1747/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1747/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη σαφή νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1747 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1747/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Ο. Κ. του Ν., κατοίκου ... που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αικατερίνη Πίντζου και Παύλο Κεσόγλου, 2. Γ. Κ. του Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αικατερίνη Πίντζου και Παύλο Κεσόγλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 475/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις με αριθμούς 30 και 31 από 9 Σεπτεμβρίου 2015, αντίστοιχα αιτήσεις αναιρέσεως και στους από 11 Μαρτίου 2016 προσθέτους λόγους αυτών, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και συγκεκριμένα για το δεύτερο λόγο αυτής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Οι κρινόμενες από 9 Σεπτεμβρίου 2015 αιτήσεις (με αριθμούς 30/2015 και 31/2015) των: 1) Ο. Ν. Π. Κ. και 2) Γ. Κ. του Β. μετά των από 11 Μαρτίου 2016 προσθέτων αυτών λόγων, για αναίρεση της 475/2015 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
ΙΙ] Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης αξιόποινης πράξης, δηλαδή μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/1.1.2004, και πριν από την αντικατάστασή του από τις (δυσμενέστερες στη συγκεκριμένη περίπτωση) διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.
Κατά τη σαφή νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα.
Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός χρέους του πίνακα, για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τέλεσης την συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση της καταβολής.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι:
α) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, β) το ύψος τούτου, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και ε) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του διαμορφωμένου σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.
Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του Ν. 3220/2004: α) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, β) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, γ) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.τ.λ.) και δ) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία, λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, το δε ως άνω προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ.
Για τη δίωξη των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του, δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση.
Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (νομοθετικό διάταγμα 356/1974 - ΚΕΔΕ) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου.
Η νέα μορφή της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990, - όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν 3943/2011 και το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015, καθώς και το άρθρο 71 παρ. 2 του 4174/2014, που προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, σύμφωνα με τα οποία καθορίζονται διαφορετικά πλαίσια ποινής, - δεν επηρεάζει την ανωτέρω λύση.
Εξάλλου, από μεν τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν, συνάγεται, εκτός άλλων, ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοια αυτού ή η εσφαλμένη αντίληψή του για συστατικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που του αποδίδεται, αίρει τον καταλογισμό του και ειδικότερα αποκλείει το δόλο και συνεπώς, ο αντίστοιχος ισχυρισμός είναι αυτοτελής και η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα.
Παράλληλα δε με το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης, ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η πλάνη είναι συγγνωστή όταν ο δράστης όχι μόνο αγνοεί, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και αν κατέβαλε, ενόψει των προσωπικών πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων και ικανοτήτων, και εφόσον πίστευε εύλογα ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη που τέλεσε από δικαιολογημένη εσφαλμένη αντίληψη για την αληθή έννοια του νόμου, ή σε εσφαλμένη πληροφόρηση από ειδικούς (νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές).
Έτσι, απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού είναι, εκτός από εκείνα που συνιστούν την ίδια την πλάνη, και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί για το ισχύον δίκαιο, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός.
Τέλος, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠοινΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.
Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την προαναφερθείσα έννοια αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 475/2015 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο από κοινού κατ’ εξακολούθηση και καταδίκασε τον καθένα από αυτούς σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε ευρώ (5) για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Στο σκεπτικό της τελευταίας, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), δέχθηκε ανελέγκτως, μετά την νομική ανάλυση των άρθρων 30 παρ. 1 και 31 παρ. 2 του ΠΚ, ότι αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι στην Καβάλα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως την 27-6-2010 ενεργώντας από κοινού με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση καθυστέρησαν ως υπόχρεοι την καταβολή των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι και την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα, κατά το άνω χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα η πρώτη της Προέδρου και Αναπληρώτριας Διευθύνουσας Συμβούλου και ο δεύτερος του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", καθυστέρησαν, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, την καταβολή των ακόλουθων βεβαιωμένων, στους κατωτέρω χρόνους, χρεών στη Δ.Ο.Υ.
Καβάλας, που καταβάλλονται εφάπαξ και αφορούν πρόστιμα Κ.Β.Σ., πρόστιμα Υπ. Εμπορίου, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, πρόστιμα Υπ. Εργασίας, Φ.Π.Α., πρόστιμα Φ.Π.Α, εισόδημα, πρόστιμα εισοδήματος 129/80, έκτακτη εισφορά στο εισόδημα, και δη: 1) ποσού 362,74 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 31-7-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2007, αυτοί την 1-1-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 2) ποσού 604,56 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 31-7-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2007, αυτοί την 1-1-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 3) ποσού 846,38 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 31-7-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2007, αυτοί την 1-1-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 4) ποσού 598,50 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 6-9-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.
Εμπορίου, οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-10-2007, αυτοί την 1-3-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 5) ποσού 598,50 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 6-9-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.
Εμπορίου, οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-10-2007, αυτοί την 1-3-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 6) ποσού 399,00 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 6-9-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.
Εμπορίου, οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-10-2007, αυτοί την 1-3-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 7) ποσού 456,02 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 1-10-2007, προερχόμενου από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-11-2007, αυτοί την 1-4-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 8) ποσού 1.150 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 17-3-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.
Εργασίας, οικονομικού έτους 2008, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-4-2009, αυτοί την 31-8-2009 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 9) ποσού 1.110 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 10-7-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.
Εργασίας, οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2009, αυτοί την 1-1-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 10) ποσού 19.989,40 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 4-9-2009, προερχόμενου από Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1991, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-10-2009, αυτοί την 1-3-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 11) ποσού 9.916,35 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 4-9-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1991, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-10-2009, αυτοί την 1-3-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 12) ποσού 15,99 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 4-9-2009, προερχόμενου από πρόστιμο, Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1989, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-10-2009, αυτοί την 1-3-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 13) ποσού 63,39 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 9-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1988, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 14) ποσού 15,84 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 9-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1988, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 15) ποσού 86,42 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 9-10-2009, προερχόμενου από Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1988, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 16) ποσού 35.376,69 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από εισόδημα, οριστική βεβαίωση (μη παρακρατηθέν) οικονομικού έτους 1989, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 17) ποσού 62.431,01 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από εισόδημα, οριστική βεβαίωση (μη παρακρατηθέν) οικονομικού έτους 1990, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 18) ποσού 54.995,72 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από εισόδημα, οριστική βεβαίωση (μη παρακρατηθέν) οικονομικού έτους 1991, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 19) ποσού 55.963,18 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από εισόδημα, οριστική βεβαίωση (μη παρακρατηθέν) οικονομικού έτους 1992, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 20) ποσού 5.048,58 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο εισοδήματος Ν. 129/89, οικονομικού έτους 1989, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 21) ποσού 9.361,21 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο εισοδήματος Ν. 129/89, οικονομικού έτους 1990, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 22) ποσού 8.245,77 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο εισοδήματος Ν. 129/89, οικονομικού έτους 1991, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 23) ποσού 8.389,58 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο εισοδήματος Ν. 129/89, οικονομικού έτους 1992, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 24) ποσού 5.666,19 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από έκτακτη εισφορά στο εισόδημα, οικονομικού έτους 1990, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 25) ποσού 1.360,76 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 22-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 26) ποσού 1.655,59 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 22-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 27) ποσού 1.694,48 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 22-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 3-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 28) ποσού 1.671,78 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 22-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 29) ποσού 157,50 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 12-1-2010, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.
Εμπορίου, οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 26-2-2010, αυτοί την 27-6-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του. Δηλαδή δεν κατέβαλαν στο Δημόσιο συνολικά ποσό 288.231,13 ευρώ. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν δεν αναιρούνται δε από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ή άλλα αποδεικτικά μέσα.".
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι δια των συνηγόρων τους υπέβαλαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικώς τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι οι πράξεις που τους αποδίδονται δεν πρέπει να τους καταλογισθούν, διότι ήταν αποτέλεσμα πραγματικής άλλως συγγνωστής νομικής πλάνης.
Ειδικότερα, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης ανέφεραν τα ακόλουθα: "Τα χρέη με αριθ. 12 έως 26 αφορούν παλαιότερο φορολογικό έλεγχο που άρχισε το έτος 1998 και ολοκληρώθηκε στην αρχή του έτους 1999 (βλέπε προσαγόμενη έκθεση 1999 των ελεγκτών κ.κ. Ζ. Ζ., Α., Θ.), το αποτέλεσμα του οποίου ήταν η απόρριψη των βιβλίων ως δήθεν ανεπαρκή, για τα οικονομικά έτη 1989 έως 1992 παρά το γεγονός (βλέπε σελ. 153 έκθεσης όλα τα βιβλία βρέθηκαν να τηρούνται εμπρόθεσμα και προσηκόντως) με συνέπεια τον εξωλογιστικό προσδιορισμό του ακαθαρίστου εισοδήματος, του Φ.Π.Α.
και την επιβολή προστίμων δήθεν λόγω ανακρίβειας δηλώσεων, ήτοι την επιβολή πλασματικών φόρων ήτοι επί τη βάσει μη πραγματικού φορολογητέου εισοδήματος και κατά παράβαση των άρθρων 4 και 78 του Συντάγματος για την καθολικότητα, την ισότητα, την νομιμότητα και του φόρου που στοιχεί σε πραγματικά, και όχι σε εικαζόμενα, εισοδήματα.
Κατά των καταλογιστικών πράξεων του ως άνω ελέγχου η προσφεύγουσα ... Α.Ε. άσκησε προσφυγές οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την ακύρωση του φορολογικού τούτου ελέγχου λόγω αναρμοδιότητας της Α’ Δ.Ο.Υ. Καβάλας που εξέδωσε αυτές τις πράξεις αντί της αρμοδίας Β’ Δ.Ο.Υ. Καβάλας όπου υπαγόταν η επιχείρηση λόγω μεταβολής της έδρας της την οποία είχε γνωστοποιήσει δεόντως και νομίμως.
Η ακύρωση των καταλογιστικών πράξεων των οικονομικών ετών 1989 έως 1992 έγινε με αναπομπή μετά την ακύρωση στην αρμοδία Δ.Ο.Υ. με τις αποφάσεις 16/2007, 17/2007, 18/2007 και 19/2007 Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας (οικ. έτος 1989) και 37,38/2007 Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας (οικ. έτος 1989) και 2/2007, 4/2007, 16/2007 και 17/2007 Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας (οικ.
έτος 1990), 47,49,50/2007 Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας (οικ. έτος 1991) και 53,54,56,57/2007 Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας (οικ. έτος 1992) και 12/2007 Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας (οικ. έτος 1992) ενώ προγενέστερος έλεγχος οικονομικού έτους 1988 είχε ακυρωθεί εν όλω (άνευ αναπομπής) με τις αποφάσεις 30/2001 Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας και 322/2000 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας.
Κατά τον χρόνο όμως ισχύος των αρχικών καταλογιστικών πράξεων που ακυρώθηκαν ως άνω με τις προαναφερθείσες αποφάσεις η Δ.Ο.Υ. Καβάλας βεβαίωσε το οικείο ποσοστό της προσφυγής (25% ή 10% αναλόγως του είδους του φόρου) κατά νόμον και η εταιρεία μας ρύθμισε και κατέβαλα συνολικό ποσόν 619.575,14 ευρώ για τα εν λόγω οικονομικά έτη 1988-1992 (διαχειριστικές περιόδους 1987 έως 1991) όπως προκύπτει κατά τρόπον αναμφίβολον από τα προσαγόμενα αποδεικτικά γραμμάτια καταβολής προς την Δ.Ο.Υ.
Καβάλας από την προσφεύγουσα ... Α.Ε., ως κάτωθι:
ΠΛΗΡΩΜΕΣ ... ΑΕ ΕΠΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΤΗ 1988 ΕΩΣ 1992 Κατόπιν, η Δ.Ο.Υ. Καβάλας ώφειλε να κάνει διαγραφή των βεβαιωθέντων χρεών εις εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων και εμπροθέσμως σε επανάληψη διαδικασίας από την αρμοδία Δ.Ο.Υ. (Β’ ) Καβάλας, η οποία και επανεξέδωσε τις καταλογιστικές πράξεις για τα οικονομικά έτη 1989 έως 1992.
Μεταξύ δε τούτων επανέλαβε την διαδικασία και επαναβεβαίωσε τα χρέη του πίνακος του κλητηρίου θεσπίσματος με αύξοντες αριθμούς .... Όμως τα χρέη αυτά η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία "... ΑΕ" τα είχε εξοφλήσει ήδη με τα ως άνω γραμμάτια καταβολής προς την Β’ Δ.Ο.Υ. Καβάλας μεταξύ των ετών 2002 έως 2006 με το ποσόν των 619.575,14 ευρώ και συνεπώς ευλόγως θεωρήσαμε ότι νομίμως δεν ήμασταν υποχρεωμένοι εκ νέου να ξαναπληρώσουμε για την ΙΔΙΑ ΑΙΤΙΑ βεβαιωθέντα χρέη για μόνον τον λόγο ότι έσφαλε ο έλεγχος και η αναρμόδια Δ.Ο.Υ.
Καβάλας και άρα ότι έπρεπε να καθυποβληθούμε σε εκ νέου πρόσθετες καταβολές νια τα ίδια οικονομικά έτη. Είχαμε δηλαδή, κατά τον φερόμενο χρόνο τέλεσης του αδικήματος, εσφαλμένη αντίληψη της πραγματικότητας και δη του συστατικού της έννοιας πληρωμής βεβαιωμένων χρεών των ίδιων οικονομικών ετών, αφού και τα προηγούμενα χρέη που εξοφλήσαμε ήταν ομοίως βεβαιωμένα χρέη των ίδιων ετών 1988-1992 όπως αποδεικνύεται από τα ίδια τα γραμμάτια καταβολής και συνεπώς θεωρούσαμε ότι δεν διαπράττουμε κανένα ποινικό αδίκημα καθυστέρησης καταβολής βεβαιωθέντων χρεών των οικονομικών ετών 1988 έως 1992 εφόσον βεβαίωση νοείται άπαξ και όχι δις ή πολλάκις των ίδιων ετών και αυτά τα χρέη τα είχαμε προεξοφλήσει κατά το διάστημα από 28-1-2002 έως 31-03-2006 και αυτά ευρίσκοντο εις χείρας του Δημοσίου (Δ.Ο.Υ.
Καβάλας).
Συνεπώς δεν πρέπει να μας καταλογιστεί η πράξη δικαιολογημένως και συγγνωστώς. Συντρέχει δηλαδή τόσο πραγματική όσο και συγγνωστή νομική πλάνη αφού και πιστεύαμε ότι, εφόσον προκαταβάλαμε τα ποσά για τα ίδια οικονομικά έτη δεν πρέπει να τα καταβάλουμε και ότι έχουμε δικαίωμα να μην τα ξανακαταβάλουμε χωρίς αυτό να συνιστά άδικη πράξη, σύμφωνα με την κοινή λογική του μέσου έμφρονος ανθρώπου ότι δεν νοείται να πληρώνεις δύο φορές το ίδιο χρέος, για μόνον το λόγο ότι έσφαλε η Δ.Ο.Υ. Καβάλας και εξέδωσε αναρμοδίως τις πράξεις και επανέλαβε την ίδια διαδικασία καταλογισμού ενώ μας καθυπέβαλε και σε σημαντικές δαπάνες για την προσφυγή μας εκ νέου στην διοικητική δικαιοσύνη, με νέα καθυστέρηση απονομής του δικαίου μας, χωρίς φυσικά να δυνάμεθα να φαντασθούμε ότι για προπληρωμένες οφειλές θα μπορούσαμε ποτέ να καταστούμε και κατηγορούμενοι.
Συνεπώς δεν πρέπει να μας καταλογισθεί το αδίκημα για το οποίο κατηγορούμαστε της μη καταβολής βεβαιωθέντων χρεών των οικονομικών ετών 1988 έως 1992 (χρέη πίνακος με αύξοντες αριθμούς 12 έως 26) αναγνωριζομένης ότι συντρέχει συγγνωστώς και δικαιολογημένως νομική και πραγματική πλάνη (άρθρα 30 παρ. 1 και 31 παρ. 2 ΠΚ) και να απαλλαγούμε κάθε κατηγορίας.".
Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, το οποίο εκτέθηκε παραπάνω, απέρριψε ως αβάσιμο τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον αποδείχθηκε ότι τα καταβληθέντα εκ μέρους της ως άνω εταιρείας χρηματικά ποσά συμψηφίστηκαν, μετά την έκδοση των αποφάσεων του Μονομελούς και Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας (όλων έτους 2007), τη διαγραφή των αρχικών χρεών, τον επανέλεγχο και επαναβεβαίωση των χρεών, με υφιστάμενες (κατά το χρόνο του συμψηφισμού) απαιτήσεις του Δημοσίου σε βάρος της (εταιρείας) από Φ.Π.Α.
έτους 2005 με αποτέλεσμα την απόσβεση των οφειλών της τελευταίας κατά τα αντίστοιχα ποσά (βλ. κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας Δ. Β., υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. Καβάλας), γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, όπως συνομολογείται, μάλιστα δε, οι ίδιοι ενδεικτικώς αναφέρουν αριθμούς διπλοτύπων της Β’ Δ.Ο.Υ.
Καβάλας με τα αντίστοιχα πιστωθέντα ποσά σε Φ.Π.Α., εκδοθέντα το έτος 2009, ήτοι: α) υπ’ αριθμ. ...2009 ποσού 8.961,07 ευρώ, β) υπ’ αριθμ. ...2009 ποσού 15.950,56 ευρώ, γ) υπ’ αριθμ. ...2009 ποσού 263.780,46 ευρώ, δ) υπ’ αριθμ. …2009 ποσού 63.052,28 ευρώ, ε) υπ’ αριθμ. … 2009 ποσού 170.986,66 ευρώ και στ) υπ’ αριθμ. …2009 ποσού 23.958,91 ευρώ, συνολικού ύψους 546.419,93 ευρώ, όπως προκύπτει και εκ του περιεχομένου του από 6-5-2015 εγγράφου της εταιρείας ("...") προς τη Δ.Ο.Υ.
Καβάλας (υπ’ αριθμ. εισερχομένου πρωτ. .../07-05-2015).
Συνεπώς, ο προβληθείς από τους εκκαλούντες -κατηγορουμένους (δια των συνηγόρων τους) ισχυρισμός ότι ευλόγως είχε δημιουργηθεί σ’ αυτούς η πεποίθηση ότι δεν είχαν υποχρέωση καταβολής εκ νέου των επαναβεβαιωθέντων χρεών, αφού είχαν εξοφλήσει τα αρχικώς βεβαιωθέντα χρέη, είναι αβάσιμος, αφού οι γενόμενες καταβολές προς εξόφληση των αρχικώς βεβαιωθέντων και μετέπειτα διαγραφέντων χρεών συμψηφίστηκαν με απαιτήσεις από Φ.Π.Α.
του Δημοσίου σε βάρος της εταιρείας (και αντιστοίχως αποσβέστηκαν οι υποχρεώσεις της τελευταίας), γεγονός το οποίο γνώριζαν οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι. Περαιτέρω, ο προβληθείς ισχυρισμός, περί συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 παρ.2 ΠΚ), όπως διατυπώθηκε είναι αόριστος και απορριπτέος, αφού απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το Δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός ..., στην προκειμένη δε περίπτωση, δεν προσδιορίζονται σ’ αυτόν ειδικές συνθήκες συναφείς με την προσωπικότητα των εκκαλούντων -κατηγορουμένων, τη γνώση και τις ικανότητες τους, ώστε με τη στάθμιση και αυτών να σχηματίσει το Δικαστήριο πεποίθηση, ότι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν το άδικο της πράξεως τους, σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμος, αφού από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι κατέβαλαν προσπάθεια, ώστε να ενημερωθούν με ακρίβεια για τις νόμιμες υποχρεώσεις τους, ούτε κατέβαλαν οποιαδήποτε επιμέλεια απευθυνόμενοι σε δημόσιες αρχές ή σε νομικό παραστάτη, ώστε να διαγνώσουν, αν με την παράλειψή τους αυτή (καθυστέρηση καταβολής επαναβεβαιωθέντων χρεών) προβαίνουν σε μια δικαιϊκά αποδοκιμαζόμενη πράξη.".
Με τις παραδοχές όμως αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, καθόσον το δικαστήριο για να θεμελιώσει την αντίκρουση του εν λόγω ισχυρισμού επικαλείται το από 6-5-2015 έγγραφο της εταιρείας "..." προς τον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ.
Καβάλας, χωρίς όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του εν λόγω εγγράφου, να λάβει υπόψη και να εκτιμήσει το περιεχόμενο αυτού στο σύνολο του. Ειδικότερα, το δικαστήριο δέχθηκε με βάση το ανωτέρω έγγραφο, ότι οι αναιρεσείοντες συνομολογούν, ότι γνώριζαν πως οι εκ μέρους της οφειλέτριας εταιρείας γενόμενες καταβολές προς εξόφληση των αρχικώς βεβαιωθέντων και μετέπειτα διαγραφέντων χρεών συμψηφίσθηκαν με τα αναφερόμενα υπ’ αριθμούς ...2009, ...2009, ...2009, 8/2009, 5/2009 και 7/2009 διπλότυπα της Β’ Δ.Ο.Υ.
Καβάλας με υφιστάμενες κατά το χρόνο του συμψηφισμού απαιτήσεις από ΦΠΑ του Δημοσίου σε βάρος της εταιρείας (και αντιστοίχως αποσβέσθηκαν οι υποχρεώσεις της τελευταίας), ενώ στο έγγραφο αυτό αναφέρεται, χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο το αντίθετο, ότι μόλις τυχαίως πληροφορήθηκαν πως η Δ.Ο.Υ πίστωσε με τα μνημονευόμενα διπλότυπα της Β’ Δ.Ο.Υ.
Καβάλας το ποσό των 546.419,93 ευρώ σε Φ.Π.Α μη πραγματικών πωλήσεων που δεν οφείλεται, επειδή πρόκειται για δάνεια (και δη τοκογλυφικά) απαλλασσόμενα από τον ΦΠΑ για τα οποία και είχαν απαλλαγεί με την εκεί αναφερόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης και πρόσθετος λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί πραγματικής πλάνης, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμό 475/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ