Greek Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and evidence admissibility grounds regarding notarized certificates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by H. M. and M. M. against the Second Instance Court's decision. The appellants argued that the lower court failed to consider specific notarized certificates they submitted, claiming this violated procedural rules. The court rejected this, ruling that since the certificates were not physically presented to the lower court, they could not be considered, and the lower court's finding on this matter was not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11), 559(19), 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure; Evidence regarding facts is not subject to appellate review unless legal rules are violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1748 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1748/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tων αναιρεσειόντων: 1. Η. Μ. του Γ. και 2. Μ. Μ., το γένος Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Καλαμίτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Κ. Μ., 2. Γ. Ψ., 3. Τ. Δ., 4. Ν. Μ., 5. Ε. Μ., 6. Β. Π., 7. Μ. Μ., 8. Δ. Β., 9. Λ. Κ., 10. Σ. Κ., 11.Λ. Θ., 12. F. P., 13.Μ. Θ., 14. Κ. Μ., 15. Σ. Μ., 16. Σ. Κ., 17. Κ. Δ., 18. Α. Ρ. και 19. Φ. Κ.. Οι 1η, 2ος 4ος, 5η, 7η, 8ος, 9η, 10ος, 14η,16ος, 18ος και 19η, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πλάτωνα Νιάδη, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει α) το όνομα της 14ης αναιρεσίβλητης στο ορθό "Κ." αντί του εσφαλμένου "Κ.", β) το επίθετο του 16ου αναιρεσιβλήτου στο ορθό "Κ." αντί του εσφαλμένου "Κ." και γ) το όνομα της 19ης αναιρεσίβλητης "Π." αντί του εσφαλμένου "Φ." . Οι 3η, 6ος, 12ος και 15ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο δε 11ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και η 13η παραστάθηκε με τον 11ο πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6692/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3096/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-3-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 30-12-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 § 2, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Kαι αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιός διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.
Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. α', γ' και δ' Κ.Πολ.Δ., που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ' αυτήν διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε (εγκύρως) επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε, σε κάθε περίπτωση, παραστεί με τον προσήκοντα τρόπο κατ' αυτήν, οπότε, με τη νόμιμη παράσταση του χωρίς να εναντιωθεί, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου, για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ' αυτήν διαδίκου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, κατά το αρθρ. 568 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, αρχικά κατά τη δικάσιμο της 13-1-2014 κατά την οποία οι 3η, 6ος, 12η, 15ος και 17η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και στη συνέχεια, κατόπιν αναβολής από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 24-2-2014.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν εκ νέου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, στο δε φάκελο της δικογραφίας δεν υπάρχουν αποδεικτικά κλήτευσης τούτων.
Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς τους 3η, 6ο, 12η, 15ο και 17η των αναιρεσιβλήτων, εφόσον η σχέση που τους συνδέει με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους είναι αυτή της απλής ομοδικίας και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση αυτών.
ΙΙ) Με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η 3096/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση κατά της 6692/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ως προς τους 1η, 2ο, 4ο, 5η, 7η, 8ο, 9η, 10ο, 11ο, 13η, 14η, 16ο, 18ο και 19η των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, στην πρώτη όμως περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμον, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμον, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα. (ΑΠ 307/2013, ΑΠ 780/2012).
Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν δηλαδή από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που δεν εφαρμόσθηκε (πρβλ.
Ολ. ΑΠ 1/1999).
ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στο με αριθμό 6/3147/12-4-2005 έγγραφο της διοίκησης, κρίνοντας και ερμηνεύοντας τη συγκεκριμένη πράξη της διοίκησης κατά τη δική του εκδοχή, προβαίνοντας έτσι ανεπίτρεπτα σε έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του εγγράφου αυτού. Επίσης, με τον δεύτερο λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν γνώριζαν την αναλήθεια όσων κατήγγειλαν σε βάρος τους και απέρριψε την έφεσή τους.
V) Σχετικώς, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθ. 3973/12-7-1990 πωλητηρίου συμβολαίου ... που μεταγράφηκε νόμιμα ...., περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων -εκκαλούντων, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 80% στον πρώτο και 20% στη δεύτερη από αυτούς, ένα οικόπεδο έκτασης 483,10 τ.μ. μετά της επ' αυτού παλαιάς τριώροφης με υπόγειο οικοδομής, το οποίο βρίσκεται ...
επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου αριθ. …. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθ. .../27-9-1990 πωλητηρίου συμβολαίου ... που μεταγράφηκε νόμιμα ...., περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων - εκκαλούντων, κατά τα ίδια ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ένα οικόπεδο έκτασης 364,55 τ.μ., με πρόσοψη επί της οδού Καλλισπέρη αριθ. 16, το οποίο συνορεύει ανατολικά εν μέρει με το προαναφερόμενο οικόπεδο ιδιοκτησίας των ιδίων (εκκαλούντων), στη συνέχεια δε, με την υπ' αριθ. 5904/14-12-2001 πράξη συνένωσης ακινήτων ...
συνενώθηκαν τα ανωτέρω δύο οικόπεδα σε ένα ενιαίο, συνεχόμενο και αυτοτελές ακίνητο. Ακολούθως, δυνάμει των υπ' αριθ. .../22-9-1993 και .../22-6-2004 πωλητηρίων συμβολαίων ... που μεταγράφηκαν νόμιμα ..., περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων- εκκαλούντων, κατά τα ίδια ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ένα οικόπεδο έκτασης 104,70 τ.μ., στερούμενο προσώπου σε εγκεκριμένο δρόμο ή σε κοινόχρηστο γενικά χώρο, το οποίο συνορεύει βόρεια εν μέρει και δυτικά με το ως άνω διαμορφωθέν ενιαίο ακίνητο ιδιοκτησίας των ιδίων (εκκαλούντων), στη συνέχεια δε, με την υπ' αριθ. 7190/7-10-2004 πράξη συνένωσης ακινήτων ...
συνενώθηκαν αφενός το τελευταίο τούτο οικόπεδο και αφετέρου το, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, διαμορφωθέν ενιαίο οικόπεδο σε ένα ενιαίο, συνεχόμενο και αυτοτελές ακίνητο, συνολικής έκτασης (σύμφωνα με νεώτερη καταμέτρηση) 938, 20 τ.μ., ....... Με το από 7-7-1978 Προεδρικό διάταγμα, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 405/9-8-1978 ΦΕΚ τεύχος Δ', το προαναφερόμενο παλαιό τριώροφο κτίριο επί της οδού Διον.
Αρεοπαγίτου αριθ. 35 έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο ως προς την εξωτερική του μορφή. Με το ίδιο διάταγμα επιβάλλεται η διατήρηση των εξωτερικών όψεων του κτιρίου, όπως ήταν κατά την αρχική αρχιτεκτονική τους μορφή, επιτρέπονται δε επί των όψεων αυτών μόνον εργασίες αποκατάστασης της αρχικής μορφής και συντήρησης κατόπιν μελέτης, που πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή Ενάσκησης Αρχιτεκτονικού Ελέγχου.
Μετά από αίτηση των εναγόντων - εκκαλούντων εκδόθηκε από την Πολεοδομία Αθηνών η υπ* αριθ. 910/2-5-1991 άδεια οικοδομής για αποκατάσταση διατηρητέου κτιρίου, εσωτερικές διαρρυθμίσεις αυτού και προσθήκη κατ' επέκταση, με βάση την οποία ξεκίνησαν οι οικοδομικές εργασίες, ενώ με την υπ' αριθ. 10282/1052/8-4-1997 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 321/21-4-1997 ΦΕΚ τεύχος Δ' επετράπη η επισκευή του διατηρητέου κτιρίου και η κατασκευή προσθήκης κατ' επέκταση στο πίσω τμήμα αυτού μέχρι της οδού Καλλισπέρη αριθ.
…. Την υπουργική αυτή απόφαση προσέβαλε ο Ν. Τ. του Γ., κάτοικος της περιοχής, όπου βρίσκεται το διατηρητέο, με την από 12-5-1997 αίτησή του ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την υπ' αριθ. 2987/1998 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση και ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενο ότι αυτή πάσχει διττώς και δη :
α) Καθ' ο μέρος, κατά παράβαση των διατάξεων του Π.Δ/τος της 7-7/9-8-1978, με τις οποίες επιβλήθηκε η διατήρηση της αρχικής αρχιτεκτονικής μορφής των εξωτερικών όψεων του κηρυχθέντος διατηρητέου κτιρίου, επέτρεψε την κατασκευή προσθήκης σε επαφή προς την οπίσθια διατηρητέα όψη του κτιρίου επί της οδού Διον.
Αρεοπαγίτου αριθ. 35, καθόσον το γεγονός ότι η όψη αυτή είχε κατεδαφιστεί από το έτος 1981 δεν αίρει την υποχρέωση του ιδιοκτήτη να την αποκαταστήσει στην αρχική της μορφή, σύμφωνα με τους ορισμούς του ως άνω ΠΔ/τος. β) Καθ' ο μέρος, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 2 του Ν. 1577/1985, καθόρισε το ύψος του νέου κτιρίου (προσθήκης) στα 15 μέτρα αντί του προβλεπομένου, βάσει των ισχυουσών για την περιοχή διατάξεων, μεγίστου ύψους των 11 μέτρων"..........
Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1211/14-1-2003 απόφαση της Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ 56/5-2-2003 τεύχος Δ'), με την οποία αφενός επιβλήθηκε η κατεδάφιση τμήματος της προσθήκης Β' ορόφου και της απόληξης του κλιμακοστασίου που υπάρχει πάνω από το επιτρεπόμενο ύψος των 11 μέτρων και αφετέρου επετράπη, μεταξύ άλλων, η επισκευή - αποκατάσταση των διατηρητέων όψεων του κτιρίου επί της οδού Δ.
Αρεοπαγίτου αριθ. 35 στην αρχική τους μορφή, η ανακατασκευή του αρχικού κτιρίου σε όλες τις στάθμες με νέα διαρρύθμιση του, η προσθήκη κατ' επέκταση νέου τμήματος δύο ορόφων με ημιώροφο και σε επαφή με το υπό ανακατασκευή αρχικό κτίριο επί της οδού Δ. Αρεοπαγίτου (ήτοι επετράπη η κατασκευή προσθήκης σε επαφή με την οπίσθια όψη του διατηρητέου κτιρίου της οδού Δ.
Αρεοπαγίτου, η οποία (όψη) είχε κριθεί διατηρητέα με την υπ' αριθ. 2987/1998 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 3258/2000 απόφασή του έκρινε αντίθετα), καθώς και η κατασκευή προσθήκης κατ' επέκταση νέου κτιρίου τριών ορόφων στο τμήμα του οικοπέδου με πρόσωπο επί της οδού Καλλισπέρη και σε επαφή κατά τμήμα με το υπό ανακατασκευή αρχικό κτίριο της οδού Δ.
Αρεοπαγίτου και της προσθήκης του. Με την ίδια (1211/2003) υπουργική απόφαση ορίζεται ότι το ύψος των ως άνω επιτρεπομένων προσθηκών δεν επιτρέπεται να υπερβεί το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος των 11 μέτρων που ισχύει στην περιοχή, μετρούμενο για την προσθήκη κατ' επέκταση του αρχικού κτιρίου από το φυσικό έδαφος και για το νέο κτίριο της οδού Καλλισπέρη από τη νόμιμη υψομετρική αφετηρία της οδού.
Με βάση την ανωτέρω υπουργική απόφαση και μετά από σχετική αίτηση των εναγόντων - εκκαλούντων εκδόθηκε από την Υπηρεσία Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων η υπ' αριθμ. .../2003 άδεια οικοδομής για επισκευή - εσωτερικές διαρρυθμίσεις διατηρητέου κτιρίου και προσθήκες κατ' επέκταση. Πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το υπ' αριθ.
πρωτ. 32968/16-9-2003 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με το οποίο η ανωτέρω Υπηρεσία απαντά στο από 27-8-2003 υπόμνημα των εκκαλούντων, διατηρητέες είναι μόνο η πρόσοψη και η πλάγια όψη του επί της οδού Διον. Αρεοπαγίτου κτιρίου και όχι η οπίσθια όψη αυτού, η οποία κατεδαφίστηκε με την υπ' αριθ. 910/1991 άδεια οικοδομής (και όχι το έτος 1981 όπως αναφέρεται στην υπ' αριθ. 2987/1998 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας), στο συμπέρασμα δε τούτο καταλήγει η ανωτέρω Υπηρεσία μετά από συνεκτίμηση τόσο των στοιχείων που συνοδεύουν τον φάκελο του ΦΕΚ 56 Δ'/2003, όσο και του ΦΕΚ 317 Δ/1988, στοιχεία τα οποία (όπως αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο) δεν ήταν στη διάθεση του Συμβουλίου της Επικρατείας, όταν το τελευταίο εξέδωσε την υπ' αριθ. 2987/1998 απόφαση του.
Με βάση την προαναφερόμενη (.../2003) άδεια οικοδομής οι εκκαλούντες προέβησαν στη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών και ενώ η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο περαίωσης εξωτερικών όψεων και εσωτερικών διαρρυθμίσεων, οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι (ενεργώντας από κοινού με τους λοιπούς εναγομένους, Β. Π., Ε. Σ., Λ.
Α., Λ. Σ. και Β. Κ.) υπέβαλαν προς α) την Υπηρεσία Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, β) την Υπηρεσία Πολεοδομίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., γ) το Υπουργείο Πολιτισμού, δ) την αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία, ε) την Εφορία Νεωτέρων μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, στ) τον Συνήγορο του Πολίτη και ζ) το Α.Τ. Νέου Κόσμου την από 22-12-2004 καταγγελία - αναφορά σε βάρος των εκκαλούντων - εναγόντων με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 910/91 οικοδομικής αδείας επετράπη αρχικώς η εκτέλεση εργασιών αποκατάστασης του επί της Διον.
Αρεοπαγίτου 35 διατηρητέου κτιρίου, καθώς και η κατασκευή μιας προσθήκης με επέκταση του κτιρίου προς την οδό Καλλισπέρη (παράλληλη της Διον. Αρεοπαγίτου). Την 5/12/1993 απεστάλη επιστολή διαμαρτυρίας των κατοίκων της περιοχής προς τον τότε Υπουργό ΥΠΕΧΩΔΕ κ. Κων. Λαλιώτη (κατά της έγκρισης προσθήκης κατ' επέκταση...
κλπ.). Με την υπ' αριθ. 10282/1052/6-4-1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέως του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 321/21-4-1997 τ. Δ') επετράπη η προσθήκη κατ' επέκταση του κτιρίου προς την οδό Καλλισπέρη. Με την υπ' αριθ. 2987/1998 απόφαση του Ε' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκε η ως άνω απόφαση και κρίθηκε ως παράνομη και κατεδαφιστέα ολόκληρη η ως άνω προσθήκη, καθώς επίσης διατάχθηκε ο ιδιοκτήτης να αποκαταστήσει πλήρως την όψη του ως άνω διατηρητέου κτιρίου, στη μορφή που ήταν αρχικώς.
Με την υπ' αριθ. 1211/14-1-2003 (ΦΕΚ Δ' 56/5-2-2003) της υφυπουργού χωροταξίας κ. Ροδ. Ζήση... επιβάλλεται η κατεδάφιση τμήματος μόνον της προσθήκης Β' ορόφου... και επιτρέπονται διάφορες εργασίες επισκευής και αποκατάστασης των διατηρητέων όψεων του κτιρίου επί της οδού Δ. Αρεοπαγίτου στην αρχική τους μορφή, η ανακατασκευή του αρχικού κτιρίου σε όλες τις στάθμες με νέα διαρρύθμιση του, προσθήκες κατ' επέκταση των υπογείων αυτού...
κλπ. Με την υπ' αριθ. .../2003 οικοδομική άδεια εγκρίνονται εργασίες, που συνεχίζονται σήμερα, σε όλη την έκταση του ακινήτου (από Μάιο 2004). Στις εργασίες αυτές διαπιστώνονται οι εξής παραβιάσεις της υπ' αριθ. .../2002 οικοδομικής αδείας : 1) Μη αποκατάσταση της όψης του παλαιού διατηρητέου κτιρίου στον τελευταίο όροφο, ως επιβάλλεται από την υπουργική απόφαση 1211/2003 (ΦΕΚ 56/5-2-2003).
Επισημαίνεται η παντελής έλλειψη σχετικών σχεδίων στο εν λόγω ΦΕΚ, δεδομένου ότι στην τομή ΔΔ δεν προβάλλεται, όπως θα έπρεπε, η πίσω (νότια) όψη του παλαιού κτιρίου. Ομοίως και στην απεικόνιση της νότιας όψεως προς οδό Καλλισπέρη το κτίριο παρουσιάζεται χωρίς τον τελευταίο όροφο. Συγκεκριμένα : Ο τελευταίος όροφος του διατηρητέου στη νότια όψη υλοποιείται βάσει των σχεδίων της αδείας αλλά με αποκλίσεις.
Τα εν λόγω σχέδια δεν ικανοποιούν τις διατάξεις / προδιαγραφές ούτε του ΦΕΚ (Ζήση), το οποίο σαφώς επιβάλλει την πιστή ανακατασκευή της αντίστοιχης όψης του διατηρητέου. Όμως ο ως άνω όροφος αναφέρεται μόνον στο κείμενο της αποφάσεως, αλλά στο ΦΕΚ δεν περιλαμβάνονται τα σχέδια της επίμαχης όψης, ως ανεφέρθη ανωτέρω. 2) Έχει παρανόμως γίνει κατάληψη του ακάλυπτου χώρου στο επίπεδο του Β' ορόφου του μεταλλικού κτιρίου επί Καλλισπέρη (επίπεδο πισίνας) και συγκεκριμένα στη βόρεια πλευρά του κτιρίου, με την κατασκευή και διαφόρων άλλων επεκτάσεων. 3) Το ύψος της πίσω προσθήκης (νέο κτίριο) έχει υπολογισθεί με βάση το επίπεδο της οδού Διον.
Αρεοπαγίτου και όχι από αυτό της οδού Καλλισπέρη, όπως απαιτεί ο νόμος. 4) Το σχήμα της πισίνας δεν είναι σύμφωνο με τα σχέδια. 5) Η προσθήκη της μαρμάρινης κλίμακας καθιστά αδύνατη την πλήρη αποκατάσταση της όψης στο παλαιό κτίριο στην προ της καθαίρεσής της μορφή. Αυτό αποτελεί παραβίαση της Υπουργικής Απόφασης που προαναφέραμε (υπό στοιχείο 1).
Η κλίμακα, η οποία τώρα κατασκευάζεται, εκτείνεται στο δώμα της προσθήκης σε μεγάλο μήκος, έχει δύο (αντί ενός βάσει της αδείας) υπερμεγέθη ως προς τις διαστάσεις πλατύσκαλα, που εκτός των άλλων ξεπερνούν και το επιτρεπόμενο ύψος του κτιρίου. Στην απόληξή της τέλος στο δώμα του Α' ορόφου της προσθήκης η εν λόγω σκάλα, σε αντίθεση με τα σχέδια της αδείας, δεν είναι ευθύγραμμη. 6) Αφαιρέθηκαν τα παλαιά αυθεντικά μαρμάρινα σκαλοπάτια (χαρακτηριστικό στοιχείο) της εισόδου του διατηρητέου κτιρίου επί της Διον.
Αρεοπαγίτου και δεν φαίνεται να επανατοποθετούνται στην αρχική τους θέση, πράγμα που επίσης αλλοιώνει τη χαρακτηριστική μορφή της πρόσοψης του παλαιού διατηρητέου κτιρίου. 7) Έχουν κατασκευασθεί κρηπίδωμα και γείσο στο δώμα του Α' ορόφου της προσθήκης, που εκτείνονται προς τα έξω και προς τα επάνω, πράγμα όμως που δεν συμβαδίζει με την αρχική μορφή του κτιρίου.
Τα κατασκευαζόμενα τώρα γείσο και κρηπίδωμα είναι υπερμεγέθη (ως προς το ύψος και το πλάτος) και δυσανάλογα με την αισθητική του κτιρίου, δεν έχουν δε αποτυπωθεί επακριβώς στα σχέδια της αδείας. 8) Εκτελούνται εκτεταμένες εκσκαφές, πιθανώς στα υπόγεια των κτιρίων, όπου ανευρέθη πληθώρα αρχαίων. Οι εκσκαφές αυτές κανονικά θα έπρεπε να έχουν εκτελεσθεί από το αρχικό στάδιο της κατασκευής υπό την επίβλεψη της αρχαιολογικής υπηρεσίας και όχι στο σημερινό στάδιο, οπότε δεν είναι πλέον ορατός από το δρόμο ο χώρος στον οποίο εκτελούνται.
Οι αρχαιότητες στο υπόγειο της Διον. Αρεοπαγίτου βάσει των σχεδίων οφείλουν να προστατευθούν". Την ανωτέρω καταγγελία - αναφορά κοινοποίησαν οι καταγγέλλοντες και α) στο Επιμελητήριο Περιβάλλοντος, β) στην Ελληνική Εταιρεία για την Προστασία του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, γ) στην Ένωση Πολιτών για την Παρέμβαση, δ) στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Ε.Μ.Π., ε) στο Επιστημονικό Τμήμα του Τ.Ε.Ε.
και στ) στον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων. Με βάση την εν λόγω καταγγελία, τα αρμόδια όργανα του Τμήματος Αυθαιρέτων - Επικινδύνων της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων διενήργησαν στις 6-4-2005 αυτοψία στην επί των οδών Διον. Αρεοπαγίτου αριθ. 35 και Καλλισπέρη αριθ. 16 ανεγειρόμενη οικοδομή, τα αποτελέσματα της οποίας αναφέρονται στο υπ' αριθ.
Πρωτ. 6/3147/12-4-2005 έγγραφο της ανωτέρω Υπηρεσίας, σύμφωνα με το οποίο κατά τη διενεργηθείσα αυτοψία διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: 1) Όσον αφορά το υπ' αριθ. 1 σκέλος της καταγγελίας, διαπιστώθηκε ότι "οι πραγματοποιούμενες κατασκευές είναι σύμφωνες με την υπ' αριθ. .../2003 οικοδομική άδεια. Σε σχέση με την όψη του παλαιού κτιρίου στον τελευταίο όροφο, από τα προσκομισθέντα στοιχεία και φωτογραφίες προκύπτει ότι το αρχικό κτίσμα είχε ρετιρέ ύψους 18 μέτρων, όπως προκύπτει από την κατατεθείσα υπ' αριθ.
πρωτ. 9269/7-4-2005 "Διαχρονική φωτογραμμετρική πραγματογνωμοσύνη που πραγματοποίησε η GEOMET Ltd σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Φωτογραμμετρίας και Τηλεσκόπησης του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Εκ του ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το υπό εξέταση κτίριο είναι ακέφαλο και αν υπάρχει ένα πραγματικό έλλειμμα για την αποκατάσταση της όψης του είναι η προσθήκη ενός ορόφου σε εσοχή (ρετιρέ).
Όμως το ανωτέρω δεν αποτελεί αρμοδιότητα της Υπηρεσίας μας. Η έλλειψη σχεδίων αυτής της όψης στο ΦΕΚ ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί στις απόψεις των Υπηρεσιών και συγκεκριμένα : α) Στο από 16-9-2003 αριθ. Πρωτ. 32968 σχετ. 3484/2003 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ Δ/νση Πολ/κού Σχεδιασμού, Τμήμα Παραδοσιακών Οικισμών - σελίς 2, όπου αναγράφονται σχετικά : "Ερώτημα 4 και 5 :
Για τον χαρακτηρισμό του κτιρίου ως διατηρητέου... Επιπροσθέτως τεκμαίρεται ότι η οπίσθια όψη δεν ήτο διατηρητέα, δεδομένου ότι δεν εδόθη εντολή από τις αρμόδιες Υπηρεσίες για ανακατασκευή της σύμφωνα με το προϋπάρχον ΦΕΚ 317 Δ'/88. Τα παραπάνω στοιχεία δεν ήταν στη διάθεση του ΣτΕ όταν εξέδωσε το πρακτικό 2987/1998".
β) Στο από Σεπτ. 2003 αριθ. πρωτ. 6/18452 έγγραφο της Πολεοδομίας Δήμου Αθηναίων Τμήμα Α', όπου στο ερώτημα 5 η Υπηρεσία απαντά : "Βάσει στοιχείων και φωτογραφιών που βρίσκονται στην Υπηρεσία μας, η τρίτη τυφλή όψη είναι νεωτέρα κατασκευή των άλλων δύο και σε άλλη θέση (παλαιά φωτογραφία 1929) μετά την αποκοπή της από το παλαιό ενιαίο και διαμπερές κτίριο από Δ.
Αρεοπαγίτου 35 έως Καλλισπέρη 14 Α". 2) Όσον αφορά το υπ' αριθ. 2 σκέλος της καταγγελίας, αναφέρεται ότι "δεν διαπιστώθηκε κατάληψη του ακαλύπτου χώρου, οι κατασκευές αποτελούν τη στεγανολεκάνη από fiberglass, η οποία θα παραλάβει κατά τη μελέτη φορτίο 300 τόνων χώματος πλέον του βάρους των δένδρων. Διαπιστώθηκε ότι η φύτευση πραγματοποιείται σε άλλο λειτουργικό ύψος, προκειμένου ο ακάλυπτος χώρος να έχει επισκεψιμότητα από το επίπεδο της πισίνας.
Η διαφοροποίηση έχει συμπεριληφθεί σε σχετική ενημέρωση φακέλου οικονομικής αδείας και έχει συνυποβληθεί με τα υπ' αριθ. πρωτ. 9269/7-4-2005 κατατεθέντα έγγραφα και στοιχεία". 3) Σε σχέση με το υπ' αριθ. 3 σκέλος της καταγγελίας, διαπιστώθηκε ότι "το ύψος του νέου κτιρίου Καλλισπέρη 16 είναι σύμφωνο με την από 5-2-2003 ΦΕΚ 56Δ' ειδική ρύθμιση και την .../2003 οικοδομική άδεια". 4) Σε σχέση με το υπ' αριθ. 4 σκέλος της καταγγελίας, διαπιστώθηκε ότι "το σχήμα της πισίνας είναι διαφοροποιημένο - ιδίου μεγέθους και με διαφορετική στατική επίλυση, η οποία έχει κατατεθεί ως ενημέρωση φακέλου στατικών της οικοδομικής αδείας". 5) Όσον αφορά το υπ' αριθ. 5 σκέλος της καταγγελίας, διαπιστώθηκε ότι "η καταγγελία αφορά στην κλίμακα που κατασκευάζεται στο επίπεδο του δώματος και έχει εγκριθεί από την ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/ΦΌ3/59564/3617 απόφαση Υπουργού Πολιτισμού, η οποία έχει κριθεί και με την από 1-10-2003/3258 απόφαση του ΣτΕ.
Το ορατό μήκος της κλίμακας ευρέθη ακριβώς ίδιο με την .../2003 οικοδομική άδεια και το πλάτος της μικρότερο, η διαφορά έγκειται ως προς το μήκος του κεντρικού πλατύσκαλου και έχει συμπεριληφθεί στον από 23-7-2004 αριθ. πρωτ. 18354 Φάκελο Ειδικής Ρύθμισης της Πολεοδομίας Αθηνών, ο οποίος βρίσκεται στο ΥΠΕΧΩΔΕ με αριθ.
πρωτ. 43944 της 20-10-2004 με διαβιβαστικό της Α'βάθμιας Επιτροπής 6596/799 ΑΕ από 14-10-2004. Δια την παρούσα δίδεται 4μηνη προθεσμία προς τακτοποίησή της, σύμφωνα με την παρ. 3 άρθρο 22 του Ν. 2381/2000 όπως έχει τροποποιηθεί". 6) Όσον αφορά το υπ' αριθ. 6 σκέλος της καταγγελίας, διαπιστώθηκε ότι "λαμβάνοντας υπόψη τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, το από 22-5-1981 έγγραφο του ΤΑΣ και τα αυθεντικά σκαλοπάτια που τοποθετήθηκαν, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει παράβαση, δεδομένου ότι η μαρμάρινη πορτοσιά που προσδιορίζει το ύψος και το πλάτος δεν μετεκινήθη.
Ας σημειωθεί ότι η ταπείνωση της οδού Δ. Αρεοπαγίτου στο παρελθόν έχει οδηγήσει σε κατασκευή νεωτέρων κλιμακοστασίων πρόσβασης και προσθήκης αρτιφισιέλ στη βάση των κτιρίων". 7) Σε σχέση με το υπ' αριθ. 7 σκέλος της καταγγελίας, διαπιστώθηκε ότι "ως προς το μέγεθος παρατηρήθηκε ότι περιλαμβάνει και το πλαστικό καλούπι που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία των πτυχώσεων, το οποίο θα απομειώσει τον όγκο όταν αφαιρεθεί". 8) Όσον αφορά το υπ' αριθ. 8 σκέλος της καταγγελίας, διαπιστώθηκε ότι "α) καμία εκσκαφή δεν εκτελείται στα υπόγεια των κτιρίων, καθότι ο αρχαιολογικός χώρος είναι εστεγασμένος, τελειωμένος και σφραγισμένος.
Στον υπόλοιπο υπόγειο χώρο φιλοξενούνται τα μπάζα της οικοδομής, μετά δε από αυτοψία διαπιστώθηκε ότι ο πυθμένας του έχει διαστρωθεί πλήρως με μπετόν, β) Στο παρακείμενο και εν επαφή οικόπεδο του πλευρικού διαδρόμου γίνονταν εργασίες διέλευσης αεραγωγών όταν επισυνέβη κατολίσθηση, γιατί το ανωτέρω τμήμα οικοπέδου είχε ανασκαφεί στο παρελθόν, βλ.
σελίδες 4, 5, 6 Τεχν. Έκθ. Δημ. Αρνέλλου, ως και σχετικών φωτογραφικών αποτύπωσης. Για το ως άνω θέμα και μόνο έχει επιληφθεί η Γ' Αρχαιοτήτων, όπου στο από 10-3-2005 αριθ. πρωτ. Φ1/10 Α/865 έγγραφό της απαντά στους καταγγέλλοντες". Μετά τις ανωτέρω διαπιστώσεις χορηγήθηκε από την ανωτέρω Υπηρεσία (που διενήργησε την αυτοψία) τετράμηνη προθεσμία για αναθεώρηση στατικών κολυμβητικής δεξαμενής και για το πλατύσκαλο της κλίμακας του δώματος, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν. 2381/2000.
Συνεπώς, η από 22-12-2004 καταγγελία των εφεσίβλητων ήταν αληθής α) κατά το υπ' αριθ. 1 σκέλος της, που αφορά τη μη αποκατάσταση της όψης του διατηρητέου κτιρίου στον τελευταίο όροφο, καθόσον αποδείχθηκε ότι το αρχικό κτίσμα είχε ρετιρέ ύψους 18 μέτρων, ενώ κατά το χρόνο διενέργειας της αυτοψίας το κτίριο ήταν ακέφαλο και παρουσίαζε πραγματικό έλλειμμα, για την αποκατάσταση δε της όψης του απαιτούνταν η προσθήκη ενός ορόφου σε εσοχή (ρετιρέ), β) κατά τα υπ' αριθ. 4 και 5 σκέλη της, που αφορούν το σχήμα της πισίνας και το μέγεθος της εξωτερικής μαρμάρινης κλίμακας που οδηγεί στο δώμα του Α' ορόφου της προσθήκης, αντίστοιχα, καθόσον αποδείχθηκε ότι υπήρχαν αποκλίσεις από τα σχέδια της οικοδομικής αδείας και για τον λόγο αυτό χορηγήθηκε στους εκκαλούντες από τη Δ/νση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων η προαναφερόμενη τετράμηνη προθεσμία και γ) κατά το υπ' αριθ. 8 σκέλος της, που αναφέρεται σε εκτέλεση εκτεταμένων εκσκαφών, πιθανώς στα υπόγεια των κτιρίων, όπου έχει ανακαλυφθεί πληθώρα αρχαίων, καθόσον αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο διενέργειας της αυτοψίας (6-4-2005) δεν εκτελούνταν εκσκαφές στα υπόγεια των κτιρίων, ο δε αρχαιολογικός χώρος ήταν στεγασμένος, τελειωμένος και σφραγισμένος, ωστόσο, πριν από τη διενέργεια της αυτοψίας είχαν πραγματοποιηθεί εκσκαπτικές εργασίες σε τμήμα του ενιαίου οικοπέδου ιδιοκτησίας των εκκαλούντων, χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, οι οποίες και διακόπηκαν την 1-3-2005 μετά από σχετική καταγγελία των εφεσίβλητων, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.
πρωτ. Φ1/10 Α/865/10-3-2005 έγγραφο της Γ Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Αθηνών.
Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι διενεργούνταν εκσκαφές χωρίς άδεια της ανωτέρω Υπηρεσίας κατά τον χρόνο της καταγγελίας (22-12-2004) και, ως εκ τούτου, είναι αυτή αληθής κατά το όγδοο και τελευταίο σκέλος της. Σχετικά με τις λοιπές αιτιάσεις της καταγγελίας αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Όσον αφορά το υπ' αριθ. 2 σκέλος της, που αναφέρεται σε παράνομη κατάληψη του ακάλυπτου χώρου στο επίπεδο του Β' ορόφου του μεταλλικού κτιρίου επί της οδού Καλλισπέρη, αποδεικνύεται ότι δεν επρόκειτο για παράνομη κατάληψη ακάλυπτου χώρου, αλλά για τοποθέτηση στεγανολεκάνης από fiberglass, εντός της οποίας επρόκειτο να τοποθετηθεί χώμα και να φυτευτούν δένδρα, η φύτευση όμως πραγματοποιούνταν σε άλλο λειτουργικό ύψος από το προβλεπόμενο στην άδεια οικοδομής, ώστε ο ακάλυπτος χώρος να είναι επισκέψιμος από το επίπεδο της πισίνας.
Η εν λόγω διαφοροποίηση είχε συμπεριληφθεί σε σχετική ενημέρωση του φακέλου της οικοδομικής άδειας, από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν λάβει γνώση αυτού του γεγονότος και ότι προέβησαν στη σχετική καταγγελία εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου της (όσον αφορά το συγκεκριμένο υπ' αριθ. 2 σκέλος αυτής).
Σε σχέση με υπ' αριθ. 3 σκέλος της, που αφορά το ύψος της πίσω προσθήκης (νέου κτιρίου), αποδείχθηκε ότι το ύψος του εν λόγω κτιρίου, με πρόσοψη επί της οδού Καλλισπέρη αριθ. 16, είναι σύμφωνο με την υπ' αριθ. .../2003 άδεια οικοδομής και την υπ' αριθ. 1211/14-1-2003 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 56/5-2-2003 τεύχος Δ'), ήτοι έχει υπολογιστεί με βάση το επίπεδο της οδού αυτής και όχι της οδού Διον.
Αρεοπαγίτου, όπως ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι, από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι τελευταίοι γνώριζαν την αναλήθεια όσων αναφέρουν στο συγκεκριμένο σκέλος της καταγγελίας τους. Όσον αφορά το υπ' αριθ. 6 σκέλος της, που αναφέρεται στην αφαίρεση των παλαιών αυθεντικών μαρμάρινων σκαλοπατιών της εισόδου του διατηρητέου κτιρίου και τη μη επανατοποθέτηση αυτών στην αρχική τους θέση, αποδείχθηκε ότι η μαρμάρινη πορτοσιά που προσδιορίζει το ύψος και το πλάτος των σκαλοπατιών δεν έχει μετακινηθεί, συνεπώς δεν ήταν δυνατή η επανατοποθέτηση αυτών σε θέση διαφορετική από την αρχική, για το λόγο αυτό, άλλωστε, τα αρμόδια όργανα της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, που διενήργησαν αυτοψία, αναφέρουν στο υπ' αριθ.
πρωτ. 6/3147/12-4-2005 έγγραφο τους ότι δεν υπάρχει παράβαση. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι στην είσοδο του διατηρητέου κτιρίου δεν επανατοποθετήθηκαν τα παλαιά αυθεντικά μαρμάρινα σκαλοπάτια που αφαιρέθηκαν, αλλά αντικαταστάθηκαν με άλλα, επίσης μαρμάρινα, όπως εμμέσως δέχονται και τα όργανα της Πολεοδομίας με το ως άνω έγγραφο τους, στο οποίο αναφέρουν ότι "...η ταπείνωση της οδού Δ.
Αρεοπαγίτου στο παρελθόν έχει οδηγήσει σε κατασκευή νεωτέρων κλιμακοστασίων πρόσβασης και προσθήκης αρτιφισιέλ στη βάση των κτιρίων". Εξάλλου, οι ίδιοι οι ενάγοντες συνομολογούν με την αγωγή τους (βλ. 30η και 31η σελίδες αυτής) την αντικατάσταση των παλαιών αυθεντικών μαρμάρινων σκαλοπατιών του διατηρητέου με άλλα ιδίου τύπου μαρμάρινα σκαλοπάτια, επειδή τα πρώτα είχαν υποστεί σημαντικές φθορές λόγω παλαιότητας.
Συνεπώς, το υπ' αριθ. 6 σκέλος της καταγγελίας είναι αληθές όσον αφορά την αφαίρεση των αυθεντικών σκαλοπατιών της εισόδου του διατηρητέου και τη μη επανατοποθέτηση αυτών, σε σχέση όμως με τη μη επανατοποθέτηση των σκαλοπατιών στην αρχική τους θέση δεν είναι αληθής, ωστόσο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι εφεσίβλητοι γνώριζαν πως τα νέα σκαλοπάτια τοποθετήθηκαν ακριβώς στην ίδια θέση με τα αφαιρεθέντα παλαιά και, παρά ταύτα, προέβησαν στη σχετική καταγγελία.
Σχετικά με το υπ' αριθ. 7 σκέλος της, που αναφέρεται στο μέγεθος του κρηπιδώματος και του γείσου που κατασκευάστηκαν στο δώμα του Α' ορόφου της προσθήκης, ήτοι ότι αυτά είναι υπερμεγέθη και δεν συμβαδίζουν με την αρχική μορφή του κτιρίου, αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο διενέργειας της αυτοψίας (6-4-2005) περιελάμβαναν και το πλαστικό καλούπι που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία των πτυχώσεων, ο δε όγκος τους θα απομειωνόταν μετά την αφαίρεση αυτού.
Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι εφεσίβλητοι γνώριζαν, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, ότι το κρηπίδωμα και το γείσο περιελάμβαναν και το καλούπι, το οποίο εμφάνιζε το μέγεθος τους μεγαλύτερο σε σχέση με εκείνο της αρχικής μορφής του κτιρίου. Τέλος, η μνεία στο κείμενο της καταγγελίας συνοπτικά του περιεχομένου της υπ' αριθ. 2987/1998 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρίς αναφορά των μεταγενέστερων υπ' αριθ. 3257/2000 και 3258/2000 αποφάσεων του ίδιου Δικαστηρίου, εκ των οποίων η τελευταία έκρινε αντίθετα προς την πρώτη (2987/1998), όπως πιο πάνω αναφέρεται, δεν καθιστά αυτή (καταγγελία) ψευδή και συκοφαντική, δεδομένου ότι στη συνέχεια αναφέρονται τόσο η υπ' αριθ. 1211/2003 υπουργική απόφαση και το περιεχόμενο αυτής συνοπτικά, όσο και η υπ' αριθ. .../2003 άδεια οικοδομής, που είναι εναρμονισμένες προς την υπ' αριθ. 3258/2000 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα και εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας πραγματικά περιστατικά, το περιεχόμενο της από 22-12-2004 καταγγελίας των εφεσίβλητων ήταν εν μέρει αληθές, ενώ κατά τα λοιπά δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, κατά τις ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες διακρίσεις, πλην όμως οι τελευταίοι δεν γνώριζαν την αναλήθεια των εκτιθεμένων στην καταγγελία τους πραγματικών περιστατικών, συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη δεν στοιχειοθετείται η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης...".
ΙV) Mε αυτά που δέχθηκε το Εφετείο προσέδωσε στο με αριθμό 6/3147/12-4-2005 έγγραφο της διοίκησης την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε από το νόμο, κατ' άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι δέχθηκε ως αληθές το περιεχόμενό του και άρα ότι αυτό αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα παραπάνω διαπίστωσαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι κατά τη διενέργεια της αυτοψίας στο ακίνητο των αναιρεσειόντων, προβαίνοντας απλώς σε διαπιστώσεις σε σχέση με την υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων ως προς τα καταγγελθέντα από αυτούς και τα διαπιστωθέντα από τους διενεργήσαντες την αυτοψία υπαλλήλους. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις αναφερόμενες παραπάνω σκέψεις, κατά του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου επιτρέπονταν ανταπόδειξη. Επιπρόσθετα δε πρέπει να λεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες δεν παραπονούνται για παραμόρφωση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επίσης, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, διότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες σχετικά με την ουσιαστική αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών περί διαπράξεως αδικήματος υπό των εναγομένων εις βάρος των εναγόντων.
Το ότι δε το δικαστήριο, χωρίς ειδικότερη ανάλυση, δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε γνώση των αναιρεσιβλήτων ως προς την αναλήθεια ορισμένων των υπ' αυτών καταγγελθέντων όπως (στην συνέχεια) και ότι δεν υπήρξε σκοπός εξύβρισης από αυτούς των αναιρεσειόντων, δεν σημαίνει ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Και αυτό διότι ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984, 30/1997, 28/1997). VΙ) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.
Η περί προσαγωγής ή μη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου όμως βεβαίωση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως αναγόμενη σε πράγματα είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη ( 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Με τον τρίτο λόγο της αίτησής τους και κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο των με αρ. 12935, 12937 και 12938 ενόρκων βεβαιώσεων, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης (ερειδόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.) είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις διότι, αν και έγινε επίκλησή τους από τους αναιρεσείοντες, δεν προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, όπως βεβαιώνεται από αυτό.
Συνεπώς, εφόσον βεβαιώνεται στην απόφαση ότι τα έγγραφα αυτά δεν προσκομίστηκαν, νομίμως δεν ελήφθησαν υπόψη Η βεβαίωση δε αυτή του δικαστηρίου ως αναγόμενη σε πράγματα δεν ελέγχεται αναιρετικά. V
ΙΙ) Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στο δικαστήριο την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 227 ή του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. με το να παραλείψει να διατάξει την αναβολή ή επανάληψη της ενώπιόν του συζήτησης προκειμένου να προσκομιστούν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η παραβίαση εκ μέρους του δικαστηρίου της διάταξης του ως άνω άρθρου αποτελεί λόγο έφεσης, όχι όμως και αναίρεσης, εφόσον από την παράλειψη της εκ του άρθρου 227 Κ.Πολ.Δ. υποχρέωσης του δικαστηρίου δεν προβλέπεται από τον Κ.Πολ.Δ. κάποιο απαράδεκτο ή ακυρότητα (πρβλ. ΑΠ 1892/2006 ΑΠ 1526/2001).
Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς τους 1η, 2ο, 4ο, 5η, 7η, 8ο, 9η, 10ο, 11ο, 13η, 14η, 16ο, 18ο και 19η των αναιρεσιβλήτων, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη αμέσως παραπάνω αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 27-3-2013 αίτησης των Η. και Μ. Μ. για αναίρεση της 3096/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους 3η, 6ος, 12η, 15ος και 17η των αναιρεσιβλήτων, Τ. Δ., Β. Π., F. P., Σ. Μ. και Κ. Δ. αντίστοιχα.
Απορρίπτει την παραπάνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους 1η, 2ο, 4ο, 5η, 7η, 8ο, 9η, 10ο, 11ο, 13η, 14η, 16ο, 18ο και 19η των αναιρεσιβλήτων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αμέσως παραπάνω αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ