1747/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1747/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού οι 3ος έως και 10ος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α’ και γ’ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1747 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1747/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ά. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρόνη Χατζημιχαήλ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. (I. C.) του Α. (A.), 2) Φ. Κ. του Α., συζ. Ι. Σ., κατοίκων ..., 3) Β. Σ. (W. C.) του Ι., 4) Σ. Σ. (S. C.) του Ι., 5) Μ. Σ. (M. C.) του Ι., 6) Φ. Σ. (F. C.) του Ι., 7) Γ. Σ. (Y. C.) του Ι., 8) Α. Σ. (A. C.) του Ι., 9) Ρ. Σ. (R. C.) του Ι., 10) Ν. Σ. (D. C.) του Ι., κατοίκων ..., 11) Α. Κ. και 12) Α. συζ. Α. Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 11ος και 12η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 27-2-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με την από 23-4-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της "... ΑΕΓΑ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26035/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 822/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-9-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 7-9-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 822/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την υπ’ αρ. .../30-9-2016 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Χ. Β., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016 με βάση το Ν. 4335/2016, στον Σ.
Κ., δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ως αντίκλητο του 3ου έως του 10ου των αναιρεσιβλήτων, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Η ιδιότητα του ως άνω αντικλήτου πληρεξουσίου δικηγόρου προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. τη σελίδα 2 αυτής). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω 3ος έως και 10ος των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και οι 1ος και 2η, 11ος και 12η των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού οι 3ος έως και 10ος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α’ και γ’ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/2003, ΑΠ 162/1997), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β’ περ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 180/2014, ΑΠ 658/2012, ΑΠ 12/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η με αρ. κατ. ...-1-2014 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων (οικογένεια του θύματος) απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη ως προς τον 14ο εκκαλούντα, θείο του θύματος λόγω της ερημοδικίας του (άρθρ. 524 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 6-7-2016, χωρίς να προκύπτει κοινοποίηση αυτής. Επομένως, σύμφωνα με, την προηγούμενη νομική σκέψη δεν άρχισε να τρέχει ως προς τον ερημοδικασθέντα, 14ο εκκαλούντα η 15ήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 503 αρ. 1) και συνακόλουθα, ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, διότι υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας (αρχή διαδοχικής άσκησης ενδίκων μέσων στην αναιρετική δίκη).
Όμως, η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται και κατά του 14ου εκκαλούντα, που σήμερα δεν είναι διάδικος.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτά εναντίον των λοιπών εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων-απλών ομοδίκων (άρθρ. 74 παρ. 1 ΚΠολΔ) εξαιτίας της συνδέουσας αυτούς δικονομικής σχέσης, ως ζημιωθέντες από την ίδια αδικοπραξία, έναντι των οποίων η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση είναι τελεσίδικη, εφόσον η τελεσιδικία ερευνάται αυτοτελώς για κάθε απλό ομόδικο και χωρεί κατ’ αυτού αναίρεση, ακόμη και εάν η προσβαλλόμενη δεν έχει καταστεί τελεσίδικη για τους λοιπούς απλούς ομοδίκους (ΑΠ 658/2012).
Η κρινόμενη από 7-9-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 822/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από 11-1-2009 ισχύει στη χώρα μας (σύμφωνα με το άρθρο 32 αυτού) ο Κανονισμός 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11-7-2007, γνωστός ως Κανονισμός Ρώμη II, κατά το άρθρο 1 του οποίου -Ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής-ορίζεται ότι... "1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου, σε περίπτωση που περιλαμβάνουν σύγκρουση δικαίων. Δεν εφαρμόζεται, ιδίως, σε φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις, ούτε στην ευθύνη του κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας ("acta iure imerii")". Κατά δε το άρθρο 3 του ανωτέρω Κανονισμού -Οικουμενικός χαρακτήρας- ορίζεται ότι... "Το καθοριζόμενο από τον παρόντα κανονισμό δίκαιο εφαρμόζεται ακόμη και αν δεν είναι το δίκαιο κράτους μέλους". Επίσης, στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΙΙ -ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΕΣ και κατά το άρθρο 4 του Κανονισμού -Γενικός κανόνας- ορίζεται ότι... "1. Το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό. 2. Ωστόσο, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν, κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. 3. Εάν, από το σύνολο των περιστάσεων, συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 ή 2, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία".
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο Κανονισμός Ρώμη II (άρθρο 4) εισάγει ως γενικό κανόνα την εφαρμογή του δικαίου της χώρας, στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα (lex doci damni).
Παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό εισάγει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Η τρίτη παράγραφος του ίδιου άρθρου εισάγει ρήτρα διαφυγής, ορίζοντας, ότι, εάν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη, από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής.
Η ανάγκη ασφάλειας του δικαίου επιβάλλει η ρήτρα διαφυγής να χρησιμοποιείται σπάνια. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, "ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία".
Ο Κανονισμός αυτός είναι άμεσης εφαρμογής (άρθρο 32 αυτού) για τα δεσμευόμενα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι κρίσιμες ρυθμίσεις του καταλαμβάνουν τα πρόσωπα, που ανήκουν σε κράτη-μέλη δεσμευόμενα από τις ρυθμίσεις αυτές. Αν λοιπόν η αδικοπραξία, από την οποία επέρχεται η ζημία, τελείται σε ένα κράτος-μέλος της ΕΕ, που δεσμεύεται από τη σχετική ρύθμιση και στο κράτος αυτό έχει την κατοικία του ή την έδρα του, αναλόγως, αν πρόκειται περί φυσικού ή νομικού προσώπου, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, όμως ο ζημιωθείς έχει ιθαγένεια κράτους-μέλους μη δεσμευόμενου από την Κοινοτική ρύθμιση, τότε δεν εφαρμόζεται ο άνω Κανονισμός.
Η βιοτική σχέση που φέρεται προς κρίση ενώπιον δικαστηρίου θα διέπεται, εφόσον φέρει στοιχείο αλλοδαπότητας, από τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ.
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/20Ί4, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).
Με τον 1ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση την αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και ειδικότερα εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του άρθρου 26 ΑΚ και εσφαλμένη μη εφαρμογή των κανόνων συγκρούσεως των άρθρων 3 και 4 του Κανονισμού 864/2007 - Ρώμη II, ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 25-10-2012 στη Θεσσαλονίκη, τραυματίστηκε σοβαρά και απεβίωσε μετά από έξι ημέρες στο Νοσοκομείο, ο Α. Σ., ηλικίας 16 ετών, συγγενής των ήδη αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα, γιος του 1ου και της 2ης τούτων, ετεροθαλής αδελφός του 3ου έως 10ου και εγγονός του 11ου και 12ης των αναιρεσιβλήτων.
Το θύμα συνεπέβαινε σε μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Η. Μ., (μη διάδικος σήμερα), η οποία συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσείων, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων κάλυπτε η 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία. Οι συγγενείς άσκησαν κατά των ήδη αναιρεσειόντων την από 20-12-2012 (αρ.
κατ. .../2012) κύρια αγωγή, με την οποία αξίωναν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Η κύρια αγωγή συνεκδικάστηκε με δύο παρεμπίπτουσες αγωγές (που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη) και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 26035/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό της μοτοσικλέτας, Η.
Μ.. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, εκατέρωθεν των διαδίκων και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 822/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την κύρια αγωγή της οικογένειας και αναγνώρισε ότι οι ήδη αναιρεσείοντες - κυρίως εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους συγγενείς του θύματος και ήδη αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά.
Ειδικότερα, το Εφετείο μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως για το ερευνώμενο με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ζήτημα, ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, τα εξής: "Στην ένδικη περίπτωση, επομένως, αδικοπραξίας, όπως το ιστορικό αυτής προεκτέθηκε όσον αφορά ειδικότερα και τους τρίτη έως και την ενδέκατη των εναγόντων αλλοδαπών (Σύριων, κατοίκων όλων ...) οικείων του θανατωθέντος, εφαρμοστέο σε κάθε περίπτωση τυγχάνει το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο εφόσον το τροχαίο ατύχημα εξαιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος του ετεροθαλούς αδελφού αυτών συνέβη στην Ελλάδα, και συνεπώς νομίμως αυτοί με την επικαλούμενη ιδιότητά τους, αξιώνουν την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εφεσιβλήτων - εναγομένων οι οποίοι, επικαλούμενοι το γεγονός ότι οι ανωτέρω ενάγοντες έχουν την κοινή συνήθη διαμονή τους εκτός Ελλάδος και δη στην ...
ισχυρίζονται ότι ως προς αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος από 11/1/2009 κανονισμού 864/2007 -γνωστού ως Ρώμη II- το οποίο εισάγει εξαίρεση στον κανόνα της παρ. 1 του ιδίου άρθρου που ορίζει ότι -επί εξωσυμβατικής ενοχής, η οποία απορρέει από αδικοπραξία εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επήλθε η άμεση ζημία ήτοι το δίκαιο της χώρας όπου επήλθε ο θάνατος- πρέπει να εφαρμοσθεί εξ ολοκλήρου το δίκαιο της Συρίας, το οποίο είναι άγνωστο εάν συμπεριλαμβάνει στους δικαιούχους χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και τους ετεροθαλείς αδελφούς.
Πλην αβάσιμα με βάση τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, καθόσον άλλωστε ο κανονισμός, όπως και οι οδηγίες αποτελούν εσωτερικό δίκαιο της Ε.Ε. και έχουν ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη της όχι όμως και σε κράτη μη μέλη αυτής όπως εν προκειμένω η Συρία, πολύ δε περισσότερο δεδομένου ότι ο θανατωθείς στο ένδικο τροχαίο ατύχημα γεννήθηκε στην Ελλάδα, από μητέρα Ελληνίδα και έχει την ελληνική ιθαγένεια...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και ακολούθως εφάρμοσε το Ελληνικό δίκαιο, ως το δίκαιο του τόπου, όπου συνέβη το τροχαίο ατύχημα και επήλθε ο θάνατος, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τον Κανονισμό Ρώμη II, διότι σύμφωνα με ρητή επιταγή του άρθρου 32 αυτού ο Κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα Κράτη μέλη σύμφωνα με τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Συνεπώς, δεν μπορεί να επεκταθεί σε κράτη μη δεσμευόμενα από την Κοινοτική ρύθμιση, όπως εν προκειμένω είναι η Συρία. Συνακόλουθα, ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ευθεία παραβίαση του άρθρ. 26 ΑΚ και του Κανονισμού Ρώμη II) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων, που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρ. 12 παρ. 1, οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους...
β) Κατά το άρθρο 4 παρ. 3 ορίζεται ότι οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Π-75 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις... η σημασία των πινακίδων είναι... Ρ-2 υποχρεωτική διακοπή πορείας. Κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 ορίζεται... "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.
Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι:..." και τέλος, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 4 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "1. Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα... 2... 3... 4.
Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση".
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Με τον 2ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297 έως 300, 330, 914, 928 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 4 παρ. 3, 21 παρ. 1 και 2 και 26 παρ. 1 και 4 του ΚΟΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ’ αυτό οδηγών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ζήτημα της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας, στην οποία συνεπέβαινε ο συγγενής των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με την σχετική ένσταση που είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφεραν παραδεκτά στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος-δυστυχήματος και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 25.10.2012 και ώρα 23.30 περίπου, ο Α.
Σ. ηλικίας 16 ετών, γιος των δύο πρώτων, ετεροθαλής αδελφός της τρίτης έως και ενδέκατου και εγγονός του δωδέκατου και της δέκατης τρίτης των εναγόντων, επέβαινε ως συνεπιβάτης στην με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Η. Μ., ιδιοκτησίας του, ο οποίος ήταν επίσης ανήλικος καθώς γεννήθηκε στις 6.6.1996 και ήταν ασφαλισμένος με ισχυρή ασφαλιστική σύμβαση για την κάλυψη των ζημιών που τυχόν θα προξενούσε το παραπάνω όχημά του σε τρίτους, στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΕΓΑ". Μάλιστα ο εν λόγω οδηγός Η. Μ., κατά τον ανωτέρω χρόνο στερούνταν αδείας ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσικλέτας. Κατά τον ανωτέρω χρόνο το εν λόγω όχημα εκινείτο επί της οδού ... στις ..., με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ... και πλησίαζε στο ύψος της συμβολής της οδού ... με την οδό .... Στο εν λόγω, σημείο της λίγο πριν τη συμβολή της με την οδό ..., η οδός ..., είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 5,3 και 6,3 μέτρων, δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ευθεία, οριζόντια και ασφαλτοστρωμένη, ενώ η οδός ...
είναι επίσης διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 6,00 μέτρων, μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, κατωφέρεια με μικρή κλίση και ασφαλτοστρωμένη. Κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν νύχτα και επικρατούσε επαρκής τεχνητός φωτισμός, το οδόστρωμα αμφοτέρων των οδών ήταν ξηρό, επικρατούσε καλοκαιρία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια επί της οδού ...
και αραιή επί της οδού .... Από άποψη ταχύτητας, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των κινουμένων -σε αμφότερες της άνω οδούς- οχημάτων, ανέρχεται στα 50 χλμ/ω λόγω κατοικημένης περιοχής. Από άποψη σήμανσης, υφίσταται επί της οδού ... ρυθμιστική πινακίδα Ρ2 - ΣΤΟΠ, για υποχρεωτική παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα που κινούνται επί της οδού ..., ενώ τα δυο αντίθετα ρεύματα πορείας της τελευταίας αυτής οδού, διαχωρίζονται με νησίδα ασφαλείας πλάτους 2 μέτρων (βλ.
την από 25-10-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το υπό ίδια ημερομηνία πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου αυτού, τα οποία συνέταξε ο Αστ/κας Γ. Λ.). Την ίδια ημέρα και ώρα ο πρώτος των εναγομένων, Ά. Τ., οδηγούσε το υπ. αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δευτέρα εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε." έχοντας συνεπιβαίνουσα στο όχημά του την φίλη του Α. Μ.. Ο εν λόγω οδηγός εκινείτο επί της οδού ... (κάθετη ... και αριστερά σε σχέση με την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ανωτέρω Η. Μ.) έχοντας την πρόθεση να εισέλθει αριστερά στην ... προς την .... Στην πορεία του, ήτοι στην συμβολή των οδών ...
και ... υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα Ρ2 - STOΡ, που τον υποχρέωνε να ακινητοποιήσει εντελώς το όχημά του προ αυτής, να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων και να το επανεκκινήσει αφού βεβαιωθεί ότι μπορεί να εισέλθει στην διασταύρωση ακινδύνως. Πλην ο εναγόμενος εισήλθε ανεξέλεγκτα στην διασταύρωση χωρίς να ακινητοποιήσει εντελώς το όχημά του, προ της ανωτέρω απαγορευτικής πινακίδας και αφού διήλθε με αμείωτη ταχύτητα το ρεύμα της οδού ...
που οδηγεί προς την οδό ..., εισήλθε με αριστερή στροφή στην ίδια οδό στο ρεύμα της με κατεύθυνση προς την οδό ..., με αποτέλεσμα να αιφνιδιάσει τον οδηγό της μοτοσικλέτας ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την επικείμενη σύγκρουση, αφού η απόσταση των δύο οχημάτων ήταν ελάχιστη και η είσοδος του οχήματος του εναγομένου στην πορεία του, από αριστερά σε σχέση με την κίνησή του, βεβαία, επεχείρησε απότομο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά εντελώς, διανύοντας μερικά μέτρα και αμέσως στη συνέχεια κατά το μεγαλύτερο μέρος του να προσκρούσει στην οπίσθια επιφάνεια του υπ.
αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν σταθμευμένο (παράνομα) στην δεξιά πλευρά της οδού σε επαφή σχεδόν με τις διαβάσεις πεζών και κάδου απορριμμάτων ο οποίος ήταν επίσης εκεί τοποθετημένος (δεξιά μεταξύ πεζοδρομίου και των διαβάσεων των πεζών), με συνέπεια να τραυματισθούν τόσο ο οδηγός, όσο και ο συνεπιβαίνων στην μοτοσικλέτα (οικείος των εναγόντων), ο τελευταίος μάλιστα σοβαρά και να επέλθει έξι ημέρες αργότερα ο θάνατος του τελευταίου στο Γ.
Νοσοκομείο Θεσ/νίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" όπου είχε διακομισθεί έχοντας υποστεί βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος. Σημειωτέον ότι κατά την άφιξη στον τόπο του ατυχήματος στις 23.55 των οργάνων της τροχαίας που μετέβησαν εκεί και προέβησαν σε αυτοψία και η μοτοσικλέτα, αλλά και το όχημα του πρώτου εναγομένου είχαν ήδη μετακινηθεί, όπως σημειώνεται στην συνταχθείσα σχετικώς έκθεση.
Στο κεφάλαιο δε της τελευταίας υπό τον τίτλο λοιπές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις αναφέρεται ότι ‘ ‘ ο Α οδηγός -της μοτοσικλέτας- μας δήλωσε προφορικά στο Νοσοκομείο ότι προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το Β’ όχημα (του εναγομένου) εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και προσέκρουσε στο σταθμευμένο τρίτο όχημα και σε κάδο απορριμμάτων.
Ο Β’ οδηγός (εναγόμενος) μας δήλωσε προφορικά στο σημείο του ατυχήματος ότι δεν εμπλέκεται στην εκτροπή της μοτοσικλέτας καθότι είχε εισέλθει στην οδό ... και είχε απομακρυνθεί από την συμβολή όταν έγινε το ατύχημα". Η εν λόγω δήλωση προφανώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού στην συνέχεια ο εναγόμενος μετεστράφη όταν διαπίστωσε ότι υπήρξε στο σημείο του ατυχήματος αυτόπτης μάρτυρας (ο Κ.
Α.) τα στοιχεία του οποίου ελήφθησαν από τα όργανα της τροχαίας και κλήθηκε να καταθέσει. Ισχυρίστηκε δε στη συνέχεια ο εναγόμενος αρνούμενος οποιαδήποτε ευθύνη του, αλλά και εμπλοκή του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα ότι "αφού ακινητοποίησε το όχημά του, προς της πινακίδας Ρ-2 STOP η οποία υπήρχε στην πορεία του επί της οδού ...
ή και αφού βεβαιώθηκε ότι ουδέν όχημα εκινείτο προχώρησε και εισήλθε στην ... και δη στο ρεύμα της προς την οδό ... και ακινητοποίησε εκ νέου το όχημά του επί του οδοστρώματος, στο σημείο που διακόπτεται η νησίδα (πλάτος 2 μέτρων) προκειμένου να ελέγξει και να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα τυχόν διερχόμενα οχήματα της διασταυρούμενης οδού ...
με κατεύθυνση προς την οδό ... (στην οποία εκινείτο ο μοτοσικλετιστής Η. Μ. με συνεπιβαίνοντα τον θανατωθέντα οικείο των εναγόντων), χωρίς να εξέλθει από το ύψος της νησίδας το παραμικρό τμήμα του οχήματός του, ώστε να εμποδίζεται ούτε στο ελάχιστο η διέλευση οχημάτων και επί της οδού ... με κατεύθυνση προς την οδό ....
Κατά τη διάρκεια του παραπάνω ελέγχου άκουσε με την συνεπιβάτη του δυνατό θόρυβο μηχανής και για τον λόγο αυτό ανέμεινε να διαπιστώσει αν πρόκειται να διέλθει κάποιο όχημα και αμέσως στη συνέχεια, ενώ ο θόρυβος γινόταν όλο και ποιο ισχυρός σε ένταση, άκουσε έναν εκκωφαντικό θόρυβο, ο οποίος έμοιαζε με ήχο από σύγκρουση και είδε ένα δίκυκλο να έχει ανατραπεί και οι επιβάτες του να βρίσκονται κείμενοι στο οδόστρωμα, (βλ.
έγγραφες προτάσεις του σχετ. στις από 20/2/2013 έγγραφες εξηγήσεις - απολογητικό υπόμνημα του τελευταίου ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, διά του Διοικητή του Α’ τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης, στο οποίο και αναφέρθηκε εξ ολοκλήρου, όταν στις 26/2/2013 κλήθηκε εκ νέου να εξετασθεί ως κατηγορούμενος μετά από 48ωρη προθεσμία που ζήτησε ενώπιον της αρμόδιας προανακριτικής υπαλλήλου).
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εναγομένου οδηγού του ΙΧΕ οχήματος αναιρούνται από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας αλλά και την ένορκη προανακριτική εξέταση του αυτόπτη μάρτυρα Α. Κ., που περιέχεται στην από 3/12/2012 έκθεση".
Περαιτέρω το Εφετείο αξιολογεί τη μαρτυρική κατάθεση του αυτόπτη ως άνω μάρτυρα και ακολούθως δέχεται τα εξής: "Εξ άλλου, στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας απεικονίζεται (ως πιθανή, καθόσον όπως προαναφέρθηκε κατά τον χρόνο που έφθασαν τα όργανα της τροχαίας και τα δύο εμπλακέντα οχήματα είχαν μετακινηθεί από τη θέση τους και επομένως αυτό καταρτίσθηκε με βάση κυρίως την δήλωση προφορικά του πρώτου εναγομένου στο σημείο του ατυχήματος) η κίνηση πορεία του ΙΧΕ οχήματος του εναγομένου διαγωνίως (και ελαφρώς κυκλική) προς τα αριστερά ήτοι με κατεύθυνση προς το ρεύμα της οδού ...
που οδηγεί στην οδό .... Από τα ανωτέρω γίνεται φανερό κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού ότι τη στιγμή που η μοτοσικλέτα είχε ήδη εισέλθει στην διασταύρωση κινούμενη στο μέσον του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας της, ταυτόχρονα εισερχόταν σ’ αυτήν και το όχημα του πρώτου εναγομένου, χωρίς προηγουμένως να ακινητοποιήσει εντελώς το όχημά του ώστε να ελέγξει αν από δεξιά του εκινείτο άλλο όχημα στο οποίο όφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα, με αποτέλεσμα να αιφνιδιάσει με την αντικανονική κίνηση του αυτή τον οδηγό της μοτοσικλέτας ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη και την πολλή μικρή απόσταση που χώριζε τα δυο οχήματα και υπολαμβάνοντας ως βεβαία, την σύγκρουση είτε αν επιχειρούσε τροχοπέδηση, είτε αν συνέχιζε την ευθεία πορεία του επεχείρησε - επιταχύνοντας (εξ ου και ο έντονος θόρυβος μηχανής που άκουσε προς τα αριστερά του ο μάρτυρας Α.
Κ.) προ της πρόσκρουσης για να αποφύγει την πλαγιομετωπική, σύγκρουση, απότομο ελιγμό εντελώς προς τα δεξιά, με συνέπεια να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του (μοτοσικλέτα) η οποία εξετράπη, και να επιπέσει επί του σταθμευμένου δεξιά, αμέσως μετά τη διάβαση πεζών, οχήματος και του κάδου απορριμμάτων που ευρίσκονταν στο σημείο εκείνο (παράνομα πάντως και αυτά) κατά τα προεκτεθέντα, με συνέπεια την βίαιη επί του οδοστρώματος πτώση των δύο επιβατών της.
Τίποτε δε αντίθετο των ανωτέρω περιγραφομένων πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τις συνθήκες του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος δεν προκύπτει από την ένορκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης Μ. Α., η οποία επέβαινε ως συνοδηγός στο όχημα του πρώτου εναγομένου".
Στη συνέχεια το Εφετείο αξιολογεί τη μαρτυρική κατάθεση της ανωτέρω συνεπιβάτιδος του αυτοκινήτου και ακολούθως δέχεται τα εξής: "Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών το Δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση ότι υπαίτιος της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του Α.
Σ. (οικείου των εναγόντων - εκκαλούντων) είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ασφαλισμένου στην δευτέρα εξ αυτών ΙΧΕ οχήματος, ο οποίος δεν επέδειξε την επιμέλεια που απαιτείται κατά την οδήγηση και την οποία όφειλε ως ο μέσος συνετός οδηγός και μπορούσε να επιδείξει με βάση τις συνθήκες, αλλά, λόγω έλλειψης αυτών (επιμέλειας και προσοχής) εισήλθε στην διασταύρωση παραβιάζοντας την προτεραιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας στην οποία συνεπέβαινε ο οικείος των εναγόντων και την ρυθμιστική πινακίδα κυκλοφορίας, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει ότι μπορεί να πράξει τούτο ακινδύνως για τους κινούμενους επί της οδού προτεραιότητας, αν και τούτο ήταν εφικτό σ’ αυτόν, καθώς η ορατότητά του δεν περιοριζόταν από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο και παρότι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, είχε ακούσει έντονο θόρυβο μηχανής, συνέχισε την διαγώνια κίνησή του προς τα αριστερά, εισερχόμενος έτσι με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματός του στο ρεύμα πορείας της εκ δεξιών του κανονικά κινούμενης επί της οδού ...
με κατεύθυνση προς την οδό ... μοτοσικλέτας (παρ. άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 και 26 του ΚΟΚ) με αποτέλεσμα να αιφνιδιάσει τον οδηγό αυτής, ο οποίος εκτιμώντας την μικρή απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα και έχοντας την βεβαιότητα, λόγω και της ανωτέρω κίνησης και πορείας του οχήματος του εναγομένου, ότι, αν επιχειρούσε τροχοπέδηση ή συνέχιζε την ευθεία πορεία του, θα συγκρουόταν πλαγιομετωπικά με το ΙΧΕ αυτοκίνητο, επέλεξε προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα δεξιά, πλην κατά τη διενέργεια αυτού του αναγκαστικού ελιγμού του απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, αντιλαμβανόμενος κατά την κίνησή του αυτή και ότι στην πορεία του προς τα δεξιά και έμπροσθεν αυτού υπήρχε αμέσως μετά τη διάβαση πεζών (που υπάρχει μετά τη διασταύρωση) σταθμευμένο όχημα και προ αυτού (μεταξύ του πεζοδρομίου και του οδοστρώματος) κάδος απορριμμάτων και έτσι να εκτραπεί ένα μέτρο προ των διαβάσεων και να προσκρούσει, συρόμενη επί των τελευταίων (σταθμευμένου οχήματος και κάδου), οι δε αναβάτες να πέσουν βίαια επί του οδοστρώματος με συνέπεια τον τραυματισμό του οδηγού της Η.
Μ. και τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη Α. Σ. (οικείου των εναγόντων). Αντιθέτως, από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας Η. Μ. βαρύνεται με οποιαδήποτε αμέλεια στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, είτε διότι εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και πάντως πέραν του ανωτάτου επιτρεπομένου των 50 χιλ/ωρ (κατοικημένη περιοχή), είτε από ανεπιτηδειότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, το δε γεγονός ότι αυτός στερείτο αδείας ικανότητας οδήγησης λόγω της ανηλικότητάς του (κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 16 ετών - γεννηθείς την 6/6/1996) δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού με βάση τα προεκτεθέντα αυτός οδηγούσε με επιμέλεια και σύνεση με κανονική ταχύτητα, η αντικανονική κίνηση του πρώτου εναγομένου θα αιφνιδίαζε με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής και τον πλέον έμπειρο οδηγό (βλ.
σχετ. το Δίκαιο του Αιφνιδιασμού σε Επιθ. ΣυγκΔικ.), ο δε ελιγμός του οδηγού της μοτοσικλέτας προς τα δεξιά για να αποφύγει την επικαλούμενη πλαγιομετωπική σύγκρουση ήταν με βάση τις όλες συνθήκες ο πλέον ενδεδειγμένος, καθόσον η επιλογή τροχοπέδησης θα οδηγούσε με βεβαιότητα σε πλαγιομετωπική σύγκρουση λόγω της πολύ μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα.
Όμως, παρά τον ορθό αποφευκτικό, πλην αναγκαστικό και αιφνίδιο ελιγμό στον οποίο προέβη, δεν κατάφερε να συνεχίσει την κίνησή του και απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, η οποία εξετράπη στη συνέχεια, και προσέκρουσε συρόμενη επί του σταθμευμένου κατά τα ανωτέρω δεξιά οχήματος και κάδου απορριμμάτων.
Όσον αφορά εξάλλου το γεγονός ότι στο αίμα του ανηλίκου οδηγού της μοτοσικλέτας Η. Μ., ανιχνεύτηκε ποσότητα αλκοόλης ανερχόμενη σε 0,02‰ κατά λίτρο αίματος σύμφωνα με την μέθοδο της αιμοληψίας (σχετ. η υπ. αρ. πρωτ. .../10/1227 - α’ έκθεση της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών Β. Ελλάδος) δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση, να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με την περιεκτικότητα αλκοόλης στο αίμα του οδηγού κατά τον χρόνο της ένδικης σύγκρουσης, καθόσον άλλωστε η σύγκρουση έλαβε χώρα στις 23.30 της 15.10.2012, ενώ η αιμοληψία έγινε στις 16/10/2012 χωρίς προσδιορισμό της ώρας της αιμοληψίας.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε αντιθέτως και συγκεκριμένα ότι ο εναγόμενος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν ευθύνεται με οποιονδήποτε τρόπο για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και ότι αποκλειστικά υπαίτιος αυτού είναι ο οδηγός της μοτοσικλέτας και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, κακώς εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και έσφαλε στην κρίση του όπως βάσιμα υποστηρίζεται με την κρινόμενη υπό στοιχείο Α’ έφεση καθιστώντας έτσι την απόφασή του εξαφανιστέα".
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση με σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 297 έως 300, 330, 914, 928 ΑΚ και άρθρ. 12 παρ. 1., 4 παρ. 3, 21 παρ. 1 και 2 και 26 παρ. 4 του ΚΟΚ, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου (ΑΠ 13/2015).
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου δυστυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση της οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών), οι οποίοι ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου και την αιτιώδη σχέση αυτής με το δυστύχημα.
Ειδικότερα, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία διευκρινίζεται στην απόφαση ότι τη στιγμή που η μοτοσικλέτα είχε ήδη εισέλθει στη διασταύρωση, ταυτόχρονα εισερχόταν και το αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου, χωρίς να πραγματοποιήσει τον οφειλόμενο έλεγχο, παραβίασε τη ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 STOΡ και δεν παραχώρησε προτεραιότητα στην εκ δεξιών του κινούμενη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Η.
Μ., ο οποίος αιφνιδιάστηκε λόγω της ελάχιστης απόστασης, που χώριζε το όχημά του από το ΙΧΕ αυτοκίνητο, που απρόσμενα παρεμβλήθηκε στην πορεία του και γι’ αυτό έκρινε ότι ο μόνος ενδεδειγμένος αποφευκτικός ελιγμός για την αποφυγή της σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν ο απότομος ελιγμός προς τα δεξιά, διότι αν επιχειρούσε τροχοπέδηση ή εάν συνέχιζε την ευθεία πορεία της μοτοσικλέτας, η σύγκρουση των δύο οχημάτων θα ήταν αναπόφευκτη, ότι συνεπώς, ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν αντέδρασε καθυστερημένα, ότι ο απότομος ελιγμός της μοτοσικλέτας είχε συνέπεια την ανατροπή της και την πρόσκρουσή της σε σταθμευμένο προς τα δεξιά του οδοστρώματος όχημα και μετά σε κάδο απορριμμάτων και την βίαιη εκτίναξη των αναβατών της στο οδόστρωμα, που ως άμεσο επακόλουθο είχε τον τραυματισμό του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, εξαιτίας του οποίου αυτός απεβίωσε σε ηλικία 16 ετών, λίγες ημέρες αργότερα (31-10-2012), (αλλά και τον τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας).
Επίσης, το Εφετείο με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχτηκε ότι η μοτοσικλέτα εκινείτο με ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το όριο των 50 χλμ/ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής και ότι ο οδηγός της επιτάχυνε για να αποφύγει την άλλως βέβαιη σύγκρουση, ότι οδηγούσε προσεκτικά και συνετά και ότι η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης και η ανίχνευση αλκοόλης στο αίμα του, που δεν υπερέβαινε το όριο μέθης, δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, διότι η κίνηση του 1ου αναιρεσείοντα οδηγού του αυτοκινήτου θα αιφνιδίαζε και τον πλέον έμπειρο οδηγό, ενώ η αιμοληψία έγινε την επομένη ημέρα του ατυχήματος, χωρίς να προσδιορίζεται η ώρα αιμοληψίας και επομένως αυτή δεν οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα.
Εξάλλου, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ακριβή απόσταση των οχημάτων και την ταχύτητα της μοτοσικλέτας πριν την εκτροπή της προς τα δεξιά είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ’ άρθρ.
561 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 198/ 2015, ΑΠ 1488/2010). Κατόπιν αυτών ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων δικαίου με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974 και κατ’ ακριβή λεκτική αντιγραφή ορίζεται ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως (παρ. 1 εδ.
α’ )... Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του" (παρ. 2). Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο...".
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ.
κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. και Υ κατά Νορβηγίας). Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα, είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 1398/2015, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 215/2013, 1364/2011, Ολ.ΣΤΕ 1741/2015). Με τον 3ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ, 14 παρ. 3 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και αυτές σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, διότι με το να δεχθεί υπαιτιότητα του 1ου αναιρεσείοντα στην πρόκληση του δυστυχήματος παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας αυτού, αφού δεν έλαβε υπόψη το διατακτικό της υπ’ αρ. 10848/2015 αμετάκλητης ήδη απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρ. 302 ΠΚ).
Ο λόγος αυτός πρέπει κατ’ αρχήν να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου, δεν αποτελούν παραβίαση, υπό την ανωτέρω έννοια, του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, σε κάθε περίπτωση δε, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το φάκελο της ποινικής δικογραφίας, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του 1ου αναιρεσείοντα-οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευομένου τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντα οδηγού για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε.
Ανεξάρτητα όμως από όλα τα παραπάνω ο 3ος αναιρετικός λόγος είναι και αλυσιτελής, διότι η ποινική αθωωτική απόφαση εκδόθηκε στις 27-10-2015, δηλαδή, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου, στις 24-5-2015 και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε τη δικονομική δυνατότητα να λάβει υπόψη της την αθωωτική απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας άλλωστε δεν μπορούσε να γνωρίζει τότε και να την συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Σύμφωνα με το άρθρου 932 του ΑΚ "...σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1, άλλως εκ του αριθμού 19 ΚΠολΔ, για την ευθεία, άλλως, εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 25 παρ. 1 Συντ/ος, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρ. 932 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την Αρχή Αναλογικότητας ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που επιδίκασε στα ετεροθαλή αδέλφια του θύματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα ως προς το κεφάλαιο αυτό τα εξής: "...Εξάλλου, αποδείχθηκε, ότι, αμέσως μετά το ατύχημα τόσον ο οδηγός της μοτοσικλέτας όσον και ο συνεπιβάτης αυτής (οικείος των εναγόντων) διεκομίσθηκαν στο Γ. Νοσοκομείο Θεσ/νίκης ‘ ‘ ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ’ ‘ όπου διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος προσκομίσθη στην ΜΕΘ, διασωληνομένος υπό καταστολή, με κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κεφαλαιμάτωμα ΑΡ βρεγματικά, με εκδορά στο τριχωτό της κεφαλής με διάσπαρτες αιμορραγικές θλάσεις ΑΡ και ΔΕ μετωπιαία, η μεγαλύτερη 3,2 cm μετωπο-βρεγματικά ΑΡ και περιεστιακό οίδημα πέριξ των βλαβών.
Εξελίχθηκε αργότερα ενδοκράνια υπέρταση που αντιμετωπίσθηκε πολλαπλώς και στις 30/10 παρουσίασε βαρεία αιμοδυναμική αστάθεια με ηλεκτροκαρδιογραφικές διαταραχές, που δεν απαντούσε στην ινότροπη υποστήριξη. Διενεργήθηκε διερευνητική άμφω κρανιοεκτομή στις 31/10 το πρωί και κατέληξε από μη ανατασσόμενο κυκλοφοριακό shock, που δεν απάντησε στην κρανιοαναπνευστική αναζωογόνηση (σχετ.
η προσκομιζόμενη ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση της επιμελήτριας Α’ της ΜΕΘ του άνω νοσοκομείου). Στην δε από 31/10/2012 πιστοποίηση θανάτου της ιατρού Μ. Ε. του ιδίου άνω Νοσοκομείου, της οποίας γίνεται μνεία στην υπ. αρ. .../2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου, ο θάνατος του ανωτέρω επήλθε "από βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, μετά αναφερόμενο τροχαίο, κρανιοανατρήσεις, καρδιακή ανακοπή".
Ο θανών ήταν ηλικίας κατά τον χρόνο του ατυχήματος 16 ετών γεννήθηκε στις 11/11/1996 στην Θεσσαλονίκη από Ελληνίδα μητέρα την Κ. Φ. (δεύτερη ενάγουσα) και έχει την Ελληνική Ιθαγένεια και πατέρα γεννηθέντα στην Συρία, τον Σ. Ι., (πρώτο ενάγοντα) εγγεγραμμένο στο Δημοτολόγιο του ..., ο οποίος τέλεσε Β’ γάμο με την μητέρα του θανόντος το έτος 1999, ενώ είχε αναγνωρίσει εκούσια τον θανόντα με την υπ’ αρ. ...3-9-97 πράξη του συμβ/φου Αθηνών Ν.
Ι. Κ.. Ο ανωτέρω (πρώτος ενάγων - πατέρας του θανατωθέντος) από τον Α’ γάμο του στην Συρία .με την Σ. Κ., απέκτησε εννέα τέκνα γνήσια ήτοι, την Β. Σ., την Σ. Σ., την Μ. Σ., την Φ. Σ., την Φ. Σ., την Γ. Σ., Α. Σ., την Ρ. Σ. και την Ν. Σ. (βλ. σχετ. προσκομιζόμενα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης και απόσπασμα οικογενειακής κατάστασης του ...
καταχωρημένο στα μητρώα Σύριων Αράβων πολιτών σε ακριβή επικυρωμένη μετάφραση), εκ των οποίων όπως βεβαιώνεται στο ανωτέρω απόσπασμα οικογενειακής κατάστασης των μητρώων Σύριων Αράβων πολιτικών η Φ. Σ. (7η των εναγόντων) απεβίωσε στις 9/11/1997. Κατά τον χρόνο θανάτου του επομένως ο Α. Σ. άφησε μόνους πλησιέστερους συγγενείς (που ήταν εν ζωή την ημέρα του θανάτου του) τους δύο άνω πρώτους ενάγοντες (πατέρα και μητέρα του), τους άνω τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, όγδοη, ένατο, δέκατη και ενδέκατη των εναγόντων (ετεροθαλή αδέλφια του) καθώς και τους δωδέκατο και δέκατη τρίτη αυτών Α.
Κ. και Α. σύζυγο Α. Κ. παππού και γιαγιά του, αντιστοίχως, από την μητρική γραμμή (βλ. σχετ. προσκομιζόμενα, πιστοποιητικά) Με τους ανωτέρω γονείς και παππούδες του από την μητρική γραμμή ο θανατωθείς Α. Σ. ζούσε και κατά τον κρίσιμο χρόνο στην ίδια οικία στην Θεσσαλονίκη (...) λόγω και του νεαρού της ηλικίας του και συνδεόταν μαζί τους με στενούς και ιδιαίτερους δεσμούς αγάπης και στοργής καθόσον άλλωστε ήταν ο μικρότερος υιός και εγγονός τους αντιστοίχως.
Ο δε αιφνίδιος και τραγικός θάνατός του, κάτω από τις συνθήκες που προεκτέθηκαν, προκάλεσε σ’ αυτούς έντονα συναισθήματα πόνου, θλίψης και απογοήτευσης. Όμοια συναισθήματα λύπης βίωσαν και οι ετεροθαλείς αδελφοί του θανατωθέντος οι οποίοι από τις επικοινωνίες τους (μέσω τηλεφώνου και διαδικτύου) γνώριζαν την ύπαρξη και ελάμβαναν γνώση της καθημερινότητας του ετερεθαλούς δεύτερου αδελφού τους παρότι ζούσαν σε άλλη χώρα (την Συρία) και έτρεφαν γι’ αυτόν αισθήματα αγάπης και στοργής.
Όλοι οι ανωτέρω επομένως δικαιούνται για την αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Το ύψος αυτής ενόψει των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του επελθόντος αποτελέσματος, του βαθμού συνυπαιτιότητας του θύματος στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, της ηλικίας του τελευταίου, της ηλικίας και της ευαισθησίας των εναγόντων οικείων του (κατά το χρόνο του ατυχήματος 61 ετών του πρώτου, 39 της δεύτερης-γονέων, 63 ετών του παππού και 61 ετών τη γιαγιάς και των ετεροθαλών αδελφών 36, 35, 33, 31, 28, 27, 23 και 20 ετών, αντιστοίχως), του βαθμού συγγένειας εκάστου αυτών με τον θανατωθέντα, καθώς και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μερών - φυσικών προσώπων, ήτοι πλην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας της οποίας η ευθύνη είναι μόνον εγγυητική πρέπει να καθοριστεί:
Για έκαστο των δύο πρώτων εναγόντων (γονέων) στο ποσό 70.000 ευρώ μετ’ αφαίρεση ποσού 44 ευρώ, κατά το οποίο επιφυλάχθηκε έκαστος των ανωτέρω να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο πολιτικό δικαστήριο και να το διεκδικήσει. Για έκαστο των δωδέκατου και δεκάτης τρίτης των εναγόντων (παππού και γιαγιάς) στο ποσό των 20.000 ευρώ και για έκαστο των τρίτης, τετάρτης, πέμπτης, έκτης, όγδοης, ενάτου, δεκάτης και ενδέκατης των εναγόντων στο ποσό των 6.000 ευρώ...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των ετεροθαλών αδελφών στα παραπάνω ποσά, σε καθένα τούτων, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, είναι ανάλογο του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις με όμοια πολιτισμικά στοιχεία της διαφοράς.
Κατόπιν αυτού ο 3ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1, άλλως εκ του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου για υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου και της Αρχής της Αναλογικότητας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι’ αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος εκ μέρους του 1ου αναιρεσείοντα οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, χωρίς να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων 1) το υπ’ αρ. ...-3-2006 έγγραφο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 2) το υπ’ αρ. .../2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και 3) το υπ’ αρ. ...1992 έγγραφο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, τα οποία οι αναιρεσείοντες είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και τα οποία, εάν θα ελάμβανε υπόψη του, θα κατέληγε σε εντελώς διαφορετικό πόρισμα, ως προς το ποσοστό ανίχνευσης αλκοόλης στο αίμα του οδηγού της μοτοσικλέτας και της οδήγησης υπό την επήρεια ουσιών, το οποίο επηρεάζει το ζήτημα της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη του, εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που ειδικά μνημονεύει στη σελίδα 23 αυτού και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που συνεκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρ. 395 ΚΠολΔ).
Επίσης, από τις από 19-5-2015 προτάσεις των αναιρεσειόντων, ως κυρίως εφεσίβλητοι, προκύπτει ότι αυτοί πράγματι είχαν επικαλεστεί νόμιμα τα ανωτέρω τρία έγγραφα (οι πρωτόδικες προτάσεις δεν προσκομίζονται), τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύει ειδικά, ούτε αξιολογεί χωριστά, εφόσον άλλωστε, δεν είχε ειδική υποχρέωση προς τούτο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη .Όμως, παρά την απουσία ειδικής αναφοράς στα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως ανω τρία έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις.
Μάλιστα, στις σελίδες 42 και 44 της απόφασής του έχει περιλάβει ειδική αιτιολογία για το εάν ο οδηγός της μοτοσικλέτας τελούσε σε κατάσταση μέθης καταλήγοντας σε αρνητικό πόρισμα, αντίθετο σε σχέση με την εκδοχή που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, κατά τους οποίους ο οδηγός της μοτοσικλέτας τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης σε ποσοστό 0,53‰, άλλως 0,515‰, κατά το χρόνο του ατυχήματος, που υπερβαίνει το ανώτατο όριο για οδηγό δικύκλου με άδεια μικρότερης των δύο ετών, το οποίο ανέρχεται σε 0,20‰, σύμφωνα με την ΥΑ 43500/5691/2002 και ειδικότερα, το Εφετείο, σύμφωνα με την ανέλεγκτη παραδοχή του δέχεται ότι δεν διαπιστώθηκε η περιεκτικότητα αλκοόλης στο αίμα του οδηγού της μοτοσικλέτας κατά το χρόνο της σύγκρουσης.
Τέλος, η άποψη των αναιρεσειόντων, ότι εάν το Δικαστήριο εκτιμούσε διαφορετικά τα παραπάνω τρία έγγραφα-αποδεικτικά μέσα, θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο 5ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3, εδ.
Β’ δ’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των 1ου, 2ης, 11ου και 12ης αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν με κοινό δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, ενώ αντίθετα, δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος των αναιρεσειόντων και υπέρ των 3ου έως και 10ου των αναιρεσιβλήτων, διότι αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αρ. 822/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων 1ου, 2ης, 11ου και 12ης αναιρεσιβλήτων, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ