φορά ένα έγγραφο με τις περιουσιακές διεκδικήσεις της πρώτης κατηγορουμένης, προκειμένου να πάρουν διαζύγιο, δ) η κατηγορουμένη είχε μεθοδεύσει να εξαφανιστούν τα στεφάνια των συγγενών του θύματος, στην κηδεία του, μεταξύ των οποίων και το δικό της, γιατί έγραφε "η σύντροφος του", ε)οι κόρες του τελευταίου, που πήγαιναν στο ιατρείο της, δεν έλεγαν στην κατηγορουμένη ότι έβγαινε αυτή με τον πατέρα τους, γιατί ζήλευε η μαμά τους, στ) το θύμα της έλεγε ότι η Ε.

Ζ. τον μισούσε, προφανώς, γιατί χώρισαν με την κατηγορουμένη, ζ) η θυγατέρα του θύματος Β. της είχε πει σε κάποια συνάντησή τους, ότι οι γονείς της μισιούνται, όταν δε το άκουσε αυτό ο πατέρας της είπε "μα τι λες παιδί μου, εγώ δεν μισώ κανέναν" και η) η ζήλεια, η απόρριψη και οι οικονομικοί λόγοι ήταν τα κίνητρα της πρώτης κατηγορουμένης για τη δολοφονία του συζύγου της.

Τέλος αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη, ως κληρονόμος του δολοφονηθέντος συζύγου της (χήρα δημοσίου υπαλλήλου), από 11-11- 2007 εισπράττει από το Δημόσιο, μαζί με τις θυγατέρες της, τη σύνταξη που δικαιούταν ο θανών, συνολικού ποσού 593,01 ευρώ, μηνιαίως, ενώ με την παραπάνω ιδιότητά της (χήρα δημοσίου υπαλλήλου) εισέπραξε, την 11η-11-2009, εφάπαξ, για τον θανόντα εν διαστάσει σύζυγό της, συνολικού ποσού 17.711 ευρώ.

Κατ' ακολουθία, με βάση τα προαναφερθέντα περιστατικά που αποδείχθηκαν, η πρώτη κατηγορουμένη, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας (6-1), τέλεσε τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας στην ανθρωποκτονία του Α. Κ., εν διαστάσει συζύγου της και της ηθικής αυτουργίας στην απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης σε βάρος της αδελφής της Ε.

Ζ.. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ανθρωποκτονία, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη αυτή έπεισε με υπόσχεση και χορήγηση αμοιβής τον τρίτο των κατηγορουμένων, Ν. Κ. και αυτός με τη σειρά του τον φυσικό αυτουργό, Α. Κ., με υπόσχεση και χορήγηση αμοιβής, να σκοτώσει τον Α. Κ., πράξη την οποία αυτός διέπραξε.

Επομένως, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η πρώτη κατηγορουμένη- ηθική αυτουργός του τρίτου κατηγορουμένου- ηθικού αυτουργού του δράστη, είναι ηθική αυτουργός του δράστη-φυσικού αυτουργού, Α. Κ.. Για το σχηματισμό της ανωτέρω κρίσης της πλειοψηφίας, το Δικαστήριο στηρίχθηκε όχι μόνο στις ομολογίες των συγκατηγορουμένων της πρώτης κατηγορουμένης (του δεύτερου και των ήδη αποβιωσάντων Ν.

Κ. και Α. Κ.), όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, προβάλλοντας την απαγόρευση του άρθρου 211 Α του ΠΚ, αλλά συνεκτίμησε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα, έκθεση πραγματογνωμοσύνης και ομολογίες των κατηγορουμένων), από το συνδυασμό των οποίων κατέληξε στον σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποίθησης περί της ενοχής των δύο πρώτων κατηγορουμένων (βλ.

ΑΠ 761/2016 και ΑΠ 471/2016 ο.π).

Ένα μέλος της σύνθεσης του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ο ένορκος Π. Ε., διατηρεί ελάχιστες αμφιβολίες για το αν η παραπάνω κατηγορουμένη συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στη δολοφονία του εν διαστάσει συζύγου της Α. Κ., καθώς και στην απόπειρα εκβίασης σε βάρος της αδελφής της Ε. Ζ., γι' αυτό και έχει τη γνώμη ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώα των πράξεων αυτών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των κατηγορουμένων, Γ. Μ., τέλεσε την πράξη της απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονία του Α. Κ., όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι παρέσχε με πρόθεση σε άλλον συνδρομή πριν από την τέλεση της πράξης και συγκεκριμένα βρήκε για λογαριασμό της ηθικής αυτουργού, πρώτης κατηγορουμένης, τον τρίτο κατηγορούμενο, Ν. Κ., ο οποίος τη βοήθησε να ολοκληρώσει το σχέδιό της να δολοφονήσει τον εν διαστάσει σύζυγό της, πείθοντας τον Α. Κ. να σκοτώσει τον τελευταίο, πράξη την οποία αυτός εκτέλεσε. Τα ανωτέρω, δε, ισχύουν, διότι ο συνεργός του συνεργού είναι συνεργός του φυσικού αυτουργού.

Συνεπώς, πρέπει: α)η πρώτη κατηγορουμένη, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης και β) ο δεύτερος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος (ομόφωνα) για την πράξη της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους και ειδικότερα Α) την κατηγορουμένη Α. Κ. ένοχη κατά πλειοψηφία του ότι :

"Ι.Στον ..., στις 28-7-2007, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και, συγκεκριμένα, προσέφερε και υποσχέθηκε χρηματική αμοιβή 500 ευρώ στον Ν. Κ., ο οποίος με τη σειρά του προσέφερε και υποσχέθηκε χρηματική αμοιβή 500 ευρώ στον Α. Κ., προκειμένου να σκοτώσει τον Α. Κ. του Κ., σύζυγο εν διαστάσει της Α. Κ., υποδεικνύοντας σε αυτόν τον τόπο και το χρόνο που έπρεπε να δράσει, κι έτσι τον έπεισε να εκτελέσει την άδικη πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, την οποία αυτός διέπραξε.

II. Στις ..., στις 4-9-2007, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που αυτός διέπραξε και, συγκεκριμένα, με παραινέσεις, πειθώ και υπόσχεση αμοιβής, παρότρυνε και ενθάρρυνε τον Α. Κ., ήδη θανόντα (χρόνος θανάτου 27-12-2010) να εκτελέσει σε βάρος της Ε. Ζ. την πράξη της κακουργηματικής εκβίασης, που αυτός επιχείρησε να διαπράξει, αλλά δεν την ολοκλήρωσε όχι από δική του βούληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά και συγκεκριμένα, έπεισε τον Α. Κ., με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του, αλλά και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, να εξαναγκάσει την Ε. Ζ., με απειλές, ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής, σε πράξη, από την οποία θα επήρχετο ζημία στην περιουσία της και ειδικότερα τον έπεισε να πραγματοποιήσει από καρτοτηλέφωνο του Ο.Τ.Ε. στο με αριθμό 69...19 κινητό τηλέφωνο της Ε. Ζ. και να της απευθύνει την απειλή: "Κυρία Ρ., θα μου δώσεις 35.000 ευρώ, για να μη δεις την αδελφή σου και τα παιδιά της, όπως τον άλλον (εννοώντας τον θανόντα Α. Κ.)", το χρηματικό δε αυτό ποσό σκόπευε να το μοιραστεί με την πρώτη κατηγορουμένη και τον ήδη αποβιώσαντα Ν. Κ., πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά, διότι η Ε. Ζ. δεν ενέδωσε τελικά στις απειλές του". Και Β) τον κατηγορούμενο Γ. Μ. του Δ. ένοχο, ομόφωνα, του ότι:

"Στον ..., τον Ιούλιο του έτους 2007, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον συνδρομή, πριν από την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε και, ειδικότερα, ο προαναφερθείς κατηγορούμενος έφερε σε επαφή τον ήδη αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό του, Ν. Κ., ο οποίος είχε αναλάβει να εκτελέσει το συμβόλαιο θανάτου του Α. Κ., δύο φορές, σε καφετέρια στον ..., με την πρώτη κατηγορουμένη, Α. Κ., εν διαστάσει σύζυγο του Α. Κ., πράξη που τέλεσε ο προαναφερόμενος Α. Κ., σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε".

Κατόπιν αυτών: Α) Αναφορικά με την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους της Α. Κ.: Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, διέλαβε σ'αυτήν, αναφορικά με τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα Α.

Κ., την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 46 παρ. 1 α', 94 , 299 παρ. 1 και 385 παρ. 1 εδ.

α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές και αιτιολογίες. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του ΜΟΕ Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα εξ αυτών δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα υπόλοιπα.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα τόσο τις απολογίες των συγκατηγορουμένων της αναιρεσείουσας, όσο και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας καθώς και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων υπερασπίσεώς της καθώς και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, όπως δε προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, αναφορικά με την έκθεση των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν οι πράξεις που της αποδίδονταν, στήριξε την καταδικαστική, αναφορικά με αυτήν (αναιρεσείουσα), κρίση του όχι αποκλειστικά και μόνο στην απολογία- μαρτυρία του συγκατηγορουμένου της Γ.

Μ. και τις ομολογίες των αποβιωσάντων συγκατηγορουμένων της Ν. Κ. και Α. Κ. αλλά σε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και οι λεπτομερώς αναφερόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλομένης έξι (6) καταθέσεις μαρτύρων οι οποίες, σε συνδυασμό με τις απολογίες των συγκατηγορουμένων της και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, στηρίζουν και αιτιολογούν επαρκώς τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά σχετικά με την ενοχή αυτής για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, παρά δε τα αντίθετα υποστηριζόμενα από αυτήν, τόσο οι ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις όσο και όλα τα υπόλοιπα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα συνεκτιμήθηκαν στο σύνολό τους και όχι επιλεκτικά, το γεγονός δε ότι το Δικαστήριο δεν συντάχθηκε με το περιεχόμενο όσων αποδεικτικών μέσων, κατ'αυτήν, την ωφελούσαν, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν και αυτά υπόψη, ενώ ουδεμία αντίφαση προκύπτει από το ότι το Δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε ως επιβαρυντικά για την αναιρεσείουσα στοιχεία τόσο την κατά τον μάρτυρα Κ.

Π. ψυχραιμία αυτής στο Νοσοκομείο Υγεία όπου νοσηλευόταν βαριά τραυματισμένο το θύμα όσο και το ότι κατά τον μάρτυρα Α. Σ. στον ίδιο τόπο έδειχνε "αλαφιασμένη", θεωρώντας, ως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, τη στάση της αυτή και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις ως μη συμβατή με τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ενόψει των μέχρι τότε σχέσεών της με το θύμα, ως ειδικότερα αυτές στο σκεπτικό της προσβαλλομένης περιγράφονται.

Συνεπώς, με βάση όσα ειπώθηκαν παραπάνω, ουδόλως παραβιάστηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η διάταξη του άρθρου 211 Α ΚΠΔ και ουδεμία ακυρότητα επήλθε εκ του λόγου αυτού. Ωσαύτως, ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ του προεκτεθέντος σκεπτικού της προσβαλλομένης και της παρεμπίπτουσας υπ'αριθμ. 531/2016 απόφασης του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα εκ μέρους της υπεράσπισης της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας όπως διαβιβαστεί στο Δικαστήριο η από 7-12-2007 αναφορά της Διεύθυνσης Διαβατηρίων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας προς τη Διεύθυνση Οργανωμένου Εγκλήματος, προκειμένου να καταδείξει ότι τα όσα σε βάρος της κατέθεσε ο Γ.

Μ. ήταν ψευδή λόγω του ότι η εμφάνισή του στη ΓΑΔΑ δεν ήταν αυθόρμητη και τούτο διότι το αν η προσέλευση αυτού στη ΓΑΔΑ ήταν ή όχι αυθόρμητη αφορούσε υπόθεση παράνομων ελληνοποιήσεων, στις οποίες αυτός εμπλέκετο και όχι την προκείμενη ανθρωποκτονία, με την οποία η ως άνω υπόθεση δεν συνδέεται και για την οποία ούτος κατέθεσε όχι κατά την πρώτη (οπότε ενδεχομένως και υπό προϋποθέσεις θα είχε σημασία το αυθόρμητο ή μη της προσέλευσής του) αλλά κατά την τέταρτη εμφάνισή του στη ΓΑΔΑ στις 19-2-2008.

Επίσης, προκειμένου το Δικαστήριο να στηρίξει την κρίση του περί της αλήθειας των όσων κατατέθηκαν από τον Γ. Μ., απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι αυτά ήταν ψευδή και οφείλονταν στην ψυχική νόσο από την οποία αυτός έπασχε, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όχι μόνο την από 23-6-2008 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Α.

Τ. αλλά στο σύνολό τους και όχι επιλεκτικά και τις καταθέσεις τόσον αυτού στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου όσο και την περιλαμβανόμενη στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης κατάθεση του ψυχιάτρου Ν. Κ., σύμφωνα με τις οποίες ο Γ. Μ. δεν μπορεί να θεωρηθεί κακός ή ψεύτης αλλά "οριακός", αιτιολογεί δε επαρκώς την ως άνω κρίση του με τις παραδοχές ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος εξαιτίας της νόσου του (μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας) καταθέτει ψευδή γεγονότα και μάλιστα για τρίτους".

Σημειωτέον εν προκειμένω ότι όλοι οι προβληθέντες ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, μεταξύ των οποίων και ο παραπάνω, δεν ήσαν αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί, τους οποίους το Δικαστήριο, όπως και όλα τα επιμέρους υπερασπιστικά αυτής επιχειρήματα, καίτοι, ως ειπώθηκε στη σχετική νομική σκέψη δεν είχε σχετική υποχρέωση, τους αντέκρουσε αιτιολογημένα.

Ειδικότερα, με τις παραδοχές ότι "Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι έκανε αναλήψεις για λογαριασμό της αδελφής της Ε. Ζ., δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον δεν προέκυψε τούτο από κάποιο έγγραφο, οι δε καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Ζ. και Ε. Π., ως προς το θέμα αυτό, μη συνεπικουρούμενες από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν κρίνονται πειστικές.

Ειδικότερα, η Ε. Ζ. αναφέρει ότι οι παραπάνω αναλήψεις έγιναν για λογαριασμό της και ότι από το ποσό των 15.000 ευρώ, 5.000 ευρώ δόθηκαν απ' αυτήν ως δάνειο, στον εξάδελφό της Ε. Π. που διαμένει στην ..., όπου του τα πήγε η ίδια, άλλα 5.000 ευρώ δόθηκαν σε συνεργείο, για την επισκευή του αυτοκινήτου της και τα υπόλοιπα 5.000 ευρώ χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση μέρους οφειλής της προς την Εφορία, πλην όμως τα προσκομισθέντα για την απόδειξη των ανωτέρω παραστατικά, ήτοι:1) η υπ' αρ. ...46/26-7-2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ανώνυμης εταιρίας "..." ποσού 5.761,986 και 2)το υπ' αρ. ...75/27-7-2007 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α' της Δ.Ο.Υ.

…. απέχουν πολύ από τις επίμαχες ημερομηνίες (10-7-2007 και 12-7-2007) και δεν προκύπτει ότι εκδόθηκαν για τις επικαλούμενες καταβολές. Εξάλλου, αν τα χρήματα των αναλήψεων προορίζονταν για την κάλυψη των ως άνω αναγκών της Ε. Ζ., θα μπορούσαν να δοθούν απ' ευθείας με τραπεζική συναλλαγή, χωρίς να χρειάζονται αντίστοιχες αναλήψεις, έτσι ώστε να παρέχεται σ' αυτήν (Ε.

Ζ.) και απόδειξη περί της καταβολής τους, πολύ δε περισσότερο του άτυπου δανείου, που αναφέρει ότι κατέβαλε στον εξάδελφό της....", απορρίφθηκε με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως αναπόδεικτος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι οι αναλήψεις ποσού 15.000 ευρώ στις οποίες αυτή προέβη στις 6, 10 και 12-7-2007, αφορούσαν συναλλαγές για λογαριασμό της αδελφής της Ε.

Ζ. και όχι δικές της. Επίσης, αιτιολογημένα κρίθηκαν ως μη πιστευτά τα όσα αυτή προ της συλλήψεώς της ανέφερε περί του περιστατικού εκβιασμού της από άγνωστα άτομα στην αυλή του σπιτιού της την επομένη της δολοφονίας του συζύγου της, κατά το οποίο τρεις άνδρες, με μαύρα κράνη και όπλο, της είπαν: "θέλουμε χρήματα, είχαμε εντολή να σκοτώσουμε τον Α., αλλά τα λεφτά δεν τα πήραμε, επειδή δεν πέθανε ο άνθρωπος και επειδή δεν εκτελέσαμε το συμβόλαιο ή στα παιδιά ή σε σένα θα το εκτελέσουμε", με τις παραδοχές ότι " ....δεν επιβεβαιώθηκε τούτο από κάποιο στοιχείο, η ίδια δεν το ανέφερε αμέσως στην αδελφή της Ε., με την οποία είχαν μεταβεί μαζί στο σπίτι της την ημέρα εκείνη, ούτε έγινε αντιληπτό από την τελευταία, αλλ'ούτε από το σκυλί της (κατηγορουμένης) που αν και βρισκόταν στον κήπο δεν γαύγισε, ούτε προέβη αυτή σε άμεση καταγγελία του περιστατικού στις αρμόδιες Αρχές, προκειμένου να βοηθήσει για την ανεύρεση των δραστών, αλλά μετά παρέλευση κάποιων ημερών (στις 31- 7-2007)....", ενώ, τέλος, το ότι αμφισβητείται νομικά το, ως δέχτηκε η προσβαλλομένη, αυτοδίκαιο του αποκλεισμού του κληρονομικού της δικαιώματος στην κληρονομιά του θανόντος συζύγου της κατ'αρθρ. 1822 ΑΚ, ουδόλως καθιστά ελλιπή την αιτιολογία αυτής αναφορικά με το οικονομικό κίνητρο της αναιρεσείουσας για τη δολοφονία αυτού.

Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης και δεύτερος, κατά τα αντίστοιχα σκέλη του, πρόσθετος λόγος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράβασης της απαγόρευσης του άρθρου 211 Α ΚΠΔ καθώς και για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης αναφορικά με την καταδικαστική για την ως άνω αναιρεσείουσα κρίση της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι λοιπές επί μέρους εκτενείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στους αυτούς ως άνω λόγους, με τις οποίες υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο δέχτηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αμφισβητώντας έτσι ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις τα σε βάρος της πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής αυτής κρίση του, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να ασκήσει το εκ του άρθρου 358 του αυτού Κώδικα απορρέον δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και εν γένει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Περίπτωση όμως τέτοιας ακυρότητας δεν συντρέχει όταν το έγγραφο που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου καθώς και όταν το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο, για το λόγο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την περί της ενοχής αυτής κρίση του και συνεκτίμησε ως αποδεικτικά στοιχεία έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, ήτοι την από 31-7-2007 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρα, την από 31-5-2008 ανακριτική κατάθεση της θανούσας μάρτυρα Ε.

Π. και την υπ'αριθμ. ….70/16-6-2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμ/φου Μ. Π. καθώς και το σχετικό ειδικό πληρεξούσιο προς την αδελφή της, με τα οποία αποδέχτηκε την κληρονομιά του δολοφονηθέντος συζύγου της. Η αιτίαση όμως αυτή στερείται βασιμότητας καθόσον, από την επισκόπηση των πρακτικών και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθώς και την αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση του ΜΟΔ Αθηνών, προκύπτει ότι:

α) το περιεχόμενο της από 31-7-2007 ένορκης εξέτασης της αναιρεσείουσας προκύπτει τόσο από την απολογία της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου όσο και από αυτή ενώπιον του ΜΟΔ Αθηνών και ειδικότερα από τα σημεία αυτών όπου προσπαθεί να αιτιολογήσει-δικαιολογήσει την αργοπορία της όπως αναφέρει στην αδελφή της και τη ΓΑΔΑ το προαναφερθέν περιστατικό της, δήθεν, εκβιάσεώς της στην αυλή του σπιτιού της, β) η από 31-5-2008 ανακριτική κατάθεση της Ε.

Π. αναγνώσθηκε πρωτόδικα στο ακροατήριο του ΜΟΔ Αθηνών κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου της αναιρεσείουσας Ν. Τ. (βλ. σελ. 76 των πρακτικών της εκκαλουμένης απόφασης) και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δια της αναγνώσεως των πρακτικών της εκκαλουμένης απόφασης και γ) το περιεχόμενο της προαναφερθείσας πράξης αποδοχής κληρονομίας προκύπτει από την απολογία της αναιρεσείουσας ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (σελ. 251 πρακτικών της προσβαλλομένης), ενώ τα περιλαμβανόμενα στην ως άνω πράξη κληρονομιαία ακίνητα αναφέρονται διηγηματικά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης και ουδόλως στηρίζουν την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, ο παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 371 ΚΠΔ, όπως αυτό ισχύει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του αυτού ως άνω Κώδικα, σαφώς, συνάγεται ότι δικαστική απόφαση σε περίπτωση διχοψηφίας των δικαστών είναι η γνώμη της πλειοψηφίας, για την οποία επιβάλλεται η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510§ 1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Η γνώμη της μειοψηφίας, σύμφωνα με τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 40 του ν. 2172/1993, αναφέρεται μαζί με την απόφαση από τον απαγγέλοντα αυτή και καταχωρίζεται υποχρεωτικώς, με αναφορά και του ονόματος του δικαστή που μειοψήφησε, στην εγγράφως μετά ταύτα συντασσόμενη απόφαση. Η παράλειψη όμως καταχωρήσεως της γνώμης της μειοψηφίας ή η πλημμελής ή μη αρκούντως αιτιολογημένη καταχώρηση αυτής δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, οι αφορώσες την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αναφέρονται μόνο στη γνώμη της πλειοψηφίας, η οποία και αποτελεί την απόφαση.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι, η καταχωρηθείσα στην προσβαλλομένη απόφαση άποψη της μειοψηφίας, σύμφωνα με την οποία η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα έπρεπε να κηρυχθεί αθώα λόγω αμφιβολιών, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.

Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τον προεκτεθέντα σαφή και ορισμένο τρόπο.

Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΠΚ.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχ. α' και ε,' ήτοι το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.

Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες τις μορφές της συμπεριφοράς του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.

Συνεπώς, ο έντιμος βίος απαιτεί θετική συμπεριφορά, αποδεικνυόμενη με συγκεκριμένα περιστατικά. Εξάλλου, για να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και, συνεπώς, η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης.

Όμως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο από μόνο το γεγονός, ότι αυτός κρατείται και ότι εξ αυτής της καταστάσεώς του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κρατήσεώς του, προδήλως εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά.

Τούτο, γιατί διαφορετική αντιμετώπιση του θέματος αυτού, πέραν των όποιων προνομίων προβλέπει ο Σωφρονιστικός Κώδικας, των οποίων είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτιώσεως του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου.

Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε' ΠΚ, αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η συμπεριφορά του καταδικασθέντος δράστη εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου και συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε απαιτείται να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη, είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας είτε κρατουμένου, δεν αρκεί μόνον η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής στην πρώτη περίπτωση (της διαβιώσεως υπό καθεστώς ελευθερίας), αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη περίπτωση (της διαβιώσεως υπό συνθήκες κρατήσεως) είναι ανάγκη να επικαλεσθεί αυτός τη συνδρομή στο πρόσωπό του εξαιρετικά θετικής και διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου, η οποία να συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, η αναιρεσείουσα Α. Κ. ζήτησε, δια των συνηγόρων της, να της αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της επί σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της καλής συμπεριφοράς της (άρθρ. 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ). Για τη θεμελίωσή τους επικαλέστηκε κατά πιστή μεταφορά ότι:

"I) Πρότερος έντιμος βίος (άρθ. 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ) Πράγματι, μέχρι τον χρόνο τελέσεως της αποδιδόμενης σε εμένα πράξεως (Ιούλιος 2007) διήγα έναν καθόλα έντιμο κοινωνικό, οικογενειακό και επαγγελματικό βίο, όπως σαφώς αποδείχθηκε από την μακρά ακροαματική διαδικασία και τις μαρτυρικές καταθέσεις, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώστηκαν.

1.Αρχικώς υπήρξα μία εργαζόμενη, ορφανή από πατέρα, φοιτήτρια η οποία προσπαθούσα, με τις δικές μου δυνάμεις να ανταπεξέλθω στις υποχρεώσεις μου. Σπούδαζα και εργαζόμουνα ταυτόχρονα, διότι δεν είχα την οικονομική άνεση, η δε οικογένειά μου αδυνατούσε να με χρηματοδοτεί. Ήδη δηλαδή, από νεαρά ηλικία βίωσα την δυσκολία του να πρέπει να αντιμετωπίσω σύνθετες υποχρεώσεις και πολλές φορές να αναγκάζομαι να συνδράμω και την οικογένειά μου οικονομικά.

2.Αργότερα, υπήρξα εργαζόμενη μητέρα, όπου δούλευα πολλές ώρες σε ένα απαιτητικό ωράριο τραπεζικού υπαλλήλου, έτσι ώστε να μην λείπει κάτι στην οικογένειά μου και θέλοντας να αυξήσω την περιουσία μου για να έχουν τα παιδιά μου μελλοντικά μία άνετη ζωή. Γι' αυτό το λόγο με τον σύζυγό μου Α. σιγά σιγά κατασκευάσαμε το σπίτι μας στον ... και προσπαθήσαμε για τα παιδιά μας να κάνουμε ό,τι το καλύτερο. Ζούσαμε αρμονικά με την οικογένειά μας, το σύζυγο μου και τα δύο τέκνα μας. Επεδείκνυα ιδιαίτερη φροντίδα στις οικογενειακές μου υποχρεώσεις, είχα αγαθές σχέσεις με τον σύζυγό μου και τα πεθερικά μου. Ήμουν αφοσιωμένη σύζυγος, νύφη, μητέρα και θυγατέρα, με πρώτιστο μέλημα μου την ψυχοσυναισθηματική ισορροπία των τέκνων μου, ακόμα και όταν ήμουν σε διάσταση με το θύμα, αφού προσπαθούσα από κοινού με τον ίδιο, την επανασύνδεση και την πολιτισμένη συνοίκηση. Αρκεί να σημειωθεί ότι, όπως αποδείχθηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου Σας μέσα από τις καταθέσεις των παιδιών μου, αποδείχθηκε πως τα πρόσεχα, τα φρόντιζα και άοκνα προσπαθούσα να μην τους λείπει τίποτα.

3.Επίσης, πάντοτε προσπαθούσα στην συνοικία του ... να προσφέρω τόσο στις κοινωνικές υπηρεσίες, όσο και στις εκκλησιαστικές οργανώσεις της ενορίας μου. Στην γειτονιά μου όλοι ήξεραν πως προσέφερα στο κοινωνικό σύνολο δίχως να προσμένω κανένα αντάλλαγμα. Βοηθούσα επίσης και σε ορφανοτροφεία όπως αποδείχθηκε και στο Δικαστήριό Σας και ήθελα πάντα να αγαπώ τον πλησίον μου. Από κοινού με τον Α. ανοίγαμε το σπίτι μας σε ορφανά παιδιά και τους προσφέραμε κυριακάτικες ώρες οικογενειακής θαλπωρής και αίσθησης ασφάλειας.

Πάντοτε προσέφερα φροντίδα και αποδοχή σε ορφανά παιδιά και ολόκληρη η οικογένεια ήταν προσανατολισμένη να διατηρούμε το σπίτι και την καρδιά μας ανοιχτή σε όσους το έχουν ανάγκη.

4.Επίσης συμμετείχα σε πολλές φιλανθρωπικές εκδηλώσεις και βοηθούσα οικονομικώς και φιλανθρωπικούς οργανισμούς. Όπως δε προκύπτει και από τα προσκομισμένα έγγραφα της Action Aid (7-9-2005, 1-9-2005 & 10-3-2006) ήμουν ανάδοχος παιδιού στο Πακιστάν, σε ανύποπτο χρόνο ως προς την αποδιδόμενη ποινική πράξη, και για τον λόγο αυτό είχα καταβάλει το ποσό των 132 € για το πρώτο εξάμηνο.

5.Ουδέποτε, ως σήμερα, έχω απασχολήσει τις διωκτικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές για εκ δόλου ή εξ αμελείας τελούμενα ομοειδή ή άσχετα αδικήματα. Πλην μιας, ήσσονος σημασίας, και υπό ιδιαίτερες συνθήκες εξελιχθείσης υπόθεσης, καταδίκη για πράξη τελεσθείσα το 1991 που αφορούσε την απώλεια ενός ομολόγου της Ε.Τ.Ε. Έκτοτε δεν έχω απασχολήσει ποτέ έως σήμερα τις δικαστικές αρχές. Όμως για μια πράξη για την οποία ουδεμία ευθύνη μου είχε προκύψει αλλά με ενέπλεξαν, σε χρόνο κατά τον οποίο είχα πλέον συνταξιοδοτηθεί όπως αποδείχθηκε, δεν είναι ορθό να στιγματισθεί ο έντιμος βίος μου. Τόσο πριν το 1991 όσο και μετέπειτα ουδέποτε βρέθηκα στο στόχαστρο των αστυνομικών και δικαστικών αρχών..................

....

ΙΙ) Επίδειξη καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθ. 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ) 6. Επίσης όλο αυτό το διάστημα που έχει μεσολαβήσει, από το 2007 έως και σήμερα ακόμη και κατά το διάστημα που βρίσκομαι, εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων, προσπαθώ να προσφέρω μέσα από δραστηριότητες, καθώς και να βοηθήσω τις συγκρατούμενες τόσο ψυχολογικά, όσο και ηθικά έτσι ώστε να ανταπεξέλθουν στις δύσκολες συνθήκες. Τέλος συμμετέχω ενεργά σε όποια κοινωνικά ή πολιτιστικά προγράμματα διεξάγονται εντός των φυλακών. Πρωτίστως προσπαθώ να προσφέρω την συμπαράσταση μου στα παιδιά μου και να είμαι -έστω και μέσα από τη φυλακή- αρωγός τους στον αγώνα τους να ανταπεξέλθουν στον γολγοθά που ζουν. Εκ των ανωτέρω ζητώ να μου αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθ. 84 περ. 2 περ. α' και ε' ΠΚ.".

Εκ των ανωτέρω ισχυρισμών της αναιρεσείουσας εκείνος για την αναγνώριση του κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ε' ΠΚ ελαφρυντικού περί συνδρομής στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, υπό μόνο το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενό του, με την επίκληση απλώς καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη ομαλής διαβίωσης εντός των φυλακών, χωρίς παραβατικότητα και μόνον και υπό την επίκληση εντελώς αόριστων δραστηριοτήτων προς ψυχολογική υποστήριξη στις συγκρατούμενές της, δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις για τη συγκρότηση και θεμελίωση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης και δεν μπορεί να θεμελιώσει τον αντίστοιχο αυτοτελή ισχυρισμό, αφού δεν γίνεται επίκληση στοιχείων, που να καταδεικνύουν τη συνδρομή στο πρόσωπό της, ως κρατούμενης, εξαιρετικά θετικής και διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς, συνδεομένης και με σημαντική βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα της, μη αρκούσης της αόριστης αναφοράς ότι προσπαθεί "να προσφέρει τη συμπαράστασή της στα παιδιά της και να είναι αρωγός τους -έστω και μέσα από τη φυλακή - στον αγώνα τους να ανταπεξέλθουν στον γολγοθά που ζουν".

Επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Παρόλα αυτά, ως εκ περισσού, ορθά απέρριψε αυτόν με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ως προς τη δεύτερη ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του χαρακτήρα της κατηγορουμένης προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση της να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους της και της κοινωνικής προδιάθεσής της, η δε επικαλούμενη από την κατηγορουμένη κοινωνική προσφορά της στις γυναικείες φυλακές, κατά το διάστημα της κράτησής της, δεν είναι απότοκος ελεύθερης επιλογής της, αλλά συμπεριφορά σαφώς επηρεαζόμενη από την εκκρεμή ποινική δίκη, κατά την οποία ελπίζει να πετύχει την αναγνώριση του πιο πάνω ελαφρυντικού και δεν συνέχεται με εξαιρετική βελτίωση της συμπεριφοράς της, μετά την τέλεση των αξιόποινων πράξεών της, αφού αυτή και στο παρόν Δικαστήριο αρνείται την τέλεσή τους (βλ.

και ΑΠ 817/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός της, περί αναγνώρισης της συνδρομής της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης (άρθρου 84 παρ. 2 εδ ε' ΠΚ), είναι αβάσιμος, κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου, και σαν τέτοιος απορριπτέος.".

Περαιτέρω, ορθά το Δικαστήριο απέρριψε κατά πλειοψηφία (4-3) ως ουσιαστικά αβάσιμο και τον, παραδεκτά προταθέντα, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνδρομής στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ. 84 παρ. 2 α' ΠΚ) με την ακόλουθη πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία :

"Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό της κατηγορουμένης Α. Κ., περί συνδρομής στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ, πρέπει κατά την άποψη της πλειοψηφίας (4-3) να απορριφθεί, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έζησε, μέχρι τη διάπραξη των πράξεών της, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ. 2.585, 2669/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάστηκε αυτή σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών, για υπεξαίρεση στην υπηρεσία συνολικού χρηματικού ποσού 1.240.000 δραχμών, πράξη που τέλεσε την 16η-12-1991, ως υπάλληλος της Ε.Τ.Ε.

και στη συνέχεια αποχώρησε από την εργασία της, καταγγέλλοντας τη σχετική σύμβαση εργασίας, χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας. Η πράξη δε αυτή έχει σοβαρή κοινωνική απαξία και δεν είναι ήσσονος σημασίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η κατηγορουμένη. Εξάλλου, η ενέργειά της να συνάψει συμβόλαιο θανάτου σε βάρος του εν διαστάσει συζύγου της και οι προηγηθείσες της δολοφονίας επαφές της με ανθρώπους που δρουν στα σχετικά κυκλώματα, δεν εκδηλώνουν έντιμο βίο, σύμφωνα με τους κρατούντες κανόνες ηθικής.

Τούτο δεν αναιρείται από την υπόλοιπη μέχρι την τέλεση της πράξης συνήθη ανθρώπινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης, με την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, τη δημιουργία οικογένειας, τη συμμετοχή της σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις και την αναδοχή παιδιού στο Πακιστάν της Action Aid, καταβάλλοντας προς τούτο το ποσό των 131 ευρώ για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2006....".

Σημειωτέον εν προκειμένω ότι παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, αιτιολογείται πλήρως γιατί η προηγούμενη καταδίκη της αναιρεί τον πρότερο έντιμο βίο της, αφού πρόκειται για καταδίκη αφορώσα πράξη με σοβαρή κοινωνική απαξία, ως ορθά δέχεται η προσβαλλομένη, ενώ, περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, τον πρότερο έντιμο βίο της δεν ακυρώνει μόνο η παραπάνω καταδίκη αλλά και η ενέργειά της να συνάψει συμβόλαιο θανάτου σε βάρος του εν διαστάσει συζύγου της, γεγονός που προϋποθέτει προηγηθείσες της δολοφονίας αυτού επαφές της με ανθρώπους που δρουν στα σχετικά κυκλώματα.

Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αμέσως παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ 53/74 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε ...., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".

Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.

δ' ΚΠΔ, όπως το στοιχ. δ' της παρ. 1 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 3904/23-12- 2010. Κατά συνέπεια, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει βάσιμος λόγος αναίρεσης εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 510 ΚΠΔ, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο δεύτερος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, πρόσθετος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας, λόγω παραβίασης του ανωτέρω άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, ο οποίος όμως θεμελιώνεται στις προαναφερθείσες αβάσιμες και ήδη απορριφθείσες πλημμέλειες, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, της προσβαλλομένης απόφασης.

Μετά από όλα αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος, κύριος ή πρόσθετος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της Α. Κ. μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Β) Αναφορικά με την αναίρεση του Γ. Μ.: Με τον μοναδικό λόγο αυτής ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ αναφορικά με την απόρριψη του προταθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους, ο παραπάνω ισχυρισμός προτάθηκε εντελώς αόριστα με μόνη την επίκληση της προβλέπουσας την εν λόγω ελαφρυντική περίσταση διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ και επομένως το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ'αυτόν πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του.

Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε αυτόν με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "...δεν αποδείχτηκαν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του χαρακτήρα του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του, τα οποία, άλλωστε, ούτε ο συνήγορός του επικαλείται κατά την προβολή του εν λόγω ισχυρισμού...".

Συνεπώς, ο παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης του Γ. Μ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αυτού πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο εν λόγω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει: α) την από 6-3-2018 με αριθμό γενικού πρωτ. 2503/6-3-2018 αίτηση της Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Γυναικείων Φυλακών ..., μετά των από 3-4-2018 προσθέτων αυτής λόγων, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 5-4-2018 και β) την από 26-2-2018 με αριθμό 3/2018 αίτηση του Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 334, 335/2017 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα και τον εξ αυτών Γ. Μ. και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Οκτωβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ