Legislator Case Law & Legislation
1748/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal, ruling termination was voidable due to bad faith and revenge motives.

Case Number 1748/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the labor court's dismissal of the employment contract termination. The employer argued the firing was due to organizational restructuring and high salary, while the employee claimed it was motivated by personal animosity and revenge for past conduct. The court found the lower court's reasoning contradictory and insufficient regarding the employer's motives, leading to the termination being declared voidable under the principle of good faith.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure: Termination of an indefinite-term employment contract is voidable if exercised in bad faith, such as when motivated by revenge or personal animosity rather than legitimate organizational reasons.

Keywords

AI generated
termination of employment contract bad faith termination revenge motive dismissal voidable termination good faith principle labor dispute appeal contradictory reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 669 para. 2 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Articles 174 and 180 of the Civil Code
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1748 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1748/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ ΣΑΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Κατσαμπάνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7159/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-1-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 9-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, ιδίως δε όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα, η οποία έχει ως αντικείμενο των δραστηριοτήτων της, την παροχή υπηρεσιών δορυφορικών συστημάτων, στις 3-2-2003 με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας διάρκειας ενός έτους, ως μηχανολόγος μηχανικός με μηνιαίο μισθό 3.800 ευρώ.

Στις 3-2-1004, η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου μετατράπηκε αφού αξιολογήθηκε η προσφορά του από τους ιεραρχικά προϊστάμενους του, σε σύμβαση αορίστου χρόνου, οι δε μηνιαίες αποδοχές του αυξήθηκαν στο ποσό το ποσό 3.900 ευρώ. Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε για να εργαστεί στο υπό κατασκευή κέντρο ελέγχου δορυφόρου της αναιρεσίβλητης, αφού ύστερα από δύο συνεντεύξεις στις οποίες συμμετείχε, κρίθηκε ότι πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις και ανταποκρίνονταν σε όλα τα προσόντα που απαιτούσε η συγκεκριμένη και ειδικευμένη ως άνω εργασία.

Αρχικά τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος του κέντρου ελέγχου και στη συνέχεια ως υπεύθυνος σχεδιασμού. Καθ' όλο το διάστημα της εργασίας του ουδέν παράπονο είχαν οι εργοδότες ως προς την απόδοση της εργασίας του, αντίθετα επειδή εκτιμήθηκε ιδιαίτερα η προσφορά του κατά τον πρώτο χρόνο η σύμβαση του μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου και αυξήθηκε ο μισθός του κατά 100 ευρώ...........

Τον Ιούνιο του 2004 Πρόεδρος του Δ.Σ και Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσείουσας έγινε σε αντικατάσταση του μέχρι τότε κατέχοντος τη θέση αυτή Α, ο Β, στις 2-10-2004 δε, εντελώς αιφνιδιαστικά καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου το δε σχετικό έγγραφο κοινοποιήθηκε στην οικία του. Η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι η λειτουργία του Κέντρου Ελέγχου Αθηνών άρχισε στις 26-10-2004 και ότι λίγο πριν τη λειτουργία του προέβη σε οικονομικές και οργανωτικές αλλαγές που στόχο είχαν τη μείωση του κόστους λειτουργίας και την ανταγωνιστικότητα της εταιρίας και ότι εντός του πλαισίου των διαρθρωτικών αυτών αλλαγών εκρίθη απολυτέος ο μη δυνάμενος να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του αναιρεσίβλητος.

Ο ισχυρισμός αυτός και κατά τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος. Η αναιρεσίβλητη δεν ωθήθηκε στην απόφαση να απολύσει τον ενάγοντα για λόγους οικονομοτεχνικούς ή λόγω της ανεπάρκειας αυτού στην προσφορά της εργασίας του. Εξάλλου, όπως αποδείχτηκε απολύθηκαν δύο και προσελήφθησαν δέκα εργαζόμενοι, ενώ επανήλθαν και εννέα αποσπασμένοι στον ΟΤΕ, δεν προέκυψε δε ότι εξαντλήθηκαν όλες οι δυνατότητες που είχε η αναιρεσείουσα για να απασχολήσει τον ενάγοντα, έστω και σε άλλη θέση λόγω του ευρέως φάσματος των γνώσεων του, προτού προβεί στην ξαφνική απόλυση του, παραβλέποντας ότι θα έπρεπε να διαφυλάξει παραλλήλως και το συμφέρον του μισθωτού στη θέση εργασίας του, ως μέσου βιοπορισμού και ανάπτυξης της επαγγελματικής και προσωπικής υπόστασης του.

Υπό τα δεδομένα αυτά η απόλυση του αναιρεσιβλήτου τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ελήφθη από το νέο πρόεδρο του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας, ο οποίος αποσκοπώντας στην οικονομική αναδιάρθρωση της εταιρίας και με τη δικαιολογία αυτή, παραβλέποντας την προσφορά, τα προσόντα και τις ικανότητες του αναιρεσιβλήτου, αλλά συνεκτιμώντας αντίθετα τα αρνητικά για την εταιρία στοιχεία, ήτοι τον υψηλό μισθό του αναιρεσιβλήτου (3900 ευρώ), καθώς και την συνδικαλιστική του πρωτοβουλία για ίδρυση Σωματείου εργαζομένων "ΕΛΛΑΣ ΣΑΤ", χωρίς προειδοποίηση έδωσε την εντολή καταγγελίας της συμβάσεως αυτού.

Αντίθετα αποδείχτηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου οφείλεται σε εμπάθεια του ως άνω Διευθύνοντα Συμβούλου της αναιρεσείουσας συνεπεία νόμιμης, αλλά μη αρεστής στην αναιρεσείουσα συμπεριφοράς του, οι δε οικονομοτεχνικοί λόγοι που προβλήθηκαν ως αιτιολογία είναι προσχηματικοί, αλλά και πραγματικοί να ήσαν η επιλογή αυτού δεν έγινε με αντικειμενικά κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά κατέληξε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου είναι άκυρη ως καταχρηστική και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν γίνει δεκτά τα αντίθετα, δέχτηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις, αφού διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το αν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, από τις ως άνω παραδοχές δεν προκύπτει αν η καταγγελία της συμβάσεως οφείλεται σε λόγους εκδικήσεως λόγω προηγηθείσας μη αρεστής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα εργοδότρια του, όλως αορίστως δε αναφέρεται ότι για την απόλυση του ελήφθη υπόψη η συνδικαλιστική του δράση, χωρίς όμως να αναφέρονται περιστατικά μη αρεστά στην αναιρεσείουσα που είχαν ως αποτέλεσμα την εκ λόγων εκδικήσεως καταγγελία της συμβάσεως, ενώ αν και κατά τις ίδιες παραδοχές, υπήρξε οργανωτική αναδιάρθρωση της αναιρεσείουσας καθώς και ότι ελήφθη υπόψη ως αρνητικό για την εταιρία στοιχείο, ο υψηλός μισθός του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια κατέληξε ότι η καταγγελία δεν οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7159/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ