Legislator Case Law & Legislation
1747/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision rejecting plaintiff's claim for illegal contract conversion.

Case Number 1747/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the plaintiff's labor lawsuit. The plaintiff argued that the lower court improperly dismissed the claim without examining its merits and violated equality principles regarding public employment contracts. The court ruled that the Second Instance Court had the duty to examine the legal admissibility of the claim sua sponte and thus did not err in dismissing it without a substantive judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Second Instance Court must examine the legal admissibility of the claim sua sponte and may dismiss it without a substantive judgment if the claim is legally inadmissible, without violating the principle of contradiction.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure legal admissibility sua sponte examination principle of contradiction dismissal of appeal public employment contracts equality principle

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 564(3), 566(1), 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) and (9) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1747 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1747/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εντόν Ταμπάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μπίρπου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 256/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5942/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-3-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 24/3/2023 (αριθ. καταθ. 2871/274/29.3.2023) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 5942/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 256/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε η από 4/10/2021 (αριθ. καταθ. 76754/1930/2021) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου ΟΤΑ την από 4/10/2021 (αρ. καταθ. 76754/1930/2021) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι μεταξύ αυτού και του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ "Δήμος Κηφισιάς" καταρτίστηκαν δύο διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, δυνάμει των οποίων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Τεχνική Υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου με την ειδικότητα Π.Ε.

Αρχιτεκτόνων Μηχανικών από 10/9/2020 έως 9/7/2021, ότι οι προσφερόμενες υπηρεσίες του ήταν μόνιμες, σταθερές και απαραίτητες για τη λειτουργία του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ότι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις λειτουργούσαν, κατ' ουσίαν, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του.

Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αγωγή έγινε δεκτή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, ενώ, κατόπιν ασκήσεως της από 14-4-2022 εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου ΟΤΑ, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ'ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.

Κατά της παραπάνω αποφάσεως βάλλει με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ο αναιρεσείων ζητώντας, για τους λόγους που επικαλείται, την αναίρεση αυτής.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 520 ΚΠολΔ το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της εφέσεως. Από το συνδυασμό της παραπάνω διατάξεως με εκείνη του αρ. 4 του άρθρου 118 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει αίτημα, το οποίο προσδιορίζει την έκταση της μεταβιβάσεως της υποθέσεως και έχει ως περιεχόμενο την εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμιση της εκαλουμένης αποφάσεως, πρέπει δε να είναι σαφές και ορισμένο, χωρίς, όμως, να απαιτείται να περιέχει πανηγυρική διατύπωση. Δεν απαιτείται αίτημα επί της ουσίας, δηλ. σαφές ή συναγόμενο, περί του κριθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενδίκου βοηθήματος (αγωγή, ανακοπή κλπ.), διότι αποτελεί άμεση συνέπεια της παραδοχής της εφέσεως και της εξαφανίσεως της αποφάσεως και θεσμοθετείται ως αυτεπάγγελτη υποχρέωση του δικαστηρίου, όταν κρίνει έναν λόγο εφέσεως ως βάσιμο (ΑΠ 137/2004). Το αντικείμενο της εφέσεως πρέπει να διαστέλλεται από τους λόγους της εφέσεως, οι οποίοι αποτελούν την αιτιολογία της εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως και περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Το αντικείμενο της εφέσεως δεν είναι απαραίτητο να περιέχεται στο αιτητικό του δικογράφου, αλλά μπορεί να υπάρχει και στο ιστορικό αυτού και διατυπώνεται συνήθως με τη φράση "εκκαλώ την απόφαση".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία, αλλά και την υποχρέωση, να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει όχι μόνον τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως, αλλά και εκείνα τα ζητήματα, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπάγγελτα το εφετείο, στην περίπτωση κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 732/2022, 916/2020), υπό την προϋπόθεση να μην εκδοθεί για τον εκκαλούντα επιβλαβέστερη απόφαση χωρίς την άσκηση εφέσεως ή αντεφέσεως από τον εφεσίβλητο (ΑΠ 328/2018).

Η έρευνα αυτή, η οποία αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα ότι η πρωτοβάθμια απόφαση εξαφανίζεται μόνον εάν διατυπώνεται σχετικός λόγος εφέσεως από τον εκκαλούντα και δεν αντίκειται στα άρθρα 20 Σ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (ΑΠ 1436/2002), δικαιολογείται από την αντίληψη ότι το νόμω βάσιμο οριοθετεί γενικά τη δικαιοδοτική κρίση των ιδιωτικών αιτημάτων και, συνεπώς, δεν θα έπρεπε να καθίσταται ανεμπόδιστα τελεσίδικη παραδοχή αιτήσεως, που, έτσι όπως στοιχειοθετήθηκε στην αγωγή, δεν αναγνωρίζεται από το ισχύον δίκαιο.

IV. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο της κρινομένης με αυτήν εφέσεως, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν περιείχε κανένα λόγο εφέσεως, ούτε αίτημα απορρίψεως της αγωγής του αναιρεσείοντος.

Από την επισκόπηση του από 14/4/2022 δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι στο εισαγωγικό της ήδη μέρος δηλώνεται ότι εκκαλείται η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δήλωση που επαναλαμβάνεται και στο περιεχόμενό της (σελ. 4), ενώ στο αιτητικό της υπάρχει αίτημα να γίνει δεκτή η έφεση.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη, η δήλωση αυτή, που επαναλαμβάνεται τόσο στο περιεχόμενο όσο και στο αιτητικό, αρκεί για την πληρότητα του δικογράφου της εφέσεως, αφού καθίσταται σαφές ότι με αυτό ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης με αυτήν αποφάσεως καθόλα τα κεφάλαιά της, χωρίς να απαιτείται πανηγυρική διατύπωση.

Επομένως, κρίνοντας ως παραδεκτή και ακολούθως τυπικά δεκτή την έφεση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του παραπάνω αναιρετικού λόγου και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στον ως άνω λόγο αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτή έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την από 4/10/2021 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, εξέθεσε ότι στις 1/9/2020 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Δήμο, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Π.Ε.

Αρχιτέκτων Μηχανικός στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Κηφισιάς, και εργάστηκε σ' αυτόν, δυνάμει των αναλυτικά αναφερόμενων διαδοχικών συμβάσεων, από 10/9/2020 έως 9/5/2021 και από 10/5/2021 έως 9/7/2021. Ότι οι ως άνω συμβάσεις του χαρακτηρίστηκαν ως "συμβάσεις έργου", κατά τα επίσης αναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Ότι η κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων ως συμβάσεων έργου έγινε, παρότι ο ίδιος κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, προκειμένου να καταστρατηγηθούν οι προστατευτικές για τους εργαζομένους διατάξεις της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας, καθώς και ότι οι συμβάσεις αυτές αποτελούν στην πραγματικότητα μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων ζητεί, επικαλούμενος συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου: α) να αναγνωριστεί ότι με τον εναγόμενο συνδέεται με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στο μέλλον, υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την απειλή εις βάρος του εναγομένου χρηματικής ποινής 300 ευρώ, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του με το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης.

Τέλος ζητεί να καταδικαστεί το εναγόμενο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτή παραπονείται το εκκαλούν - εναγόμενο συνομολογώντας και αποδεχόμενο συγχρόνως την αγωγή.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή δεν είναι νόμιμη αφού, αν υποτεθεί ότι είναι αληθή τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, οι μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις εργασίας καταρτίσθηκαν μετά τις 17/4/2001, αφότου κατά τα προεκτεθέντα άρχισε η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και ειδικότερα των παραγράφων 7 και 8 αυτού, με τις οποίες απαγορεύεται η κατά τις διατάξεις του ν. 2112/1920 μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν καταρτισθεί με δήμους, όπως το εναγόμενο, ακόμα και αν με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.

Ούτε δε με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 μπορεί να κριθεί ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, αφού οι συμβάσεις του ενάγοντος καταρτίστηκαν μετά την ισχύ του προεδρικού διατάγματος (19/7/2004), με συνέπεια να μην δύνανται να μετατραπούν οι αναφερόμενες στην αγωγή διαδοχικά ανανεωμένες συμβάσεις του, σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη.

Οποιαδήποτε δε προσπάθεια μονιμοποίησης προσκρούει στη ρητή απαγόρευση τόσο του άρθρου 21 § 2 του ως άνω νόμου όσο και στο άρθρο 103 § 8 του Συντάγματος. Ούτε άλλωστε μπορεί να τύχει εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ αλλά και η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, σύμφωνα ιιε τις οποίες καθίσταται δυνατή η μετατροπή μιας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς της δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του ίδιου νόμου (ν. 2112/1920), αφού όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από τον νόμο ως ορισμένη διάρκειας, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με τον νόμο 2112/1920, αυτή δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της σύμβασης, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα προσέκρουε, πέραν των ανωτέρω συνταγματικών και νομοθετικών απαγορεύσεων, αφενός μεν στη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών, αφού σε μια τέτοια περίπτωση εμμέσως, δηλαδή με την έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης που θα αναγνώριζε τις αντίστοιχες συμβάσεις ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, θα μπορούσαν να συσταθούν κατ' ουσίαν οργανικές θέσεις του δημόσιου τομέα και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μη νομοθετημένες και να μονιμοποιηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο προσωπικό των δημόσιων υπηρεσιών και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, του οποίου κατά ρητή νομοθετική και συνταγματική επιταγή απαγορεύεται η μονιμοποίηση, αφετέρου δε, θα προσέκρουε στο πνεύμα των προπαρατεθέντων αναθεωρημένων συνταγματικών διατάξεων, με τις οποίες προφανώς ο συνταγματικός νομοθέτης, κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, εκδήλωσε τη Βούληση του για αποτροπή της συνέχισης μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία, ενώ αρχικά προσλαμβανόταν προσωπικό με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, στην συνέχεια διαπιστωνόταν ότι αυτές οι ανάγκες ήταν πάγιες και διαρκείς και για τον λόγο αυτό μονιμοποιούνταν το προσληφθέν προσωπικό, είτε μέσω του διορισμού του στην θέση μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων είτε μέσω της μετατροπής των σχετικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, αποκλείοντας κατ' αυτόν τον τρόπο άλλους ενδιαφερομένους που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις εργασίας κατά τις διατάξεις της ισχύουσας κάθε φορά νομοθεσίας κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Επίσης μη νόμιμη είναι η αγωγή κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωση αυτής ευθέως στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ, εφόσον αυτή δεν έχει άμεση εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη. Τούτο γιατί αυτή, ως κανόνας παραγώγου δικαίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη.

Περαιτέρω όσον αφορά την αναφερόμενη από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο αποδοχή της αγωγής εκ μέρους του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος πρέπει να αναφερθεί ότι το εναγόμενο και ήδη εκκαλών δεν έχει εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, που αποτελεί προϋπόθεση για να επιφέρει η αποδοχή τα εκ του νόμου αποτελέσματά της (...).

Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία έκρινε διαφορετικά δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και πρέπει γενομένη δεκτής κατ'ουσία της υπό κρίση έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να δικαστεί η από 4/10/2021 αγωγή και να απορριφθεί". Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινομένης αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια των αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι προχώρησε χωρίς να έχει εξουσία προς τούτο σε κατ'ουσίαν κρίση της αγωγής και των αιτημάτων αυτής και σε εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς κεφάλαια που δεν εφεσιβλήθηκαν, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενώ εξάλλου επιδίκασε μη αιτηθέν, άλλως πλέον του αιτηθέντος, με την έφεση.

Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν, διότι ερείδονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε τυπικά δεκτή την έφεση, προχώρησε σε αυτεπάγγελτη έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής, όπως είχε υποχρέωση, ακολούθως δε, αφού έκρινε την αγωγή μη νόμιμη, προχώρησε σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και σε απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης.

Επομένως, δεν κρίθηκε κατ'ουσίαν η αγωγή, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ούτε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε επιδίκασε μη αιτηθέν ή πλέον του αιτηθέντος, αφού η κρίση του για τη νομική βασιμότητα της αγωγής έγινε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο αυτής.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Τέλος, δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε και υπέρ του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού (ΑΠ 991/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24/3/2023 και με αριθμό καταθέσεως 2871/274/2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5942/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ