Legislator Case Law & Legislation
1748/2009 AI generated

1748/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1748/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 1673/2000 προδικαστική και 1692/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-2-2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1748/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ανεξάρτητα απ' αυτό πάντως τα ως άνω, με τους πρώτο, κατά το πρώτο τμήμα του, τρίτο, ως προς την πρώτη αιτιάση και τέταρτο λόγους αναίρεσης, εκτιθέμενα περιστατικά συνιστούν ελλείψεις αναγόμενες στη εκτίμηση (στάθμιση) των αποδείξεων, και, επομένως δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1748 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1748/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Κοκκίνη-Ευθυμιοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 1673/2000 προδικαστική και 1692/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-2-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999 ΕλλΔ 40.270, Ολ.ΑΠ 24/1992 ΕλλΔ 33, 1442). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή της αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 502/2007 ΝοΒ 55, 1127).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Τέλος η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1743/2006 Δνη 48, 771). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, κατά το πρώτο τμήμα του, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο κατά το δεύτερο τμήμα τους από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της και την είχε αναγνωρίσει κυρία του επιδίκου ακινήτου, και, αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου και ειδικότερα αναφορικά με την παραδοχή του ότι αυτό αποτελεί τμήμα δασικής έκτασης ανήκουσας στο αναιρεσίβλητο Δημόσιο, ζήτημα στο οποίο το τελευταίο στήριζε την ένσταση ιδίας κυριότητάς του.

Πιο συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών της, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατέληξε στο αμέσως παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα: α) συγκρίνοντας στο αιτιολογικό της την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα που διορίστηκε με την 1673/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με εκείνη του τεχνικού συμβούλου που διόρισε το αναιρεσίβλητο, κρίνοντας δε ως πλέον αληθή την τελευταία, στη συνέχεια δέχεται ότι η ....

τοπογραφική πινακίδα της ΓΥΣ, εμπίπτει στον κωδικό της κτηματογραφηθείσης ως δασικής περιοχής των 1601 στρεμμάτων, χωρίς να αναφέρει το χρόνο της σύνταξης της παραπάνω πινακίδας (1ος λόγος κατά τα α' τμήμα του), β) διότι, ενώ δέχεται ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν δάσος, στην συνέχεια δέχεται συμπερασματικά ότι αυτή είναι δάσος, επειδή είναι βραχώδης και ακατάλληλη προς καλλιέργεια (2ος λόγος), γ) χωρίς να αιτιολογεί την κρίση της γιατί δεν οδηγήθηκε σε αντίθετο συμπέρασμα, από εκείνο που κατέληξε, από το γεγονός της ακύρωσης του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής το οποίο είχε εκδοθεί σε βάρος του ....

για έκταση 4 στρεμμάτων στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη και χωρίς έτσι λάβει υπόψη του τα σχετικά με αυτό έγγραφα ήτοι την 67/1958 απόφαση Ειρηνοδίκου Αχαρνών και το ν.2176/1958 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και διότι αντιφατικά προς προηγουμένως εκφρασθείσα κατηγορηματική κρίση της περί του δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης αναφέρει "η μη κάλυψη δε της εκτάσεως αυτής από μεγάλα δένδρα ή μεγάλης ηλικίας πεύκα κλπ δεν αποκλείει ότι αυτή υπήρξε και δη προ του έτους 1937 και του έτους 1915 δάσος..." (3ος λόγος κατά το β' τμήμα του) και δ) διότι αιτιολογεί ανεπαρκώς γιατί δεν έλαβε υπόψη της τις υπ' αριθ. 1623 και 1624/1991 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες επικύρωσαν τις υπ' αριθ. 1456 και 1489/1990 αποφάσεις του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες έγιναν δεκτές αγωγές αναγνώρισης κυριότητας ακινήτων άλλων προσώπων με την αιτιολογία ότι "αφού από αυτές δεν προκύπτει ότι οι εκτάσεις στις οποίες αφορούν γειτνιάζουν με την επίδικη, πέραν του ότι δεν αναφέρονται στους ίδιους δικαιοπαρόχους" (4ος λόγος κατά το δεύτερο τμήμα του).

Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, οι λόγοι αυτοί, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, αόριστοι, και, συνεπώς, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτούς οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτή δέχθηκε, αλλά ούτε και τα στοιχεία που λείπουν από το σκεπτικό της και είναι αναγκαία για την επάρκειά του.

Ανεξάρτητα απ' αυτό πάντως τα ως άνω, με τους πρώτο, κατά το πρώτο τμήμα του, τρίτο, ως προς την πρώτη αιτιάση και τέταρτο λόγους αναίρεσης, εκτιθέμενα περιστατικά συνιστούν ελλείψεις αναγόμενες στη εκτίμηση (στάθμιση) των αποδείξεων, και, επομένως δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμίμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Με τους τρίτο και τέταρτο, κατά το πρώτο τμήμα τους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία αυτή είχε επικαλεστεί και προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών της ότι το επίδικο δεν έχει δασική ιδιότητα, ήτοι 1) την 67/1958 απόφαση του Ειρηνοδίκου Αχαρνών, με την οποία ακυρώθηκε το 1165/1957 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του δασάρχη Αττικής, ούτε την απορριπτική απόφαση της έφεσης του Δημοσίου κατά της πιο πάνω απόφασης (67/1958) και 2) τις 1623/1991 και 1624/1991 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες είχαν γίνει δεκτές σχετικές αναγνωριστικές της κυριότητας αγωγές των σ' αυτές προσώπων για ακίνητα που, κατά τους ισχυρισμούς της, γειτονιάζουν με το επίδικο.

Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου και από "όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και αν δεν αναφέρεται καθένα χωριστά....." Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, κάνοντας μάλιστα και ειδική μνεία των 1623, 1624/1991 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Επομένως οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 2011/2007) Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο τμήμα του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. ....τοπογραφικής πινακίδας της Γ.Υ.Σ., με το να δεχθεί ότι από την πινακίδα αυτή και κυρίως από τη σημείωση σ' αυτή του συνθηματικού "θ" (θάμνος) αποδεικνύεται ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου ακινήτου, ενόψει και του ότι ο πραγματογνώμονας που διορίστηκε από το δικαστήριο αναφέρει ότι στην πινακίδα αυτή δεν υπάρχουν συνθηματικά για το χαρακτήρα του επιδίκου και ακόμη ότι αυτός προκειμένου να γνωμοδοτήσει για το ζήτημα αυτό κατέφυγε σε άλλα στοιχεία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η σχετική με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών κρίση του Εφετείου που απορρέει από την εκτίμηση και την αξιολόγησή τους. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το παραπάνω έγγραφο.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ, Ολ. ΑΠ 28/1998, ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1742/2006).

Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσία την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια κάνοντας δεκτή την έφεση του τελευταίου, να απορρίψει την ένδικη αγωγή της, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν.ΑΧΝ/1888 και του ν.δ. 17-11/1-12-1836. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, μολονότι εκτίθεται η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν παρατίθενται κατά τρόπο ορισμένο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ενώ δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου αυτού, δηλαδή αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εφαρμογή και δεν εκτίθενται καθόλου οι κρίσιμες για την οποία παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε και έτσι όμως, δεν μπορεί να εξακριβωθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-2-2005 αίτηση της .... για αναίρεση της 1692/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ